Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κωνσταντίνος καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κωνσταντίνος καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Μαρτίου 2018

Στέφανου Τασσόπουλου «Το όλον Σώμα του Κ.Π. Καβάφη» (μικρά προκαταρκτικά) [Χάρη Σταθάτου]

Τα «μικρά προκαταρκτικά», της Χάρης Σταθάτου, πάνω στη μελέτη: «Το όλον Σώμα τού Κ.Π. Καβάφη, του Στέφανου Τασσόπουλου» αναδημοσιεύονται από το 78ο τεύχος τού λογοτεχνικού περιοδικού «σημειώσεις», εκδόσεις Έρασμος, Δεκέμβρης 2013. 


Στην μεγάλη έρευνα και μελέτη του για τον Καβάφη, «Το Όλον Σώμα», ο Στέφανος Τασσόπουλος δεν ασχολείται με ζητήματα αισθητικής παρά μόνο όσο αυτά άπτονται του ζητήματος τής καβαφικής εκδοτικής πράξης: όμως εντέλει στον Καβάφη όλα συγκλίνουν σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο όλον: σε αυτό ακριβώς καταλήγει η ανέκδοτη αυτή εργασία του Στέφανου Τασσόπουλου – και τα παρακάτω συνοπτικά δικά μου ας εκληφθούν απλώς ως μικρή (και ανειδίκευτη) εισαγωγή σ’ ένα ιδιαίτερα (και ευεργετικά) εξειδικευμένο έργο (το οποίο είχα την τύχη ως στενή φίλη να μπορέσω να παρακολουθήσω επίσης στενά, καθώς σχηματιζόταν διαμορφώθηκε και ολοκληρώθηκε (εν μέρει, κατά τον ίδιο τον συγγραφέα του, ολοκληρώθηκε) στο διάστημα των είκοσι περίπου χρόνων που απασχόλησε τον Τασσόπουλο μέχρι τον (αιφνίδιο και πρόωρο) θάνατό του, τον Φλεβάρη αυτής τής χρονιάς).

Σίγουρα οι λόγοι για τούς οποίους ο Καβάφης λειτούργησε εκδοτικά με τον τρόπο που λειτούργησε θα μπορούσαν να εξεταστούν και από την άποψη των ψυχολογικών και των κοινωνικών παραγόντων που επέδρασαν πάνω του και με βάση τούς οποίους (ακόμα και από την ανάποδη) έζησε ο άνθρωπος Καβάφης – αλλά αυτό θα ήταν μια τελείως άλλη εργασία. Για τη δουλειά που έκανε ο Σ. Τ. πιστεύω ότι αρκεί ως αφετηρία να έχει κανείς μπροστά στα μάτια του μια (γενική, πάντως) καλλιτεχνική αντινομία: όσο μεγαλύτερος είναι ένας δημιουργός τόσο περισσότερο με αυτά που κάνει πατάει αρχικά (και τελικά;) στο κενό – και συνεπώς, όσο κι αν ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του και το έργο του φυσικό μέρος του κόσμου, πρέπει να συλλάβει έστω με κόπο και να παραδεχτεί έστω καθ’ οδόν ότι ο κόσμος μετατοπίζεται με την κατασκευή από μέρους του αυτού του έργου – με άλλα λόγια (όπως είναι μια μεταφορά που άρεσε ιδιαίτερα στον Τασσόπουλο) εμείς σήμερα από απόσταση μπορούμε βέβαια να καταλάβουμε ότι ο κόσμος δεν είναι ίδιος πριν την ύπαρξη του Αισχύλου και μετά, χωρίς να υπάρχει η Εκάβη του Ευριπίδη και όταν η Εκάβη του Ευριπίδη είναι γεγονός, όταν στο θέατρο δεν υπάρχει κανένας Σαίξπηρ και μετά όταν όλος ο κόσμος ξέρει τον Άμλετ, όμως αυτή η μικρή διαφορά από το πριν στο μετά για τον ίδιον τον καλλιτέχνη μπορεί να σημαίνει χρόνια ολόκληρα ουσιαστικής μοναξιάς γεμάτης αμφιβολίες, φόβους, σβησίματα, γραψίματα, δισταγμό και τόλμη, και τελικά (σαν ένα είδος αναγκαστικής πλέον αυτοάμυνας) και μια μορφή επιθετικής αλαζονείας: από τον Καβάφη, χάρη στα ανέκδοτα που διασώζονται σε σχετική πληθώρα από μαρτυρίες συγχρόνων του, έχουμε ένα εμφανές τουλάχιστον παράδειγμα μιας τέτοιας (άλλωστε και συγκινητικής, για την κρυμμένη ένταση και αμφιβολία που υπονοεί) στιγμής όταν, δίνοντας ένα ποίημα του σε κάποιον φίλο ή γνωστό του λέει, μάλλον καθόλου μεταξύ σοβαρού και αστείου «Πάρε καημένε αυτό το αριστούργημα που μού καίει τα χέρια» (: κάπως έτσι αν το θυμάμαι και καλά).

Η δουλειά αυτή του Τασσόπουλου υπογείως εμπεριέχει πάντως και μια (γοητευτική) κατά κάποιον τρόπο αντίφαση, γιατί ξεκινώντας από φιλολογικά και σχολαστικά δεδομένα και μένοντας πάντα σταθερά προσηλωμένη στα γεγονότα, τα κείμενα, και τίς αποδείξεις που αυτά παρέχουν, οδηγείται τελικά σε μια αποτίμηση συνολικής (και σημαντικότατης) αισθητικής σημασίας.

Γιατί ο Καβάφης, με τον τρόπο που τακτοποίησε τα ποιήματά του κατά θέματα, αποσπώντας τα από την απλή χρονολογική παράθεση με την οποία είχαν κατά καιρούς δημοσιευτεί, κάτι θέλησε να πει (και κάτι είπε) για την σημασία που είχε το έργο του συνολικά για τον ίδιο πέρα από την έννοια, το περιεχόμενο και την αισθητική αξία του κάθε ποιήματος χωριστά. Αλλά (πια) καταλαβαίνουμε ότι και ο ίδιος ο δημιουργός (ενίοτε) τα συλλαμβάνει και τα εκτιμά αυτά τα πράγματα καθ’ οδόν – και αυτό το καθ’ οδόν είναι που, στην περίπτωση του ποιητή Καβάφη, εμφανίζεται με ιδιαίτερη ενάργεια καθώς ο Στέφανος Τασσόπουλος ερευνά την εκδοτική του πρακτική.

Ας επαναλάβω προκαταρκτικά πράγματα γνωστά: Ο Καβάφης είναι ένας ποιητής ο οποίος ποτέ στη ζωή του δεν είχε (δεν βρήκε; δεν επιζήτησε;) εκδότη: Πλήρωνε ο ίδιος για τα ποιήματά του κάθε φορά που τα εξέδιδε. Είχε όμως μια δυνατότητα (που του την πρόσφερε ο χώρος και η εποχή, και που την εκμεταλλεύτηκε πλήρως): Μπορούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε περιοδικά, πριν αρχίσει να τα δένει στις ιδιόμορφες συλλογές του (αλλά και μετά: ποτέ όσο ζούσε δεν σταμάτησε να δημοσιεύει σε περιοδικά, ακόμα και όταν παράλληλα έφτιαχνε τίς συλλογές που σχημάτιζε ο ίδιος, και αυτές τίς συλλογές δεν τίς πούλησε – ας το θυμόμαστε κι αυτό – ποτέ: δεν έβγαλε δηλαδή ποτέ λεφτά απ’ την ποίηση ο Καβάφης, αντίθετα, πλήρωνε για να εκδίδει τα ποιήματά του: και τα ποιήματα αυτά τα χάριζε σε όσους θεωρούσε άξιους – ή χρήσιμους για την προώθηση του έργου του – όντας αναγκασμένος να το σκεφτεί και αυτό.)

Αυτά είναι λοιπόν γνωστά στους ειδικούς και οι ειδικοί στα καβαφικά τα θεωρούν και αυτονόητα ακόμα κι αν δεν ερευνήθηκαν ποτέ όσο θα ‘πρεπε – αφήνοντάς τα επομένως στην άκρη θα επιχειρήσω να συνοψίσω το με τί ασχολείται η μελέτη, αλλά και, το σημαντικότερο: τούς λόγους για τούς οποίους η ενασχόληση αυτή είναι (ή γίνεται καθ’ οδόν) απαραίτητη για την κατανόηση του συνολικού Καβάφη. Πιστεύω μάλιστα – και ας μού συγχωρεθεί αυτή η απόλυτη ας πούμε πεποίθηση η οποία οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι διάβασα επανειλημμένως παρακολουθώντας το έργο να γίνεται και να κρατάει τον Τασσόπουλο δέσμιον ουσιαστικά ως τον θάνατό του – ότι μέσα από την έκθεση του τρόπου με τον οποίο ο Καβάφης θέλησε να ταξινομήσει το έργο του και να το επεκτείνει και να το ορίσει θεματικά, προκύπτει ένας εν μέρει άγνωστος, και εν μέρει ακόμα πιο γοητευτικός Καβάφης.

Δεν ξέρουμε από ποια ηλικία ακριβώς ο Καβάφης άρχισε να γράφει ποιήματα και πόσα πέταξε ή έσκισε στο μεταξύ, ξέρουμε όμως ότι το πρώτο ποίημα (που διατηρήθηκε στο αρχείο του) γράφτηκε (πιθανώς) το 1884 (= Καβάφης 21 χρονών) και ότι το 1886 δημοσίεψε για πρώτη φορά (σε περιοδικό). Από το 1890 όμως και μετά, αναθεωρεί ο ίδιος τη δουλειά του, και, κάποια στιγμή, μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία αναδεικνύεται ο Καβάφης που ξέρουμε σήμερα. Ανήκει στην περιοχή τής αυστηρά αισθητικής ανάλυσης η αποτίμηση αυτών των «πρωτόλειών» του ποιημάτων, είναι όμως σαφές ότι αυτήν την ανάλυση την έκανε, πριν από μάς, ο ίδιος: Αποφασίζει δηλαδή το 1904 (κι αυτή είναι μια ιστορική στιγμή για τη ζωή του και την ποίησή του) αποφασίζει να κάνει ένα ξεκαθάρισμα, μια πρώτη αισθητική αποτίμηση, και μια πρώτη εκδοτική κίνηση, και να παρουσιάσει σε βιβλίο ορισμένα, από αυτά που είχε δημοσιέψει ως τότε, σε μια συλλογή: Αυτήν τη στιγμή συναινεί στην κλασική και παραδεδεγμένη πρακτική όλων των ποιητών του κόσμου: Μαζεύει λοιπόν (από τα 44 ποιήματα που είχε δημοσιέψει ως τότε σε περιοδικά) δεκατρία – κι αυτή είναι η πρώτη του αισθητική κρίση για την ποίησή του – τούς προτάσσει ένα που δεν είχε ακόμα εκδόσει, τίς «Επιθυμίες», τα τοποθετεί σε μία σειρά που δεν έχει γενικά καμία σχέση με τίς χρονολογίες ούτε τής συγγραφής, ούτε τής δημοσίευσής τους, αλλά είναι μία σειρά που προς το παρόν δεν μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε αλλιώς παρά μόνο ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής του προτίμησης, (βέβαια, κάποιος παρατηρητικός εδώ θα προσέξει την πρόταξη ενός ποιήματος που λέγεται Επιθυμίες (1) στην πρώτη εκδοτική πράξη που κάνει ποτέ στη ζωή του ο Καβάφης, καθώς και μια εν σπέρματι λογική που θα δούμε αργότερα να αναπτύσσεται σε θεματική κατάταξη των ποιημάτων) και τα δίνει σε έναν τυπογράφο, ο οποίος του τα τυπώνει σε ένα τεύχος κανονικό, με την κλασική αρίθμηση σελίδων που έχουν όλα τα βιβλία και τον γενικό τίτλο «Ποιήματα 1904». Η συλλογή αυτή με τα 14 ποιήματα εκδίδεται ουσιαστικά το 1905. Ο Καβάφης χαρίζει τη συλλογή σε όσους νομίζει ότι πρέπει. Επειδή όμως συνεχίζει να γράφει, γρήγορα διαπιστώνει ότι η συλλογή αυτή δεν είναι αντιπροσωπευτική πια τής δουλειάς του, και ειδοποιεί τούς φίλους του ότι σκοπεύει να βγάλει και μια δεύτερη συλλογή πιο ενημερωμένη σύντομα. το «σύντομα» κράτησε 5 χρόνια, και η δεύτερη αυτή συλλογή εκδίδεται τότε με τον τίτλο «Ποιήματα 1910» και περιλαμβάνει: τα 14 ποιήματα που είχε εκδόσει στην προηγούμενη συλλογή (που με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά παύει να έχει νόημα, και αχρηστεύεται) χωρίς να τούς αλλάξει ούτε τη σειρά με την οποία τα είχε εκδόσει τότε, και όσα ποιήματα είχε ήδη δημοσιέψει στο μεταξύ (ως το 1909) σε περιοδικά, που ήτανε όλα κι όλα 7, αλλά τα τοποθετεί και αυτά όχι με χρονολογική σειρά συγγραφής ή δημοσίευσης αλλά με τη σειρά μιας δικής του πάλι λογικής και προτίμησης. Μολονότι τα ποιήματα που περιέχονται λοιπόν είναι ως το 1909, βάζει τώρα στον τίτλο όπως βλέπουμε το 1910 κι αυτό γιατί έχει μάθει πια ότι τα εκδοτικά ζητήματα έχουνε τον δικό τους χρόνο και αργούνε, δηλαδή έχει αποκτήσει ήδη πλέον την πείρα του ποιητή που εκδίδει το έργο του και ξέρει κατά κάποιον τρόπο και τα μυστικά αυτής τής δουλειάς: Έτσι, ξεκινώντας την έκδοση των μέχρι το 1909 ποιημάτων του, υπολογίζει ότι η συλλογή θα εκδοθεί το 1910, και υπολογίζει σωστά.

Έχουμε ένα οριακό σημείο ως εδώ, που το βλέπουμε εκ των υστέρων ολοκάθαρα: Αυτές οι δυο μικρές συλλογές δηλαδή (που ο ίδιος ο Καβάφης τίς ονόμασε «τεύχη», και έτσι τίς λέμε πλέον κι εμείς), είναι η μοναδική φορά στη ζωή του που ο Καβάφης λειτούργησε με την κλασική εκδοτική πρακτική: Έκτοτε, εγκαταλείπει αυτήν τη μέθοδο, και εγκαθιδρύει τη δική του, μοναδική και ανεπανάληπτη (απ’ όσο ξέρουμε) μέθοδο εκδόσεως έργου, που συνίσταται στο εξής:

Για κάθε ποίημα που δημοσιεύει (μετά το 1910) σε περιοδικό, ζητάει και παίρνει ανάτυπα ή το τυπώνει ο ίδιος σε έναν τυπογράφο, σε ένα μονόφυλλο ή δίφυλλο, ανάλογα με το μέγεθος του ποιήματος. Αυτή η μέθοδός του από δω και πέρα είναι κατά κάποιον τρόπο και το κεντρικό αντικείμενο έρευνας στο «Όλον Σώμα», και οι συνέπειες αυτής τής πρακτικής είναι ουσιαστικά αυτές οι οποίες προκάλεσαν τον Τασσόπουλο να αναζητήσει τη σημασία τους για την ερμηνεία του συνολικού καβαφικού έργου:

Παρακολουθώντας λοιπόν τον τρόπο με τον οποίο ο Καβάφης από τη στιγμή εκείνη και μετά «εκδίδει», μπορούμε να δούμε κατ’ αρχάς ότι ακολουθούν δύο εμφανείς τομές στην εκδοτική του πρακτική: Η πρώτη μεγάλη αλλαγή γίνεται με την αμέσως επόμενη συλλογή την οποία ονομάζει «Ποιήματα 1910 – 1912», βάζοντας δηλαδή για πρώτη φορά δύο ημερομηνίες στον τίτλο, αλλά τη φορά αυτή η «συλλογή» διαφέρει και σε δύο άλλα πράγματα: Αφ’ ενός μεν αποτελείται πλέον – όπως και όλες οι συλλογές του θα αποτελούνται από δω και μπρος – από αυτά τα μονόφυλλα (ή τα δίφυλλα) που τυπώνει ο ίδιος και τα «δένει» μόνος του σε εντελώς χειροποίητες πλέον συλλογές τίς οποίες μοιράζει σε κάθε ενδιαφερόμενο, φίλο, ή θαυμαστή του έργου του, αλλά υπάρχει και μια επιπλέον ουσιαστική διαφορά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τα ποιήματά του τώρα: τα τοποθετεί με την σειρά την χρονολογική με την οποία δημοσιεύτηκαν ως τότε στα διάφορα περιοδικά. Και συνεχίζει να κάνει τέτοιες συλλογές ως το 1918 όπου συναντάμε την επόμενη μεγάλη αλλαγή, την τρίτη ουσιαστικά τομή με την οποία ολοκληρώνεται και παίρνει την πλήρη της μορφή η εκδοτική του πρακτική:

Το 1918 δηλαδή ανακαλύπτει ότι θέλει να κάνει και κάτι άλλο, κάτι για το οποίο δεν θα δώσει ο ίδιος ποτέ σαφή εξήγηση, είναι όμως το νευραλγικότερο σημείο τής εκδοτικής του πράξης – και αυτό από το οποίο πηγάζουν αδιόρατες αρχικά αισθητικές συνέπειες στην ποίησή του: Κάνει δηλαδή, ταυτόχρονα με την καινούργια χρονολογική του έκδοση (τα «Ποιήματα 1912 – 1918»), και μία παράπλευρη έκδοση ποιημάτων την οποία ονομάζει «Ποιήματα 1909 – 1911» και η οποία θα περιέχει όλα τα ποιήματα που έχουν εκδοθεί ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες, μόνο που τώρα πλέον τα ποιήματα αυτά θα παρατεθούν σε μία κατάταξη που παρακολουθεί κατά κάποιον τρόπο το περιεχόμενο των ποιημάτων. Από την οριακή αυτή στιγμή και μετά, η εκδοτική πλέον πρακτική του Καβάφη θα παραμείνει η ίδια ως το τέλος τής ζωής του, κάθε φορά θα εκδίδει δηλαδή δύο ταυτόχρονα συλλογές, μία θεματική (της οποίας τα ποιήματα θα τα αποσπά από ήδη εκδοθείσες χρονολογικές – μ’ έναν ρυθμό ιδιόμορφο, που επαρκώς θα απασχολήσει το βιβλίο –) και μία χρονολογική στην οποία θα συνεχίζει την παράθεση των καινούργιων ποιημάτων του μαζί με τα παλιά. Αυτή η λογική και η πρακτική αποτελεί ουσιαστικά και το επίκεντρο του προβληματισμού στη μελέτη του Σ. Τ., μια που από την πρώτη στιγμή αυτής τής πράξης του Καβάφη αναδύεται αυτό που μπορεί να ονομαστεί (και κατά καιρούς πράγματι ονομάστηκε, έστω και χωρίς να ερευνηθούν οι επιπλέον συνέπειές του) «θεματική κατάταξη»:

Τα ποιήματα σ’ αυτές τίς «θεματικές συλλογές» μπαίνουν σε μία σειρά ανάλογα με αυτό που ο ίδιος ο Καβάφης θεωρεί «θεματική» τους διαφοροποίηση (και που δεν είναι αναγκαστικά η διαφοροποίηση που θα διαλέγαμε εμείς ή που θα θεωρούσαμε εμείς αυτονόητη – και ο Τασσόπουλος το θέτει αυτό από την αρχή, γιατί είναι κεντρικό σημείο του προβλήματος). Έτσι δημιουργούνται από τον ίδιο τον ποιητή οι τρεις θεματικές περιοχές τής ποίησής του που κατά καιρούς πήραν διάφορα ονόματα – ας πούμε φιλοσοφικά, ιστορικά και ερωτικά, και τα οποία ο ίδιος καθοδήγησε μάλλον επίμονα τούς σχολιαστές του έργου του να τα ονομάσουν «τα τής σκέψεως», «τα ιστορικά», και «τα αισθητικά»: Από τη στιγμή που γίνεται αυτή η – ανεπαίσθητη και ακατανόητη ίσως αρχικά – διαφοροποίηση στην εκδοτική του πρακτική, έχουμε στα χέρια μας μια ένδειξη για το νόημα και τη δυναμική τής ποίησής του όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Και είναι κρίσιμη η ανάλυση αυτής τής πρακτικής, όχι μόνο για την «τυπική» σημασία που θα είχε το να ξέρουμε τί θεωρούσε ο ίδιος π.χ. ότι ανήκει στα ερωτικά του (κάτι που εικονογραφείται ας πούμε περίφημα από το ότι το «Ιωνικόν», που θα μπορούσε κανείς αβίαστα να θεωρήσει ότι ανήκει στα τής σκέψεως ή τα φιλοσοφικά (2), κατατάσσεται από τον ίδιον ανενδοίαστα και μονίμως στα ερωτικά) αλλά και γιατί αυτές οι μετατοπίσεις και οι ταξινομήσεις μάς δίνουν ακριβώς το πιο έγκυρο – το μόνο έγκυρο – κλειδί για να δούμε από μέσα την ίδια την αντίληψη του Καβάφη για το νόημα και των λέξεων και των ποιημάτων και τής συνολικής αισθητικής ματιάς και άποψης του ίδιου – άποψη που, ειρωνικά, και αινιγματικά – όπως το συνηθίζει – υποβάλλει σε όποιον είναι σε θέση να νιώσει την υποβολή, άποψη που μιλάει εντέλει για την ίδια την ποίηση, και «προστίθεται» στις λέξεις πλέον τής ποίησής του, αποτελεί δηλαδή πια, η θέση στην οποία κατατάσσει το ποίημα, μέρος του ποιήματος.

Το γεγονός ότι προχωράει αργά αυτή η διαδικασία, δείχνει ακριβώς πόσο επίπονη και νευραλγική ήταν αρχικά η ανακάλυψη – ή η απόφαση – αυτή για τον ίδιον: Έτσι ενώ οι «χρονολογικές» συλλογές, που θα εκδίδει, εμπλουτίζονται αβίαστα πλέον από κάθε καινούργιο, δημοσιευμένο, ποίημα, η κατασκευή τής κάθε θεματικής συλλογής (που η καθεμία, με τη σειρά της, θα ολοκληρώνει κατά κάποιον τρόπο την συνολική εικόνα του έργου του (για τον ίδιο) ως τη στιγμή που την παρουσιάζει) προχωράει αργά, σαν τον κάβουρα, και με βήματα που μάς φαίνονται παράλογα έτσι που γυρίζουνε μπρος και πίσω: το «Όλον Σώμα» ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά στο α΄ του μέρος με την περιγραφή και ανάλυση αυτού του διστακτικού βαδίσματος.

Περιληπτικά εδώ η διαδικασία: Για να φτιάξει τίς θεματικές του συλλογές ο Καβάφης ξεκινάει με βάση το τεύχος του 1910 και σ’ αυτήν την ενότητα ποιημάτων προσθέτει ποιήματα που (χρονολογικά) ανήκουν στον έναν χρόνο πιο πριν και στους δύο χρόνους μετά, ή (αργότερα) στον έναν (ακόμα) χρόνο πιο πριν και στους τρεις (τώρα) χρόνους μετά: Είναι εμφανές δηλαδή ότι ευκολότερα εντάσσει, θεματικά, ποιήματα που ανήκουν στο «μέλλον» απ’ ό,τι στο «παρελθόν» τής ποίησής του, πράγμα που υποβάλλει κατά τον Τασσόπουλο την ιδέα πως όσο έγραφε ο Καβάφης βρισκόταν όλο και πιο εύκολα, άνετα και αποφασιστικά, μέσα στο πνεύμα την νοοτροπία και το ήθος ενός έργου, που πλέον τον κάλυπτε και τον εξέφραζε με μια γενικότερη έννοια και όχι μόνο σαν μεμονωμένο ποίημα, πράγμα που δεν συνέβη ακριβώς στην αρχή, όταν ακόμα έψαχνε ίσως πάρα πολύ, όχι τόσο το τί θέλει ακριβώς να πει (αλλά ακόμα κι αυτό), κυρίως όμως το με ποιον τρόπο ακριβώς θα το ολοκληρώσει σε ένα όλον, το οποίο θα αποτελεί ουσιαστικά την τρίτη – και τη σημαντικότερη ίσως – μορφή του έργου του: την χρονολογική και την θεματική του διάσταση μαζί, δεμένες αναπόσπαστα.

Αυτό το όλον σύμφωνα με τον Τασσόπουλο είναι η κρυμμένη και απόλυτη έγνοια τελικά του Καβάφη, και αυτό μάς δείχνει πάνω απ’ όλα η ιδιομορφία αυτή τής εκδοτικής του πρακτικής: Για χάρη αυτού του όλου θα φτάσει στο σημείο να οργανώσει, να προγραμματίσει, ή και να γράψει ποιήματα, να αλλάξει τίτλους, να αλλάξει ημερομηνίες τίτλων, τοπωνύμια τίτλων, ακόμα και οργανικότερα στοιχεία στο μέσο ενός ποιήματος, στις λέξεις ή το ήθος ενός ήρωα, για να ταιριάσει το ποίημα έτσι στην περιοχή ακριβώς που θέλει τελικά να το τοποθετήσει: Κι όταν κανείς αρχίσει να το υποψιάζεται, να το συναισθάνεται και να το βλέπει αυτό, όταν κανείς παρακολουθήσει αυτό το όλον δηλαδή να αναδύεται μέσα από την εκδοτική πράξη του Καβάφη, βρίσκεται μπροστά σε μια αλήθεια αν όχι τελείως αναπάντεχη (γιατί ο Καβάφης μάς προειδοποιεί εν σπέρματι για όλα ίσως από την αρχή όσο κι αν αυτό γίνεται σχεδόν αδιόρατα) όμως σημαντική, συνταρακτική σχεδόν για τίς αισθητικές της διαστάσεις και συνέπειες:

Να λοιπόν ο μεγαλύτερος ίσως ποιητής ενός αιώνα που θέλησε να χτίσει έναν κόσμο και μάς άφηνε να νομίζουμε ότι περιγράφει τα ήδη χτισμένα. Δεν είναι ίσως τυχαίο, το ότι, το ποίημα, που τώρα βλέπουμε ότι μάς προειδοποιεί γι’ αυτό, είναι σαφές ότι δεν το εξέδωσε ποτέ: Τροφοδότησε όμως, ίσως αυτό, τα πάντα, μένοντας παρ’ όλ’ αυτά το ίδιο, ειρωνικά, στα ανέκδοτα: Η αλήθεια είναι ότι ήταν ένα πρώιμο ποίημα, και ίσως δεν του βρήκε ακριβώς (ως την ώρα που θα πέθαινε και όλα θα σταματούσαν αναγκαστικά) το χρονικό σημείο που θα έπρεπε, μέσα στην θεματική κατάταξη, να το εντάξει: Ή θεώρησε ότι οφείλει να μείνει, σαν διατύπωση, μόνο δικό του, για να προκύψει μετά αβίαστα, ως διαπίστωση, από εμάς:
Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ το σέβας κι από την υποταγή.
(…)
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
(…) (3)

Το τί υψώθηκε στη θέση των ερειπίων, ανήκει στην αισθητική τής ποίησης του Καβάφη – μια πλατύτερη, άλλου είδους εργασία (που ο Τασσόπουλος, ως τη στιγμή που πέθανε, και μολονότι είχε πειστεί (μετά από κάποιες προσπάθειες φίλων σχετικών με τον χώρο και το θέμα – το ζήτημα περιλαμβάνει και διασκεδαστικά ου μην αλλά και διδακτικά (περί εκδοτικής ζωής μας) ανέκδοτα –) ότι το έργο του δεν θα εκδοθεί ποτέ όσο ζούσε, πίστευε ότι μπορεί να εύρισκε τη δύναμη και τον χρόνο για να επιχειρήσει αργότερα). το πώς όμως χτίστηκε η αισθητική αυτή και επιβεβαιώθηκε για τον ίδιον τον Καβάφη και μπήκε σε εφαρμογή σαν σχέδιο πλέον συστηματικά, αυτό είναι που στο «Όλον Σώμα» ο Τασσόπουλος θέλησε να δείξει αναλυτικά (για να μπορέσει νομίζω να καταλάβει καλύτερα και ο ίδιος, μέσα σ’ όλα τα χρόνια κατά τα οποία συμβίωσε αποκλειστικά με το βιβλίο αυτό (έχοντας αναστείλει το γράψιμο μυθιστορημάτων που περιμένανε σε σχεδιάσματα, ως συνέχεια (κυρίως) του «Ηλιακού Ωρολόγιου» (που εκδόθηκε το 1988) αν και ολοκλήρωσε στο διάστημα τής συγγραφής του «Καβάφη» ένα θεατρικό βασισμένο σε μια νουβέλα του Ντοστογέφσκυ, που κι αυτό είχε σχεδιαστεί απ’ ό,τι θυμάμαι χρόνια νωρίτερα (και έμεινε κι αυτό στα ανέκδοτα)) να καταλάβει καλύτερα και ο ίδιος το «Όλον Σώμα» τής ποίησης του Αλεξανδρινού).

Είναι, κατά τη γνώμη μου (και όχι μόνο τη δικιά μου: ήδη το βιβλίο έχει κάνει, στη χειρόγραφη/εκτυπωμένη μορφή του (πέρα από την προδημοσίευση τμήματος τής Εισαγωγής στον «Επίλογο 2003»), ένα πρώτο ταξίδι σε καβαφικούς φιλολογικούς χώρους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, και έχει ήδη ασκήσει, σ’ αυτή τη μορφή, ακόμα και μια πρώτη, έχω την εντύπωση, σιωπηρή επίδραση) είναι λοιπόν μια καβαφική μελέτη που πιστεύω ότι θα αποτελέσει βασικό και θεμελιώδες βοήθημα για κάθε καβαφική έρευνα στο μέλλον.

Σχολαστικότερες λεπτομέρειες, τελειώνοντας: το βιβλίο αποτελείται ουσιαστικά από τρία μέρη:

τις Εισαγωγές (: «από τον Καβάφη σε ποιον Καβάφη» και «εισαγωγή στο ζήτημα») όπου τίθενται αρχικές και βασικές σκέψεις γύρω από τη ζωή και τον θάνατο του Αλεξανδρινού – προσωπικά θεωρώ στο σημείο αυτό λαμπρή την ανάλυση των τάφων που έπρεπε να δει ως παιδί αναγκαστικά ο Καβάφης εξαιτίας των πρώιμων θανάτων στην οικογένεια, και τη σύνδεσή τους με τούς μετέπειτα «Τάφους» και τα «Επιτύμβια» τής ποίησής του,

τις Περιοχές τής Ποίησης (: «η κατάταξις η σωστή, η κατά θέματα» και άλλα τέτοια κεφάλαια που έχουν ως τίτλους φράσεις του ίδιου του Καβάφη αναστοχαζόμενου τη δομή του υλικού του (κυρίως στη σωζόμενη αλληλογραφία του)) όπου εκτίθεται η μέθοδος του Καβάφη όπως αποκαλύπτεται κατά τη λεπτομερή και σχολαστική μελέτη των καβαφικών εκδόσεων και τής καβαφικής πρακτικής που απορρέει από αυτές (: αυτονόητη συνέχιση (κατά παραδοχή βεβαίως του ίδιου του Τασσόπουλου) των «Καβαφικών Εκδόσεων» του Γ. Π. Σαββίδη, η οποία συνέχιση δείχνει και τί μπορεί να κάνει η γενναία γονιμότητα στον τομέα ακόμα και ενός φαινομενικά σκληρού σχολαστικισμού) έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε να αναδύεται σταδιακά η μορφή το σχήμα και το νόημα μιας συνολικής καβαφικής ποιητικής ιστορικής σύνθεσης, και

τα Σχόλια (: «σχόλια σε δύο αιώνες»), που είναι και το πιο ξεκούραστο ίσως αναγνωστικά μέρος του βιβλίου: Μέσα από τον σχολιασμό (εξαντλητικόν, έχω την εντύπωση, αν και δεν είναι εκεί το πρόβλημα) των ιστορικών γεγονότων που αφορούν το κάθε ποίημα, δεν εξηγείται μόνο η θέση του κάθε ποιήματος (όπως το τοποθετεί δηλαδή ο Καβάφης στην θεματική του έκδοση των ποιημάτων) δεν καταδεικνύεται μόνο ότι αυτή η θέση είναι ακριβώς η χρονολογική συνέχεια τής ιστορικής στιγμής του προηγούμενου, και η προετοιμασία για την ιστορική στιγμή του επόμενου, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, και αφάνταστα ίσως πιο γοητευτικό: Μέσα από την διερεύνηση όλων των παραμέτρων, συμβόλων, προσώπων, γεγονότων και προσωπικών στιγμών που διασχίζουν την υπόθεση του κάθε «ιστορικού» ποιήματος του Καβάφη, αναδεικνύεται πολλές φορές με χιούμορ και ειρωνεία όχι μόνο μια πλευρά τής ιστορίας μας εξαιρετικά γοητευτική και άγνωστη στο πλατύ κοινό (ας όψεται η επίσημη παιδεία μας) μια ιστορία των ιστοριών, των χειρογράφων των μελετών και των προτύπων, τα οποία είχε στη διάθεσή του ο Καβάφης ως πρώτο υλικό (πολλές φορές ειρωνικά συντομεύοντας ή σκληρά συμπυκνώνοντας τούς αρχαίους συγγραφείς), αλλά αναδεικνύεται επίσης αυτόνομα και η κρυμμένη ιστορία των ίδιων αυτών «πηγών» με τίς αντιφάσεις, τίς αδυναμίες, τίς συμβατικότητες, τίς ποιητικές της άδειες, και τη γοητεία της. Τέλος τα σχόλια λειτουργούνε και σ’ ένα τρίτο επίπεδο σαν αυτόνομο ιστορικό ανάγνωσμα όπου, με αφορμή τα ποιήματα του Καβάφη, μπορεί να ζήσει κανείς κομμάτια τής ιστορίας μας σχεδόν ξεχασμένα, παραμελημένα ή λογοκριμένα, όπως οι λεπτομέρειες των τσακωμών των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, οι αλλεπάλληλες οικογενειακές περιπέτειες επιμειξίες και αιμομειξίες των Πτολεμαίων, ως την αστραπιαία κατά διαστήματα ανάδυση μιας εκτυφλωτικά (και καβαφικά) γοητευτικής και άγνωστης ζωής και δράσης ενός ήρωα, που μάς σκλαβώνει μ’ αυτήν την μυρωδιά προυστικής καθημερινότητας που αναδίνει.

Στο όλο έργο διαχέεται τελικά μια ευεργετική αυθεντικότητα σύλληψης και μορφής και, να μού επιτραπεί επίσης να πω, και ήθους, γιατί η επιστημονική του λιτότητα και αυστηρότητα συμβαδίζουν με μια ελλειπτικότητα και μια οικονομία ποιητικών καθαρά καταβολών, πράγμα που κάνει το «Όλον Σώμα» να γοητεύει και σαν κείμενο πέρα από την ειδική φιλολογική του αξία την οποία υπογείως υποβοηθά και ενισχύει το γεγονός πως ο Σ. Τ., με την απόλυτη αυστηρότητα που τον χαρακτήριζε σε όλα του τα επαγγελματικά, δεν επικαλέστηκε ποτέ το δικό του ποιητικό παρελθόν στην ενασχόλησή του με τον Καβάφη.

Πιστεύω πως (όταν εάν και όποτε πλέον, μετά θάνατον, εκδοθεί (πικρή μοίρα πολλών συγγραφέων στη χώρα μας να ξέρουν ότι μια τέτοια πρόταση ίσως ειπωθεί κάποτε και για κείνους)) θα αποδειχθεί ένα βιβλίο συντροφικό για όσους αγαπούν τον Καβάφη, αλλά και ένα βιβλίο εργαλείο χρήσιμο στους ειδικούς, για τούς οποίους μπορεί να λειτουργήσει σαν αρχή και ξεκίνημα προς άλλες μελέτες στο μέλλον όπως (με ανοίκεια για την ελληνική πραγματικότητα μετριοπάθεια) ισχυρίζεται ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του:

Το βιβλίο αυτό, (που δεν κατέχει καμιά εξ ύψους αλήθεια για τον Καβάφη αλλά θέλει να συμβάλλει, αν όχι στην αναζήτηση και ανεύρεσή της, στην καλύτερη κατανόηση του ποια μπορεί να είναι η αλήθεια αυτή) (…) αποτελεί μέρος τής εργασίας που χρειάζεται να προηγηθεί για να γίνει μια συνολική μελέτη για τον Καβάφη και το έργο του. Έτσι, θα πρέπει να ιδωθεί σαν ένα μέρος από τετράδια εργασίας που είναι χρήσιμα για τη δουλειά που θέλω να κάνω, χρήσιμα και για τη δουλειά όποιου άλλου. Παρά την έκτασή του και παρότι είναι γραμμένο με τρόπο συχνά ελλειπτικό, έφτασε να καλύψει σε κάποιο βαθμό μόνο την ιστορική περιοχή των ποιημάτων και να σχολιάσει ένα μικρό μέρος μόνο από τα ποιήματα αυτά. (…) η εργασία αυτή δεν μπορεί παρά να γίνεται παράλληλα με άλλες σχετικές με το έργο του Καβάφη, τμήματα μιας συνολικής και ανέφικτης ίσως μελέτης, και παράλληλα με την προσπάθεια να γνωρίσω το έργο του. Πάντως τα όποια κενά στη γνώση (σχεδόν όλων των αδημοσίευτων ως τώρα) στοιχείων για τον Καβάφη, και τής βιβλιογραφίας του, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εκπλήξεις, που δεν θα ήταν στο κάτω κάτω δυσάρεστες, αφού θα συνεισέφεραν στην πληρέστερη αντιμετώπιση του ζητήματος που επιχειρώ να διερευνήσω, επειδή αυτό ενδιαφέρει και όχι η διεκδίκηση κάποιας πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας ή μοναδικότητας. Μια τέτοια εργασία δεν πραγματοποιείται με λυρικές εξάρσεις, ούτε γίνεται για να μιλήσεις για το έργο σου ή για τον εαυτό σου. Ας μην ξεχνάμε όταν ασχολούμαστε με τον Καβάφη ότι η μοναδικότητα και η πρωτοτυπία και η πρωτοπορία ανήκουν σ’ αυτόν αποκλειστικά.
(…)
θα επιχειρήσω να διερευνήσω τα σχετικά με την κατάταξη των ποιημάτων του Καβάφη σε τρεις περιοχές ή κατηγορίες και θα προσπαθήσω να τα ταξινομήσω, να τα τοποθετήσω δηλαδή στη θεματική τους αλληλουχία, όπου τα ποιήματα πέρα από τη λειτουργία τους ως αυτόνομων ποιητικών μονάδων αποκτούν και άλλες διαστάσεις ή μάλλον, σωστότερα, όπου αποκαλύπτονται και άλλες διαστάσεις τους όταν τα παρακολουθήσει κανείς με μια σειρά παραπλήσια με τη σειρά που ο Καβάφης ήθελε να έχουν. Αυτή τη βούλησή του επιχειρώ να εντοπίσω, να ανιχνεύσω και να πλησιάσω, έχοντας γνώση και συναίσθηση για το ότι είναι ανέφικτο να το πετύχω αυτό. Μού αρκεί να μην απομακρυνθώ από τον δρόμο που δείχνει ο ίδιος και να δοθεί ίσως σε άλλους αφορμή να προχωρήσουν περισσότερο.
(…)
Και καθώς τώρα ο χρόνος (της έρευνας και τής μελέτης, αλλά και τής ζωής εν γένει) του Στέφανου Τασσόπουλου δεν θα προχωρήσει άλλο, μπορώ νομίζω να προσθέσω και όχι μόνο για λόγους συναισθηματικούς, τελειώνοντας την ελάχιστη αυτή αναφορά μου στο έργο του, και την τελευταία παράγραφο του όλου βιβλίου:

Η εργασία βρίσκεται στην αρχή της ακόμη όμως ως εδώ που έφτασε έχουν τεθεί οι βασικοί της παράμετροι, αυτές που είναι αναγκαίες για να προχωρήσει – όχι απαραίτητα από μένα. Η απουσία συστήματος και μεθόδου, που μπορεί να φανεί ότι υπάρχει σ’ αυτήν, οφείλεται περισσότερο στην προσπάθεια για τον σχηματισμό κάποιας μεθόδου. Με την έκταση που παίρνει και τίς απαιτήσεις που δημιουργεί αρχίζει ίσως να ξεπερνάει τίς δυνατότητες ενός ανθρώπου, τουλάχιστον τίς δικές μου. Πάντως είμαι σε θέση να την συνεχίσω για πολύ, και για τίς δύο πρώτες περιοχές με αρκετή βεβαιότητα.

(1)
Επιθυμίες.

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν 
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό, 
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά -
έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν 
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά 
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.


(2)
Ιωνικόν.

Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των, 
γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των, 
διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί. 
Ω γη τής Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη, 
σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη. 
Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο 
την ατμοσφαίρα σου περνά σφρίγος απ’ την ζωή των· 
και κάποτ’ αιθερία εφηβική μορφή, 
αόριστη, με διάβα γρήγορο, 
επάνω από τούς λόφους σου περνά.


(3)
Δυνάμωσις.

Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει 
να βγει απ’ το σέβας κι από την υποταγή. 
Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει, 
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει 
και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ την παραδεγμένη 
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει. 
Από τες ηδονές πολλά θα διδαχθεί. 
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι· 
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί. 
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.


25 Νοεμβρίου 2017

The Satrapy [Constantine P. Cavafy, Η Σατραπεία, μετ. στα αγγλικά Κωνσταντίνος Δασκαλάκης]


The Satrapy 

What a misfortune, although you are made
for fine and great works
this unjust fate of yours always
denies you encouragement and success;
that base customs should block you;
and pettiness and indifference.
And how terrible the day when you yield
(the day when you give up and yield),
and you leave on foot for Susa,
and you go to the monarch Artaxerxes
who favorably places you in his court,
and offers you satrapies and the like.
And you accept them with despair
these things that you do not want.
Your soul seeks other things, weeps for other things;
the praise of the public and the Sophists,
the hard-won and inestimable Well Done;
the Agora, the Theater, and the Laurels.
How can Artaxerxes give you these,
where will you find these in a satrapy;
and what life can you live without these.


Η Σατραπεία

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις. 



Πηγή: people.csail.mit.edu/costis/

31 Αυγούστου 2015

Όταν Διεγείρονται [Κωνσταντίνος Καβάφης]


Όταν Διεγείρονται

Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
Βάλ’ τα, μισοκρυμένα, μες στες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες στο μυαλό σου,
την νύχτα ή μες στην λάμψι του μεσημεριού.

Πηγή: snhell.gr

25 Ιουνίου 2015

Μονοτονία [Κωνσταντίνος Καβάφης]

Μονοτονία

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
οι όμοιες στιγμές μάς βρίσκουνε και μας αφήνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

Πηγή: greek-language.gr/Resources



Μονοτονία

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει. 

Πηγή: kavafis.gr



Από τις δύο αποδόσεις στο μονοτονικό προτιμώ την πρώτη όχι τόσο για τη συνολική συνέπεια με τη νέα γραμματική, αλλά για τον τόνο στο "μάς", στον τέταρτο στίχο της πρώτης στροφής, διότι αποδίδει και ξεκαθαρίζει, σωστότερα το νόημα.

18 Αυγούστου 2011

Η Μυθολογία του προλεταριακού έρωτα: Λαπαθιώτης και Καβάφης [Μάρθα Βασιλειάδη]




Η Μυθολογία του προλεταριακού έρωτα: Λαπαθιώτης και Καβάφης (1)
Το χρονικό μιας (λογοτεχνικής) φιλίας.

Όταν στα τέλη του 1916 ο Λαπαθιώτης, ακολουθώντας τον πατέρα του σε μια στρατιωτική αποστολή, βρίσκεται για πρώτη φορά στην Αλεξάνδρεια, συναντά τον ώριμο πια ποιητή 54 χρονών που συνεχίζει ακόμη και τότε να διχάζει σε παρατάξεις τους φιλολογικούς κύκλους των Αθηνών. «Άκρως αισθητική» η συνάντηση αυτή δεν διαψεύδει σε τίποτα τις προσδοκίες του νεαρού εστέτ για το μύθο του Καβάφη, όπως δηλώνει και το σχετικό απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του:
Ο ιδιόρρυθμος σε όλα και χαριτωμένος ποιητής, προειδοποιημένος για το γεγονός της επισκέψεώς μας, είχε αναμμένες προς τιμήν μου τις σπανίας τέχνης κρεμαστές δαμασκηνές του λάμπες και μας περίμενε. Λυγερότατος, περιποιητικότατος, με δέχτηκε θερμά και ζωηρά, και καθισμένοι στα ντιβάνια του μικρού χαρακτηριστικού, εντελώς ανατολίτικου, γραφείου-σαλονιού του, κουβεντιάσαμε για όλα τα ζητήματα που μας απασχολούσαν (2).

Έκτοτε ο μεν Λαπαθιώτης, αμφιλεγόμενος αλλά και πασίγνωστος θα υπερασπίζει σε κάθε ευκαιρία το έργο του Αλεξανδρινού μέσα από τις σελίδες του Ελεύθερου Βήματος, του Νουμά κ.ά., ο δε Καβάφης διατηρώντας πάντα τις αποστάσεις, όπως ταιριάζει στην ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία του, θα επενδύει σ’ αυτήν τη φιλία στέλνοντας αφιερώσεις και ευχαριστήρια σημειώματα: «Χαίρομαι που με δίδεται έτσι η ευκαιρία να σας ευχαριστήσω μια φορά ακόμη για την τόσο φιλική στάσι σας απέναντι του έργου μου. Επανειλλημένως με υποστηρίξατε· γνωρίζω δε καλώς ότι έχει πολύ κύρος υποστήριξις προερχομένη από σας...». (3)

Το κατά πόσο η ποίηση του Λαπαθιώτη αλλά και των συγχρόνων του έχει επηρεαστεί ή καλύτερα καθοριστεί από τις ριζικές καινοτομίες της γλώσσας και της θεματικής του Καβάφη, είναι ένα θέμα που δεν θα μας απασχολήσει εδώ. Στόχος της ανακοίνωσης αυτής είναι να επισημανθούν κάποιοι κοινοί ιδεολογικοί τόποι στους δύο ποιητές σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται αλλά και βιώνουν σε προσωπικό επίπεδο την ερωτική –ομοφυλόφιλη - εμπειρία.

Ευρωπαϊκοί απόηχοι μιας κοινωνικής προοπτικής.
Γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών και οι δύο, με λαμπρή παιδεία και ο Καβάφης και ο Λαπαθιώτης, απόλυτα εξοικειωμένοι με το λογοτεχνικό τοπίο του ευρωπαϊκού αισθητισμού παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις καινούριες τάσεις της λογοτεχνίας η οποία στις αρχές του αιώνα απορρίπτει τα ρομαντικά σχήματα και αναζητά την τόλμη στην έκφραση και στις ιδέες. Η συμβολιστική σχολή της γαλλικής Παρακμής με τον Huysmans και τον Jean Lorrain κ.ά δημιουργεί νέους λογοτεχνικούς χαρακτήρες στιγματισμένους από νοσηρά πάθη, εκθειάζει έναν νέο τύπο ερώτων και ανατρέπει τους κώδικες της κοινής ηθικής.
Ο έρωτας, ο ομοφυλόφιλος έρωτας δεν αποσιωπάται ως διαστροφή, αλλά εξυμνείται άλλοτε ως παραισθητική εμπειρία κι άλλοτε ως ενσυνείδητη πράξη κοινωνικής καταγγελίας.
Έτσι, στα μυθιστορήματα αυτής της εποχής με άριστα χωνεμένα τα διδάγματα του νατουραλισμού εμφανίζεται ή μάλλον επανεμφανίζεται ένας λογοτεχνικός ήρωας, ένα καινούριο αντικείμενο του πόθου: πρόκειται για το νέο λαϊκής τάξης του οποίου η ταπεινή καταγωγή λειτουργεί ως πρότυπο αισθησιακής ομορφιάς κι ως μοναδικό εχέγγυο του γνήσιου πάθους.
Υπάρχει, δηλαδή, από τη μια μεριά μια πρόθεση να περιγραφεί και κατά συνέπεια να απελευθερωθεί η ομοφυλόφιλη εμπειρία του έρωτα –l’illegitime ideal de la volupe (4) - κι από την άλλη να καταγραφεί ως μια πράξη κοινωνικής αντίστασης φέρνοντας στο προσκήνιο έναν ήρωα που προέρχεται από τις μάζες.

Αναρωτιέται κανείς βέβαια τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Καβάφη που σ’ ένα σημείωμα του 1905, μεμφόταν τον συντηρητισμό της αγγλικής λογοτεχνίας και έγραφε:
Εκείνο που για μένα κάμνει την Αγγλική φιλολογία ψυχρή, είναι [...] είναι – η - πώς να την πω; - συντηρητικότης, η δυσκολία – ή η ακουσιότης - να χωρισθούν από τα παραδεδεγμένα, και ο φόβος μη προσκρούσουν προς την ηθική, την ψευδο-ηθική γιατί έτσι πρέπει να πούμε την ηθική που καμώνεται την ανήξερη. Σ’ αυτά τα τελευταία δέκα χρόνια πόσα Γαλλικά βιβλία, - και καλά και κακά - γράφηκαν τα οποία εξετάζουν και παίρνουν γενναία υπ’ όψιν την νέα φάσι του έρωτος. Νέα δεν είναι· μόνο για αιώνες παραμελήθηκε, με την πρόληψι που ήταν τρέλλα (η επιστήμη λέγει όχι) ή έγκλημα (η λογική λέει όχι). Κανένα Αγγλικό, που να ξέρω. Γιατί; Γιατί φοβούνται να μη προσκρούσουν στις προκαταλήψεις. (5)

Και τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη ο οποίος, κατά τα λεγόμενα του Τ. Κ. Παπατζώνη, λάτρευε τον Wilde και τη λογοτεχνία της Παρακμής, γνώριζε απ’ έξω και απήγγειλε στίχους καταραμένων ποιητών όπως ο Πόε, ο Baudelaire, ο Mallarme, βυθιζόταν «στις ατμόσφαιρες τις ρέπουσες προς την νευρασθένεια και τη μονομανία του Huysmans, τις κατόψεις του θανάτου με τον Μαίτερνλινγκ [...]» (6).
Θα μπορούσε αυτή η Belesenheit αστών με πολιτική ευαισθησία, όπως ο Καβάφης και ο Λαπαθιώτης να «μορφώσει περιοχές του έργου» τους και να διεισδύσει με τέτοιο τρόπο στην ποίησή τους, ώστε να μπορούμε να μιλάμε για εκλεκτικές συγγένειες και να αναγνωρίζουμε στα φευγαλέα πρόσωπα των ποιημάτων τους το μυθιστορηματικό μοντέλο του «προλετάριου» εραστή του Huysmans, του Lorrain, του Pierre Loti;

Ο ύποπτος κοσμος της ομοφυλοφυλίας.
Είναι γεγονός ότι στην λογοτεχνία των αρχών του αιώνα προβάλλεται και σχεδόν εξαγιάζεται κάθε πάθος που ξεφεύγει από τα στεγανά «ερώτων της ρουτίνας», κάθε τολμηρή ετεροφυλόφυλη ή ομοφυλόφιλη αγάπη που ανατρέπει κοινωνικά ή ερωτικά τους νόμους της «τρεχάμενης ηθικής». Έτσι δικαιολογείται κατά κάποιο (αδέξιο ίσως) τρόπο η σκηνοθετημένη περιπέτεια του ήρωα του Huysmans, des Esseintes με ένα νεαρό αγόρι το οποίο αποπλανά για να το μυήσει στη διαφθορά και να του εμπνεύσει ένα ασίγαστο μίσος για το σαθρό οικοδόμημα της κοινωνίας κι έτσι βιώνεται η αποκαλυπτική εμπειρία του ομοφυλοφυλικού έρωτα: «ως μια ύποπτη φιλία που κράτησε για μήνες· ο des Esseintes δεν μπορούσε να την αναπολήσει χωρίς ν’ ανατριχιάσει: ποτέ δεν είχε γνωρίσει τέτοιους κινδύνους, ποτέ δεν είχε νιώσει ικανοποίηση με μεγαλύτερο πόνο» (7). Έτσι ερμηνεύεται επίσης κατά τον Wilde η επιμονή του να συναναστρέφεται ανθρώπους του υποκόσμου αναζητώντας στα ακατέργαστα πάθη τους την έξαψη του κινδύνου:
People thought it dreadful of me to have entertained at dinner the evil things of life, and to have found pleasure in their company. But they, from the point of view through which I, as an artist in life, approached them, were delighfully suggestive and stimulating. It was like feasting with panthers. The danger was half the charm... They were to me the brightest of gilded snakes. Their poison was part of their perfection. (8)
Όμως εκείνοι, από την άποψη από την οποία εγώ, ως καλλιτέχνης της ζωής, τους προσέγγιζα, ήταν ηδονικά υποβλητικοί και ερεθιστικοί. Ήταν σαν να γευμάτιζα με πάνθηρες. Ο κίνδυνος ήταν το ήμισυ της έξαψης... Για μένα ήταν τα πιο λαμπερά επιχρυσωμένα φίδια. Το δηλητήριό τους αποτελούσε μέρος της τελειότητάς του]. Για τη σχέση Λαπαθιώτη και Oscar Wilde, βλ. Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Το παγκόσμιον δράμα της Σαλώμης. Έρως και θρησκεία. Το έργον του μεγάλου συγγραφέως », εφ. Εσπερινή, 8.6.1908 [Αφιέρωμα το Ναπολέωντα Λαπαθιώτη, Νέα Εστία, 75, Μάρτιος 1964, σ. 399-400] του ιδίου, « Η Τέχνη... και τα λοιπά! [Λέξεις, σκέψεια και πεποιθήσεις]- L’Art pour l’art », εφ. Νέον Άστυ, 12-5-1909 [Αφιέρωμα το Ναπολέωντα Λαπαθιώτη, Νέα Εστία, 75, Μάρτιος 1964, σ. 400-401], καθώς επίσης και την μετάφραση του κειμένου του Andre Gide για τον Wilde: Αντρέ Ζίντ, Ο Όσκαρ Ουϊάλδ και εγώ : in memoriam De profundis, απόδοση Ναπολέων Λαπαθιώτης, Στοχαστής, Αθήνα, 1997. Βλ. επίσης το βασικό κείμενο της λαπαθιωτικής βιβλιογραφίας, Τ.Κ. Παπατζώνης, Ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά, ό.π.. Πρβλ. επίσης την ανέκδοτη διπλωματική εργασία της Αικατερίνης Ιατρού που εκπονήθηκε υπό την εποπτεία της Χριστίνα Ντουνιά, Οι τύχες του Oscar Wilde στην Ελλάδα (1895-1930): Μια πρώτη καταγραφή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 2005 και κυρίως τις σελίδες 101-119 «Ναπολέων Λαπαθιώτης: ένας ουαϊλδικός καλλιτέχνης της ζωής».
Οι άνθρωποι του λαού, απαλλαγμένοι από κοινωνικές προκαταλήψεις και φοβίες, κοντά στη φύση και χωρίς χυδαία επιτήδευση, λειτουργούν στο ευρύχωρο διάπλεγμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας όχι μόνο ως μια έντονη ερωτική φαντασίωση η οποία εξαρτάται, όσον αφορά τον ομοφυλόφυλο λόγο εν μέρει και από την εξιδανίκευση ενός καθαρά ανδρικού προτύπου ομορφιάς, αλλά συμβολίζουν και μια βαθύτερη επιθυμία κοινωνικής αντίστασης στη θεσμική καταπίεση, αποτελούν εν τέλει μια κραυγή ελευθερίας.
Θα ήταν ίσως παράτολμο να εντάξει κανείς τους δύο Έλληνες ποιητές, τους τόσο διαφορετικούς κατά τ’ άλλα μεταξύ τους στην ευρωπαϊκή παράδοση της ερωτικής μυθοποίησης του προλεταριάτου (9). Όμως δεν είναι τυχαίο ότι στα προσωπικά σημειώματα και των δύο βρίσκεται ο πυρήνας αυτής της ίδιας ιδέας που κάνει να καθρεφτίζεται στα πρόσωπα των λαϊκών νέων η καθαρότητα της ιδανικής ομορφιάς. Αξίζει, νομίζω να αντιπαραβάλλουμε τα δύο κείμενα:
Με αρέσει και με συγκινεί η εμορφιά του λαού, των πτωχών νέων. Δούλοι, εργάται, μικροϋπάλληλοι του εμπορίου, υπάλληλοι των μαγαζιών. Είναι η αμοιβή, θαρρείς, για τες υστερήσεις των. Η πολλή δουλειά και η πολλή κίνησις τους κάμνουν λεπτά και συμμετρικά τα σώματα. Είναι σχεδόν πάντα λιγνοί. Τα πρόσωπά τους ή άσπρα όταν η εργασία τους είναι μες σε μαγαζιά, ή ηλιοκαμένα όταν είναι έξω, έχουν πάντα ένα συμπαθητικό ποιητικό χρώμα. Είναι μια αντίθεσις στους πλουσίους νέους που είναι ή αρρωστιάρηδες και φυσιολογικώς βρώμικοι ή με πάχητα και με λίγδες απ’ τα πολλά φαγιά, και τα πιοτά και τα παπλώματα· θαρρείς που στα πρησμένα ή στα ζουρώμενα μούτρα τους φανερώνεται η ασχημία της κλεψιάς και της ληστείας αυτών και των πατέρων των, των κληρονομιών και των τόκων των. (10)
Το σημείωμα αυτό του 1908, γνωστό και πολυχρησιμοποιημένο στις καβαφικές μελέτες για την σχεδόν βίαιη αμεσότητα των εικόνων που προβάλλει μας βοηθά, κατά τον Γ. Π. Σαββίδη, να κατανοήσουμε τον «δραστικό λόγο του Καβάφη» και να ερμηνεύσουμε ποιήματα που «είτε τα προσπερνούμε, είτε τα κατατάσσουμε μηχανικώς στα «ηδονικά» ως κρυσταλλώματα κοινωνικής παρατήρησης και ενέργειας» και όχι ως φανερώματα «ενός απλού αισθησιακού λαϊκισμού» (11). Οι νέοι του Καβάφη, εκείνοι που ξεφεύγουν από το ψευδοϊστορικό πλαίσιο των ινδαλμάτων της ηδονής, ζωντανεύουν τον πολύβουο κόσμο της εργατικής τάξης, ερωτεύονται, προσδοκούν και διαψεύδονται δρώντας σε ένα «πολιτικό» σύστημα αξιών, ένα σύστημα «ερωτικής ηθικής». (12)

Για τον «πολλαπλώς συνάδελφο του Αλεξαντρειανού Καβάφη» όπως χαρακτηρίζει τον Λαπαθιώτη ο Ταγκόπουλος σ’ έναν από τους συνήθεις δημόσιους διαξιφισμούς τους, η ομορφιά των λαϊκών νέων δεν αποτελεί μόνο φαντασιακό βίωμα, μια ηθελημένη σύζευξη ζωής και τέχνης αλλά ανήκει στην βαθύτερη, ουσιαστικότερη κοσμοθεωρία του. Για τον κομμουνιστή Λαπαθιώτη, τον κομψευόμενο ποιητή που στις νυχτερινές περιπλανήσεις του διάλεγε προκλητικά τη συνοδεία του από τον κόσμο του πιο σκοτεινού περιθωρίου, η διάκριση είναι σαφής:
«Εκείνο που μου λεπταίνει και μου γαληνεύει το μυαλό, σημείωνε στις 17-4-1928 στο «ημερολόγιο» του, εκείνο που μου δημιουργεί γύρω μια ζεστή ατμόσφαιρα ειλικρίνειας και συναδελφότητος είναι να βρίσκομαι αναμεταξύ νέων. Κι οι νέοι αυτοί πρέπει να είναι ή παιδιά στοχαστικά που ασχολούνται κάπως με την Τέχνη ή απλά παιδιά του λαού» (13).

«Προλετάριοι» νέοι και «προλεταριακοί» έρωτες.
Εάν στην ποίηση του Καβάφη και ειδικά στα ποιήματα της τελευταίας δεκαπενταετίας 1919-1932, οι νέοι της λαϊκής τάξης εκτοπίζουν σταθερά τις ψευδοϊστορικές μυθοπλασίες και ο ποιητής επανέρχεται σε σενάρια και σχήματα όπου η έκβαση της ερωτικής ιστορίας εξαρτάται και από τις εφήμερες συμβάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας, στο έργο του Λαπαθιώτη αντίστοιχα τα ποιήματα με πρωταγωνιστές «απλά παιδιά του λαού» χαρακτηρίζονται από έντονα ρεαλιστικά στοιχεία μεν, απορρέουν όμως από μια τελείως διαφορετική ποιητική έμπνευση. Αν δεχτούμε την άποψη του Μ. Πιερή ότι μέσα από αυτήν τη συγκεκριμένη θεματολογία ο Καβάφης προάγει «μια κοινωνική ιδεολογία που λαμβάνει υπόψιν την έννοια της ταξικής συνείδησης και εξαίρει ίσες και ισότιμες αισθηματικές σχέσεις» (14) και την προσαρμόσουμε στις ανάλογες ποιητικές περιπτώσεις του Λαπαθιώτη, προκύπτουν κάπως γενικευτικά οι ακόλουθες υποθέσεις:
1. Τα περισσότερα ποιήματα που έχουν ως θέμα τον έρωτα ενός πρωτοπρόσωπου αφηγητή με νέο κατώτερης κοινωνικής τάξης ανήκουν στην περίοδο της ωριμότητας 1920-1939. Ο Λαπαθιώτης αποδεσμευμένος από την ηδυπάθεια και τον άκρατο ερωτισμό της πρώτης περιόδου, δοκιμάζεται στη σκιαγράφηση ανθρώπινων τύπων που ανήκουν σε λαϊκές τάξεις και άλλοτε ξεφεύγουν από τους νόμους της κρατούσας ηθικής και με δύο πεζογραφήματα, την εκτενέστερη νουβέλα «Το τάμα της Ανθούλας» (1932) (15) με έκδηλα νατουραλιστικά στοιχεία και το πεζογράφημα «Κάπου περνούσε μια φωνή... (Σελίδα μιας Αθήνας ξεχασμένης)» (16).
Και στα δύο αυτά παραδείγματα, απαθανατίζεται η Αθήνα του μεσοπολέμου και της φτωχογειτονιάς σε τόνους που θυμίζουν Χρηστομάνο. Στο κέντρο όμως της απλοϊκής τους υπόθεσης, ένας λανθάνων ομοφυλόφιλος ερωτισμός ξεπροβάλλει φέρνοντας στο προσκήνιο χαρακτήρες ατόφιους, σύμβολα μιας αδιάφθορης λαϊκής ηθικής. «Το τάμα της Ανθούλας» και το δράμα ενός έρωτα θηλυκού υποκειμένου χωρίς ανταπόκριση δεν είναι παρά το πρόσχημα για να καταγραφεί η ερωτική φιλία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές:
[...] Έκανε παρέα με τ’ αλάνια, με τους σημειώμενους διαρήχτες, μ’ όλο το κατακάθι του Περαία. Έκανε φίλους παιδιά αδέσποτα και παραστρατισμένα, του μπουντρουμιού και του κρατητηρίου. Κι όμως, εκείνος έμενε απείραχτος απ΄ τις ολέθριες επιδράσεις. Ίσως, όμως κ’ η φιλία του Ρουσάκη να του ήταν ένα στήριγμα σπουδαίο, για την αντίστασή του στο κακό. [...] Είχαν κ’ οι δυό τους ένα γνώρισμα κοινό: το φυσικό συγκράτημα στο φέρσιμο, μια καλωσύνη[...] μιαν αντίληψη λεπτής αλληλεγγύης, που θύμιζε κάποιες παλιές, ηρωικές φιλίες, μ’ όλη την πενιχρή σκηνοθεσία, που κυλούσεν αναγκαστικά το δράμα της ανώνυμης ζωής τους. Ήταν μια λανθάνουσα στοργή, ένας απ’ τους κρυφούς δεσμούς εκείνους που γεννιούνται, μεστώνουν και φουντώνουν, μόνο μες στην αγνή, την ανεκτίμητη, τη διαμαντένια λαϊκή καρδιά. (17)
Προσπερνώντας συνειδητά τη διάσταση και το συναρπαστικό βάρος της προσωπικής ομολογίας σε ό,τι αφορά τη συνάφεια του Λαπαθιώτη με τον κόσμο των ναρκωτικών (18), διακρίνουμε στη θεματική αυτής της νουβέλας μια διάθεση να προβληθεί η ηθική ακεραιότητα των νεαρών πρωταγωνιστών, η «λανθάνουσα στοργή» και η «λεπτή αλληλεγγύη» ανάμεσα τους που «σαν εμορφιά διαρκής» τους εντάσσει στον αδιάλλακτο κόσμο του περιθωρίου αλλά και ταυτόχρονα τους προφυλάσσει από αυτόν. Η ατμόσφαιρα θυμίζει κάποια από τα ατελή ποιήματα του Καβάφη (« Έγκλημα», «Η είδησις της εφημερίδος») όπου η ερωτική σχέση καθαγιάζει το (κοινωνικό) έγκλημα, την παρανομία, την κλεψιά και νομιμοποιεί ένα άγραφο καθεστώς ανιδιοτέλειας και φιλίας (19):
Συντροφιά από τέσσαρες
Το χρήμα το κερδίζουν βέβαια όχι τιμημένα.
Μα έξυπνα παιδιά κ’ οι τέσσαρες, τον τρόπο
Βρίσκουνε και γλυτώνουν απ’ την αστυνομία.
Χώρια απ’ την εξυπνάδα, είναι πλέρια δυνατοί.
Γιατί τους δυό έχει ενώσει ο δεσμός της ηδονής. [...]
Το χρήμα το κερδίζουν βέβαια όχι τιμημένα,
Ενίοτε με τον φόβο μην φάνε μαχαιριά,
Μην πάνε φυλακή. Μα έλα που η Αγάπη
Μια δύναμη που έχει το ακάθαρτό τους χρήμα
Το παίρνει και το πλάθει στιλπνότατον, αγνό. (20)
2. Περνώντας τώρα στην ποιητική παραγωγή του Λαπαθιώτη και χωρίς να σταθούμε σε κοινά σημεία όπως η σκηνοθεσία σε ανοικτούς, δημόσιους χώρους (21) («Στο κέντρο το νυχτερινό», Μπυραρία, Μπαρ) στους οποίους διαδραματίζονται ή φαντασιώνονται οι παράνομοι έρωτες, διαπιστώνουμε ότι, ενώ στον Καβάφη προβάλλεται συστηματικά, όπως έχει επανειλημμένα αποδειχτεί από την κριτική (22), ένα ιδανικό ισοτιμίας (ηλικιακής, κοινωνικής, ερωτικής), στον Λαπαθιώτη το ποιητικό εγώ διαφοροποιείται από το ερωτικό αντικείμενο και μοιάζει αυτή του η διαφορά να λειτουργεί καταλυτικά υπέρ της ερωτικής σχέσης:
Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη,
δεν έχει τρόπους να φερθεί και μήτε να ντυθεί,
- μά’ ναι το πιο καλό παιδί, που μες στην πλάση τούτη
μπορεί ν’ απαντηθεί!
Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι,
τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά,
- μα το μεγάλωσε το φως, αυτό που μεγαλώνει
τα ξένοιαστα πουλιά...
Κι άλλοτε μού ‘τυχε ξανά, – στο διάβα κάποιου δρόμου,
να περπατήσω συντροφιά με διάφορα παιδιά,
- μ’ αυτό, σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου,
σα μια πικρή καρδιά...
Κι όταν των άλλων των παιδιών τα λούσα βλέπει πλάι
κι αυτό δεν έχει πιο καλό κοστούμι να ντυθεί,
τότε γυρίζει τη ματιά – και μου χαμογελάει,
να παρηγορηθεί... (23)
Εικόνα αθωότητας, το «απλό παιδί» αποπνέει μια αίσθηση υγείας, εμπνέει έναν έρωτα αγνό, απαλλαγμένο από νοσηρές προκαταλήψεις. Ο πατρικός σχεδόν τόνος του ποιητή, καθώς μοιράζεται το παράπονο του αγαπημένου του αλλάζει εντελώς το κλίμα, μας απομακρύνει από τις «έκνομες ηδονές» του Καβάφη, παραπέμποντας σ’ έναν έρωτα που κάθε άλλο παρά ισότιμος μοιάζει: ο αφηγητής ανήκει σε διαφορετική κοινωνική τάξη, αφού αξιολογεί την αδυναμία του «παιδιού» να «φερθεί με τρόπους», «να σταθεί σε σαλόνια» και η συγκινητική τρυφερότητα με την οποία περιγράφει την συμπεριφορά του απέναντι στους άλλους νέους δηλώνει μια διαφορά ηλικιακής υπεροχής.
Αξίζει να σημειωθεί πάντως κι αυτό σε σύγκριση πάντα με την καβαφική ποίηση, η εξαιρετική σημασία που αποδίδεται στο ενδυματολογικό στοιχείο (24). Συνώνυμο της λαϊκής ομορφιάς, «τα ρούχα της δουλειάς, τριμένα και παλιά» προωθούν την ερωτική φαντασίωση ή λειτουργούν πλαγίως και σαν κοινωνικό σχόλιο, σαν μια υπόμνηση της κοινωνικής αδικίας;
[...]
Ο φίλος του εδώ προ τριώ μηνών του είπε,
« εν έχουμε πεντάρα. Δύο πάμπτωχα παιδιά
Ήμεθα - ξεπεσμένοι στα κέντρα τα φθηνά.
Στο λέγω φανερά, με σένα δεν μπορώ
να περπατώ. Ένας άλλος, μάθε το, με ζητεί ».
Ο άλλος του είχε τάξει δυο φορεσιές και κάτι
μεταξωτά μαντήλια - Για να τον ξαναπάρει
εχάλασεν τον κόσμο, και βρήκε είκοσι λίρες
Ήλθε ξανά μαζί του για τες είκοσι λίρες
Μα και, κοντά σ’αυτές, για την παληά φιλία
για την παληάν αγάπη, για το βαθύ το αίσθημά των. —
Ο «άλλος» ήταν ψεύτης, παλήοπαιδο σωστό
Μια φορεσιά μονάχα του είχε κάμει, και
με το στανιό και τούτην, με χίλια παρακάλια.
Μα τώρα πια δε θέλει μήτε τες φορεσιές,
και μήτε διόλου τα μεταξωτά μαντήλια,
Και μήτε είκοσι λίρες, και μήτε είκοσι γρόσια.
Την Κυριακή τον θάψαν, στες δέκα το πρωί.
Την Κυριακή τον θάψαν: πάει εβδομάς σχεδόν. (25) [...]
Εδώ το μοτίβο της «ανάξιας πορνείας με αντάλλαγμα ακριβά και τελικώς περιττά ενδύματα» ανατρέπει την ερωτική σχέση και τοποθετεί τους εραστές μπροστά σε πλαστά διλήμματα που έρχεται να διαλύσει στο τέλος η τραγική έκβαση της ιστορίας. Δομημένο λαϊκότροπα σαν τραγούδι, το ποίημα που θυμίζει ταγκό της εποχής κατά τον Σεφέρη, συνοψίζει κάποιες από τις αρχές της καβαφικής ποιητικής: η ισοτιμία της αισθηματικής σχέσης («δύο πάμπτωχα παιδιά είμαστε») διασαλεύεται από την παρέμβαση του «άλλου», σύμβολο της εξουσίας του πλούτου («ψεύτης», «παληόπαιδο σωστό»). Σε αντίθεση με την νηφάλια ισορροπία της μη ισότιμης σχέσης (γηραιότερος # απλό παιδί /διαφορά κοινωνικής τάξης) στο Λαπαθιώτη, ο Καβάφης κατά την συνήθειά του εμπλέκει τους ομήλικες εραστές του σε ένα ερωτικό τρίγωνο όπου ο γνήσιος έρωτας, «το βαθύ αίσθημά των», υποχωρεί μπροστά στην διαβρωτική εξουσία του χρήματος.
Θα λέγαμε δηλαδή κάπως απλουστευτικά ίσως ότι ενώ οι δύο ποιητές πραγματεύονται μια παρόμοια θεματική, οι ποιητικοί δρόμοι που διαλέγουν οδηγούν σε διαφορετικής έντασης ποιητικά κατορθώματα. Έτσι, όταν ο Λαπαθιώτης καταπιάνεται με το θέμα της πορνείας, εστιάζει σε μια κατασκευασμένη θρησκευτικότητα που αποσιωπά εσκεμμένα την παραφορά του πάθους. Κατάλοιπο ενός ρομαντικού αισθησιασμού ή αυτού που ειρωνικά ο Μάριο Βίττι ονόμασε «εξαίτηση οίκτου» (26), το ζητούμενο δεν είναι να περιγραφεί η ηδονή της παρέκκλισης όπως στον Καβάφη, αλλά να αποκατασταθεί ηθικά το ερωτικό συναίσθημα αφήνοντας τελικά μια διάχυτη αίσθηση αφοπλιστικής ειλικρίνειας και ανθρωπιάς:
Ψες, τη νύχτα, σαν καθόμαστε μαζί στη μπυραρία, πλάι πλάι μεσ’ απ’ τα στενά τα ρουχαλάκια, το χιλιοδομένο στοχαζόμουνα κορμάκι, – κι ένα κλάϋμα μούρχονταν, έτσι για μιαν ιερότη. Το έτσι – καθώς είναι- καμένο απ’ το δαυλό της Απόλαψης, - τόκανε, λες η Αμαρτία, με τη φλόγα της, ιερό. Και μιαν Ευλάβεια μαραίνει το δικό μου Πόθο.
Ω! χιλιοσκοτωμένο, χιλιοδομένο, και χωρίς τιμή, τάσπρο χλωμό κρινάκι... (27)

Θερμός υποστηρικτής του Καβάφη, ο Λαπαθιώτης έχοντας εξ’ αρχής δηλώσει την ερωτική του απόκλιση σίγουρα επωφελήθηκε από τα διδάγματα του Αλεξανδρινού, χωρίς να σταθεί σ’ αυτό που μοιάζει να βασάνισε ποιητικά πολύ τον Καβάφη: τη σχέση κοινωνίας και ερωτικής ταυτότητας. Σ’ ένα από τα ποιήματά του αποκηρυγμένο από την μεταξική λογοκρισία, καταφεύγει σε γνώριμες καβαφικές πρακτικές (την τυχαία συνάντηση, την διαδικασία της αναγνώρισης, την πραγμάτωση της ερωτικής επιθυμίας) κατορθώνοντας εδώ να φτάσει στο βάθος της ποιητικής ουσίας κι ενός μοντέρνου λυρισμού:
Μάτι δειλό που σε κοιτάζει
βαθιά, βουβά και σκοτεινά
κι έτσι πιστά σα να σου τάζει:
θα σ’ αγαπώ παντοτινά.
Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι
δουλεύει σ’ ένα μαγαζί.
Το πήρα ένα Σάββατο βράδι
και κοιμηθήκαμε μαζί. (28)
Το «εντελώς ή περίπου ή και καθόλου αθώο παιχνίδι» (29) όπως θα γράψει ο ποιητής στην απάντηση του για τον σάλο που δημιούργησε το οκτάστιχό του θυμίζει τις εύγλωττες καβαφικές σιωπές των εν δυνάμει εραστών «της προθήκης του Καπνοπωλείου» ή του γνωστού «Ρωτούσε για την ποιότητα». Μόνο που στην περίπτωση του Λαπαθιώτη το ποιητικό εγώ ναρκισσευόμενο και λυρικό δηλώνει χωρίς υπεκφυγές το βίωμα που κυοφορεί την ποίηση, ενώ στον μείζονα Καβάφη «η αποκάλυψη του ερωτισμού γίνεται κάτι περισσότερο από ένα απλό ζήτημα εξομολόγησης και αυτο-δικαιολόγησης. [...]» (30).
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι στα ποιήματα με ήρωες «εργατικούς» νέους και παρά τις ουσιαστικές διαφορές τεχνοτροπίας τους, ο Καβάφης και ο Λαπαθιώτης συναντιούνται σε μία νέα ηθική προσέγγιση του έρωτα, αντιεξουσιαστική και αντικονφορμιστική που δεν έχει να κάνει μόνο με την προσωπική ιστορία της ερωτικής τους ταυτότητας αλλά προέρχεται από μια
ξεκάθαρη πολιτική θέση.
Το 1938, ο Λαπαθιώτης παραχωρεί συνέντευξη στον Γ. Περαστικό (Γ. Μ. Μυλωνογιάννη), η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα (9-4-1938). Στην συνέντευξη περιλαμβάνεται σε αυτόγραφό και το ποίημα
του «Επεισόδιο» το οποίο λόγω του τολμηρού περιεχομένου του, ενόχλησε την μεταξική λογοκρισία. Για να επανορθώσει, ο Λαπαθιώτης απευθύνει την εξής επιστολή στον υπεύθυνο της λογοκρισίας, Τάκη Μπαρλά:
27.4.1938
Αγαπητέ μου Τάκη
Επειδή μαθαίνω, με πολλή μου λύπη, την εξαιρετική συγκίνηση και ταραχή που προκάλεσε στη λογοκρισία το εντελώς, ή περίπου ή και καθόλου έστω αθώο παιχνίδι – οκτάστιχο, που μπήκε, ως αυτόγραφο, στη συνέντευξή μου των « Νεοελληνικών γραμμάτων » [...] γι’ αυτό αποφασίζω ν’ αλλάξω τον τελευταίο, και τον ένοχο στίχο του, έτσι ώστε, αποκαθαρμένος από το βάρος των φοβερών υπονοούμενων που περικλείει, να εμφανιστεί περισσότερο σύμφωνο με το πνεύμα της νέας καταστάσεως.
Λάβε, λοιπόν την καλοσύνη να τους ανακοινώσεις, ότι πρέπει να διαβαστεί έτσι:
Μάτι δειλό που σε κοιτάζει
βαθιά, βουβά και σκοτεινά
κι έτσι πιστά σα να σου τάζει:
θα σ’ αγαπώ παντοτινά.
Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι
δουλεύει σ’ ένα μαγαζί.
Το πήρα ένα Σάββατο βράδι
μα δεν πλαγιάσαμε μαζί !...
Δικός σου
Ναπολέων Λαπαθιώτης

Διευκρινιστικές σημειώσεις
1. Η ανακοίνωση αυτή εκφωνήθηκε στο 10ο συνέδριο της Γερμανικής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών στο Βερολίνο στις 20 και 21 Ιουνίου 2008.
2 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου. Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας, φιλολογική επιμ. Γιάννη Παπακώστα, Στιγμή, Αθήνα, 1986, σ. 154.
3 Βλ. Γ.Π. Σαββίδης, Οι καβαφικές εκδόσεις (1891-1932). Περιγραφή και σχόλιο. Βιβλιογραφική μελέτη, Ίκαρος, Αθήνα, σ. 189.
4 Για τις σχέσεις Καβάφη-Λαπαθιώτη, βλ. Χαράλαμπος Καράογλου, Ο αθηναϊκή κριτική και ο Καβάφης (1918-1924), University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 19854 Joris-Karl Huysmans, A rebours, επιμ. Marc Fumaroli, Gallimard, Παρίσι, 1977 [18841], σ. 165.
5 Κ. Π. Καβάφης, Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής (1902-1911), παρουσιασμένα από τον Γ. Π. Σαββίδη, Ερμής, Αθήνα, 1983, σ. 110.
6 Βλ. Τ. Κ. Παπατζώνης, «Ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά», Νέα Εστία, 398-399, 1 και 15 Ιανουαρίου 1944, σ. 86-95.
7 Joris-Karl Huysmans, A rebours, ό.π., σ. 213.
8 Oscar Wilde, The complete Works of Oscar Wilde, De profundis, Collins Classics, 2003, σ. 32 : Ο κόσμος θεωρούσε φρικτό να προσκαλώ σε γεύμα τα αμαρτωλά πράγματα της ζωής και να απολαμβάνω τη συντροφιά τους.
9 Βλ. Ασημάκης Πανσέληνος, «Ο Λαπαθιώτης και οι νέοι πρωτοπόροι», Η λέξη, 33, Μάρτης-Απρίλης 1984, σ. 200-203.
10 Κ. Π. Καβάφης, Ανέκδοτα σημειώματα, ό.π., σ. 43.
11 Βλ. Γ. Π. Σαββίδης, «Ο δραστικός λόγος του Καβάφη», Μικρά καβαφικά Α, Ερμής, Αθήνα, 1978, σ. 140-141.
12 Μιχάλης Πιερής, «Έρως και εξουσία: Όψεις της ποιητικής του Καβάφη», Μολυβδοκονδυλοπελεκητής, 6, 1998-9, σ. 52.
13 Τάσος Κόρφης, Ναπολέων Λαπαθιώτης. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, Πρόσπερος, Αθήνα, 1985, σ. 78. Ας σημειωθεί επίσης ότι στα απομνημονεύματά του, [Η ζωή μου, ό.π., σ. 131 ], ο Λαπαθιώτης γράφει:
«[...] είχα σχηματίσει και παρέες από παιδιά απλά που μ’ εκτιμούσαν, σχεδόν σε κάθε γωνιά της πρωτευούσης (τότε μικρής και περιορισμένης) και δεν είχα παρά να διαλέξω το πού θα κατευθύνω την πορεία μου και ποιά
απ’ όλες τις συντροφιές θα προτιμούσα! Ήμουν, αυτή την εποχή κι όπως το βλέπω τώρα, ένας μικρός κατακτητής στο είδος μου – κάτι σα δημοφιλής κι υποψήφιος, με το πλήθος των γνωριμιών μου και με τον τρόπο που εκείνες με λογάριαζαν και με θεωρούσαν αρχηγό τους!»
14 Μιχάλης Πιερής, «Έρως και εξουσία : Όψεις της ποιητικής του Καβάφη», ό.π., σ. 57. Βλ. επίσης του ίδιου, « Έρως και εξουσία : Όψεις της ποιητικής του Καβάφη » [β], Πολίτης, 74, 2000, σ. 56-61· « Έρως και εξουσία: Καβάφης-Ελύτης », Νέα Εστία, 82, Ιούνιος 2008, σ. 1087-1105. Πρβλ. επίσης Giampero Bellingeri, « Για ίσες /ισότιμες σχέσεις;», Η ποίηση του κράματος, επιμ. Μιχάλη Πιερή, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2000, σ. 273-287.
15 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Το τάμα της Ανθούλας, Λιβάνης, Αθήνα, 2006.
16 Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Κάπου περνούσε μια φωνή... (Σελίδα μιας Αθήνας περασμένης») στο Τάσος Κόρφης, Ναπολέων Λαπαθιώτης. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, Πρόσπερος, Αθήνα, 1985, σ. 145.
17 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Το τάμα της Ανθούλας, ό.π., σ. 33-34.
18 Για το θέμα αυτό, βλ. το υποκεφάλαιο β΄ «Το αράπικο χασισοποτείο» στην εισαγωγή του Γ. Παπακώστα στο τάμα της Ανθούλας, ό.π., σ. 110-120.
19 Βλ. την ανάλυση της Diana Haas, «Νόμος και έγκλημα στην ερωτική ποίηση του Καβάφη», Μολυβδοκονδυλοπελεκητής, 7, 2000, σ. 119-145, καθώς και την εισαγωγή της Renata Lavagnini, «Τα νέα ποιήματα» στην εισαγωγή της στην έκδοση Κ. Π. Καβάφη, Ατελή ποιήματα 1918-1924, Ίκαρος, Αθήνα, σ. 50-52.
20 Κ. Π. Καβάφη, Ατελή ποιήματα 1918-1924, ό.π., σ. 289.
21 Για το θέμα αυτό, βλ. Matthew Gumpert, «Freedom Within the Margin: The Caf in the Poetry of Cavafy», Journal of Modern Greek Studies, 9, Οκτώβριος 1991, σ. 215-255.
22 Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Giampero Bellingeri, ό.π., σ. 287 : [...] Εάν στον Καβάφη, υπάρχουν προυποθέσεις «ταξικού προσδιορισμού» πέρα από αυτές της ηλικίας, θα απαντούσα πως οι νέοι ανάμεσα στα είκοσι και τριάντα χρόνια, που είναι σύγχρονοι του ποιητή (δηλαδή μοντέρνοι), φανερώς ανήκουν στις περισσότερες περιπτώσεις σ’ έναν «προλεταριακό», δηλαδή εκτεθειμμένο, ξεσκέπαστο, ανοιχτό κόσμο: άνθρωποι που δουλεύουν, ή χαζεύουν δημοσίως. Αντιθέτως, ο αριστοκράτης, ο πλούσιος, είναι συχνά «συγκαλλυμένος», κλειστός και δεν χρειάζεται, ούτε αναγκάζεται να εκτίθεται δημοσίως μέσα από την ασχολία του με κάποιο επάγγελμα. Με αυτή την έννοια –που είναι πολύ πιο πολύ κοινωνική, παρά πολιτικά στρατευμένη- ο Καβάφης, απεικονίζει νέους με « λαδωμένα χέρια » και μισάνοιχτα πουκάμισα : νέους, δηλαδή, που ανήκουν σε κοινωνικά κατώτερες τάξεις.
23 Τάσος Κόρφης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, ό.π., σ. 126.
24 Για το θέμα αυτό, βλ. Γ. Π. Σαββίδης, « Ένδυμα, ρούχο και γυμνό στο σώμα της καβαφικής ποίησης », Μικρά καβαφικά Α, Ερμής, Αθήνα, 1985, σ. 211-246. Πρβλ. επίσης Μίμης Σουλιώτης, «Ένα άσπρο πρωϊνό σακάκι», εφημ. Το Βήμα, 30-7-2000. Βλ. επίσης την λεπτομερή συγκριτική μελέτη του Βαγγέλη Ψαραδάκη (Α. Β. Στρατή), «Πενήντα συν κάτι για τον Λαπαθιώτη», Οδός Πανός, 79-80, Μάϊος 1995, σ. 4-57 και κυρίως σ. 35-57. Αθησαύριστο υλικό για τον Λαπαθιώτη μπορεί κανείς να βρει στο άρτιο ιστολόγιο www.sarantakos.com.
25 Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα (1919-1933), τόμος Β, Ίκαρος, Αθήνα, σ. 83. « Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ». Για το ποίημα αυτό, βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Ωραία λουλούδια κι άσπρα...», Ποίηση, 8,
1996, σ. 156-168.
26 Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Οδυσσέας, Αθήνα, 1958, σ. 321. Για τη σχέση της κριτικής με την ποίηση του Ν. Λαπαθιώτη, βλ. Αντώνης Κάλφας, «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και τρία παραδείγματα
κριτικής», Διαβάζω, 95, 30 Μαϊου 1984 (Αφιέρωμα στον Λαπαθιώτη), σ. 39.
27 Τάκης Σπετσιώτης, « Η Λαμπάδα », Χαίρε Ναπολέων. Δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέωντα Λαπαθιώτη και 63 εικόνες του Άγγελου Παπαδημητρίου, Άγρα, Αθήνα, 1999, σ. 280.
28 Τάσος Κόρφης, ό.π., 132. Βλ. Σωτήρης Τριβιζάς, Ναπολέων Λαπαθιώτης : « Ρόδον εύοσμον ». Μια παρουσίαση από τον Σωτήρη Τριβιζά, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2000, σ. 73-74 και Τάσος Κόρφης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, ό.π., σ. 41-42.
30 Μιχάλης Πιερής, «Έρως και εξουσία: Καβάφης-Ελύτης», ό.π., σ. 1102.


πηγή: εδώ