Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίμης φωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μίμης φωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Ιουνίου 2019

Από τις "Μπαλάντες τού Έρωτα και του Θανάτου" τού Μίμη Φωτόπουλου

























H ποιητική συλλογή "Μπαλάντες τού Έρωτα και του Θανάτου" τού Μίμη Φωτόπουλου, περιέχει 136 τριολέτα χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες: εξήντα πέντε (65) "Λυρικά", δεκαπέντε (15) "της Θάλασσας", δεκαπέντε (15) "της Σμύρνης" και σαράντα ένα (41) "Λαϊκά".
Εκτός ενός, σε κάθε ενότητα, τα υπόλοιπα παρουσιάζονται ανά δύο. Τα τριολέτα κάθε ζευγαριού έχουνε παραπλήσιο κατά το δυνατό θέμα ώστε να μπορούνε να θεωρηθούν ένα ποίημα.

Ενδεικτικά ακολουθούν δύο ζεύγη τριολέτων.
Το πρώτο από τα "Λυρικά", το επόμενο από τα "Λαϊκά".


Σε σκεφτόμουνα χτες, σε σκέφτομαι τώρα, 
θα σε σκέφτομαι αύριο, δίχως άλλο 
την άνοιξη, στου χειμώνα τη μπόρα.
Σε σκεφτόμουνα χτες, σε σκέφτομαι τώρα, 
κι είν’ μεσάνυχτα τρεις η ώρα, 
ξαγρυπνάω, γιατί πάντα αμφιβάλλω.
Σε σκεφτόμουνα χτες, σε σκέφτομαι τώρα, 
θα σε σκέφτομαι αύριο, δίχως άλλο.

Και να βρέχει, λέει, πολύ και μπόρα... 
να ’σαι και κλεισμένη μέσ’ στην αγκαλιά μου 
να ’σαι ’συ κι εγώ μονάχα και το «τώρα» 
και να βρέχει, λέει, πολύ και να ’ναι μπόρα. 
Σαν αιώνας, παράξενος να ’ναι η ώρα, 
να σε ζεσταίνουν μόνο τα φιλιά μου. 
Και να βρέχει, λέει, πολύ και να ’ναι μπόρα 
να ’σαι κλεισμένη, μέσ’ την αγκαλιά μου.



Έλα βρε χάρε, πάρε με, στο μαύρο σου παλάτι 
να παίξω το μπουζούκι μου, σε χίλιους κολασμένους. 
Και στη ζωή περπάτησα, σε μαύρο σκαλοπάτι 
Έλα βρε χάρε, πάρε με, στο μαύρο σου παλάτι 
κρατώντας το δρεπάνι σου, πάνω σε μαύρο άτι, 
και ρίξε με και μένανε, μέσα στους πονεμένους. 
Έλα βρε χάρε, πάρε με, στο μαύρο σου παλάτι 
να παίξω το μπουζούκι μου, σε χίλιους κολασμένους.

Τέσσερις πονεμένοι, γύρω στο πατάρι.
Το πάθος, γίνεται καημός, πάνω στα τέλια.
Και στη μέση, το κορίτσι, όλο καμάρι.
Τέσσερις πονεμένοι, γύρω στο πατάρι, 
κι ένας λεβέντης «παραγγελιά» γουστάρει.
Σκέτη ζωγραφική τα τσιφτετέλια...
Τέσσερις πονεμένοι γύρω στο πατάρι, 
το πάθος, γίνεται καημός πάνω στα τέλι.

07 Ιουνίου 2019

Δυο από τα "Σκληρά Τρολέτα" του Μίμη Φωτόπουλου




















Όλα τα τριολέτα τής ποιητικής συλλογής συνοδεύονται από εικαστικό σχέδιο του Λιάκου Χατζηγεωργίου εμπνευσμένο από τα ποιήματα.















Της Κυριακής βαριά πουν τ’ απογέματα 
πνίγοντ’ οι άνθρωποι σ’ όλης της γης τα πλάτη 
Βαλτώνουν μες στην πλήξη και στα ψέματα. 
Της Κυριακής βαριά πουν τ’ απογέματα 
κόβουν βόλτες, βόλτες μ’ άδεια βλέμματα 
μόνο αναμνήσεις σέρνοντας στην πλάτη 
Της Κυριακής βαριά πουν τ’ απογέματα 
πνίγοντ’ οι άνθρωποι σ’ όλης της γης τα πλάτη.

















Κούρντισε βάσανο γλυκά τον μπαγλαμά. 
Απόψε θα ’ρθει τα ρέστα να μου πάρει.
Θα ’ναι τα χείλη της απίθανα χλωμά 
Κούρντισε βάσανο γλυκά τον μπαγλαμά 
Και θα χορέψει ασίκικο καρσιλαμά 
έτσι τα «φόντα της» για λίγο να μοστράρει 
κούρδισε βάσανο γλυκά τον μπαγλαμά, 
απόψε θα ’ρθει τα ρέστα να μου πάρει...

25 Μαΐου 2019

Ελ Ντάμπα (το πρώτο κεφάλαιο) [Μίμης Φωτόπουλος]


180 χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου βρισκόταν το RAF EL Daba, στρατιωτικό αεροδρόμιο / στρατόπεδό της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας της Βρετανίας. Μοίρα κακή το έφερε σε τούτο το στρατόπεδο να φυλακιστούν 8.000 - 10.000 Έλληνες πατριώτες, φίλοι ή μέλη του ΕAM. Το Δεκέμβρη του 1944 ο Αγγλικός Στρατός που βρισκόταν στην Ελλάδα, βοηθώντας την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, αποφάσισε να «καθαρίσει» την περιοχή από τους «ενοχλητικούς» εαμίτες και να αποδυναμώσει σημαντικά την αντίσταση στην Αθήνα. Γι’ αυτό απήγαγε και μετέφερε στα κρυφά εκτός Ελλάδας τους δημεγέρτες του αντιστασιακού αγώνα. Οι κρατούμενοι δεν ενημέρωσαν κανένα από τους οικείους τους, μεταφέρθηκαν και κρατήθηκαν με απάνθρωπες συνθήκες στην Ελ Ντάμπα της Αιγύπτου. Αυτή την προσωπική περιπέτεια καταγράφει ο Μίμης Φωτόπουλος σε τούτο το εκπληκτικό έργο.

Γιώργος Δαμιανός.


-ΚΑΙ καλά, το σπίτι μας το κάψανε οι Εγγλέζοι;
-Ναι.
Αυτό το «ναι» μου ’φυγε σαν πονεμένη ανάσα. Το ’πα σιγανά, θλιμμένα. Μα στ’ αφτιά της μητέρας μου έφτασε σαν κραυγή απελπισίας μέσα στη νύχτα πνιγμένη από καταιγίδα. Ακούμπησε πάνω μου τη ματιά της γεμάτη θλιμμένη εγκαρτέρηση και μου ψιθύρισε έτσι, σαν ψαλμό, σαν μοιρολόι:
-Καλά, εμείς τι κάναμε στους Εγγλέζους και μας κάψανε το σπίτι;
-Τίποτα. Είχαμε, μάλιστα, στην καλύτερη μεριά του σπιτιού μας κρεμασμένο κι ένα χαρτόνι που είχε κολλημένα πάνω του τα πλαδαρά μάγουλα του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ.
-Τότε, γιατί;
-Ε, να, οι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ να μας ελευθερώσουν.
-Από τους Γερμανούς;
-Όχι, αυτοί τους... ενοχλούσαν, μα τους αντέχανε...
-Τότε από ποιους;
-Ήρθαν να μας ελευθερώσουμε από τον «ΕΛΑΣ».
-Κι ο ΕΛΑΣ γιατί ήρθε;
-Να μας ελευθερώσει από τους Εγγλέζους.
-Δεν καταλαβαίνω.
-Ούτε κι εγώ. Όλ’ αυτά μαζί λέγονται «Πολιτική».
-Και το σπίτι μας το κάψανε για την πολιτική;
-Όχι, για την ελευθερία.
-Ποια ελευθερία;
-Πού να ξέρω ποια απ’ όλες! Γιατί οι ελευθερίες είναι πολλές, όσες και οι μάρκες των σαπουνιών. Και από αρχαιότατων χρόνων σκοτώσουνε ανθρώπους και καίνε πολιτείες και σπίτια εν ονόματι της ελευθερίας.
Τότε μπήκες στην κουβέντα και η γιαγιά μου, που, καθισμένη σαν παιδί σταυροπόδι σε μια κουρελού, καθάριζε κάτι σκουληκιασμένα ρεβίθια, για το μεσημέρι.
-Καλά, παιδάκι μου, αυτοί οι Εγγλέζοι που λες, από πού ήρθαν και μας κάψανε το σπίτι μας;
-Από την Αγγλία!
-Και μετά πού πέφτει αυτή η Αγγλία;
-Είναι πολλά μερόνυχτα από δω, γιαγιά. Αλλά έτσι και μυριστεί ψοφίμι -κι έχει μια μύτη που μυρίζεται από πολύ μακριά- αμολάει αεροπλάνα και καράβια, και πέφτει σαν κοράκι στο καημένο το θύμα.
-Χριστός και Παναγιά! Κι ήρθανε από τόσο μακριά, που λες, τα κοράκια, να κάψουνε το δικό μας σπίτι; Καλά, δεν έχουνε σπίτια εκεί, κοντά τους, να τα κάψουνε;
-Ε, είναι ιδιότροποι, βλέπεις, και τους αρέσει να καίνε τα ξένα, και τα πολύ μακρινά σπίτια.
Έκανε το σταυρό της η γριά και ξανάρχισε να καθαρίζει τα ρεβίθια της. Η μάνα μου βούλιαξε, σιγά σιγά, σε μια καρέκλα, με τα μάτια απλωμένα στο κενό, κι εγώ άναψα ένα τσιγάρο. Μια παράξενη βουβαμάρα απλώθηκε μέσα στο υπόγειο, όπου μέναμε μιας πολυκατοικίας, στο Κολωνάκι. Ο θυρωρός της, ένας μακρινός μας συγγενής μας φιλοξενούσε στο δωμάτιό του.
Ύστερα από ατέλειωτα μπλόκα στρατιωτών, αστυνομικών, εθνοφυλάκων και «πατριωτών», είχαμε... διεκπεραιωθεί στο Κολωνάκι, φορτωμένοι με μια κουβέρτα. Μακριά από την πρώτη γραμμή του πυράς, που ήταν στην οδό Ιπποκράτους. Εγγλέζικα τανκς είχανε σταθεί στη γωνιά του σπιτιού μας, και ρίχνανε. Όλοι οι ένοικοι είχαμε μαζευτεί στο πλυσταριό. Οι καρδούλες των παιδιών κοντεύανε να σπάσουνε. Και μόλις σταμάτησε η... μάχη φύγαμε τρομοκρατημένοι, αφήνοντας έρημο το σπίτι μας, δεν υπήρχε πια! Και δε γίνεται πιο τρομακτικό πράμα στη ζωή του ανθρώπου από το να καεί το σπίτι του. Δεν μπορεί να το πιάσει με τον νου του όποιος δεν το δοκίμασε. Ένα μεγάλο «ρήγμα» στην ζωή του. Κάτι σπάει μέσα σου και ξαφνικά σαν να γίνεσαι κι εσύ αλλιώτικος. Κάτι είχε καεί μέσα σου μαζί με το σπίτι σου. Σε μας τους μικροαστούς, τα μικρά, τα δύσκολα αποκτημένα πράγματα, είναι στέρεα δεμένα με τη μικρή μας ζωή. Μια παλιά φωτογραφία του πατέρα μας, ένα «κεντητό» της γιαγιάς μας, ένα σπάνιο βιβλίο, τα γράμματα της πρώτης μας αγάπης, ένα σπαθί από το Γαριβαλδινό Σώμα, που μας το άφησε «ενθύμιον» ο θείος μας...
Κι όλες τούτες οι «μικρές ευτυχίες» γίνανε στάχτη μέσα σε μια νύχτα. Όλο το μικρονοικοκυριό μας, που ήτανε το κέρδος ενός αγώνα τριάντα χρονών. Βρεθήκαμε στο δρόμο σχεδόν γυμνοί, χωρίς τίποτα, ουδέ καν ελπίδες και, προπαντός, χωρίς προπολεμικό ενοίκιο.
Βουβή κάθισε η οικογένεια στο τραπέζι. Καθένας βούλιαζε στις δικές του σκέψεις, κι αφηρημένα μασούσε κάτι πανάθλια ρεβίθια, που τα είχαμε αγοράσει με «μέσον» πανάκριβα.
Η γιαγιά μου ήταν δακρυσμένη· της χάιδεψα τα κάτασπρα μαλλιά. Οι φτωχοί, συνήθως, έχουνε και γιαγιάδες· είναι κι αυτές μια από τις μικρές ευτυχίες τους. Οι πλούσιοι δεν έχουνε τέτοιες χαρές. Ακούσατε ποτέ τον Ωνάση ή τον Παναγή Κανελλόπουλο να μιλάνε για την γιαγιά τους;
Κι οι μάχες στην Αθήνα συνεχίζονταν, για ν’ αφήσουνε κι άλλο κόσμο ξεσπίτωτο.
[...]

17 Μαΐου 2019

Για την έκδοση των απάντων τού Μίμη Φωτόπουλου από τα 24γράμματα.

















Για την έκδοση των απάντων τού Μίμη Φωτόπουλου από τα 24γράμματα.

Πέρασε «αόμματος ...» αλλά τα έβλεπε όλα. Και αυτός πήγαινε «κατά τον ρουν των γεγονότων», αλλά πάλευε με το μοναδικό του μάγκικο αληθινό τρόπο, πρώτα από όλα, να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση. Αυτή που απέτυχε. Να αλλάξουμε εμείς.
Έρχεται και εδώ, όπως μας μιλούσε και μας κοιτούσε μέσ’ από την ασπρόμαυρη μεγάλη οθόνη, να μας τα πει με τον ποιητικό του λιτό αλλά πλούσιο και περιεκτικό λόγο, απαλλαγμένο από μπουρζουαζίστικους ελιτισμούς, που δεν σημαίνουν τίποτα, στο σήμερα. Στο ανέκαθεν σήμερα στον κόσμο τής εκμετάλλευσης. Έρχεται στον κόσμο τής επικράτησης τού απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού, να μας αγγίξει όχι πια με τις ταινίες που πρωταγωνιστούσε και μας μεγάλωσαν, κι εμάς και τους αμέσως παλαιότερους και τους νεότερους, αλλά με τη γραφή του. Έρχεται να μας δείξει ότι τους κατάλαβε. Και σήμερα όπως και τότε. Το βροντοφωνάζει. Τότε, επί κατοχής, ήταν ο άγνωστος νεκρός αδελφός που κείτονταν στο πεζοδρόμιο και δεν στάθηκε να τον κλάψει γιατί πεινούσε. Σήμερα είναι ο άγνωστος άλλος που πνίγεται διωγμένος από τον πόλεμο που ποτέ δεν σταμάτησε.
Και πώς να σταματήσει ο πόλεμος και πώς να μην πνίγεται ο άνθρωπος όταν αυτοί που μας κλέβουν μας ποτίζουν εθνικισμό, ρατσισμό και επιβάλουν καταπιεστικές ιδεοληψίες, ακριβώς για να μας κλέβουν.
Είναι ο μεγάλος Μίμης Φωτόπουλος, που η ποίησή του δεν εκδόθηκε όσο ζούσε γιατί δεν ήταν, θα έλεγαν – ή μήπως του το είπαν κιόλας;  –, ένας μετρ των στίχων. Ευτυχώς! Είναι ο μεγάλος ποιητής Μίμης Φωτόπουλος και είναι εδώ.
Είναι εδώ όχι  για να γελάσεις  μετά που «θα κάάάθεσαι», αλλά να κλάψεις γιατί τώρα σου ετοιμάζουν να κάθεσαι ή και τις επτά μέρες ή μόνο την όγδοη της εβδομάδας.    

Η έκδοση των απάντων του Μίμη Φωτόπουλου δεν είναι ένα ακόμη εκδοτικό γεγονός. Είναι το σημαντικότερο εκδοτικό γεγονός των τελευταίων χρόνων στο χώρο της ποίησης. Είναι ένα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός και αφορά εσένα.


























Αξίζει βεβαίως να αναφέρουμε και τη μελέτη: "Μίμης Φωτόπουλος - Ρωμέικη Καρδιά - Συμβολή στη μελέτη τής Υποκριτικής Τέχνης στο Θέατρο και τον Κινηματογράφο" του Κωνσταντίνου Κυριάκου, επίσης από τις εκδόσεις 24grammata.com.