Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μελισσάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μελισσάνθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

09 Φεβρουαρίου 2015

Η Εποχή της Αγρύπνιας - Ο Ύπνος έρχεται - Κλειστά Βλέφαρα [Μελισσάνθη]



Η Εποχή της Αγρύπνιας 

Με της πέτρας την αντίσταση 
Με του νερού τη δύναμη 
Και με του ανέμου την επιμονή
Με της φωτιάς τη  μανία
Αντιστεκόμαστε κάθε στιγμή.
Με το  φόβο του ζώου
Και με του Ανθρώπου την Αγάπη
Αντιστεκόμαστε στο ανάστροφο του κόσμου ρεύμα.
Αντιστεκόμαστε στην άμπωτη της ύπαρξης
Που όλα τα ξανασέρνει στην αφάνεια.
Γιατί απαράδεχτη μας είναι των νεκρών η ακινησία
Απαράδεχτη μας είναι η σιωπή τους
Απαράδεχτη μας είναι η λήθη τους.
Ακατανόητο μας είναι το ότι στέργουν
Να υπομένουν στη μεγάλη Στέρηση
Να μη βλέπουν και να μην ακούν
Να μη γνωρίζουν με το λόγο
Να μη θυμούνται με τη μουσική
Τους καρπούς να μη γεύονται
Να μην αγγίζουνε τα πράγματα
Να μη σφίγγει το χέρι τους το χέρι μας
Τον ουρανό μας να μην ανασαίνουν.
Ενώ εμείς γευόμαστε, ανασαίνουμε
Πίνουμε λαίμαργα τον ουρανό.
Ενώ εμείς επιθυμούμε να κατέχουμε
Να δυναστεύουμε τον κόσμο και τα πράγματα
Αναζητώντας μέσα από τους άλλους
Τη μαρτυρία ότι υπάρχουμε.
Τη βεβαιότητα — που μας τη δίνει η οδύνη
περσότερο κι απ’ τη  χαρά
Δεν στέργουμε στο Θάνατο!
Και με τα κύματα που αποτραβιούνται και ξανάρχονται
Με τον τετράγυρο χορό των εποχών
Χέρι με χέρι που επιστρέφουν κρατητές
Απ’ τους πανάρχαιους δρόμους
Με της βροχής τον κύκλο που γυρνά
Πάλι στη γη απ’ τον ουρανό
Και με της βλάστησης το νέο κύκλο˙
Έτσι τους καρτερούμε πάντα να φανούν
Κι οι αφανέρωτοι νεκροί...





Ο Ύπνος έρχεται

Ο ύπνος έρχεται αναπάντεχα 
Ας προσευχηθούμε. 
Σε κάθε μια στιγμή παραμονεύει 
Γλιστράει σαν ένας κλέφτης από τις χαραμίδες
Ενώ ό βοριάς τα σπίτια μας ρημάζει 
Γυμνώνει τα μεγάλα δάση
Με τους άκριτες μας μετριέται, που φρουρούν τα σύνορα 
Με τα καράβια μας που οργώνουνε τις θάλασσες.

Ποιος καθεύδει τη στιγμή που όλα αγρυπνούν;
Άπλωσεν η βροχή την υγρασία της σήψης
Το ψύχος περονιάζει το έδαφος
Που ‘ναι κλεισμένες οι σπορές
Στη χειμέρια αγρύπνια
—Φυλάγοντας το ιερό πυρ της ζωής—
Συδαυλίζειε ο άνεμος
Τα γυμνά απ’ τις φυλλωσιές τους δέντρα
Συδαυλίζει, την κρυμμένη τους φωτιά
Μέσα στο ψύχος του Δεκέμβρη.

Ποιος καθεύδει την στιγμή που όλα αγρυπνούν; 
Ποιος τολμάει να σηκώσει τόσο αγέρωχο μέτωπο 
Τη στιγμή που όλα είναι σταυρωμένα 
Καθηλωμένα ατό Σταυρό της ύπαρξης 
Δέσμια στο χρέος
Δέσμια στον άξονα της νύχτας και της μέρας
Κι όλα κάτω απ’ τον ίδιον ουρανό
Τη φοβερή του παίρνουν σημασία.
Από τη ρίζα, το σκουλήκι, το έντομο
Ως τ’ άστρα κι ως τον Άνθρωπο
Πού ‘ναι ο Νόμος και ο Λόγος της Δικαιοσύνης;
Που με το  αίμα του κερδίζει το  χυμένο Αίμα
Που με το  δάκρυ του κερδίζει τα χυμένα δάκρυα
Που με τον ίδιο του το θάνατο νικά το Θάνατο!

Γιατί˙ «η  Α γ ά π η  ε ί ν α ι  ι σ χ υ ρ ά  ω ς  θ ά ν α τ ο ς 
‘Υ δ α τ α  π ο λ λ ά  δ ε ν  δ ύ ν α ν τ α ι  ν α  σ β έ σ ω σ ι  τ η ν  Ά γ ά π η
Ο υ δ έ  π ο τ α μ ο ί  ν α  π ν ί ξ ω σ ι ν  α υ τ ή ν.»





Κλειστά Βλέφαρα

Έφυγε... ‘Εφυγε...
Ω, μη ρωτήσεις πια˙ Πότε;... Πώς χάθηκε;...
Κανείς δεν θα σου αποκριθεί 
Κανείς δεν ξέρει
Ποιο δρόμο πήρε ανάμεσα απ’ τους ίσκιους
Του ρολογιού το χτυποκάρδι όταν εκόπηκε
Κι οι μέρες στα ματόφυλλά της στέρεψαν.
Στα σύνορα του χρόνου σταματούν τα χνάρια της.
Σε ποια πτυχή της νύχτας τώρα κρύβεται;
Στ’ όστρακο συντεφένιο ποιανού ονείρου
Με βλέφαρα κλεισμένα ταξιδεύει;
-Κι ακίνητος ο αγέρας μένει γύρω της—

Σ’ ένα γυάλινο φέρετρο κοιμήθηκε
Που η πλώρη του βυθάει στο φεγγαρόφωτο
Και τήνε λούει το δάκρυ μουσικό νερό.
Με βοτσαλάκια και αχιβάδες έστρωσα το δρόμο της
Που πλένουν οι βροχές την αρμυρή τους θύμηση
Την αλισάχνη από το μέτωπο της.

Της πέτρας τ’ όνειρο σφράγισε τον ύπνο της
Με τη μαβιά σκιά του.

Σαν μια πηγή κρυμμένη μες στη γη
Ρέει τώρα, βαθειά πολύ, στου ύπνου τα τρίσβαθα.
Το πρόσωπο της σαν μια φλόγα λιώνει ακίνητο
Που η ομίχλη με τα υγρά μαλλιά της σκέπασε.
Μέσα στον ύπνο της αποξεχάστηκε
Καθώς σε κάποιο μαγεμένο δάσος
Κι ο θρήνος πλάι της όλο κελαϊδεί.

ΙΙ

Η νύχτα που τριγύρω μας παφλάζει 
Σε ποιο αναδίπλωμά της σ’ έχει σύρει;
Που η άνοιξη να μη σε βρίσκει ακόμα
Όταν οι μυστικές σπορές της γης ανάβουν 
Και φανερό το αφανέρωτο έχει γίνει;

Δεν έκρουσαν την κρύπτη του ύπνου σου οι σταγόνες
Τα δάκρυα της βροχής ξυπνούν μονάχα 
τη χλόη που φυτρώνει απ’ την καρδιά σου 
Το άρωμα της βρεγμένης γης, που σε σκεπάζει.

III

Όταν σε κοίταξε τον γνώρισες;
Ήτανε πράος;
Σου φανέρωσε αμέσως το μαχαίρι του;
Σ’ άδραξε τραχιά;
Αντιστάθηκες;
Ή γαλήνια υποτάχτηκες και του ‘δωσες το χέρι;
Κι όταν ξεμάκρυνες τόσο πολύ στη νύχτα
Που τίποτα πια να μη σου φέγγει
—Μαντήλι αποχαιρετισμού
Είτε πουλιού φτερούγα—
Ο φόβος δεν πάγωσε την καρδιά σου;
Δεν γύρεψες για στήριγμα ένα βλέμμα;
Το πόδι σου δεν σκόνταψε σε τόσο σκοτάδι;
Το στήθος σου πώς μπόρεσε να βαστάξει τόσο κενό;

Σ' απογύμνωσαν υστέρα από αγώνα; 
Ή μόνη σου όλα τ’ άφησες να πέσουν 
(Όπως το δέντρο τα ξερά του φύλλα)
Το  Φόβο, τη Λύπη, την Ελπίδα; 
Και το σπαθί της αγάπης σου κι εκείνο 
δεν έσκυψε ένας άγγελος να το σηκώσει 
Να το ζωστεί για τη  μεγάλη μάχη 
Που με το Θάνατο θα δώσει η Αγάπη.

04 Φεβρουαρίου 2015

Ο κύκλος των Ωρών [Μελισσάνθη]



Ο κύκλος των Ωρών

Λάλησε ο γκρίζος πετεινός στο σύθαμπο˙

Ο φωτοστρόβιλλος κατακαθίζει
Καθώς στα φύλλα επάνω η τέφρα
Κι η μέρα σιγολιώνει στις βουνοκορφές
Σαν το ανοιξιάτικο αργοπορημένο χιόνι
Απ’ τους απάτητους δρυμώνες
Του ψύχους του πρωταρχικού
Κυρίαρχη ανεβαίνει η νύχτα.
Τα τείχη που ύψωνε το φώς στην ανοιχτή της θέα
Γκρεμίζονται καθώς υδατοφράχτες.
Του σκοταδιού ανεβαίνει η πλημμυρίδα
—Κι η γη σκαμπανεβάζει στα νερά του—
Σκεπάζει τα βουνά, πνίγει τα σπίτια μας
Τις φωνές μας παίρνει, τις σκορπίζει
Απ’ το μαστό της νύχτας χύνονται
Οι Γαλαξίες στο στερέωμα.
Στους κόλπους της ανάβουν οι σπορές των ήλιων.
Η πλάση όλη κρεμάστηκε απ’ το στήθος της
Βυζαίνει, σιωπηλά σιγανασαίνει.
Μέσα στους πλοκάμους της θάλασσας
Μπερδεύτηκαν οι πλοκαμοί της Νύχτας.
Τ' άστρα της βλεφαρίζουν μες στα κύματα
Ανάμεσα στους αστερίες και τις μέδουσες.
Στη θάλασσα γλιστρούμε του ύπνου
Σε χλωρό μούσκλι η μνήμη μας βουλιάζει.
Η ενάλια χλωρίδα μας τυλίγει
Θαλάσσια βρύα μας σφαλούν τα βλέφαρα
Μπερδεύονται στα πόδια μας, στα χέρια μας
Στο μισόφωτο μας σέρνουν των βυθών.
Σε δάση παραδέρνουμε φυκιών
μες σε τοπία που κυματίζουν
Με τη θαλάσσια ανασοή.
Παύει το σώμα μας στο ρεύμα ν’ αντιστέκεται
Το στήθος μας, της άμπωτης ν’ αντιπαλεύει
Παύουν τα χέρια μας τη μοίρα ν’ αντιμάχονται
Το σκληρό μέταλλο της ζωής να μεταπλάθουν.
Σπάζει του νόμου ο σιδερένιος κλοιός
Χάνεται η γνώριμη της μέρας τάξη
Σπάζει το κομπολόι των ονομάτων
Που μ’ αυτά εξουσιάζαμε τα πράγματα.
Του κόσμου η εικόνα θρυμματίζεται
—Η μνήμη μας είναι γεμάτη
Από συντρίμματα ουρανού
Πελιδνά φεγγάρια, φαντάσματα ήλιων—
Σε πράσινους λαβύρινθους πλανιόμαστε
Περιφερόμαστε, στριφογυρίζουμε
-Μες στον κλειστό του ύπνου χώρο.

Λάλησε ο μαύρος πετεινός: Μεσάνυχτα!

Την ώρα τούτη, καθώς κύμα ο χρόνος αναρροεί
Σέρνει η παλίρροια τους νεκρούς έξω απ’ τους τάφους.
Προβαίνουν δίχως βήματα, πέρα απ’ τα πράγματα
—Του Κόσμου τ’ όραμα έχει εντός τους αναδιπλωθεί—
Ανάμεσα από τις αβύσσους προχωρούν
Του Άλλοτε και τού Τώρα.
Εμπόδιο κανένα δεν τους σταματά
Και μες στα τρίτα φτάνοντας Μεσάνυχτα
Οι κοιμισμένοι του Θανάτου, σμίγουνε
Τους κοιμισμένους του Ύπνου.
Νηογέννητα άστρα διασταυρώνονται
Με ήλιους σβησμένους
Όλα σ υ μ β α ί ν ο υ ν μες στον ίδιο χώρο.
Τα τελεσμένα απ’ τα τελούμενα
Γνώρισμα εδώ ξεχωριστό δεν έχουν
Όλα την ίδια φέρνουν ηλικία.

Αυτό που γίνεται είτε γίνηκε
Χάνει του ανέκκλητου τη σημασία
Όλα μπορεί κάποτε να ‘χουν γίνει
Ή να μην έγιναν ποτέ
Κι όλα μπορεί να ξαναγίνουν μ’ άλλον τρόπο.
Κανείς δεν ξέρει σε ποιά θάλασσα αρμενίζουμε
Αν ίσως και τραβούμε στ’ Ανοιχτά
Είτε έχουμε αράξει στην ακινησία
Μιας αιωνιότητας κλειστής.
Δεν ξέρουμε αν γυρίζουμε ή αν προχωρούμε
Αν περιμένουμε το Θάνατο ή τη Γέννησή μας.

Η θάλασσα του ύπνου βάρυνε στο στήθος μας
Σαν ένας σιδερένιος καταπέλτης.
Κάποιος περπάτησε πάνω στο κύμα της
Κάποιος έκανε δυνατό το θαύμα.
Αν θέλαμε και μεις θα μπορούσαμε
Πάνω στο στήθος της να περπατήσουμε
Καθώς πάνω στο στήθος μιας μητέρας.

Λάλησε ο πετεινός: Ξημέρωμα˙

Τέσσερες άγγελοι φρουροί της μέρας
Πιάνουν τις τέσσερες πύλες του ορίζοντα.
Με τις φτερούγες τους σκεπάζουν
Την ανοιχτή του κόσμου θέα.
Ξαναγυρίζουμε στη γνώριμην ήμερα
Στο ήμερο φώς, στις γνώριμες μορφές
Στα γνωστά σχήματα.
Χτίζουμε πολιτείες από άμμο
Υψώνουμε κυκλώπεια τείχη
Ν’ ασφαλιστούμε από το Άγνωστο
Απ’ της Αβύσσου τις ψυχρές πνοές.
Βρέχει τη Λήθη ο ήλιος στο κορμί μας
Με χρώματα μας άπατα
Μ’ όπιο τη μνήμη μας ποτίζει
Με κρασί από φως
Με φέγγος τα μάτια μας τυφλώνει
Να μη θωρούν το βάσκανο της Νύχτας βλέμμα
Που τον εφτάδιπλο πέπλο της μέρας κάποτε τρυπά.
Απρόσεχτοι στις μυστικές φωνές
Σοφοί με την άκρη των χειλιών
Το χέρι μας αποτραβούμε απ’ του θανάτου
Το χέρι, το συντροφικό
Το βλέμμα, από το αδελφικό του βλέμμα.
Ο σιωπηλός για μας γίνεται πάλι ξένος
Που ενεδρεύει σε κάθε σταυροδρόμι
Σαν ένας δολοφόνος.
Με συγκατάβαση χαμογελά
Κάτω απ’ το κάλυμμά του
Ακούγοντας να τον καλούμε
Μ’ ονόματα που δεν του ανήκουν
Με φωνή, που δεν μοιάζει για δική μας
Ενώ σφίγγουμε μέσα στην παλάμη
Το χτυποκάρδι μας καθώς πουλί.

Λάλησε ο πετεινός: Καταμεσήμερο-

—Κάτω απ’ τις πέτρες οι ίσκιοι έχουν κουρνιάσει—
Την οχταφτέρουγή του στρέφει ο ήλιος ρόδα
Κι από άκρη σε άκρη το στερέωμα πυρπολεί.
Μένουμε μες στον κύκλο του φωτός κλεισμένοι
Τριγυρισμένοι από τις γνώριμες μορφές
Ενώ η νύχτα αθέατη μάς πολιορκεί.
Κι όμως σ’ όποια στιγμή μπορεί ν’ ανοίξει
Το ρήγμα στον αρράγιστο ουρανό
Απ’ όποιο του σημείο μπορεί να ορμήσει το Τυχαίο
Καθώς γεράκι αρπαχτικό.
Σ’ όποια στιγμή
Κι απ’ όποιο τ’ ουρανού σημείο
Η θύελλα μπορεί να ‘ρθει.

01 Φεβρουαρίου 2015

Φθινοπωρινή Ραψωδία [Μελισσάνθη]


Φθινοπωρινή Ραψωδία

Ήρθε ο καιρός να θυμηθούμε 
Ήρθε η ώρα να ξεκουραστούμε 
Από τη λάμψη των καλοκαιριών. 
Πίσω να στρέψουμε το βλέμμα
Τον ίσκιο να γνωρίσουμε που μας ακολουθεί με καλυμμένο πρόσωπο
Να περπατήσουμε μαζί του σε δεντροστοιχίες 
Σε μονοπάτια, που τα κρύβει η ομίχλη
Στρωμένα φύλλα που σαπίζουν
Στου φθινοπώρου τις μεταμορφώσεις.
Σε πάρκα και σε κοιμητήρια, που οι νεκροί κοιμούνται 
Στης επιτύμβιας πέτρας τη σκιά 
Τέλεια ξεδιψασμένοι 
Πλάι στις υπόγειες φλέβες του νερού. 
Οι δαίμονες που στο αίμα μας φωλιάζουν
Ανίσχυροι είναι τώρα να πλανέσουν 
Εκείνους που επιστρέφουν από τη μεριά της νύχτας 
Στο βάθος της μυστικής αρχής 
Στο κέντρο της σκοτεινής φωτιάς 
Αφήνοντας εμάς τούς ζωντανούς 
Έξω στην παγερή επιφάνεια 
Στο φόβο και στο κρύο της μοναξιάς. 
Όλα τα δάκρυα κι οι φροντίδες μας, 
γι αυτούς που τίποτα δεν τους χρειάζεται 
Είναι γιατί φοβόμαστε να μείνουμε μονάχοι 
Κι ελπίζουμε, πασκίζουμε για να μας θυμηθούν εκείνοι. 
Δεν μας αναγνωρίζουν
Σαν να μη μας γνωρίσανε ποτέ. 
Τόσο εύκολα ξεχνούν, τόσο εύκολα ξεκόβουν
Το θήλασμα από το μαστό της μέρας 
Τόσο εύκολα εγκαταλείπουν 
Κάθε συνήθεια αποκτημένη.
Μας απορρίπτουν με τη μάσκα του προσώπου τους
Μ’ όλες τις πλάνες τους, τις πλάνες μας 
Σαν κάτι ξένο, άχρηστο ή περιττό 
Και παραδίνονται υποταγμένοι 
Στων νέων μεταμορφώσεων τη φωτιά. 
Ήρθε ο καιρός να θυμηθούμε 
Ήρθε ο καιρός να πισωστρέψουμε το βήμα
Το δάκρυ μας να πήξει σε σκληρή άλατόπετρα
Να λάβουμε το δίδαγμα της στέρησης και της αδιαφορίας 
Που μας διδάσκουν οι νεκροί
Με τη γυμνότητά τους, με την τέλεια εγκατάλειψη 
Στον καθαρό θάνατο.

Ήρθε ο καιρός να περπατήσουμε σε δρόμους 
Στρωμένους φύλλα που σαπίζουν στην υγρασία και τη βροχή 
Υπάκουα στις μεταμορφώσεις του θανάτου. 
Ήρθε ο καιρός να λάβουμε το δίδαγμα 
Της πέτρας που ονειρεύεται ακίνητη μες στο νερό 
Κάτω από την ατέλειωτη ροή του χρόνου.
Να λογαριάσουμε την άμμο των χαμένων ήμερων μας
Που γλίστρησε απ’ την άφρονη καρδιά μας
Χωρίς να δυνηθούμε να τη σταματήσουμε
Είτε να χτίσουμε μ’ αύτη ένα καταφύγιο
Για τη γυμνή ψυχή μας.
Θάψαμε την καρδιά μας κάτω από τη σκόνη
Τόσων μάταιων πραγμάτων που συνάξαμε.
Κι αν μας εδόθηκε ή ζωή Αγία Δωρεά
Εμείς γνωρίσαμε τον Κόσμο όπως θηρία τη λεία τους
Γιατί αναμέσο μας είχαμε ανοίξει πόλεμο ανελέητο.

Ήρθε ο καιρός να στοχαστούμε
Να περπατήσουμε σ’ ερημωμένους δρόμους
Γεμάτους απ’ τα φύλλα που μαδούνε στον άνεμο και στη βροχή
Σε πάρκα και σε κοιμητήρια, που αναπαύονται οι νεκροί
Στην καθαρότητα μέσα του θανάτου
Απαλλαγμένοι από της δίψας την οδύνη
—Και μας διδάσκουν την αγνότητα της στέρησης
Της γυμνότητας την αρετή
Της αυτάρκειας τη σοφία-
Στο βάθος της σιωπής που η άμπωτη τους έσυρε 
Σ’ αντίθετη με μας φορά. 
Στον τελευταίο κύκλο των μεταμορφώσεων 
Κάτω απ’ το κάλυμμα της γης.

Με υπομονή το βάρος της σηκώνουν
Με τους γυμνούς των ώμους.
Κι εγκαταλείπονται δίχως αντίσταση
Στις αφανέρωτες δυνάμεις
Στη σκοτεινή μεταμορφωτική, φωτιά.
Το χθόνιο πυρ πού κατατρώει τις σάρκες τους
Σε τέφρα αλλάζει τα γυμνά τους σώματα
Αποσυνθέτει την ξεχωριστή μορφή τους.
Μαζί της καταλυούνται κι οι φραγμοί
Η χωριστή τους καταλύεται μοίρα
Μες στο παγκόσμιο όνειρο ξαναγυρνούν
Μες στην παγκόσμια ξαναμπαίνουν μοίρα.

Τώρα στης γης τη νύχτα ανήκουν δίχως όρια
Οι αγαπημένοι μας νεκροί˙
Στο βασίλειο της πέτρας και της βλάστησης.
Από άλλους δρόμους τώρα αμάντευτους γ ν ω ρ ί ζ ο υ ν
Όπως γ ν ω ρ ί ζ ε ι η πέτρα που υπομένει
Στη φλόγα της υπομονής.
Ο βράχος που απ’ το κύμα καταλυέται
Αλυσσόμενος στην ακινησία
Το δέντρο που φυλλοροεί.
Όπως γ ν ω ρ ί ζ ε ι το φυτό
Που δίψα ασίγαστη το δένει με το χώμα.
Όπως γνωρίζουν στο σκοτάδι οι τυφλές ρίζες
Που σιγοβόσκουν την ιερή κρυμμένη φλόγα
Τ η  μ υ σ τ ι κ ή  τ η ς  ύ π α ρ ξ η ς  φ ω τ ι ά.
Αυτήν που ανάβει στου άστρου και του ανθού τη σπίθα
Που κουφοκαίει στης νέας βλάστησης το κύμα
Κάτω απ’ το χιόνι.
Αυτήν που στο αίμα γίνεται ορμή ακατάλυτη 
Σκοτεινή πείνα στου αγριμιού τα σπλάχνα 
Φωτιά στο μάτι του όρνιου πού κλωσά 
Μνήμη μακραίωνη μέσα στο σπόρο
Και φτάνοντας στον Άνθρωπο, φωτίζει 
Το μυστικό της στην ενάργεια του Λόγου. 
Άγιο πάθος λαμπαδιάζει στην καρδιά του.
Σταυρός και Μαρτυρία της 'Αγάπης.

Μα οι νεκροί μ’ άλογη γνώση πια γνωρίζουν
Το μέγα μυστικό.
Και με την παλίρροια της καινούργιας βλάστησης 
Με της αύρας τους ανασασμούς στη νέα χλόη 
Το μήνυμα τους απ’ τη μια στην άλλην Άνοιξη
Σε κύματα χλωρά μας στέλνουν. 
Ή με τα φύλλα μας μηνούν που σέρνουν οι βροχές 
Στην άμπωτη του Φθινοπώρου 
Το  μ υ σ τ ι κ ό  τ ο υ ς  Κ ά λ ε σ μ α. 
Γιατί όλοι οι ψίθυροι των φυλλωμάτων 
Κι όλα τα χρώματα των εποχών 
Γιατί όλα τα λουλούδια κι οι καρποί
Είναι των αναρίθμητων νεκρών η ομιλία.

Εδώ στην ερημία ο πόνος ο ανθρώπινος
Έγινε μύθος σιωπής 
Βράχος, που αναβλύζει δάκρυ 
Μέσα στην κρύπτη του καιρού. 
Με χείλη πέτρινα διηγάται 
Κάτω απ’ τον ουρανό που σιγοβρέχει 
Τις μέρες και τα χρόνια πάνω στην καρδιά μας 
—Μέσα στο γύρισμα της αλλαγής 
Στου αιώνιου ρου τη ακινησία— 
Τη Μαρτυρία της 'Ανθρώπινης Παρουσίας 
Της Αγάπης την αιώνια Κατάφαση.