Θέματα λογοτεχνίας και παρουσιάσεις μικρών περιηγήσεων και διαδρομών σε Αττική, Κορινθία, Αργολίδα, Βοιωτία κ.λπ. Ενίοτε και αναφορές σε πολιτικά ή ιστορικά γεγονότα.
12 Ιουνίου 2024
για την Ηδονή [Kahlil Gibran, μετ. Ευάγγελος Γράψας]
20 Απριλίου 2024
Να λυπάστε το έθνος …[Kahlil Gibran, μετ. Ευάγγελος Γράψας]
10 Μαΐου 2023
Θλίψη Σιωπηλή [Kahlil Gibran, μετ. Ευάγγελος Γράψας]
Φίλοι μου, θυμάστε την αυγή της νιότης με χαρά και λυπάστε για το τελείωμα της. Εγώ όμως τη θυμάμαι σαν το φυλακισμένο που αναθυμάται τα σίδερα και τα δεσμά της φυλακής του. Εσείς μιλάτε για κείνα τα χρόνια που είναι ανάμεσα στην παιδική ηλικία και στη νιότη σα μια χρυσή εποχή γεμάτη ελευθερία από τους περιορισμούς και τις έγνοιες, ενώ εγώ ονομάζω τα χρόνια εκείνα εποχή θλίψης σιωπηλής που είχε έρθει σα σπόρος μέσα στην καρδιά μου και μεγάλωσε μαζί της και δεν μπορούσε να βρει κανένα άνοιγμα προς τον κόσμο της γνώσης και της σοφίας, μέχρι τη μέρα που ήρθε η αγάπη κι άνοιξε τις πύλες της καρδιάς μου και φώτισε κάθε της γωνιά. Η αγάπη μου έδωσε τότε και γλώσσα και δάκρυα. Εσείς θυμάστε τους κήπους και τα πάρκα και τις κρυφές γωνιές των δρόμων που στάθηκαν μάρτυρες των παιχνιδιών σας κι άκουσαν τα αθώα ψιθυρίσματά σας. Κι εγώ θυμάμαι, επίσης, το όμορφο εκείνο μέρος στο Βόρειο Λίβανο. Κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου βλέπω και ξαναβλέπω εκείνα τα λιβάδια τα γεμάτα μαγεία και μεγαλοπρέπεια, και κείνα τα βουνά τα γεμάτα δόξα και μεγαλείο που προσπαθούν να φτάσουν στον ουρανό. Κάθε φορά που κλείνω τα αφτιά μου στο θόρυβο της πόλης ακούω το μουρμουρητό των ρυακιών και το θρόισμα της φυλλωσιάς των δέντρων. Όλες εκείνες οι ομορφιές, που γι' αυτές τώρα μιλώ, και που λαχταρώ να ξαναδώ, όπως ένα μικρό παιδί λαχταρά την αγκαλιά της μάνας του, είχαν πληγώσει το πνεύμα μου, που ήταν αιχμάλωτο μέσα στο σκοτάδι της νιότης, σαν το γεράκι που υποφέρει μέσα στο κλουβί του όταν βλέπει ένα κοπάδι πουλιά να πετούν ελεύθερα στον ανοιχτό ουρανό. Εκείνα τα λιβάδια και οι λόφοι φλόγιζαν τη φαντασία μου, αλλά σκέψεις πικρές έπλεκαν γύρω από την καρδιά μου ένα δίχτυ απελπισίας. Κάθε φορά που έβγαινα να περπατήσω στους αγρούς, γύριζα απογοητευμένος, χωρίς να μπορώ να καταλάβω την αιτία της απογοήτευσής μου. Κάθε φορά που κοίταζα το γκρίζο ουρανό ένιωθα την καρδιά μου να σφίγγεται. Κάθε φορά που άκουγα το τραγούδι των πουλιών και τους φλύαρους θορύβους της Άνοιξης υπόφερα χωρίς να μπορώ να καταλάβω την αιτία. Λένε ότι η αδιαφορία κάνει τον άνθρωπο αδειανό και ότι αύτη η αδειοσύνη τον κάνει ξέγνοιαστο. Αυτό μπορεί να είναι αλήθεια για κείνους που γεννήθηκαν νεκροί, και που υπάρχουν σα συντηρημένα πτώματα, αλλά το ευαίσθητο αγόρι που αισθάνεται πολύ και γνωρίζει λίγο, είναι το πιο άτυχο πλάσμα, γιατί βρίσκεται ανάμεσα σε δυο δυνάμεις. Η πρώτη δύναμη το ανυψώνει και του δείχνει την ομορφιά της ύπαρξης μέσα από ένα σύννεφο ονείρων. η άλλη το κρατά δεμένο στη γη και γεμίζει τα μάτια του με σκόνη και το δυναστεύει με το φόβο και το σκοτάδι. Η μοναξιά έχει απαλά σα μετάξι χέρια, αλλά με τα δυνατά της δάχτυλα αρπάζει την καρδιά και την κάνει να πονεί από τη θλίψη. Η μοναξιά είναι ο σύμμαχος της θλίψης, όπως ακριβώς είναι και ο σύντροφος της πνευματικής έξαρσης. Η ψυχή του αγοριού που δοκιμάζει το βάσανο της θλίψης είναι σαν ένας άσπρος κρίνος που μόλις ξεδιπλώνεται. Τρέμει μπροστά στην πρωινή αύρα κι ανοίγει την καρδιά του στην αυγή της μέρας και μαζεύει πάλι τα φύλλα του όταν πέφτει η σκιά της νύχτας. Αν το αγόρι αυτό δεν έχει διασκέδαση, φίλους ή συντρόφους στα παιχνίδια του, η ζωή του θα είναι σα μια στενή φυλακή όπου δε βλέπει τίποτ' άλλο από τους ιστούς της αράχνης και δεν ακούει τίποτ' άλλο από το σούρσιμο των εντόμων. Η θλίψη εκείνη που με κράταγε στη νιότη μου δεν είχε σαν αιτία την έλλειψη διασκέδασης, γιατί διασκέδαση θα μπορούσα να έχω ούτε την έλλειψη φίλων, γιατί και φίλους θα μπορούσα να έχω. Η θλίψη εκείνη είχε σαν αιτία μια εσώτερη αδυναμία που μ' έκανε να αγαπώ τη μοναξιά. Και σκότωνε μέσα μου την τάση για διασκέδαση και παιχνίδια. Έκοβε από τους ώμους μου τα φτερά της νιότης και με μεταμόρφωνε σε μια λιμνούλα νερού πάνω στο βουνό που καθρέφτιζε στα ήρεμα νερά της τις σκιές των πνευμάτων, και τα χρώματα των διαβατικών σύννεφων και των δέντρων, αλλά που δεν μπορούσε να βρει ένα πέρασμα για να κατέβει τραγουδώντας προς τη μεγάλη θάλασσα. Τέτοια ήταν η ζωή μου μέχρι τη μέρα που έγινα δεκαοχτώ χρονών. Η χρονιά εκείνη είναι σα μια βουνοκορφή στη ζωή μου, γιατί τότε ξύπνησε μέσα μου η γνώση και μ' έκανε να καταλάβω τη σκληρή μοίρα της ανθρώπινης ζωής. Τη χρονιά εκείνη ξαναγεννήθηκα και κατάλαβα πως αν ένας άνθρωπος δεν ξαναγεννηθεί, η ζωή του θα είναι σαν ένα άγραφο φύλλο στο βιβλίο της ύπαρξης. Τη χρονιά εκείνη είδα τους αγγέλους τον ουρανού να μ' αντικρίζουν μέσα από τα μάτια μιας όμορφης κοπέλας. αλλά είδα και τους δαιμόνους της κόλασης να λυσσομανούν στην καρδιά ενός κακού ανθρώπου. Αυτός που δε βλέπει τους αγγέλους και τους δαιμόνους στην ομορφιά και στην κακία της ζωής θα βρίσκεται πολύ μακριά από τη γνώση και το πνεύμα του θα είναι άδειο από αγάπη.
14 Οκτωβρίου 2012
Από το αφιέρωμα στη Μέση Ανατολή [24Γράμματα]
Με τον τρόπο του Χαϊκού [Χρήστος Τουμανίδης]
(Εφτά εκδοχές της σιωπής)
1
Κοίτα στη Γάζα!
Σκοτωμένα παιχνίδια.
Ποιος να τα κλάψει;
2
Στην Παλαιστίνη.
Μέσα στα δάκρυα της.
Εκεί θα με βρεις.
3
Καμένα φτερά.
Παιδιά γερασμένα, πως!
Και οι γέροι κλαίν…
4
Στον τοίχο μου, να!
Η Λωρίδα της Γάζας.
Βόμβες και χέρια …
5
Μέσα στις λάμψεις,
στων πουλιών την λαχτάρα,
είδα το «τέλος».
6
Άψυχη μάνα,
στου παιδιού της τα χέρια.
Χαμογελάει!
7
Στον Ιορδάνη,
τα πουλιά δεν κελαηδούν.
Σταυροκοπιούνται…
Από ποίημα της Qada Al Samman (μετ. Καμάλ Ραχίμι)
Αν έρθεις στο σπίτι μου
Φέρε μου ένα μολύβι, ένα μαύρο μολύβι
Για να μουτζουρώσω το πρόσωπο μου
Για να μην φυλακιστώ λόγο ομορφιάς
Να τραβήξω Χ στην καρδιά μου
Για να μην ποθώ
Φέρε μου και μια γομολάστιχα
Για να σβήσω τα χείλη μου
Δεν θέλω να μου μαυρίσουν τα κόκκινα μου τα χείλη
Και ένα σκαλιστήρι, για να ξεριζώσω
Όλα τα θηλυκά μου ένστικτα
Και να οργώσω την ύπαρξη μου..
Λένε έτσι θα πάω πιο εύκολα στο παράδεισο
…………..
……………
Φέρε μου βελόνα και κλωστή…για τη γλώσσα μου
Θέλω να τη ράψω στο ουρανίσκο μου
Έτσι οι κραυγές μου θα είναι πιο σιωπηλές
ΑΧ.. μην ξεχάσεις το ψαλίδι
Θέλω κάθε μέρα να κουρεύω τις σκέψεις μου
Και το απορρυπαντικό
Για το πλύσιμο του μυαλό μου.
………………………….
…………………………
"Το Κάλεσμα του Εραστή" [Kahlil Gibran]
Που είσαι αγαπημένη; Μήπως σ' εκείνο το μικρό
παράδεισο, να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;
'H μήπως στο δωμάτιό σου, όπου ο βωμός
της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ' αυτόν προσφέρεις θυσία την ψυχή και την
καρδιά μου;
Ή ανάμεσα στα βιβλία, γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;
Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;
Είσαι στις καλύβες των φτωχών,παρηγορώντας
τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;
Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού.
Είσαι δυνατότερη απ' τους αιώνες.
Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε,όταν
μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι Άγγελοι του Έρωτα
δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε
μ' ενωμένα τα χέρια,σφιχταγκαλιασμένοι
σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;Θυμάσαι την ώρα που σ' αποχαιρέτησα
και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;
Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση
χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ' τη
γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ' ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο
το χώμα.
Εκείνος ο στεναγμός μ' οδήγησε στον πνευματικό κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου κι έλεγες:
"Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα για
γήινους σκοπούς
και χώρια να ζουν ο κόσμος τ'αναγκάζει.
Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.
Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε
εκπρόσωπό της.
υπάκουσέ την, γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της
την κούπα της γλύκας της ζωής.
Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά,η αγάπη σου
θα 'ναι η παρηγοριά μου. Κι η θύμησή σου
Αιώνιος Γάμος."
Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ; Είσαι ξύπνια
μέσα στη σιωπή της νύχτας; Ας σου φέρνει
ο καθάριος άνεμος τους χτύπους της καρδιάς μου
κι όλη μου την αγάπη.
Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.
Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου που
καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.
Που είσαι αγαπημένη; Ακούς το κλάμα μου
πέρα απ' τον ωκεανό; Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;
υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα για να σου φέρει
την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου; υπάρχει
μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;
Που είσαι, όμορφο αστέρι μου; Το σκοτάδι της ζωής
μ' έριξε στην αγκαλιά του. Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα 'ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο! Θα με στηρίξει!
Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!
Ορφέας κ Ευρυδίκη
Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.
Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.
Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.
Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους -
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.
Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.
Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.
Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.
Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
