Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα kahlil gibran. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα kahlil gibran. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Ιουνίου 2024

για την Ηδονή [Kahlil Gibran, μετ. Ευάγγελος Γράψας]

ΥΣΤΕΡΑ, ένας ερημίτης, που επισκεφτόταν την πόλη μόνο μια φορά το χρόνο, βγήκε μπροστά και είπε. Μίλησέ μας για την Ηδονή.
Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:
Ηδονή είναι ένα τραγούδι ελευθερίας, 
Αλλά δεν είναι ελευθερία.
Είναι το άνθισμα των πόθων σας, άλλα δεν είναι ο καρπός τους.
Είναι ένα βάθος που καλεί το ύψος,
Αλλά δεν είναι ούτε το βαθύ ούτε το υψηλό. 
Είναι το φυλακισμένο πουλί που ανοίγει τα φτερά του,
Αλλά δεν είναι το απέραντο διάστημα. 
Ναι, αληθινά, η ηδονή είναι ένα τραγούδι, ελευθερίας.
Και Θα μου έκανε χαρά να το τραγουδάτε με όλη την καρδιά σας• αλλά δε θα ‘θελα να χάσετε τις καρδιές σας στο τραγούδι της.

Μερικοί από τους νέους σας αναζητούν την ηδονή σαν αυτή να ήταν το παν και τους κρίνουν και τους κατηγορούν.
Εγώ δε θα τους έκρινα ούτε θα τους κατηγορούσα. Θα τους άφηνα να αναζητούν. 
Γιατί θα βρουν την ηδονή, αλλά όχι μόνη της•
Η ηδονή έχει εφτά αδελφές, που και η τελευταία από αυτές είναι πιο όμορφη από την ηδονή.

Δεν έχετε ακούσει για τον άνθρωπο που έσκαβε στο χώμα για να βρει ρίζες και βρήκε Θησαυρό;

Και μερικοί από τους μεγαλύτερούς σας αναθυμούνται τις ηδονές με λύπη σα να ήταν αδικήματα που διέπραξαν στη μέθη.
Αλλά το μετάνιωμα είναι το συννέφιασμα της ψυχής και όχι η τιμωρία της.
Αυτοί θα ’πρεπε να θυμούνται τις ηδονές τους μ’ ευγνωμοσύνη, όπως θα Θυμούνταν τη σοδειά τον καλοκαιριού.
Κι ωστόσο αν τους κάνει παρηγοριά να μετανιώνουν, αφήστε τους να παρηγορούνται.

Και υπάρχουν ανάμεσά σας εκείνοι που δεν είναι ούτε νέοι για να αναζητούν ούτε γέροι για να θυμούνται και από το φόβο της αναζήτησης και της θύμησης αποφεύγουν όλες τις ηδονές, για να μην παραμελήσουν το πνεύμα ή να μη το προσβάλουν.
Αλλά σ' αυτά ακριβώς βρίσκεται η ηδονή τους.
Κι έτσι κι αυτοί βρίσκουν ένα θησαυρό ενώ σκάβουν ψάχνοντας για ρίζες με τρεμάμενα χέρια.
Αλλά πέστε μου, ποιος είναι εκείνος που μπορεί να προσβάλει το πνεύμα;
Μπορεί το αηδόνι να προσβάλει την ησυχία της νύχτας, ή η πυγολαμπίδα τ’ αστέρια;

Και μπορεί η φωτιά σας ή ο καπνός σας να ταράξει τον άνεμο;
Νομίζετε ότι το πνεύμα είναι μια ήρεμη λιμνούλα που μπορείτε να ταράξετε μ’ ένα ραβδί;
Πολλές φορές όταν αρνείστε στον εαυτό σας την ευχαρίστηση, το μόνο που κάνετε είναι να αποθηκεύετε τον πόθο στο εσωτερικό της ύπαρξής σας.
Ποιος ξέρει αν αυτό που παραλείπετε σήμερα, δεν περιμένει για αύριο;
Ακόμα και το σώμα σας γνωρίζει την κληρονομιά τουν και τη δικαιωματική τον ανάγκη και δεν ξεγελιέται.
Και το σώμα σας είναι η άρπα της ψυχής σας,
Και εξαρτιέται από σας αν η άρπα αυτή θα βγάλει γλυκιά μουσική ή μπερδεμένους ήχους.
Και τώρα αναρωτιέστε μέσα στην καρδιά σας, «Πως θα διακρίνουμε αυτό που είναι καλό στην ηδονή από εκείνο που είναι κακό;»
Πηγαίνετε στα χωράφια και στους κήπους σας, κι εκεί θα μάθετε ότι η ηδονή της μέλισσας είναι να μαζεύει μέλι από το λουλούδι,
Αλλά είναι και ηδονή του λουλουδιού να χαρίζει το μέλι του στη μέλισσα.
Γιατί, το λουλούδι είναι για τη μέλισσα μια πηγή ζωής, και για το λουλούδι η μέλισσα είναι ο αγγελιοφόρος της αγάπης.

Αλλά και για τους δυο, μέλισσα και λουλούδι, το δόσιμο και η απολαβή της ηδονής είναι μια ανάγκη και μια έκσταση.

Λαέ της Ορφαλεζίας, να είστε στις ηδονές σας σαν τα λουλούδια και τις μέλισσες.


Από το περίφημο έργο «Ο Προφήτης», στην έκδοση τού 1974, από τον εκδ. Οίκο «Μπουκουμάνη», Αθήνα.


20 Απριλίου 2024

Να λυπάστε το έθνος …[Kahlil Gibran, μετ. Ευάγγελος Γράψας]

Φίλοι μου και συνοδοιπόροι μου, να λυπάστε το έθνος που είναι γεμάτο πίστη κι άδειο από θρησκεία.
Να λυπάστε το έθνος που φορά ένα ρούχο που δεν το έχει υφάνει, που τρώει ψωμί που δεν το έχει θερίσει και πίνει κρασί που δεν έχει τρέξει από το πατητήρι του.
Να λυπάστε το έθνος που ονομάζει το βίαιο άνθρωπο ήρωα, και βλέπει το λαμπροφορεμένο κατακτητή γενναιόδωρο.
Να λυπάστε το έθνος που περιφρονεί το πάθος στ' όνειρό του, κι ωστόσο γίνεται σκλάβος του στον ξύπνιο του.
Να λυπάστε το έθνος που δεν υψώνει τη φωνή του παρά μόνο σα βρίσκεται σε κηδεία, που δεν περηφανεύεται παρά μονάχα σα βρίσκεται μέσα στ' αρχαία μνημεία του, και δεν ξεσηκώνεται παρά μονάχα όταν ο λαιμός του βρίσκεται ανάμεσα στο σπαθί και στην πέτρα.
Να λυπάστε το έθνος που ο κυβερνήτης του είναι αλεπού, ο φιλόσοφός του ταχυδακτυλουργός, και η τέχνη του, τέχνη μπαλώματος και μιμικής.
Να λυπάστε το έθνος που υποδέχεται τον καινούργιο κυβερνήτη του με σαλπίσματα και τον αποχαιρετά με γιουχαΐσματα, για να καλωσορίσει και πάλι κάποιον άλλο με σαλπίσματα.
Να λυπάστε το έθνος που οι σοφοί του είναι βουβοί από τα χρόνια και που οι δυνατοί του άντρες ακόμα στην κούνια.
Να λυπάστε το έθνος που είναι χωρισμένο σε κομμάτια, και που κάθε κομμάτι θεωρεί τον εαυτό του ένα έθνος.

Από το περίφημο έργο «Ο Προφήτης», στην έκδοση τού 1974, από τον εκδ. Οίκο «Μπουκουμάνη», Αθήνα.

10 Μαΐου 2023

Θλίψη Σιωπηλή [Kahlil Gibran, μετ. Ευάγγελος Γράψας]

Φίλοι μου, θυμάστε την αυγή της νιότης με χαρά και λυπάστε για το τελείωμα της. Εγώ όμως τη θυμάμαι σαν το φυλακισμένο που αναθυμάται τα σίδερα και τα δεσμά της φυλακής του. Εσείς μιλάτε για κείνα τα χρόνια που είναι ανάμεσα στην παιδική ηλικία και στη νιότη σα μια χρυσή εποχή γεμάτη ελευθερία από τους περιορισμούς και τις έγνοιες, ενώ εγώ ονομάζω τα χρόνια εκείνα εποχή θλίψης σιωπηλής που είχε έρθει σα σπόρος μέσα στην καρδιά μου και μεγάλωσε μαζί της και δεν μπορούσε να βρει κανένα άνοιγμα προς τον κόσμο της γνώσης και της σοφίας, μέχρι τη μέρα που ήρθε η αγάπη κι άνοιξε τις πύλες της καρδιάς μου και φώτισε κάθε της γωνιά. Η αγάπη μου έδωσε τότε και γλώσσα και δάκρυα. Εσείς θυμάστε τους κήπους και τα πάρκα και τις κρυφές γωνιές των δρόμων που στάθηκαν μάρτυρες των παιχνιδιών σας κι άκουσαν τα αθώα ψιθυρίσματά σας. Κι εγώ θυμάμαι, επίσης, το όμορφο εκείνο μέρος στο Βόρειο Λίβανο. Κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου βλέπω και ξαναβλέπω εκείνα τα λιβάδια τα γεμάτα μαγεία και μεγαλοπρέπεια, και κείνα τα βουνά τα γεμάτα δόξα και μεγαλείο που προσπαθούν να φτάσουν στον ουρανό. Κάθε φορά που κλείνω τα αφτιά μου στο θόρυβο της πόλης ακούω το μουρμουρητό των ρυακιών και το θρόισμα της φυλλωσιάς των δέντρων. Όλες εκείνες οι ομορφιές, που γι' αυτές τώρα μιλώ, και που λαχταρώ να ξαναδώ, όπως ένα μικρό παιδί λαχταρά την αγκαλιά της μάνας του, είχαν πληγώσει το πνεύμα μου, που ήταν αιχμάλωτο μέσα στο σκοτάδι της νιότης, σαν το γεράκι που υποφέρει μέσα στο κλουβί του όταν βλέπει ένα κοπάδι πουλιά να πετούν ελεύθερα στον ανοιχτό ουρανό. Εκείνα τα λιβάδια και οι λόφοι φλόγιζαν τη φαντασία μου, αλλά σκέψεις πικρές έπλεκαν γύρω από την καρδιά μου ένα δίχτυ απελπισίας. Κάθε φορά που έβγαινα να περπατήσω στους αγρούς, γύριζα απογοητευμένος, χωρίς να μπορώ να καταλάβω την αιτία της απογοήτευσής μου. Κάθε φορά που κοίταζα το γκρίζο ουρανό ένιωθα την καρδιά μου να σφίγγεται. Κάθε φορά που άκουγα το τραγούδι των πουλιών και τους φλύαρους θορύβους της Άνοιξης υπόφερα χωρίς να μπορώ να καταλάβω την αιτία. Λένε ότι η αδιαφορία κάνει τον άνθρωπο αδειανό και ότι αύτη η αδειοσύνη τον κάνει ξέγνοιαστο. Αυτό μπορεί να είναι αλήθεια για κείνους που γεννήθηκαν νεκροί, και που υπάρχουν σα συντηρημένα πτώματα, αλλά το ευαίσθητο αγόρι που αισθάνεται πολύ και γνωρίζει λίγο, είναι το πιο άτυχο πλάσμα, γιατί βρίσκεται ανάμεσα σε δυο δυνάμεις. Η πρώτη δύναμη το ανυψώνει και του δείχνει την ομορφιά της ύπαρξης μέσα από ένα σύννεφο ονείρων. η άλλη το κρατά δεμένο στη γη και γεμίζει τα μάτια του με σκόνη και το δυναστεύει με το φόβο και το σκοτάδι. Η μοναξιά έχει απαλά σα μετάξι χέρια, αλλά με τα δυνατά της δάχτυλα αρπάζει την καρδιά και την κάνει να πονεί από τη θλίψη. Η μοναξιά είναι ο σύμμαχος της θλίψης, όπως ακριβώς είναι και ο σύντροφος της πνευματικής έξαρσης. Η ψυχή του αγοριού που δοκιμάζει το βάσανο της θλίψης είναι σαν ένας άσπρος κρίνος που μόλις ξεδιπλώνεται. Τρέμει μπροστά στην πρωινή αύρα κι ανοίγει την καρδιά του στην αυγή της μέρας και μαζεύει πάλι τα φύλλα του όταν πέφτει η σκιά της νύχτας. Αν το αγόρι αυτό δεν έχει διασκέδαση, φίλους ή συντρόφους στα παιχνίδια του, η ζωή του θα είναι σα μια στενή φυλακή όπου δε βλέπει τίποτ' άλλο από τους ιστούς της αράχνης και δεν ακούει τίποτ' άλλο από το σούρσιμο των εντόμων. Η θλίψη εκείνη που με κράταγε στη νιότη μου δεν είχε σαν αιτία την έλλειψη διασκέδασης, γιατί διασκέδαση θα μπορούσα να έχω ούτε την έλλειψη φίλων, γιατί και φίλους θα μπορούσα να έχω. Η θλίψη εκείνη είχε σαν αιτία μια εσώτερη αδυναμία που μ' έκανε να αγαπώ τη μοναξιά. Και σκότωνε μέσα μου την τάση για διασκέδαση και παιχνίδια. Έκοβε από τους ώμους μου τα φτερά της νιότης και με μεταμόρφωνε σε μια λιμνούλα νερού πάνω στο βουνό που καθρέφτιζε στα ήρεμα νερά της τις σκιές των πνευμάτων, και τα χρώματα των διαβατικών σύννεφων και των δέντρων, αλλά που δεν μπορούσε να βρει ένα πέρασμα για να κατέβει τραγουδώντας προς τη μεγάλη θάλασσα. Τέτοια ήταν η ζωή μου μέχρι τη μέρα που έγινα δεκαοχτώ χρονών. Η χρονιά εκείνη είναι σα μια βουνοκορφή στη ζωή μου, γιατί τότε ξύπνησε μέσα μου η γνώση και μ' έκανε να καταλάβω τη σκληρή μοίρα της ανθρώπινης ζωής. Τη χρονιά εκείνη ξαναγεννήθηκα και κατάλαβα πως αν ένας άνθρωπος δεν ξαναγεννηθεί, η ζωή του θα είναι σαν ένα άγραφο φύλλο στο βιβλίο της ύπαρξης. Τη χρονιά εκείνη είδα τους αγγέλους τον ουρανού να μ' αντικρίζουν μέσα από τα μάτια μιας όμορφης κοπέλας. αλλά είδα και τους δαιμόνους της κόλασης να λυσσομανούν στην καρδιά ενός κακού ανθρώπου. Αυτός που δε βλέπει τους αγγέλους και τους δαιμόνους στην ομορφιά και στην κακία της ζωής θα βρίσκεται πολύ μακριά από τη γνώση και το πνεύμα του θα είναι άδειο από αγάπη.


14 Οκτωβρίου 2012

Από το αφιέρωμα στη Μέση Ανατολή [24Γράμματα]

Εδώ όλο το αφιέρωμα











Με τον τρόπο του Χαϊκού [Χρήστος Τουμανίδης]

(Εφτά εκδοχές της σιωπής)
1
Κοίτα στη Γάζα!
Σκοτωμένα παιχνίδια.
Ποιος να τα κλάψει;
2
Στην Παλαιστίνη.
Μέσα στα δάκρυα της.
Εκεί θα με βρεις.
3
Καμένα φτερά.
Παιδιά γερασμένα, πως!
Και οι γέροι κλαίν…
4
Στον τοίχο μου, να!
Η Λωρίδα της Γάζας.
Βόμβες και χέρια …
5
Μέσα στις λάμψεις,
στων πουλιών την λαχτάρα,
είδα το «τέλος».
6
Άψυχη μάνα,
στου παιδιού της τα χέρια.
Χαμογελάει!
7
Στον Ιορδάνη,
τα πουλιά δεν κελαηδούν.
Σταυροκοπιούνται…


Από ποίημα της Qada Al Samman (μετ. Καμάλ Ραχίμι)

Αν έρθεις στο σπίτι μου
Φέρε μου ένα μολύβι, ένα μαύρο μολύβι
Για να μουτζουρώσω το πρόσωπο μου
Για να μην φυλακιστώ λόγο ομορφιάς
Να τραβήξω Χ στην καρδιά μου
Για να μην ποθώ
Φέρε μου και μια γομολάστιχα
Για να σβήσω τα χείλη μου
Δεν θέλω να μου μαυρίσουν τα κόκκινα μου τα χείλη
Και ένα σκαλιστήρι, για να ξεριζώσω
Όλα τα θηλυκά μου ένστικτα
Και να οργώσω την ύπαρξη μου..
Λένε έτσι θα πάω πιο εύκολα στο παράδεισο
…………..
……………
Φέρε μου βελόνα και κλωστή…για τη γλώσσα μου
Θέλω να τη ράψω στο ουρανίσκο μου
Έτσι οι κραυγές μου θα είναι πιο σιωπηλές
ΑΧ.. μην ξεχάσεις το ψαλίδι
Θέλω κάθε μέρα να κουρεύω τις σκέψεις μου
Και το απορρυπαντικό
Για το πλύσιμο του μυαλό μου.
………………………….
…………………………


"Το Κάλεσμα του Εραστή" [Kahlil Gibran]

Που είσαι αγαπημένη; Μήπως σ' εκείνο το μικρό
παράδεισο, να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;

'H μήπως στο δωμάτιό σου, όπου ο βωμός
της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ' αυτόν προσφέρεις θυσία την ψυχή και την
καρδιά μου;

Ή ανάμεσα στα βιβλία, γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;
Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;

Είσαι στις καλύβες των φτωχών,παρηγορώντας
τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;
Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού.
Είσαι δυνατότερη απ' τους αιώνες.

Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε,όταν
μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι Άγγελοι του Έρωτα
δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε
μ' ενωμένα τα χέρια,σφιχταγκαλιασμένοι
σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;Θυμάσαι την ώρα που σ' αποχαιρέτησα
και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;
Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση
χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ' τη
γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ' ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο
το χώμα.

Εκείνος ο στεναγμός μ' οδήγησε στον πνευματικό κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου κι έλεγες:
"Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα για
γήινους σκοπούς
και χώρια να ζουν ο κόσμος τ'αναγκάζει.
Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.

Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε
εκπρόσωπό της.
υπάκουσέ την, γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της
την κούπα της γλύκας της ζωής.
Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά,η αγάπη σου
θα 'ναι η παρηγοριά μου. Κι η θύμησή σου
Αιώνιος Γάμος."

Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ; Είσαι ξύπνια
μέσα στη σιωπή της νύχτας; Ας σου φέρνει
ο καθάριος άνεμος τους χτύπους της καρδιάς μου
κι όλη μου την αγάπη.

Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.

Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου που
καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.

Που είσαι αγαπημένη; Ακούς το κλάμα μου
πέρα απ' τον ωκεανό; Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;
υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα για να σου φέρει
την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου; υπάρχει
μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;

Που είσαι, όμορφο αστέρι μου; Το σκοτάδι της ζωής
μ' έριξε στην αγκαλιά του. Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα 'ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο! Θα με στηρίξει!

Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!
Ορφέας κ Ευρυδίκη




Ο Καβαφικός Λόγος και η σημερινή κατάσταση στη Συρία
"ΔΕΝ ΦΡΟΝΤΙΣΑΝ"
 [Απόστολος Θηβαίος]

Η καβαφική ποίηση κινήθηκε πάντοτε μες στα όρια του ρεαλισμού. Μιλούμε για έναν ρεαλισμό, ο οποίος συμπυκνώνεται στην έκφραση μιας ιδέας ή ενός συναισθήματος, της ατμόσφαιρας, δηλαδή, η οποία μπορεί να οδηγήσει το νοητό στα μονοπάτια των εντυπώσεων. Εκείνων των καταστάσεων, οι οποίες δεν περιγράφονται, ο λόγος για την ακρίβεια σε τούτο το σημείο υστερεί, ενώ την ίδια στιγμή η δυναμική του εξαπλώνεται, ώστε ακόμα και με τις σιωπές του να κατορθώνει το επιθυμητό, την επιδίωξη μιας συντονισμένης, εργαστηριακής προσέγγισης. Ο καβαφικός ρεαλισμός, ακόμα και εκείνος που αποκαλύπτεται στα λεγόμενα «πολιτικά» ποιήματά του, είναι φορές κατά τις οποίες δεν ανταποκρίνεται σε μια αυστηρή απεικόνιση της πραγματικότητας. Μα ακριβώς ετούτο συνιστά το μέγιστο ποιητικό προσόν του Αλεξανδρινού. Η δυνατότητα δηλαδή, απεικόνισης μιας ιστορικής πραγματικότητας, ελασσόνων πολλές φορές ή ανύπαρκτων μεγεθών, τα οποία όμως εξυπηρετούν την ποιητική πρόθεση του δημιουργού. Κάπως έτσι επιτυγχάνεται και καθορίζεται η πολιτική τοποθέτηση του Κωνσταντίνου Καβάφη, με την οποία συνίσταται η εξειδικευμένη εκείνη κατηγοριοποίηση των στιχουργημάτων του, όπως αποτελούν τα ποιήματα μιας πολιτικής θεώρησης, ιδωμένης από ένα στοχαστικό και ακριβές πνεύμα.
Στην κατηγορία των ποιητικών στιχουργημάτων του Καβάφη, των προικισμένων με την επιτυχή εξέταση της πολιτικής καταστάσεως, τη διαχρονικότητα και την τόση ανθρωπιά τους, εντάσσεται και το ποίημα «Ας φρόντιζαν», με την αναφορά στη συριακή πραγματικότητα των δυναστειών και της διεκδίκησης του θρόνου της Αντιόχειας. Πρόκειται για μια επισήμανση του πολιτικού και κοινωνικού αμοραλισμού, με τον οποίο πάντοτε στέφεται η ανθρώπινη συλλογικότητα, σε κάθε εποχή και συγκυρία. Διαπιστώνεται μες στο έργο του Αλεξανδρινού η αισθητική της πολιτικής πραγματικότητας, η οποία διαχρονικά διαβρώνεται από την επιδίωξη της γοητευτικής εξουσίας. Το ποίημα, με τον υποβλητικό, γνώριμο υποκειμενισμό του Καβάφη, ο οποίος ενδύεται κάθε φορά την ταυτότητα του προσώπου του ποιήματος, ο ίδιος εκφράζει μια οικουμενική πραγματικότητα, επιτρέποντας μέσω της υπονοούμενης επικαιροποίησης της να αναγνωρισθεί η αναγωγή της σε κάθε εποχή και η, ως εκ τούτου αγόρευσή της σε μια ηθογραφική θεώρηση της ανθρώπινης δράσης. Οι μνηστήρες του θρόνου, η στρεβλότατη επίδραση των πρακτικών τους σε επίπεδο κοινωνικό, η μετάδοση τούτης της αισθητικής και η εμπέδωσή της ώς αναγνωρισμένη πρακτική από πλευράς ατομικότητας, ο κόπος των «δελφίνων» για την πραγμάτωση της μεμονωμένης φιλοδοξίας. Τούτα θα μπορούσαν με ακρίβεια να εκτιμηθούν ως τα κύρια και βασικά θέματα του ποιήματος του Καβάφη, η διάσταση του οποίου, παρά τις κριτικές επισημάνσεις δεν ξανοίγεται στο επίπεδο της πολιτικής, μα εκτείνεται μες στο βάθος της απτής, κοινωνικής πραγματικότητας. Συνιστά, λοιπόν τούτο το ποίημα, με αφορμή την πολιτική επιδίωξη, μια βαθιά και καυστική ματιά στην ανθρώπινη φύση, στην ηθική κατάπτωσή της που είναι πάντοτε γέννημα του πολιτισμού. Με ιστορική συνέπεια εκείνη πάντοτε συμβάλλει στην αλλοίωση της κοσμολογικής ύπαρξης του ανθρώπου και των συνόλων του, έτσι ώστε νέοι, τελικά δρόμοι να ανοιχτούν μες στις στάχτες και ολοζώντανος ο Φοίνικας να ανασυρθεί προς νέα πετάγματα και ψηλότερους, καταδικασμένους ουρανούς.
Ο καβαφικός ρεαλισμός, όπως διατρέχει το ποίημα εξυπηρετεί εκείνο, το οποίο τόσο εύστοχα έθεσε ο μελετητής Σαββίδης. Προβαίνει στο συμπέρασμα πως ο ρεαλισμός του Καβάφη δεν αποσκοπεί παρά στη μελέτη του ανθρώπου και του κόσμου, έτσι ώστε να μπορούν να αναδειχτούν ξεκάθαρες οι συγκρούσεις με την κοινωνική πραγματικότητα και να εννοηθεί ο κόσμος με όλα του τα επίμονα αμαρτήματα. Η αναφορά στη Συρία δεν συνιστά μια πρόσφορη επιλογή, σε ιστορικές πληροφορίες, μήτε μια τυχαία, όμως επιλογή του ποιητή. Στην ιστορική συγκυρία, μες στην οποία μας τοποθετεί ο Κωνσταντίνος Καβάφης, μπορεί κανείς να μαρτυρήσει τον κλονισμένο πολιτισμό του αρχαίου, συριακού κόσμου, ο οποίος με τόση ευκολία παραδίνεται στην παρακμή για να αποκτήσει κάποτε μια θέση μες στις ιστορικές καταγραφές. Ο πλούτος, η ευμάρεια, η καταποντισμένη ηθική ενός ανεπτυγμένου κόσμου, συνιστούν επαναλαμβανόμενες καταστάσεις μες στη χρονική ευρύτητα της ιστορίας. Οι πολιτισμοί και τα επιτεύγματα, τα οποία ξεπέρασαν την εποχή τους κάποτε θα συρθούν μες στις σκόνες, ερρειπιώδη, θρυλικά τοπία οι πόλεις, όπως η Αντιόχεια που έθρεψαν μια παλιά χίμαιρα. Ο Καβάφης, αναγνωρίζοντας στην εποχή του, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρόμοια σημάδια σήψεως κοινωνικής και ηθικής δεν αποσιωπά, προβαίνει σε μία ουσιαστικά εκτίμηση του παρόντος, μα και του μέλλοντος. Ο λόγος του δεν έχει να κάνει σε τίποτα με το παρελθόν , μια και ο ίδιος επιστρατεύει και διεισδύει στην ιστορική μαρτυρία, όχι μόνο για να ερμηνεύσει την παρακμή του ελληνιστικού κόσμου μα και για να ασκήσει μια σαφή κριτική προς την εποχή του και το μελλοντικό της ορίζοντα. Ο διακριτικός, «ερευνητικός» ρόλος της φανταστικής, μα τόσο ζωντανής εμπειρίας, σημειώνει ο μελετητής Σαββίδης, ασκεί μια επίδραση στη γραφή, τέτοια ώστε μπορούμε να θεωρήσουμε ετούτη την ποιητική λειτουργία, ως μια δημιουργική πράξη, που συμπληρώνει το δρώμενο και το καθιστά υλικό σπουδαίο προς τη συνειδητοποίηση της πράξεως. Τόσο η ονοματοδοσία του τίτλου, όσο και ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται το αισθητικό.-εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται με τη ψυχή-, επιβεβαιώνουν την πρόθεση του Καβάφη να παραμείνει αδιάφορος εμπρός στο φάσμα της ζοφερής, κοινωνικής πραγματικότητας που τον περιβάλλει, ενώ την ίδια στιγμή εξυπηρετείται ένας αποσταγματικός λόγος από προσωπικής πλευράς, που αποδεικνύει την πρόθεση του ποιητή να αποστασιοποιηθεί από την εποχή του και τις πολιτικο-κοινωνικές αντιστοιχίες με το ιστορικό παρελθόν.
Σήμερα, τούτο το στιχούργημα αποδεικνύεται επίκαιρο και στοχευμένο, ιδανικό να περιγράψει με ακρίβεια μια πραγματικότητα, η οποία ταυτίζεται τόσο ως περιεχόμενο, όσο και ως γεωγραφική αναφορά. Αναφερόμαστε φυσικά στο συριακό, εμφύλιο πόλεμο, εκείνον που εδώ και μήνες μαίνεται στην άλλοτε, κραταιά, αραβική χώρα, στερώντας τη ζωή από χιλιάδες αθώους μάρτυρες μιας σφοδρής αντιπαράθεσης. Η συριακή κοινωνία, τεμαχισμένη και αποδυναμωμένη, καθώς επιβάλλει κάθε εμφύλια σύγκρουση, αδυνατεί να παραχωρήσει ένα οριστικό τέλος στη δολοφονία των αμάχων και στην περιθωριοποίηση ενός ολόκληρου έθνους. Ο τωρινός, κυβερνητικός σχηματισμός, βαθιά αντιδημοκρατικός και συγκεντρωτικός αδυνατεί να παραχωρήσει τα ιστορικά κεκτημένα του εκφραστή του, Άσαντ, ο οποίος με το δικαίωμα της κληρονομικότητας κατέχει και επιβάλλει την εξουσία του στο σύνολο του συριακού πληθυσμού. Μια πραγματικότητα, αφενός οριζόμενη από τη μακρόχρονη, καταδυναστευτική, φιλοδυτική πολιτική των αρχών και αφετέρου από την περιφρονητική στάση απέναντι στα σημεία των καιρών, όπως επιδείχτηκε και συνεχίζει ακόμα και τούτη την ύστατη στιγμή από τη σύγχρονη, συριακή ελίτ. Με άλλα λόγια, η ποιητική του Καβάφη συνιστά μια πιστή απεικόνιση τούτης της εποχής, καθώς αναγνωρίζει, όχι μόνο τη διαβρωμένη, εκτελεστική εξουσία χωρών με ελάχιστα προηγμένη δημοκρατία, αλλά και τη στάση ενός πληθυσμού, ο οποίος παρέμεινε απαθής, μιμούμενος άκριτα τα δυτικά πρότυπα, το ύφος του ματαιόδοξου προσώπου της εξουσίας, επιδιώκοντας έναν πλούτο, ο οποίος δεν μπορεί παρά να παραμένει αγροίκος, άγονος.
Η παρούσα κατάσταση, καθώς βιώνεται μέσα από δέκτες τηλεοπτικούς και ασύρματους ορίζοντες δεν αποτελεί παρά μια τραγική κατάφαση, η οποία ξεπερνά την προοπτική της ελπίδας. Ίσως για τούτο το λόγο να μην υφίσταται ούτε και στην καβαφική ποίηση τέτοιο απατηλό ψήγμα. Ίσως η τόλμη, το χαρακτηριστικό ετούτο να επισφραγίζει την πρωτοπορία ενός γνήσιου ρεαλιστή, ενός κινηματογραφιστή της ιστορίας που διέφυγε οριστικά των λυρικών δεσμών. Το τραγικό, συνεχίζουμε το συλλογισμό μας, προϋποθέτει την παράσταση σύγκρουσης ανάμεσα στις τάξεις, την εύθραστη διαλεκτική, η οποία αναπτύσσεται πάντοτε μεταξύ εξουσιαζόντων και εξουσιαζόμενων. Δίχως κορώνες και συναισθηματισμούς, ο Καβάφης ξεπερνά ακόμη και τούτο το όριο, υπονοώντας το τραγικό, μια εικονοποιία, η οποία υπερβαίνει ορισμούς και διαλεκτικές και στέκει ως ένα αποφασιστικό αίσθημα, μια παγιωμένη κατάσταση, για την οποία, όπως και σήμερα η λύση συνιστά μια χίμαιρα.
Η παρούσα κατάσταση στη Συρία αποτελεί μια απόδειξη της κατεστραμμένης πραγματικότητας, η οποία μας απειλεί. Το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη συνιστά μια μορφή παρηγοριάς εμπρός στην επικαιρότητα. Τούτο όχι γιατί στο λόγο του Αλεξανδρινού υποκρύπτεται η αισιοδοξία και η λύτρωση, μα γιατί μες στο ποιητικό σύμπαν αποδεικνύεται η υποψία μας. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, πάντοτε με τα ίδια κουρελιασμένα ρούχα, αναπάντεχα, καθώς τη ζωγραφίσαμε, ασπρόμαυρη, με μολύβι, δίχως λάδια μες στο μεγάλο βιβλίο του ανθρώπινου κόπου. Το ίδιο εκείνο, πανέμορφο πλοίο που καθελκύστηκε με τόσες τιμές, μες σε πυροτεχνήματα και ελπίδες για υπέροχα ταξίδια,τώρα, ξανά, καίγεται στο μέσον της Προποντίδος και εμείς διασκεδάζουμε ανυποψίαστοι μες στα πολυτελή σαλόνια και βυθιζόμαστε, αγαπητέ.

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.


Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.


Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.


Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους -
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.


Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.


Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.


Αλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης