Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τάκης σινόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τάκης σινόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

02 Οκτωβρίου 2021

Μάγδα [Τάκης Σινόπουλος]


ΜΑΓΔΑ

Μεγάλο μαύρο φως.

Όλη τη νύχτα φως και τα μάτια της Μάγδας, τα πουλιά δια-
σχίζοντας τα μάτια της Μάγδας, οι φωνές από το πλήθος κι η 
πολιτεία κάτω που έτρεμε, οι ακατάπαυστες αναμνήσεις του 
κορμιού της Μάγδας, τα πουλιά της σε κάδε κλαδί της νύχτας, 
ύστερα ένα σκούρο κεφάλι μοιρασμένο απ’ το φως, πάνω στα 
χείλη χαράζοντας ένας καινούργιος έρωτας.

Πιο πέρα ο διάδρομος, απέξω κάποιος σφύριξε προσμένον-
τας απόκριση, κι ήτανε η νύχτα με πολλά δέντρα,. κι όπως 
γύριζε το φως του προβολέα, άναψε το φιλί στο στήθος και 
με της ανάσας τα σύννεφα κρυβόταν ο ουρανός.

Το μισοσκόταδο πλημμυρισμένο πλούτος. Όλα

γινόταν ένα δίχτυ σκοτεινό, τόσο μεγάλο και παντού μέσα στο 
σπίτι καθρέπτες ασάλευτοι, σε κάθε τοίχο, σε κάθε γωνιά, κα-
θρέφτες αινίγματα, βαθαίνοντας ως το άπειρο, δεν ήξερες που 
είναι το πρόσωπό σου.

Τότε σηκώθηκε η Μάγδα, φάνηκε λίγο το γυμνό σώμα, και 
δίχως να μιλήσει η Μάγδα πήγε στη μέσα κάμαρη, μεταμορ-
φώθηκε και γύρισε, κι ήτανε τώρα εκείνη η μακρινή Νανά, 
βράδυ στη Λάρισα, στο πίστα μέρος του σταθμού, με φόρεμα κα-
τάμαυρο, μονάχη, ματωμένη, τρέχοντας ανάστατη.

Κι όπως ερχόταν η Νανά, ήρθε κι ο Παύλος άρρωστος, ανά-
πηρος στον πόλεμο και κοίταζε άφωνος τον ουρανό, κι όπως 
ερχόταν η Νανά, εκεί που ήταν χαραγμένο το φιλί σκοτεί-
νιαζε, ενώ ψηλότερα άρχιζε ο δαγκωμένος ώμος κι ένα
λοξό μονοπάτι ανηφόριζε.

Κι από κει πέρα τα μαγαζιά του Πύργου και το μεγάλο δά-
σος τής Κάπελης, κι από κει πέρα τ’ απομεσήμερο κι η 
θάλασσα του Αγιαντρέα, κι οι πέτρες εκατομμύρια κι ο 
άμμος και το νερό αίμα μονάχο.

Κι όπως το πόδι σκόνταφτε ματώνοντας, οι τουφεκιές συνέχι-
ζαν να θερίζουν την ακτή, κι εμείς συρθήκαμε φεύγοντας 
τη μέρα, τρυπώσαμε σε κείνη τη σιδερένια πόρτα και ξά-
φνου ο χτύπος πάνω απ’ το κεφάλι μας. Κι ύστερα

ο άλλος χτύπος, ο άλλος χτύπος, ο άλλος χτύπος, έτρεμα ακούγοντας, 
βήματα ήρθαν κι έφυγαν, ξαναγύρισαν, ξανάφυγαν, η Μάγ-
δα, το χέρι της μέσα από το πουκάμισο, τρεμάμενο το 
στήθος σφίγγοντας, κοίταξα τότε το σημάδι στο λαιμό 
νύχτωνε, γινόταν κόκκινο, πίσω από τον αυχένα τα μαλ-
λιά τινάζονταν σαν πολιτεία από την έκρηξη.

Τις φλόγες, όπως άναψαν, τις είδαμε, καίγεται η θάλασσα 
ψιθύρισε η Νανά, τόσο όμορφη και το σκοτάδι ως την 
οσφύ την κράταγα. Κι ήρθαν ο Γιάννης κι ο Γεράσιμος 
κι άλλοι πολλοί, μα δε μπορούσα καν να τους αναγνωρίσω.

Είχαν περάσει τόσα χρόνια παν γεννήθηκαν, μεγάλωσαν 
και πήραν το τουφέκι, το μαχαίρι, το μπαλτά, ότι μπο-
ρούσε ο καθένας, χαθήκατε στο μαύρο δρόμο,

σπαρμένο σίδερα και τζάμια, όπως τινάχτηκε η βεράντα 
με την έκρηξη, κι όλο το σπίτι φαίνονταν γυμνό κι έρημο 
ως μέσα το εσωτερικό.

Και πάλι ακούστηκαν βήματα, κι άλλα βήματα.

Και τότε

εβγήκε στο παράθυρο με το φεγγάρι στα χέρια η Μάγδα, 
πιο πίσω αθόρυβη η Νανά, δεξιά κι αριστερά το σκοτάδι ανά-
μεσα στο μαύρο και το πράσινο τα μάτια τους.

Μάτια νυχτερινά, μάτια που πήγαιναν ολοένα στον έρωτα, μά-
τια προσηλωμένα, μεγαλωμένα ξάφνου από την ομορφιά, με 
περίεργα χρώματα, όπως στους σταθμούς έρχεται το τρένο 
κι αφήνει σύννεφα, κι ύστερα πάλι προβάλλουν τα μάτια.

Και το τρένο πέρασε διασχίζοντας την κάμαρα, κι εγώ τότε 
μάζεψα με φόβο το πόδι μου, τ’ άλλο· τόχα χαμένο στην 
Αλβανία, κι όπως κρατούσα το χαρτί και το μολύβι στο 
χέρι μου, αρχίζοντας από τη φράση «μεγάλο μαύρο φως».

Το χέρι μου έγραφε αυτό το ποίημα, το φως έστριβε από το χαρτί, 
το χαρτί σκοτείνιαζε, κατάλαβα η Μάγδα έφευγε, το 
φεγγάρι έφευγε, κατεβαίνοντας αργά τα σκαλοπάτια, 
στον κήπο, στα δέντρα, ταξίδευε.
Πονούσα κι άκουσα τον ήχο της.

Πονούσα κι άκουσα το κορμί της.

Μεγάλα φιμωμένα λόγια μου φάρδαιναν το στήθος.

Μεγάλα δάκρυα,

δάκρυα πολλά με μούσκευαν.


13 Αυγούστου 2021

Έξι μικρά αφηγήματα του Marcel Béalu σε μετ. από τον Τάκη Σινόπουλο

ΜΑΡΣΕΛ ΜΠΕAΛΙ
Παρουσιάζει ο Τάκης Σινόπουλος

Γεννήθηκε στα 1908, αυτός ο πρώην μέτριος παρνασιακός ποιητής Μαρσέλ Μπεαλί, που μονάχα στα 1944, μπόρεσε να ξαφνιάσει το Παρίσι με τα 64 μικρά αφηγήματα που αποτελούσαν τις «αναμνήσεις ενός ίσκιου». Μέσα στις στερνές λάμψεις του πολέμου, αδιαφορώντας για την ποίηση ιδεών και για τον υπαρξιακό πεσιμισμό της ταραγμένης εκείνης εποχής, ένοιωσε την ανάγκη να αποκολληθεί από μια σφαγιαστική πραγματικότητα και αντιδρώντας να καταγράψει τα όνειρά του και τις περιπλανήσεις του σ’ έναν κόσμο φανταστικό. Τον ανακάλυψα τον Ιούνιο του 1957, χωμένο – τιμητικά – στις σελίδες του περιοδικού «Φιξιόν». Διαπίστωσα μια μακρινή συγγένεια μαζί του. Ήταν ο αφηγηματικός τρόπος της έκφρασης, ήταν οι υποσυνείδητες καταγραφές του ονείρου, που τον διαστέλλουν κι αυτόν κι έμενα από την υπερρεαλιστική μέθοδο, ήταν η περιοχή του ενδιαμέσου, του μεταιχμίου ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνο, ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, ανάμεσα στα πράγματα και στην ονειρική προέκταση, ήταν τέλος η βαθμιαία διαμόρφωση ενός κόσμου μυθικού. Ίσως ήταν κι άλλα. Δίνω αφορμή για όποιον θελήσει να προχωρήσει.
Εκείνο που ξαφνιάζει στον Μπεαλί είναι η φυσικότητα του τόνου, η λογική συνάρτηση των γεγονότων, το αληθοφανές, η συνεπής κίνηση μέσα σε μια εξωλογική περιοχή. Ανασταίνει τα πρόσωπά του με μια γλώσσα αργή κι ακριβόλογη. Κι οι φανταστικές του ιστορίες τοποθετούνται στην κάμαρά του, στο καφενείο, στο δρόμο. Οι ενέργειές του είναι ενέργειες ενός ειρηνικού ανθρώπου με ταχτικές συνήθειες και συμμαζεμένη ζωή. Τα πρόσωπά του δεν είναι διογκωμένα, δεν είναι υπερβολικά δεν είναι πρόσωπα του γκραν γκινιόλ. Είναι τα καθημερινά σύμμετρα πρόσωπα της πραγματικότητας. Έτσι μπορεί κανείς να διαπιστώσει τις συγγένειες και τις διαφορές με τον Πόε, τον Χόφμαν ή τον Μισώ. Γιατί τίποτα στον Μπεαλί εκ πρώτης όψεως δεν είναι «ενορμάλ». Το θαύμα της ποίησης είναι να μας κάνει να δεχόμαστε το αδύνατο. Μια άγνωστη πραγματικότητα αγωνίζεται να δικαιωθεί μαχόμενη συστηματικά τη γνωστή πραγματικότητα, μέσα σε μια κοινότητα πράξεων, λόγων και κινήσεων.
Ο Μπεαλί δεν μας προτείνει κανένα οργανωμένο σύστημα μυθολογίας. Προσφέρει μονάχα κλειδιά για να εισχωρήσουμε στο άγνωστο που έχουμε μέσα μας ή γύρω μας. Ένα τραυματισμένο άτομο, κινείται αιχμάλωτο μέσα στην αίθουσα της μοναξιάς του. Και καταγράφει ό,τι γίνεται, προωθώντας την έκφρασή του τουλάχιστον ως μια ηθική της αίσθησης. Ο Μπεαλί είναι μια από τις πιο αυθεντικές κατακτήσεις της σύγχρονης ποίησης.


Η εσπερίδα

Ποτέ δε θα μπορέσω να διώξω από το μυαλό μου την ανάμνηση εκείνης της εκπληχτικής βραδιάς. Κι όμως δε συνέβη τίποτα πέρα από το συνηθισμένο. Αλλά υπήρχε μέσα μας τέτοια μεταδοτική θερμότητα που οι πολυθρόνες, οι λαμπτήρες, τα τραπέζια έμοιαζαν να πάλλονται από συμπάθεια. Το παιγνίδι, γιομάτο εκπλήξεις, που μας είχε ενώσει, ζωντάνευε όλη την αίθουσα, υπήρχε μια ευθυμία όπου ανακατεύονταν ο φιλικός θόρυβος, η λάμψη απ’ τις συνομιλίες και τα γέλια. Το παθιασμένο ενδιαφέρον που μας ερέθιζε συναγωνιζόταν ευφρόσυνα με την τρυφερότητα και τη θέρμη που νοιώθαμε ο ένας για τον άλλον. Αισθήσεις και αισθήματα, ομόθυμα σκόρπιζαν μέσα στην ατμόσφαιρα μια συγκροτημένη φαιδρότητα και χωρίς να έχομε πιει, ήμαστε πραγματικά μεθυσμένοι, Πού και πού στο κενό μιας άξαφνης σιωπής έρχονταν από το δρόμο ένας στεναγμός, όμοιος με απελπισμένη κραυγή ή ουρλιαχτό σκυλιού που πεθαίνει. Όμως εμείς δεν τα προσέχαμε αυτά, όπως δεν προσέχαμε και κάτι άλλο, πολύ παράξενο. Από καιρού εις καιρόν, ένας από μας σηκωνόταν ξάφνου κι έβγαινε έξω, για να μην ξαναγυρίσει. Είναι αλήθεια πως η απουσία του αναπληρωνόταν αμέσως με την άφιξη ενός καινούργιου προσώπου που μιλούσε πιο δυνατά και μας σκλάβωνε γρήγορα με την γοητεία του. Έτσι δίχως να το προσέξω, βρέθηκα σε λίγο τριγυρισμένος από άλλα πρόσωπα που η οξύτητα του παιγνιδιού τους κι η χαρά τους καθόλου πια δε συμφωνούσαν με την ευδαιμονία που ένοιωθα. Η σειρά μου είχε έρθει, έπρεπε να φύγω. Αλλά μέσα στην άγνοια εκείνου που με περίμενε απέξω η πίκρα μου ήταν ανάλαφρη καθώς από πείρα ήξερα πως η αναχώρηση αυτή δεν θ’ άφηνε στο σύνολο της συντροφιάς μήτε κατήφεια μήτε θλίψη σκοτεινή.


Η μύγα

Δε θα ‘κανα, φυσικά, ποτέ κακό σε μια μύγα. Μα τούτη εδώ συνέχιζε να επιμένει με την ασήμαντη και ερεθιστική παρουσία της, κόλλαγε στη γωνιά του τραπεζιού, έμοιαζε, παρά το προχώρησα της εποχής να μην εννοεί να τελειώσει τη μυγίστικη ζωή της. Με μια δαχτυλιά την έστειλα μακριά και ξανάρχισα το γράψιμο. Έπειτα από λίγες στιγμές, σηκώνοντας τη μύτη, μου φάνηκε πως την είδα να σέρνεται ακόμα στο άδειο πάτωμα. Όχι χωρίς κάποια αποστροφή, τέντωσα το πόδι για να την αποτελειώσω, όταν μου μπήκε η ιδέα πως είχε μεγαλώσει σε μέγεθος. Τι χαζός που είμαι να νομίζω για αθώα μύγα αυτό το ύπουλο έντομο, δυο φορές χονδρότερο απ’ αυτήν. Χωρίς δισταγμό αυτή τη φορά το ζούληξα, μα μόλις σήκωσα την πατούσα μου, το άχαρο αυτό πράμα χονδρό τώρα σα μικρός κάβουρας, ξέφυγε με μια ασυνήθιστη ταχύτητα. Κι όπως το κυνηγούσα, όπως ετοιμαζόμουν να το χτυπήσω, γλίστρησε κάτω από μια γωνία του χαλιού. Τότε λύσσαξα και ποδοπατούσα το μέρος όπου θα ‘πρεπε να ‘ταν κρυμμένο, σίγουρος πια πως είχα ξοφλήσει. Εντούτοις δεν έγινε τίποτα. Δεν ήμουν παραπάνω από μισό λεφτό σκυμμένος στα χαρτιά μου, όταν είδα το ταπέτο ν’ ανασηκώνεται αργά κι ένας τερατώδης κάνθαρος, κατάμαυρος να βγαίνει από την άκρη. Προχωρούσε δύσκολα, αφήνοντας πίσω του ένα μαυριδερό αχνάρι. Μα μόλις μ’ αντίκρυσε, παρά την αξιοθρήνητη κατάστασή του το φριχτό τούτο ζώο, παρμένο από τον πανικό φάνηκε να σηκώνεται απ’ το πάτωμα. Κι ενώ το κυνηγούσα γύρω-γύρω στην κάμαρα, μεταμορφωνόταν κάτω από τα μάτια μου. Το δέμα, με τα γκρίζα σπάραχνα, όπως κρεμόταν κάτω απ’ την κοιλιά του φούσκωνε, διαγραφότανε παράξενα ωσάν το καύκαλό του να μην ήταν πιά παρά ένα άχρηστο κουκούλι. Και τότε συλλογίστηκα πως αυτό το μικρό ζώο δεν ήταν πια μύγα ή κατσαρίδα, αλλά απλούστατα ένα λευκό ποντίκι. Τέλος με μια κλωτσιά κατάφερα να το λιώσω, ακίνητο μέσα σε μια βρωμισιά από αίμα. Γύρισα πίσω. Γύρω στο τραπέζι μου όλα τα μέλη της οικογένειας μου ήτανε καθισμένα εκεί και με κοιτάζατε με πονεμένη έκπληξη, που δεν της έλειπε μια απόχρωση αυστηρής μομφής.


Το δωμάτιο αερόστατο

Το δωμάτιο μου ξεδιπλωνόταν σαν ένα μεγάλο κουτί από χαρτόνι, οι τοίχοι και το ταβάνι άνοιγαν αθόρυβα αφήνοντας να περάσει ο ουρανός, ενώ εγώ ανέβαινα σιωπηλά. Έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη, δίχως να ‘χω αφήσει το γραφείο μου, βρισκόμουν να έχω μεταφερθεί σε τέτοιο ύψος, που η γη αποκάτω δεν ήταν παρά ένας πελώριος μενεξελίς καρπός. Κανένας φόβος μέσα μου, μονάχα η ανέκφραστη χαρά να ξέρω πως στο τέρμα αυτής της ανάληψης θα μου αποκαλύπτονταν το μυστήριο. Ξάφνου ακούγοντας ένα είδος βογγητού, έσκυψα το κεφάλι μου πάνω στην άβυσσο και προσπάθησα να διακρίνω από πού ερχόταν αυτός ο παράξενος θόρυβος. Τότε, την ίδια στιγμή που η συνείδηση δέχεται το νόημα του κενού, μου φάνηκε ένα φριχτό θέαμα. Στην αιωρούμενη τραπεζαρία, που βρισκόταν ακριβώς κάτω από την κάμαρά μου ένα πρόσωπο ήταν αρπαγμένο απ’ το ταβάνι, με τα χέρια έτοιμα να ξεφύγουν από τη λαβή, με μάτια που δεν είχαν τίποτε πια το ανθρώπινο, ανυψωμένα προς τα δικά μου. Και σ’ αυτό το μίγμα μαλλιών που κυμάτιζαν, σάρκας και αγωνίας, αναγνώρισα, όπως κρεμόταν στο διάστημα, τη μητέρα μου. Τι τρέλα που θέλησε να μ’ ακολουθήσει! συλλογίστηκα, ενώ απ’ το λαρύγγι μου ξέφευγαν ακατανόητα επιφωνήματα οίκτου. Γρήγορα, με τη βοήθεια του πρώτου αντικειμένου που βρέθηκε μπροστά μου, ξεκόλλησα μια σανίδα από το πάτωμα και τρυπώντας το δάπεδο την άδραξα απ’ το σημείο που κρεμόταν, προσπαθώντας να την τραβήξω προς τα πάνω. Παρευθύς η αφύσικη ανάβαση σταμάτησε κι ενώ ακόμη αγωνιζόμουν, ένιωσα αμέσως να ξανακατεβαίνω προς τη γη, ωσάν αυτό το ζωντανό βάρος που ήθελα ν’ ανυψώσω στο σημείο που βρισκόμουν, να με είχε τραβήξει αντίθετα προς τη φορά μου. Σε λίγο η κάμαρά μου ξανάβρισκε τη θέση της, το νταβάνι διπλωνόταν πάλι κι άκουσα τη φωνή της μητέρας μου που με φώναζε για το φαγητό μας.


Ένας νεκρός

Επιφανειακά η ζωή με είχε εγκαταλείψει, αισθανόμουν όμως ακόμα όσα γίνονταν γύρω μου. Εν τούτοις με θεωρούσαν για νεκρό. Η μικρή μου αγαπημένη γυναίκα έβαλε να με θάψουν στην ταράτσα που γειτονεύει με την δεξαμενή. Έτσι θα μπορούσε νάναι σίγουρη πώς της μένω πιστός, σκεφτόταν καλοκάγαθα. Κι από το φέρετρο μου την κοίταζα που συνέχιζε να δέχεται, όπως παλιά, τους φίλους μας, είτε χύνοντας ένα δάκρυ προς το μέρος που βρισκόμουν, είτε ξεχνώντας την παρουσία μου μέσα στη ζωηρότητα της συζήτησης. Όταν η ζέστα απαιτούσε περισσότερη άνεση, οι προσκεκλημένοι κρέμαγαν το σακάκι τους ή το καπέλο τους στο ξύλο του σταυρού που ορθωνόταν πάνω απ’ το καμπύλωμα του τάφου μου. Γενικώς και παρά τα δείγματα τούτα της ασέβειας ήμουν πολύ ικανοποιημένος που βρισκόμουν ακόμη ανάμεσα στους ζωντανούς και πολύ ευτυχής που μπορούσα να παρακολουθώ, όπως άλλοτε, το πήγαινε έλα της μικρής μου κατεργάρας, ν’ ακούω τη φωνή της, να ξέρω τις αθώες μηχανορραφίες της. Μα ένα βράδυ που έτρωγε οικογενειακώς — ήταν εκεί ο αδελφός της, η νύφη της, ο ξάδελφός της κι ένας φίλος δικός μου, νέο παιδί, που τον είχα τραβήξει στο σπίτι μου για να αποδείξω στην αγαπημένη μου μικρή πως δεν ήμουν τόσο ζηλιάρης όσο πίστευε — της ήρθε η ιδέα ν’ ανάψει μια μεγάλη φωτιά. Παίζοντας κυνηγητό κάτω από τα δένδρα του κήπου, ξαναμμένοι όπως ήταν όλοι από τη ζεστασιά του φαγητού και του κρασιού, μάζεψαν ένα σωρό ξερά κλαδιά. Αμέσως ύστερα είδα να λάμπει στο βλέμμα τους μια σπίθα ανυπομονησίας όπως κοίταζαν στο μέρος μου. Ήμουν ο ενοχλητικός το εμπόδιο να χορέψουν ένα γύρω. Κι αυτό έγινε φανερό πια, όταν η μικρή μου αγαπημένη γυναικούλα, πρώτη και καλύτερη έπιασε και ξερίζωσε, για να θρέψει τη φωτιά, το ξύλινο καγκέλωμα του τάφου μου. Μετά από τούτη την αρχή, ο ξάδελφος άρπαξε το σταυρό, τον έσπασε στο γόνατό του και τον έστειλε να βρει την ίδια τύχη. Ύστερα ήρθε η σειρά του φέρετρου μου που ο κουνιάδος μου το διέλυσε χτυπώντας το μ’ ένα μπαλτά. Τέλος εγώ ο ίδιος αρπαγμένος από τα χέρια του νεαρού μου φίλου ένοιωσα να πέφτω στο κέντρο τής φωτιάς. Εκείνη τη στιγμή, ένα δυνατό κάψιμο με τράβηξε από τη νάρκη μου, οπού με είχε βυθίσει αυτός ο ληθαργικός ύπνος κι απότομα σηκώθηκα. Η γυναίκα μου δοκίμασε τέτοια φρίκη που απότομα δρασκέλισε το περίφραγμα και ρίχτηκε στη δεξαμενή.


Οι φριχτοί πλάνητες

Αυτός ο δρόμος δεν τελείωνε, βυθισμένος στην ερήμωση. Τι αδυσώπητη μοναξιά! Πόσον καιρό θα ‘πρεπε να περπατώ έτσι ακούγοντας τα βήματά μου να αντηχούνε τον ίδιος τους τον αντίλαλο; Α! πόση ήταν η χαρά μου όταν αντίκρυσα εμπρός μου ανάμεσα στα φτενά δένδρα που ξέσκιζαν το χαμηλό ουρανό, αυτή την ανθρώπινη σιλουέτα! Έτρεξα γρήγορα: Φίλε, φίλε, ας περπατήσουμε μαζί! Ένα κύμα από λόγια, που τα ‘παιρνε ο κοφτερός αέρας, μου αποκρίθηκε. Μα όταν βρέθηκα κοντά σε τούτον τον ίσκιο, παρατήρησα πως το ένα του μάτι έλειπε από το πρόσωπό του κι εκείνη η μαύρη τρύπα που απόμενε ήταν τόσο φριχτή ώστε δεν είχα πια παρά μονάχα μια επιθυμία: Να ξεφύγω, να ξαναβρώ την μοναξιά μου. Λίγο πιο πέρα, ξανά μου ήρθε η ελπίδα να συναντήσω ένα σύντροφο. Και τον συνάντησα. Περίμενέ με, φώναξα, ο δρόμος με δυο θα ‘ναι λιγότερο μακρύς. Μα όταν τον πλησίασα, είδα πώς μια φοβερή πληγή κατάτρωγε το στόμα του και τον εμπόδιζε να μιλήσει. Έφυγα ξανά μονάχος, πάντα μονάχος, ώσπου μου έτυχε ένας τρίτος αξιολύπητος οδοιπόρος. Όμως κι αυτός είχε στη θέση των χεριών δυο κολοβώματα που τα κουνούσε μιλώντας και δεν άντεξα πολλή ώρα να υποφέρω αυτό το θέαμα. Έτσι, ως το βράδυ, συναντούσα μοναχικούς πεζοπόρους και κάθε φορά η ελπίδα μιας αδελφικής - παρουσίας με οδηγούσε σ’ αυτούς. Κι όταν τα βήματα μου σμίγανε με τα δικά τους βήματα, τύχαινε πάνω τους κάτι φοβερό που μ’ ανάγκαζε να φύγω. Στον ένα έλειπε η μύτη ο, στον άλλο μια ουλή παραμόρφωνε τα χαρακτηριστικά του, στον παραπέρα η καρδιά του λαχάνιαζε ορατή κι ολόγυμνη στο κοκάλινο κλουβί της. Θεέ μου! Ήμουν λοιπόν ο μόνος σε τούτη την περιοχή, που είχα ένα άθικτο πρόσωπο, ένα κορμί ανέπαφο; Λίγο ακόμη και θα το πίστευα, αν, καθώς η νύχτα ερχότανε να με γλυτώσει από την θέα αυτών των καταραμένων οδοιπόρων, μπερδεύοντάς τους με τα φαντάσματα της, αν ένας απ’ αυτούς, ο τελευταίος χωρίς αμφιβολία, δεν μου φαινόταν επιτέλους σωστός, απαλλαγμένος από τα ελαττώματα που μ’ ανάγκαζαν να εγκαταλείψω τους άλλους. Τον πλησίασα, πήγα να του απλώσω το χέρι. Όμως εκείνος μου έριξε ξάφνου μια γρήγορη ματιά και παρευθύς γιομάτος τρόμο πισωπάτησε και χάθηκε χωρίς να ‘χω καμιά ελπίδα να τον ξανασυναντήσω.


Η γυάλα

Αδύνατο να μελετήσω με τούτο το ψάρι μέσα στη γυάλα του. Ακατάπαυστα τα μάτια μου το παρακολουθούσαν, φωτεινό κι αεικίνητο, μοναδικό δείγμα ζωής κατοικώντας στη μοναξιά μου. Προσπαθώντας να περιεργαστώ τη γυάλινη σφαίρα, μου φαινόταν πως ο ένοικός της διαπερνούσε τη διαφάνεια της κι ερχόταν να κολυμπήσει μέσα στην κάμαρα ερεθίζοντας με μέ τους χρυσούς κυματισμούς του. Μια μέρα αποκοιμισμένος έσπασα τη γυάλα. Ένας πίδακας από λάμψεις σπιθοβόλησε πατώ στο πάτωμα. Για να ‘μαι σίγουρος για την εκδίκησή μου, περιμάζεψα το μικρό ψάρι που για στερνή φορά σπαρτάρισε στην παλάμη μου. Τότε με μεγάλη μου έκπληξη είδα, πως από τη στιγμή που έμεινε ακίνητο, δεν είχα πια στα δάχτυλά μου παρά ένα παγερό αντικείμενο που ήταν ένα χρυσό κλειδί. Το κλειδί! Μέσα σε μια λάμψη του μυαλού, κατάλαβα. Βγαίνοντας από την κάμαρά μου σαν τρελός, διέσχισα την πόλη και μπήκα, με τη βοήθεια του θαυμαστού κλειδιού, μέσα στο σπίτι, που το κατώφλι του, χτες ακόμη, μου ήταν απαγορευμένο, το σπίτι της πολυαγαπημένης μου. Με περίμενε χίλιες φορές διαφορετική και χίλιες φορές πιο όμορφη απ’ ό,τι την είχα ιδεί στα όνειρά μου. Την πήρα στην αγκαλιά μου. Και τα σκιρτήματά της μου θύμισαν για μια στιγμή τα τελευταία τινάγματα του χρυσόψαρου. Κι όπως έφτανα στον παροξυσμό της ηδονής, οι τοίχοι ολόγυρά μου πήραν τη λάμψη του κρύσταλλου, ενώ ένα θανάσιμο ψύχος διαχύνονταν απ’ όλο μου το κορμί κι’ ένοιωθα, γιομάτος φρίκη, τη σάρκα μου να σκεπάζεται με λέπια.


Πηγή: Λογοτεχνικό Περιοδικό Ενδοχώρα, Τεύχος 2 (1959). 

31 Ιουλίου 2021

Πέτρες [Τάκης Σινόπουλος]


ΠΕΤΡΕΣ
Αφιέρωμα

Δεν ήξερα από σένα τίποτα, μόνο τη νύχτα και δεν ήξερα τη νύχτα σου, μόνο τον κήπο με τα κατοικίδια σύννεφα, κι’ όμως σε γνώριζα όπως ο τυφλός την πόρτα, όπως η πόρτα τη βροχή, σε γνώριζα όπως ο τυφλός που πάει με τη βροχή στο πρόσωπο.

Έφερνες πάντα φως απέξω, κι έμαθα ξανά το φως, παραμιλώντας φώναζα από κάμαρη σε κάμαρη, και η μέρα η άλλη ήτανε μεσημέρι και ζεστή, κι όλος ο μήνας έκτοτε, ζεστός σα δαχτυλίδι, όλος ο χώρος έκτοτε, και τ’ όνομά σου ήταν συνέχεια ο πυρετός, δεν ήξερα από σένα τίποτα, κι όταν αρχίνησε σκούρο μενεξελί το βράδυ ανέβαινε, ονειροβάτης ήμουν και δεν ήξερα.

Έφερνες κάποτε το φόβο απέξω, κι έμαθα ξανά το φόβο και σε κράταγα πόσες φορές να κοιμηθείς, τότε ο χειμώνας σου και η άνοιξή σου τότε και το καλοκαίρι σου, και στα μισά του φθινοπώρου τα μαλλιά σου φέγγανε, σε τι νερά, σε τι ποτάμια τάχες πλύνει από την ερημιά της γης, κι άκουγα μέσα τους ψιθύρους, τόσες αφανέρωτες φωνές.

Δέκα του Σεπτεμβρίου απόγευμα, ο ξερός αέρας ήσουν στη χαράδρα στην κατηφοριά.
Αργότερα στη σκάλα ήσουν το αγκάλιασμα το ταραγμένο, το τυφλό.
Έλα να φύγουμε, κι ήσουν το στόμα και το σώμα και το χώμα το κλειστό.
Ήσουν το θηλυκό σκοτάδι ως την αυγή και πάλευα να σε κρατήσω όπως ήσουν.
Μα ήσουν το αθόρυβο, το λαμπερό, το γρήγορο, το ανείδωτο, το γρήγορο, το λαμπερό, το αθόρυβο.
Έτσι με καίγανε κάθε εποχή τα χέρια σου.
Η ανάσα σου μ’ έκαιγε, στον ήλιο περπατούσα, βούιζε το κεφάλι μου, στους άμμους πήγαινα μοναχός μου παραπατώντας και πήγαινα.
Αισθήσεις αναρίθμητες μυρμηγκιάζανε σ’ όλο το αίμα μου και τις άκουγα, κάθε μέρα τις άκουγα.
Ήσουν ακόμα η πόρτα, όπως την άνοιγες εμύριζε πρωί το ξύλο της.
Γύρω απ’ το σπίτι ήσουν η ζώνη του μεσημεριού.
Ήσουν η πόρτα που έμεινε ανοιχτή το απομεσήμερο, καθώς την έκλεινα μου δάγκωνε τον ίσκιο μου
κι απ’ το παράθυρο ξεχώριζα τα χόρτα της αυλής, δυο – τρία να καίνε ακίνητα τα μάτια τους, 
κι άλλα πολλά ως τη νύχτα.
Τότε το σπίτι κατηφόριζε στους κήπους με το βάρος του, μισάνοιγαν οι κήποι αθόρυβα κι ακουγόταν η θάλασσα σε κάθε μονοπάτι σε κάθε στροφή, η απούσα θάλασσα ανέβαινε με μικρά – μικρά κύματα, βυθιζόμαστε τότε σ’ όλο το νυχτερινό που μπορούσαμε κι η αυγή ξημερώνοντας μουσκεμένη στα χαλίκια, εσύ εξαφανιζόσουν, μήτε ήξερα πού πήγαινες.

Κι ήσουν όλη τη μέρα η σκιά κάτω απ’ την πέτρα, 
όλη τη νύχτα ήσουν ο ήλιος κάτω απ’ την πέτρα.

Έτσι γεννήθηκαν αυτά τα ποιήματα που τώρα είναι γεμάτα πέτρες,

γεμάτα με φωνές, εικόνες απ’ τον πάνω και τον κάτου κόσμο, τοπία γυρίζανε κόκκινα ξύλα και κορμοί κι η στάχτη σαν τη στάχτη κι έρημος, τα ξανάβλεπες ύστερα, όταν άλλαζες θέση στον ύπνο, κι απ’ το στήθος σου πηδούσανε λέξεις, πρώτη φορά τις άκουγα: σκέψη για να πλυθείς, καταπαχτή νεκρών η θάλασσα, μελάνι όλο το πρόσωπο, να μάθεις την Ισμήνη, ο άμμος αμίλητος εζάρωνε ο αγαπημένος.

Άμμος καλός, κάποτε γείτονας της θάλασσας, άμμος αγαπημένος.

Κι ο χρόνος πάντοτε ιδιοκτήτης του χρόνου.

Έτσι έγινε και περπατήσαμε μαζί από το φωτεινό σημάδι ως το σκοτεινό σημάδι, κάποτε σταθήκαμε, κοιτάξαμε όλο τον άγνωστο δρόμο, χάθηκε ο χάρτης, και τώρα δεν υπάρχει κανένα σημάδι.

Υπάρχει μόνο ο περίλαμπρος ήλιος, το καμένο πρωί, το δάσος με τα δεκανίκια του, η ανώνυμη απογυμνωμένη κάμαρα κι οι πέτρες. Σου μίλησα για τις πέτρες.

Σου μίλησα για τη νύχτα.

Το σιωπηλό, το αθόρυβο ταμείο όπου έρχονται και συνωστίζονται τόσα και τόσα ονόματα, τόσες απελπισμένες λέξεις.

Μ’ αυτές τις λέξεις καταθέτω εδώ – για να θυμάσαι – αυτά τα ποιήματα.

1
Το νόμισμα

Γιατί κινείσαι ακόμα με την αφή και με την δράση ανάμεσα στους ζωντανούς και χαίρεσαι τη θάλασσα και τη θερμοκρασία, γι’ αυτό θα σου φέρω απόψε αόρατος λουλούδια από την ερημιά της γης κι ένα χαλίκι, αρχαίο νόμισμα.

Ξύπνησες τότε, υγρές ακόμα οι ρίζες σου ανεβήκανε ως τα χέρια μου, μα δεν υπήρχαν ουρανοί και θαύματα, μονάχα ένας μικρός μύθος ασήμαντος για να φωτίζει την παραίσθηση, καμμιά φορά τον πυρετό και τη γυμνότητα – μα πώς μπορείς ακόμα να παραλογίζεσαι,
                                                              ονομάζοντας χαρά τούτη τη σύσπαση, 
                                                              αυτό το δίχως τέλος έγκαυμα, 
                                                              το μαύρο μάτι ακίνητο,
                                                              απάνω στην ξερή δροσιά.

2 
Γιορτή

Τώρα ανασαίνεις στο μισόφωτο, διακρίνω τον αυχένα σου, το πρόσωπό σου.

Ύστερα όλα σβήνουν. Μένει ο διάδρομος, η πόρτα με τις σανίδες.

Πιο πέρα η φωνή σου αμύνεται για το βράδυ – και δεν υπάρχουν πουλιά.

Σκουπίζεις τις αράχνες από τη σκοτεινή γιορτή.

3
Το ικρίωμα

Ήταν ένα ικρίωμα, έλεγες, και κείνο το απομεσήμερο ανέβηκα  τρίζοντας η σκάλα κι’ από το άνοιγμα κοίταζα.

Η φωνή σου γύρευε ν’ αναστήσει άλλες, φανταστικές αισθήσεις. Εμένα η πείνα μου αναδευόταν, έκαιγε μέσα στις αλυσίδες.

Δεν είχαμε φως. Τα λόγια σημάδευαν απουσίες και ψηλά δε φαινόταν τίποτα, μονάχα ένας μακρύς ίσκιος που ξεπερνούσε το χρόνο.

Η ξύλινη σκάλα, το αμετακίνητο ικρίωμα.

4

Πες μου λοιπόν, τι φως έχουν τα χέρια σου και σκοτεινιάζουν έτσι εκείνο που προστάτευα από σένα και κρατούσα κι ήμουν;

5

Τα ξέραμε όλα τα σημάδια, τα μηνύματα της αλλαγής. Όμως εδώ τι γύρευαν

τόσοι άνθρωποι; Πρόσωπα πλήθος με φοβίζανε, τη μέρα εκείνη μου έκοβαν τη θέα.

Πού να κοιτάξω; γύρω – γύρω σύρματα, παντού ο χειμώνας δίχως φλούδα, σπέρνοντας

συναπαντήματα σε κάθε δρόμο, παγωμένες ψιχάλες. Εσύ θυμόσουν

ξύλα και πέτρες στη φωτιά, πίσω απ’ τα κάψαλα τόσα χαμένα χρόνια.

Φράξαμε το παράθυρο. Ποιος ακουμπάει τα χέρια πάνω στον καιρό;

Ήρθε η φωνή από τις ρωγμές, ήρθε ένα φως,

δεν ήτανε δικό σου, ο θάνατος που έλεγα έκαιγε απέξω.



Πηγή: Από το 36ο Τεύχος τού λογοτεχνικού περιοδικού Ενδοχώρα – 1965.

20 Απριλίου 2019

Ποίημα για την Ελένη [Τάκης Σινόπουλος]


ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

Ωραία εσύ η ανείδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη,
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ' όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ' αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ' οράματα τα χρόνια μου. Ω ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
Σε περιμένω.
Κοίταξε, σου 'φερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σου 'φερα, κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα. Σε περιμένω.
Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ' το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ' τη δική σου δύναμη.
Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ' τη δική μας γη,
προπάντων χώμα χώμα Ελένη.

Και τούτο τ' ονομάζω προσμονή. Η γέννηση του ποιήματος.

Τάχα θα' ρθείς;
Μια νύχτα Ελένη τάχα θα σε συναντήσω,
όταν ο χρόνος θα 'ναι ακίνητος από τα θαύματα,
στεφανωμένη υποταγή κι ανάσταση τρεμάμενη;
Μες στην πελώρια πόλη του ύπνου θα συναντηθούμε
σάμπως σε μια αυτοκρατορία νεκρών ποιητών
κατάμεστη από σταλαχτίτες - ποιήματα
και τάχα θα μιλήσουμε θα κοιταχτούμε
λουλουδισμένοι κι άφωνοι με τη χωμάτινη καρδιά
να ζωντανεύει και να γίνεται
ξανά ένα ρόδο πορφυρό ξανά μια πυρκαγιά απαράμιλλη
τάχα θα σμίξουμε άλλη μια φορά
μια νύχτα που η σιωπή θα 'ναι μια απέραντη σιωπή
εγώ γεμάτος διάστημα
εσύ γεμάτη μ' άστρα
πάντα άφθαρτη παρθένα ανέγγιχτη
μεταρσιωμένη;


Πηγή: ebooks.edu.gr.

-----------------------------------------------------------



Ως σημαίνον σύμβολο η Ελένη, των επικών ή τραγικών μύθων, γίνεται διαχρονικά ένα ισχυρό σημείο αναφοράς και έμπνευσης για τους ποιητές. Συνώνυμο της ιδανικής γυναικείας ομορφιάς, της προδοσίας, του ασυμβίβαστου, περιπαθούς και αδίστακτου έρωτα, αλλά και του ανώφελου θανάτου, η ποιητική μορφή της Ελένης άλλοτε γοητεύει κι άλλοτε προκαλεί και καταδικάζεται. Μέσα από την αέναη διαδρομή της στους ποιητικούς μύθους, που κατασκευάζονται γύρω από την εικόνα της, δικαιώνεται ή κατακρίνεται, με σκοπό να προκαλέσει συγκίνηση ως τραγικό πρόσωπο ή για να χρησιμοποιηθεί ως εμβληματική φιγούρα που εκφράζει κάποια εποχή ή ακόμη για να σχηματοποιηθούν μέσα από την πολυσημία του συμβολισμού της κάποιες εκδοχές εσωτερικής ή εξωτερικής ζωής. Μελετήστε τις παρακάτω σχετικές αναφορές που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω.

Αποστόλης Κ.Κωνσταντίνου

Πηγή: lectores.gr.

07 Απριλίου 2019

ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΠΗΝΟΡΑ [Τάκης Σινόπουλος]


ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΠΗΝΟΡΑ

Τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἦταν βαρὺ ζεστὸ κι ἀσάλευτο. 
Ὁ ἀγέρας μάκραινε τὶς φλόγες τῶν κεριῶν 
κατὰ τὴν ὀροφή. Κουρτίνες βαθυκόκκινες 
σκέπαζαν τὰ παράθυρα καὶ ἡ αὐστηρὴ Σιγὴ 
μὲ βῆμα σιγανὸ πλανιότανε στὴν ἔρημη 
κλεισμένη σάλα.
Ὅταν πιὰ κουρασμένος ἀπὸ τὸ σοφὸ βιβλίο
τὰ μάτια ἀνύψωσα, ξάφνου εἶδα γύρα
πλῆθος βουβὲς μορφὲς ποὺ κοίταγαν ἀσάλευτα
βαθιὰ κι αὐξαίνανε ἤρεμα κοιτάζοντας
ὁλοένα. Τότε ρώτησα μὲ σοβαρὴ φωνή:
Φίλοι, τί συναχτήκατε καὶ τί γυρεύετε ἐδῶ πέρα;
Δὲν ἀποκρίθηκαν μονάχα κοίταγαν κατάματα
καὶ πίσω ὁλοένα πλήθαιναν σὰν ἄνεμος
ποὺ γιόμισε ὅλη ἡ σάλα.
Κάπου ἰδωμένα πρόσωπα, μορφὲς ἀπαντημένες
στῆς ζωῆς τὸ κύλισμα, στὰ πιὸ δύσκολα χρόνια
σὲ καταχνιὲς σὲ ὑπόγεια σὲ φονιάδων δρόμους,
στὸ αἷμα ἐπιδέξια στὸ μαχαίρι στὸ βιασμό. 
Καὶ πάλε ἐρώτησα μ' ἀτάραχη φωνή: 
Τί καρτερᾶτε ἀμίλητοι, πῶς μπήκατε ἐδῶ μέσα; 
Κι ὅπως δὲν ἀποκρίνονταν μὲ συνεπῆρε ἡ ὀργή: 
Σκυλιὰ καταραμένα τί γυρεύετε; μιλῆστε. 
Κουφάρι ἐσὺ τυφλό, τί θές; γοργὰ ἀποκρίσου, 
γιατί τὸ χέρι μου μὲ βιάζει τὸ ἀνυπόμονο. 
Τότε ἀποκρίθηκε ἥσυχα: Φίλε, θυμήσου 
πρὶν ἀπὸ χρόνια ἀμέτρητα μὲ τύφλωσες. Τὸ φῶς 
δῶσε μου πίσω ποὺ στερήθηκα. Ξάφνου ἄστραψε 
μέσα μου ὁ κόκκινος θυμὸς κ' εἶπα: Τυφλὲ 
χάσου ἀπ' τὰ μάτια μου πρὶν σὲ κερδίσει ὁ θάνατος. 
Δὲ μίλησε, μόνο μὲ κοίταγε βαθιὰ κ' ἐπίμονα. 
Δὲ βάσταξα, ἔστριψα κι ἀντίκρισα κάποιον Λουκᾶ 
νεκρὸ σαράντα χρόνια τώρα μὲ μιὰ τρομερὴ 
φάουσα στὸ πρόσωπο. Πιὸ πίσω τὸν Ἰσαὰκ 
χτικιάρη ποὺ τὸν πῆρε ἕνα πικρὸ βόλι στὴν Ἀλβανία,
δίπλα τὸν Μάρκελλο, πιὸ πέρα τὸν Ἀλέξαντρο 
ποὺ τὸν ἐγκρέμισα τὴ νύχτα σὲ μιὰ στέρνα σκοτεινή. 
Κι ὅλοι τοῦτοι μὲ κοίταγαν βουβοὶ κι ἀσάλευτοι 
μὲ τὰ πρησμένα μάτια τοὺς καθὼς συνάζονταν 
καὶ πλήθαιναν τριγύρα μὲς στὴν αἴθουσα. 
Τότε ἀνατρίχιασα βαθιὰ μὰ ὡστόσο μπόρεσα 
καὶ φώναξα μὲ δυνατὴ φωνή: Σκυλιά, 
δαίμονες φύγετε κι ἀδειάστε τὴ γωνιά. Γιὰ σᾶς 
δὲν ἔχω τίποτα. Καὶ λέγοντας μπῆκα στὴν κάμαρα 
τοῦ ὕπνου μὲ τὴν κρυφὴν ἐλπίδα πὼς θὰ γλίτωνα. 
Μὰ τότε πιὰ ἡ ὀργὴ κι ὁ σκοτεινὸς θυμός 
μοῦ 'πρηξαν τὰ ρουθούνια. Ἀμέτρητες μορφὲς 
καρτέραγαν ἐκεῖ κι ἀσάλευτες μὲ κοίταγαν. 
Ἀπὸ τ' ἀνοιχτὰ παράθυρα ὁ ἀγέρας σιγανὸς 
μὲ μιὰ μουρμούρα ὑπόκωφη τὶς αὔξαινε 
γύρα καὶ συνωθούντανε ἀκατάπαυστα στὴν κάμαρη. 
Κι ἀνάμεσά τους εἶδα μὲ χακὶ τὸν Μπίλια, 
τὸν Μπίλια ἐκεῖνον ποὺ ἦταν τόσο βρώμικος στὸ μέτωπο
κι ἀπόρεσα βαθιὰ καὶ τὸν ἐρώτησα μὲ τρέμουσα φωνή:
Μπίλια πῶς βρέθηκες ἐδῶ; πῶς ἦρθες τέτοιαν ὥρα; 
Δὲ μίλησε μόνο ποὺ χαμογέλασε γλυκὰ 
κ' ὕστερα σοβαρὸς ἐβάλθηκε νὰ στρώνει τὸ τραπέζι 
μ' ἕνα μακρὺ μαῦρο τραπεζομάντιλο ποὺ ἀκούμπαγαν 
τὰ κρόσια του στὸ πάτωμα κι ἄναψε ἀπάνου τρεῖς 
λευκὲς λαμπάδες σὲ τρεῖς ἀσημένιους κεροστάτες. 
Ὁ τρόμος τότε μοῦ 'λυσε τὰ γόνατα κ' ἡ μνήμη 
σαλεύοντας βαθιὰ μὲς στὴν ὑπόστασή μου ἀνάσυρε 
καθὼς ὁ δύτης ἀπὸ τοῦ πελάγου τὸ βυθὸ κάποια παλιὰ
λησμονημένη ὑπόσχεση στὸ νεκρὸ φίλο Ἐλπήνορα. 
Καὶ ξάφνου καθὼς ἕνα φῶς ἐλάχιστο μὲς σὲ βαθιὰ 
σκοτεινὴ γαλαρία ζυγώνει αὐξαίνοντας ὁλοένα, 
ἔτσι μεγάλωσε στὸν ταραγμένο νοῦ μου ἡ εἰκόνα του
κι ὀρθώθηκε ὁλοζώντανος στὰ μάτια μου ὁ Ἐλπήνωρ. 
Τὸ βλέμμα του μὲ κοίταγε γλυκὸ κι ἀσάλευτο. 
Τὰ χείλη του κινήθηκαν κ' ὕστερα πάλε σφάλιξαν 
καὶ θάρρεψα πὼς ἄκουσα νὰ φτάνει ὥς τὴν ἀκοή μου 
ἡ ὑπόκωφη μουρμουριστὴ φωνὴ του: Φίλε 
καιρὸ μὲ ξέχασες. Μήτε ἕνα δεῖπνο γιὰ νεκρὸ 
μήτε μνημόσυνο δὲν ἔταξες γιὰ τὸν Ἐλπήνορα. 
Πικρὸς ὁ θάνατός μου ἀκόμα συνεχίζεται 
καὶ μὲ παιδεύει ἀκόμα πιὸ πικρὸς καὶ μαῦρος 
ὅσο περνάει ὁ χρόνος. Λύτρωσέ με φίλε. 
Ἔτσι ἄκουσα κ' ἡ τύψη ὀρθώθηκε σὰ σύννεφο 
μπροστά μου καὶ τὰ μάτια μου θολώσανε 
ξάφνου ἀπὸ δάκρυα σκοτεινὰ καθὼς ὁ ποταμὸς 
φουσκώνει τὸ χινόπωρο μὲ τὴν πυκνὴ βροχή. 
Κι ὅταν πιὰ λιγοστέψανε καὶ σφούγγισα 
τὰ βλέφαρα μὲ τὴν παλάμη κ' ὕψωσα τὸ βλέμμα μου 
γιὰ νὰ κοιτάξω τὸν Ἐλπήνορα δὲν εἶδα τίποτα. 
Κ' ἡ κάμαρα κ' ἡ σάλα εἶχαν ἀδειάσει ξάφνου. 
Ἀπὸ τ' ἀνοιχτὰ παράθυρα φύσαγε ἕνας ζεστὸς ἀγέρας.
Τὸ φῶς φτιασιδωμένο καὶ θανάσιμα θολὸ 
χυνότανε παντοῦ κι ὁ νοσοκόμος 
ὁλάσπρος μὲς στὴν μπλοῦζα του βαθιὰ ἐξαϋλωμένος 
σιγούρευε μὲ προσοχὴ τὰ μαγικὰ βοτάνια 
σειρὰ σειρὰ στ' ἀψηλὸ ράφι.

06 Απριλίου 2019

Ἐλπήνωρ [Τάκης Σινόπουλος]


ΕΛΠΗΝΩΡ

Ἐλπήνορ πῶς ἦλθες...
ΟΜΗΡΟΣ
Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα, τὰ μαῦρα κυπαρίσσια,
τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο ἀπὸ τ' ἁλάτι καὶ τὸ φῶς,
τὰ κούφια βράχια, ὁ ἀδυσώπητος ἥλιος ἀπάνω, 
καὶ μήτε κύλισμα νεροῦ μήτε πουλιοῦ φτερούγα, 
μονάχα ἀπέραντη, ἀρυτίδωτη, πηχτὴ σιγή.

Ἦταν κάποιος ἀπὸ τὴ συνοδεία ποὺ τὸν ἀντίκρισε, 
ὄχι ὁ πιὸ γέροντας: Κοιτᾶχτε, ὁ Ἐλπήνωρ πρέπει νά 'ναι ἐκεῖνος...
Ἐστρίψαμε τὰ μάτια γρήγορα. Παράξενο πῶς θυμηθήκαμε,
ἀφοῦ εἶχε ἡ μνήμη ξεραθεῖ σὰν ποταμιὰ τὸ καλοκαίρι. 
Ἦταν αὐτὸς ὁ Ἐλπήνωρ, πράγματι, στὰ μαῦρα κυπαρίσσια,
τυφλὸς ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τοὺς στοχασμούς, 
σκαλίζοντας τὴν ἄμμο μ' ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα. 
Καὶ τότε τὸν ἐφώναξα μὲ μιὰ χαρούμενη φωνή: Ἐλπήνορα,
Ἐλπήνορα πῶς βρέθηκες ξάφνου σ' αὐτὴ τὴ χώρα; 
εἶχες τελειώσει μὲ τὸ μαῦρο σίδερο μπηγμένο στὰ πλευρά,
τὸν περσινὸ χειμῶνα, κ' εἴδαμε στὰ χείλη σου τὸ αἷμα πηχτό,
καθὼς ἐστέγνωνε ἡ καρδιά σου δίπλα στοῦ σκαρμοῦ τὸ ξύλο.
Μ' ἕνα κουπὶ σπασμένο σὲ φυτέψαμε στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ,
ν' ἀκοῦς τ' ἀνέμου τὸ μουρμούρισμα τὸ ρόχθο τῆς θαλάσσης.
Τώρα πῶς εἶσαι τόσο ζωντανός; πῶς βρέθηκες σ' αὐτὴ τὴ χώρα 
τυφλὸς ἀπὸ τὴν πίκρα καὶ τοὺς στοχασμούς;

Δὲ γύρισε νὰ ἰδεῖ. Δὲν ἄκουσε. Καὶ τότε πάλι ἐφώναξα
βαθιὰ τρομάζοντας: Ἐλπήνορα, πού 'χες λαγοῦ μαλλὶ 
γιὰ φυλαχτάρι κρεμασμένο στὸ λαιμό σου, Ἐλπήνορα,
χαμένε στὶς ἀπέραντες παράγραφους τῆς ἱστορίας, 
ἐγὼ σὲ κράζω καὶ σὰ σπήλαιο ἀντιλαλοῦν τὰ στήθια μου
πῶς ἦρθες, φίλε ἀλλοτινέ, πῶς μπόρεσες 
νὰ φτάσεις τὸ κατάμαυρο καράβι πού μᾶς φέρνει 
περιπλανώμενους νεκροὺς κάτω ἀπ' τὸν ἥλιον, ἀποκρίσου,
ἂν ἡ καρδιά σου ἐπιθυμεῖ μαζί μας νά 'ρθεις, ἀποκρίσου.

Δὲ γύρισε νὰ ἰδεῖ. Δὲν ἄκουσε. Ξανάδεσε ἡ σιωπὴ τριγύρω.
Τὸ φῶς σκάβοντας ἀκατάπαυστα βαθούλωνε τὴ γῆ.
Ἡ θάλασσα, τὰ κυπαρίσσια, τ' ἀκρογιάλι, πετρωμένα
σ' ἀκινησία θανατερή. Καὶ μόνο αὐτός, ὁ Ἐλπήνωρ
ποὺ τὸν γυρεύαμε μὲ τόση ἐπιμονὴ μὲς στὰ παλιὰ χειρόγραφα
τυραννισμένος ἀπ' τὴν πίκρα της παντοτινῆς του μοναξιᾶς,
μὲ τὸν ἥλιο νὰ πέφτει στὰ κενὰ τῶν στοχασμῶν του,
σκαλίζοντας τυφλὸς τὴν ἄμμο μ' ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα,
σὰν ὅραμα ἔφευγε καὶ χάνονταν ἀργὰ
στὸν ἀδειανό, χωρὶς φτερά, χωρὶς ἠχώ, γαλάζιο αἰθέρα.