Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαραυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαραυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Φεβρουαρίου 2020

Ένα απόσπασμα κειμένου από το "Φιλοσοφία του Ασυνείδητου" του Χαρτμαν σε μετάφραση "Χαραυγή".



ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΡΩΣ
Από τη «Φιλοσοφία του ασυνειδήτου» του Χάρτμαν

Τι διαφορά μεταξύ της φιλίας και του Έρωτος!
Η φιλία είναι γλυκιά φθινοπωρινή βραδιά με μαλακούς χρωματισμούς, ο Έρως είναι μαγευτική ανοιξιάτικη θύελλα. Το ένα είναι οι ξένοιαστοι θεοί του Ολύμπου, το άλλο οι ανήσυχοι Τιτάνες που θέλουν να ρίξουν τον Ουρανό. Το ένα είναι κάτι τι ήσυχο,
βέβαιο για τον εαυτό του, το άλλο λαχταράει και μαραίνεται σε αιώνιον πόνο. Το ένα ξέρει καλά πώς θα τελειώσει μια μέρα, το άλλο ζητάει να εναγκαλισθεί πάντα το ατέλειωτο και στον πόθο και στην χαρά και στον πόνο, πότε μεθάει από χαρά, πότε πεθαίνει από λύπη. Το ένα είναι αγνή και καθαρή αρμονία, το άλλο ο μαγεμένος ήχος τής αιολικής άρπας, κάτι τι που μένει για πάντα άπιαστο, ανέκφραστο, γιατί η συνείδησή μας δεν μπορεί να το χωρέσει ποτέ, είναι ο μυστηριώδης ήχος που αντηχεί από μια μακρινή, μακρινή πατρίδα! Το ένα είναι φωτισμένος ναός, το άλλο αιώνια σκεπασμένο μυστήριο.



Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 81 (1904).

28 Απριλίου 2017

Δυο ποιήματα του Émile Verhaeren σε μετάφραση "Χαραυγή"

Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 86 (1904)


Βραδιές Αμφιβολίας.

Ξέρω πως δεν υπάρχει τίποτε από τα πράγματα που διψάει η καρδιά μου.
Θεέ μου, ξέρω πως είσαι ψέμα και όμως τα χείλη μου σε παρακαλούν και τα γόνατά μου,
ξέρω πως τα μεγάλα σου χέρια είναι κλειστά, 
κλειστά τα μάτια σου στάλα απελπισίας που κλαίνε,
- Ξέρω πως τον εαυτό μου ονειρεύομαι μόνον μέσα στο κόσμο,
- Θεέ!, λυπήσου την τρέλα μου,
- θέλω να κλάψω τον πόνο μου μπροστά στη σιωπή σου!


Η Κούραση.

Δεν ήταν ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος.
Ήταν η κούραση η αχόρταστη.
Τα μάτια του είχαν (ι)δει να φεγγοβολούν παράδοξα πετράδια στο καμίνι της σκέψεως.
Οι φλόγες είχαν κάψει τα ματόκλαδά του.
Η καρδιά του (ε)ραγίστηκε αναβαίνοντας την γυριστή σκάλα του ονείρου,
Το μυαλό του ήταν ένας κόσμος άπληστος όπου (ε)γύριζε ένας φως, ωχρό, γιατί ήταν μια πένθιμη φωτιά επάνω σ’ ένα βάλτο σκοτεινό –
Τίποτε δεν προμηνούσε τον αποθέωση.