Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ηράκλειτος - Άπαντα - Επίμετρο: Αισθητική του βίου [I. Σ. Χριστοδούλου]

























ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΥΟΥ ΒΙΟΥ


Ο λόγος του Ηράκλειτου, παρόλο το σύντομο και αποσπασματικό της διάσωσης του, επιβάλλει την αυτόματη αποδοχή της φιλοσοφικότητάς του, επειδή πληροί δύο, τουλάχιστον, βασικές προϋποθέσεις: την έφεση της τελεσίδικης γνώσης και τη μοναδικότητα της ανάπτυξής του. Ο ίδιος δήλωσε: «ου δει (ως) παίδας τοκεώνων», και αποποιήθηκε, απαρνήθηκε δηλαδή, κάθε κληρονομημένη γνώση ξένης εμπειρίας, κάθε εύκολο δάνειο από την παρακαταθήκη της κατακτημένης σοφίας. Ένιωσε, μάλλον, πως οι κατακτήσεις δε δανείζονται.
Με αφοπλιστική και δυσεύρετη, πράγματι, περιεκτικότητα στο στοχασμό, και στιβαρή, ανυποχώρητη έκφραση, ο Ηράκλειτος διαβεβαίωνε ότι το ήθος, η συνισταμένη δηλαδή της σκέψης, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς, είναι για τον άνθρωπο «δαίμων»˙ ένα καταλυτικό ρεύμα, που παρασύρει και κατευθύνει απαρέγκλιτα, μοναδικά, τις όλως ιδιαίτερες ανθρώπινες υποστάσεις στη διαδρομή τους στη ζωή. Υπονοείται μάλιστα, όπως φαίνεται, ένας δαίμων προστάτης, που κληρώνεται ή όχι στον άνθρωπο, που, άπαξ και κληρωθεί με τη γέννα, με την πρώτη σύσταση δηλαδή, συνοδεύει και προστατεύει μυστικά, αφανώς το ταίρι του, σε ό,τι λέει και πράττει.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μπορούμε, από τη σκέψη του που σώθηκε, να σκιαγραφήσουμε συμπυκνωμένα το ήθος του Ηράκλειτου; Να διαγνώσουμε ίσως το σκληρό πυρήνα, που εγκυμονούσε και γέννησε τον ηρακλείτειο στοχασμό; Μπορούμε στις δαιδαλώδεις, και κάποτε, φαινομενικά τουλάχιστον, αντιφατικές αποφάνσεις, να συλλάβουμε ένα ενιαίο, ιδιότυπο το δίχως άλλο, κρυφό «ηθικό» υπόστρωμα, ένα συνεκτικό ηθικό ανάστημα, ένα προσωποπαγές ήθος; Μπορούμε, εν ολίγοις, να πλησιάσουμε το φιλόσοφο, και να καταγράψουμε -εφόσον υπάρχει- κάποια κλίμακα αξιών, που θα μας επιτρέψει, ίσως, να δεχθούμε ή να απορρίψουμε, αλλά, σε κάθε περίπτωση, να εξοικειωθούμε με το ηρακλείτειο πρότυπο;
Στο εγχείρημα αυτό, ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι αρμοί συγκρότησης του ήθους; Με ποια στιβάδα του τελευταίου θα ξεκινήσουμε; Πρέπει μάλλον, διαισθητικά στην αρχή, και αποβλέποντας στην ίδια τη διαίσθηση του φιλοσόφου, να ψηλαφίσουμε και να διαγνώσουμε την ηρακλείτεια στοχαστική εμμονή, που επέτρεψε στον Ηράκλειτο να ζήσει και να αρθρώσει τις ιδέες που διατύπωσε.
Υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, μια ορισμένη αισθητική του βίου, η οποία τροφοδοτεί συγκεκριμένα αξιακά προτάγματα, αισθητική που υποβάλλεται και προφαίνεται, ακόμα κι όταν τα προτάγματα αυτά δε φαίνεται να την υπονοούν. Αν έχω δίκιο σε αυτό, πρέπει να είναι εφικτό να αναδιαρθρώσουμε τα αποσπάσματα, και να παράσχουμε μια καινοφανή διάταξη, που θα εξηγείται αυτόκλητα, και θα εξηγεί την επιλογή μας του οδηγητικού μίτου της συγκεκριμένης αισθητικής.
Κιόλας, όμως, από μόνη την αναφορά σε μια αισθητική αρχή, μπορούμε να αναρωτηθούμε για την κλίση που έπαιρνε η αξιολόγηση του βίου στον Ηράκλειτο. Εδώ ομολογώ την υπόνοια, που βαθμηδόν γίνεται βεβαιότητα, ότι ήταν προσηλωμένος σε μια δυναμική εκδοχή της ζωής, που την τροφοδοτούσε μια αισιόδοξη προοπτική για τη βελτιστοποίηση του ανθρώπινου προσώπου.
Πιο συγκεκριμένα, στην προοπτική αναβιβασμού του ήθους, επίρρωσης της (επι)θετικής στάσης του ανθρώπου, προωθητικός μοχλός γίνεται η γνώση, η οποία διασφαλίζει την αξιοπρέπεια, και υπηρετεί την αγωνιστική παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο. Παρόλες τις επιφυλάξεις που διατυπώνει ο Ηράκλειτος, σχετικά με το επισφαλές της γνωστικής ανάπτυξης, την ολισθηρότητα της έπαρσης για τις προσωπικές απόψεις, θεωρεί τη γνωστική προφάνεια κατοχυρωμένη, και για τούτο έχουμε την ομολογία του, στο πρώτο απόσπασμα: «...οκοίων εγώ διηγεύμαι κατά φύσιν διαιρέων έκαστον και φράζων όκως έχει».
 Η ορθή σκέψη, μάλιστα, η σωφροσύνη δηλαδή, ο στοχασμός που βρίσκει στόχο στα πράγματα, και τα ακολουθεί πιστά στη διάταξη και την τροπή τους, αξιολογείται ως η «μεγίστη αρετή». Η γνωστική ευστοχία συμπορεύεται με την ηθική αποτελεσματικότητα, με το ενισχυμένο αυτοσυναίσθημα, με τη δυναμική ευδοκίμηση της πράξης. Η λυτρωτική απόληξη της γνωστικής προσπάθειας, η σοφία, αναδύεται ως υπόσχεση αλήθειας, και ζυγίζεται με την τόλμη με την οποία το γνωστικό υποκείμενο «λέγει τα αληθή», «φράζων όκως έχει», και, ως υποκείμενο της πράξης, ενεργεί σύμφωνα με τη φύση˙ εκείνη που, όπως είπαμε, στήριξε την αναφορά του στα πράγματα: «κατά φύσιν διαιρέων έκαστον».
Βεβαίως, η φύση «κρύπτεσθαι φιλεί», δεν προδίδεται εύκολα, δεν αποκαλύπτει δωρεάν την κρυφή της αρμονία, τους αρμούς της πραγματικότητάς της (όπως  και ο «άναξ» του μαντείου των Δελφών, «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει»). Η πρόσβαση στην αλήθεια της είναι δυσχερής, δυσεύρετη, όσο είναι δυσδιάκριτο το μονοπάτι που οδηγεί στο βυθό της ψυχής: «ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν». Παρόλα αυτά, ο φιλόσοφος ψάχνει στον εαυτό του: «εδιζησάμην εμεωυτόν», και, σα να γυρεύει χρυσάφι, σκάβει πολύ για λίγο θησαυρό: «...γην πολλήν ορύσσουσι και ευρίσκουσιν ολίγον». Έτσι αρχίζει και προχωρεί η φιλοσοφική αποδημία, που είναι ταυτόχρονα νόστος, πίσω στην πρώτη σύσταση, και εξαντλείται στο ταξίδι της αναζήτησης, της αδιάκοπης έρευνας, που δικαιώνεται, ακριβώς, στην περιπέτεια που κρατά μια ζωή. Η εναλλακτική προοπτική αντικατοπτρίζει τον εκφυλισμό και τον αφανισμό: «Και ο κυκεών διίσταται [μη] κινούμενος».
Με τούτη τη σκληρή προϋπόθεση, ο Ηράκλειτος, προκλητικός στη γενναιοδωρία του, είναι έτοιμος να κατακυρώσει τη σωφροσύνη σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, στο βαθμό που προτίθενται να δοκιμαστούν στην κονίστρα της βυθομέτρησης της ψυχής και της φύσης: «ανθρώποισι πάσι μέτεστι γινώσκειν εωυτούς και σωφρονείν». Κι αυτό γιατί σκέψη διαθέτουν όλοι: «ξυνόν έστι πάσι το φρονέειν».
Το δίχως άλλο, η αμάθεια μειονεκτεί, και, ήδη, ο συνετός τουλάχιστον την κρύβει. Οι φιλόσοφοι πρέπει να γνωρίζουν πολλά, και κυρίως όσα μπορεί κανείς να δει, να ακούσει και να μάθει. Αυτά προτιμά ο Ηράκλειτος, τη γνώση που μπορεί να κατακτήσει μόνος. Οι αισθήσεις πριμοδοτούνται, καταξιώνονται και γίνονται προθάλαμος, πρόναος στο ιερό της αλήθειας. Κάποιο προβάδισμα, μάλιστα, που δίνει στην όραση, σε σχέση με την ακοή, τονίζει την προτεραιότητα που, με προϋποθέσεις αναντίρρητα, δίνει στην εμπειρία.
Πράγματι, όμως, η διασφάλιση της εμπειρίας δεν αρκεί. Βάρβαρες, ανεπεξέργαστες ψυχές την τορπιλίζουν και τη συκοφαντούν, δηλητηριάζουν βλέμμα και άκουσμα. Η πολυμάθεια, εξάλλου, δε συνοδεύεται αναγκαστικά από ισόποση σύνεση. Δεν έχει, απαραίτητα, το ανάλογο της σε περίσκεψη και ορθοφροσύνη. Δεν εξασφαλίζει δηλαδή τη φιλοσοφικότητα και τη σύνολη σύλληψη του πραγματικού. Άλλωστε, εκτός αυτού, οι άνθρωποι «εξηπάτηνται προς την γνώσιν των φανερών». Νομίζουν πως καταλαβαίνουν αυτό που βλέπουν, ενώ βλέπουν μόνο αυτό που καταλαβαίνουν: «περί μεγέθους ηλίου εύρος ποδός ανθρωπείου». Γι' αυτό στέκει επιφυλακτικός απέναντι στην περιγραφική - επιφανειακή πολυμάθεια της ποίησης (Όμηρος, Αρχίλοχος, Ησίοδος) ή τη «στείρα» πολυγνωσία της φιλοσοφίας (Πυθαγόρας, Ξενοφάνης, Εκαταίος).
Ο Ηράκλειτος, όμως, δεν αρκείται στη διαπίστωση του ασύμβατου, του ατελέσφορου, στη γνωστική σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο. Η αλήθεια περιβάλλεται την αίγλη και την ισχύ του ιερού, ενώ το ψεύδος και η γνωστική ανακρίβεια είναι ανοσιουργήματα, για τα οποία εκδίδει την καταδίκη και προφητεύει την τιμωρία τους: «και μέντοι και Δίκη καταλήψεται ψευδών τέκτονας και μάρτυρας». Το αξιολογικό πρόταγμα της γνώσης, και η συνακόλουθη αναγωγή της σε ρυθμιστή του ήθους, ενισχύεται με την προβολή και την επιβράβευση εκείνου που γνωρίζει και διαφυλάσσει όσες γνώσεις αποκαλύπτουν τη ζωτική τους σημασία: «Δοκέοντα ο δοκιμώτατος γινώσκει, φυλάσσει». Μάλιστα, η κατακύρωση της «γνώμης» στο θεϊκό ήθος, και το υπόρρητο προσδοκώμενο της επέκτασής της στο ανθρώπινο, επικυρώνει την εμμονή του στη σπουδαιότητα της γνωστικότητας: «Ήθος γαρ ανθρώπειον μεν ουκ έχει γνώμας, θείον δε έχει».
Εχέγγυο της γνωστικής επάρκειας, η οποία νομιμοποιεί τη φιλοσοφική παρουσία, και την καθιστά διαρκώς αναγνωρίσιμη, είναι η διάγνωση και κατάφαση στο στοιχείο που υπονομεύει την ύπαρξη του φιλοσόφου, όπως απειλεί ακατάσχετα μορφή και ουσία του κόσμου. Η απόφαση για το επικρεμάμενο του κοσμικού αναπτύγματος, για το ρευστό δηλαδή της κατάστασης του φαίνεσθαι, που παραπέμπει στο επισφαλές της υπόστασης του είναι, διανοίγει τον ορίζοντα της επί του προκειμένου ανακάλυψης, της επιμέρους γνώσης, που εξαντλείται μαζί με την υπόσταση του φιλοσόφου και κρατάει όσο αυτή.
Στο φως αυτής της ξάγρυπνης φιλοσοφικής πρόθεσης, του άγρυπνου ερευνητικού βλέμματος, ερμηνεύονται τα αποσπάσματα: «ο ήλιος νέος εφ' ήμερη εστίν»,  «ποταμοίσι τοίσιν αυτοίσιν εμβαίνουσιν έτερα και έτερα ύδατα επιρρεί», «ποταμοίς τοις αυτοίς έμβαίνομέν τε και ουκ εμβαίνομεν, είμεν τε και ουκ είμεν», «Ποταμώ γαρ ουκ εστίν εμβήναι δις τω αυτώ» και  «τω ουν τόξω όνομα βίος, έργον δε θάνατος», Η ηρακλείτεια γνωσιοθεωρητική οχύρωση, που εγκυμονεί την αναμονή της αλλοίωσης, και επιτρέπει τη διάγνωση της διαφοράς μέσα στο ίδιο, είναι φιλοσοφικό επίτευγμα ολκής, που υπηρετεί την επιστημονικότητα της φιλοσοφίας, κατοχυρώνει και ισχυροποιεί τη θέση της στην έρευνα του πραγματικού, και της επιφυλάσσει προνομιακή αποστολή στην αναζήτηση της αλήθειας.
Η γνώση ρίχνει αχτίδες ζωής στα σκιερά μονοπάτια του θανάτου, στα οποία βαδίζουμε όταν δεν κοιμόμαστε: «θάνατος έστιν οκόσα εγερθέντες ορέομεν». Ξύπνιος ο άνθρωπος μοιάζει με κοιμισμένο, «εγρηγορώς άπτεται εύδοντος», όταν ξεχνά αυτά που κάνει: «λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν». Το τίμημα είναι η λήθη του κοινού τόπου, που συνέχει τις διαδρομές των όντων, η ασυνείδητη οίηση της ιδιωτικότητας, της ανεξαρτησίας από την κοινή μοίρα, που απολήγει σε στοχαστικό και ηθικό αυτισμό, σε αποσυρμένο ύπνο και στην απομάκρυνση από την αλήθεια: «τοις εγρηγορόσιν ένα και κοινόν κόσμον είναι, των δε κοιμωμένων έκαστον εις ίδιον αποστρέφεσθαι»˙ γι' αυτό: «ου δει ώσπερ καθεύδοντας ποιείν και λέγειν».
Η σοφία αντικατοπτρίζεται στην εξής ομολογία: «...εν πάντα είναι» . Ο Ηράκλειτος συνόψισε την πολλαπλότητα των εκφράσεων του όντος, την αντιφατικότητα και το συγκρουσιακό των μορφών του, και είδε στα πάντα την ενότητα, το αδιαίρετο και αδιάσπαστο της συνέχειας, που επιβάλλει η μοναδικότητα. Η ενότητα γίνεται αρχή που νομιμοποιεί όλες τις εκφάνσεις της ύπαρξης, που τις ανάγει στην περιεκτικότερη δυνατή κατηγορία, την κατηγορία του «Ενός»: «συνάψιες όλα και ουχ όλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνάιδον διάιδον, και εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα». Αυτό εξηγούν τα αινιγματικά αποσπάσματα: «γναφείω οδός ευθεία και σκολιή, μία εστί και η αυτή» και  «οδός άνω κάτω μία και ωυτή», καθώς και το υπόρρητο νόημα του αποσπάσματος : «και αγαθόν και κακόν [εν έστιν]».
Η ιδέα της ενιαίας συγκρότησης του πραγματικού, με όλη τη στιβαρή της προφάνεια και την ευρύτητα του εκτοπίσματος της, είναι βεβαίως αποκύημα, απόληξη της ηρακλείτειας συλλογιστικής, την οποία ο Ηράκλειτος προβάλλει στο κοσμικό ανάπτυγμα, το οποίο, έτσι, πραγματώνει τις «εντολές» ενός Λόγου που ενυπάρχει σ αυτό, και δικαιολογεί τις εκφράσεις του. Το ερμηνευτικό αυτό σχήμα, της υψηλής επιστασίας ενός αμετάκλητου Λόγου, εγκυμονεί και επιβάλλει την πιστή του παρακολούθηση και την κατάφαση στα μορφώματα που νομιμοποιεί. Αυτή, άλλωστε, είναι η μόνη σοφή στάση, το ένα σοφό: «Είναι γάρ εν το σοφόν, επίστασθαι γνώμην, οτέη εκυβέρνησε πάντα διά πάντων» . Να ξέρεις, δηλαδή, τη λογική που υπάρχει πίσω από την ακαταγώνιστη τροπή των πραγμάτων, που συμπλέκονται αδιάρρηκτα στην κατεύθυνση της εκπλήρωσης του Λόγου.
Αυτό, άλλωστε, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο φιλόσοφο και τους ανυποψίαστους - τους περισσότερους δηλαδή - που τους ξενίζει η ροή της ζωής, που δεν αναγνωρίζουν τα χνάρια του Λόγου, τη σφραγίδα του στα πράγματα, παρόλο που τον βρίσκουν διαρκώς μπροστά τους: «Ω, μάλιστα διηνεκώς ομιλούσι λόγω, τούτω διαφέρονται, και οις καθ' ήμέραν εγκυρούσι, ταύτα αυτοίς ξένα φαίνεται» . Για την κακοδαιμονία αυτή, για την ανεπάρκεια και το ατελέσφορο, τελικά, της συμβολής του ατομικού συλλογίζεσθαι με τον καθολικό ή θείο Λόγο, του ίδιου, δηλαδή, με τον εαυτό του έξω από του εαυτό του, ευθύνονται η δυσπιστία και η δειλία: «Αλλά των μεν θείων τα πολλά απιστίη διαφυγγάνει μη γιγνώσκεσθαι», «Βλάξ άνθρωπος επί παντί λόγω επτοήσθαι φιλεί». Οι άνθρωποι δύσκολα παραδέχονται αυτό που δεν αντέχουν.
Ο Ηράκλειτος, στην κατεύθυνση της επιβίωσης και της ισχυροποίησης του ανθρώπινου στοιχείου, δε βλέπει άλλο δρόμο από την εξοικείωση και τη θεληματική αγκίστρωση στην κοινή υπαρκτική συνθήκη, που συντηρεί, για τον άνθρωπο, ο πάγκοινος θείος νόμος: «Διό δει έπεσθαι τω ξυνώ», «ξυν νόω λέγοντας ισχυρίζεσθαι χρη τω ξυνώ πάντων...». Κι αυτό γιατί, κάθε ανθρώπινο νομοθέτημα, κάθε εγχείρημα που στηρίζει η ανθρώπινη εφευρετικότητα, έχει τη δυναμική και την απήχηση που επιτρέπει ο θείος νόμος, του οποίου, ούτως ή άλλως, η ανθρώπινη προσπάθεια υπολείπεται, εκ των πραγμάτων, σε διάρκεια και ισχύ: «Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπό ενός του θείου˙ κρατεί γάρ τοσούτον οκόσον εθέλει και έξαρκεί πάσι και περιγίνεται». Το ίδιο αίσθημα, νομίζω, θέλει να υποβάλλει το απόσπασμα: «το μη δυνόν ποτε πώς αν τις λάθοι;». Ο Λόγος υπάρχει πάντα [«του λόγου εόντος αεί»] και είναι κοινός [«του λόγου εόντος ξυνού»].
Κοινός, πρέπει να ξέρουμε, είναι και ο πόλεμος. Η διαρκής εντολή του Λόγου, για την κοινή πορεία των πραγμάτων στο γνωστό κόσμο, επιτάσσει την ανάγκη της σύγκρουσης, που χρίζεται, κιόλας, με το αξίωμα της Δικαιοσύνης, ενδύεται το μανδύα της, και προσκτάται την αξιοπιστία της: «ειδέναι δε χρη τον πόλεμον εόντα ξυνόν, και δίκην έριν, και γινόμενα πάντα κατ' έριν  και χρεών.» Τα αποτελέσματα της παντοκρατορίας του πολέμου και της μοιραίας, της ανυποχώρητης, της ανηλεούς σύγκρουσης είναι συγκεκριμένα: «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους». Το Δίκαιο εξαντλείται στη φορά των πραγμάτων, και ο τόπος του περιορίζεται στο πεδίο των συγκρούσεων. Νίκη και ήττα είναι νόμιμες. Η Δικαιοσύνη μοιάζει να στέκει στο πλευρό του νικητή, ενώ η Ανάγκη συνθλίβει, λες, τον ηττημένο.
Η απόφαση, που ενυπάρχει σε τούτη τη θεωρία, και η κατάφαση που τη στηρίζει, βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους στο απόσπασμα : «Το άντίξουν συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν...». Πρόκειται βέβαια, καταρχήν, για την αφανή αρμονία, την οποία ο Ηράκλειτος προσδοκά να αναβιβάσει και να επιβάλλει στο επίπεδο του φαίνεσθαι, όπου, επειδή ο άνθρωπος είναι απρόθυμος να εξοικειωθεί με τις αντιξοότητες και το άδικο, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει αρμονία στην κινδυνώδη σύγκρουση και την αντίφαση: «Αρμονίη αφανής φανερής κρείττων».
Η αντίφαση, όμως, γενέθλιο τόπο της έχει τη γλώσσα, και το παράδοξο εξαντλείται σ' αυτή. Κατά τα άλλα, δικαιώνεται πλήρως και υφίσταται, εκφρασμένη ή όχι, στη συναρμογή και τη συνύπαρξη αντίρροπων τάσεων, που συνέχουν και συναποτελούν αδιαίρετα την υπόσταση του πράγματος, το οποίο, άσχετα από τη γλωσσική του επένδυση, βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τον εαυτό του: «Ου ξυνιάσιν όκως διαφερόμενον εωυτώ ομολογέει˙ παλίντροπος αρμονίη όκωσπερ τόξου  και λύρης.»  Την αρχή αυτή ενισχύουν τα εξής αποσπάσματα:  «Θάλασσα ύδωρ καθαρώτατον και μιαρώτατον...»,  «Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι...»,  «Το πυρ χρησμοσύνη και κόρος.», «Ο Θεός ημέρη ευφρόνη...»,  «Ταυτό τ' ένι ζων και τεθνηκός...»,  «Ξυνόν γάρ αρχή και πέρας επί κύκλου περιφερείας.», «Νούσος υγιείην εποίησεν ηδύ και αγαθόν, λιμός κόρον, κάματος ανάπαυσιν.», «Τα ψυχρά θέρεται, θερμόν ψύχεται, υγρόν αυαίνεται, καρφαλέον νοτίζεται».
Κάποτε όμως ο φιλόσοφος, με πικρή ειρωνεία, αποκαλύπτει τη θλίψη, που, στο βάθος, τον τρέφει διαρκώς: «Ώσπερ σάρμα εική κεχυμένον ο κάλλιστος κόσμος». Η συγκρατημένη απόγνωση για την αδιαφορία, με την οποία η τύχη «τακτοποιεί» τον κόσμο, βρίσκει την έκφρασή της στην, ίσως, εφιαλτική εικόνα ενός παιδιού, που παίζει αμέριμνα και ανυποψίαστα με τις ζωές των ανθρώπων: «Αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων παιδός ή βασιληίη». Ρητά, βεβαίως, δεν εκφράζεται άσχημο προαίσθημα, αλλά το απροσχεδίαστο, το απροσχημάτιστο και, τελικά, το αστόχαστο της παρέμβασης της τύχης, εμπνέει ανησυχία περισσότερο, κι όχι σιγουριά. Γι' αυτό, όσα σκέφτεται ο άνθρωπος για τη ζωή, την τύχη, το μέλλον του, στα μάτια του μεγάλου παιδιού, του Χρόνου, μοιάζουν παιδικά παιχνίδια . Κι όταν ο άνθρωπος αγνοεί αυτή τη δύσκολη αλήθεια, είναι «νήπιος», και, μπροστά στο Θεό, μοιάζει με το παιδί μπροστά στον άνδρα: «Ανήρ νήπιος ήκουσε προς δαίμονος όκωσπερ παις προς ανδρός». Μα κι ο σοφότατος, ο περισσότερο υποψιασμένος, μπροστά στο Θεό θυμίζει πίθηκο , όπως κι από τους πιθήκους ο ομορφότερος, δεν μπορεί να συγκριθεί με τον άνθρωπο.
Όπως η Σίβυλλα του αποσπάσματος, ο Ηράκλειτος, «μαινομένω στόματι», μιλεί «αγέλαστα και ακαλλώπιστα και αμύριστα», και προφητεύει για χίλια χρόνια μετά, μια για πάντα δηλαδή, όπως υπαγορεύει ο Θεός. Ένα με τα πράγματα ο λόγος, δε διστάζει στιγμή: «Γενόμενοι ζώειν εθέλουσι μόρους τ' έχειν, μάλλον δε αναπαύεσθαι, και παίδας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι» Και, σκληρότερα ακόμα: «Νέκυες κοπριών εκβλητότεροι».
Ο θάνατος, όμως, έχει κι άλλη όψη για το φιλόσοφο από την Έφεσο: «Μόροι μέζονες μέζονας μοίρας λαγχάνουσι». Οι νεκροί του πολέμου, για παράδειγμα, εκτός από τον κλήρο του θανάτου, παίρνουν μαζί τους τον καλό λόγο και τις τιμές των ζωντανών, αλλά και των θεών, όπως βεβαιώνει ο Ηράκλειτος: « Αρηιφάτους θεοί τιμώσι και άνθρωποι». Γι' αυτό οργίζεται μ' εκείνους που κάνουν τους ήρωες αγάλματα και είδωλα, που τα λατρεύουν φλύαρα, δείχνοντας, έτσι, πως δε γνωρίζουν την αξία τους, που απηχεί στην αιωνιότητα: «ου τι γινώσκων θεούς ούδ' ήρωας οίτινές είσι». Το ηρακλείτειο ιδεώδες συνοψιζόταν στο «κλέος αέναον θνητών». Πρόκειται για το ιδανικό των αρίστων, που δεν το ανταλλάσσουν με τίποτα, και το εξαγοράζουν με τα πάντα .
Άριστοι δεν υπάρχουν πολλοί. Είναι μάλιστα τόσο λίγοι, ώστε ένας κάνει για χιλιάδες: «Εις εμοί μύριοι, εάν άριστος η» - [Βλ. τα παραδείγματα του Βία και του Ερμόδωρου. Η παρατήρηση για τον ήλιο ίσως, αλληγορικά, υπονοεί και το αναντικατάστατο του άριστου: «Ει μη ήλιος ην, ένεκα των άλλων άστρων ευφρόνη αν ην.»] Η σοφία, εξάλλου, προβάλλει μοναδική και σπάνια, ανεξάρτητη από τα πάντα: «σοφόν έστι πάντων κεχωρισμένον», και αγγίζει το θείο: «εν το σοφόν μούνον λέγεσθαι ουκ εθέλει και εθέλει Ζηνός όνομα». Γι' αυτό, η σκέψη και η απόφαση του ενός μπορεί να αποκτήσει την ισχύ νόμου: «Νόμος και βουλή πείθεσθαι ενός».
Ο Ηράκλειτος, βέβαια, δεν παραβλέπει τον κίνδυνο της έπαρσης, που, σαν επιληψία, ελλοχεύει απειλητική, και καταστροφικότερη από πυρκαγιά: «ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν». Οι «υβριστές» δε θα ξεφύγουν από τις Ερινύες, αφού, σίγουρα, δεν έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τον ήλιο: «Ήλιος γαρ ουχ υπερβήσεται μέτρα˙ ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν». Ο φιλόσοφος εδώ παίρνει τα μέτρα του, και, όταν διατυπώνει τη σπουδαιότερη θεωρία του, αποδίδει τα εύσημα στο Λόγο: «ουκ εμού, άλλα του λόγου ακούσαντας...».
Στο αυστηρά περίφρακτο ηρακλείτειο ήθος, όμως, αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει χώρος για την έννοια της ευδαιμονίας. Η ευτυχία δε φαίνεται να βρίσκεται στις σωματικές απολαύσεις.  Σίγουρα όχι σ' εκείνες που αρέσουν στους «πολλούς», και τους αποκτηνώνουν. Όσο κι αν είναι δύσκολο να παλέψεις με την επιθυμία, που πληρώνει με την ψυχή σου το αντικείμενο του πόθου,  δεν είναι το καλύτερο για τους ανθρώπους να αποκτούν ό,τι επιθυμούν. Της ψυχής η τέρψη ισοδυναμεί με το θάνατο της, που έρχεται όσο υγραίνεται: «ψυχήσι τέρψις ή θάνατος υγρήσι γενέσθαι». Άλλωστε ο Άδης είναι ίδιος με το Διόνυσο: «ωυτός δε (Αΐδης) και Διόνυσος, ότεω μαίνονται και ληναΐζουσιν.»
Η καλύτερη και πιο σοφή ψυχή, όμως, είναι ξηρή, και, το σπουδαιότερο, υπάρχει στην ψυχή ένα μέτρο που αυξάνεται αυτόνομα: «ψυχής έστι λόγος εαυτόν αύξων» , που δίνει ελπίδα για ανάπτυξη και πρόοδο. Και η ηρακλείτεια αισθητική αγκιστρώνει το βίο στην ελπίδα: «Εάν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσει, ανεξερεύνητον εόν και άπορον».
Στην περίπτωση του Ηράκλειτου, ζωή και φιλοσοφία συμπλέκονται αδιάρρηκτα, και τροφοδοτούν η μια την άλλη, σε σχέση αμοιβαίας κατάφασης, και προνομιακής επίρρωσης της ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: