Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019

Τα γρόσια [ΦΚ]


ΤΑ ΓΡΟΣΙΑ

Μάζεψα τρεις χιλιάδες γρόσια
Για να βοηθήσω στα κρυφά
Ένα ζητιάνο κι άλλα τόσα
Ξόδεψα για να βρω γιατρειά.

Ο νόμος κι αν ήτανε μαζί μου
Έκανε χρόνο να φανεί.
Τη φήμη μου και την τιμή μου
Δεν μπόρεσε να σεβαστεί.

Πληγώθηκε βαθιά η φιλία
Δεν βρήκε μέρος να σταθεί.
Στο τέλος χάθηκε με βία
Δεν βρήκε λόγο να δεχθεί.

Φίλοι μου θα σας συνιστούσα
Να μην πιστεύετε τους άλλους.
Οποίοι κι αν λένε ότι είναι,
Σκοπό τους έχουνε τα λούσα.

Κάθε βραδάκι, πριν πλαγιάσω
Κοιτάζω το δικό μου αστέρι.
Ευχή μου έχω ένα τραγούδι
Και συντροφιά ένα περιστέρι.

Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019

Οι ενετικές οχυρώσεις στο πέρασμα Μαρίτσα των Ονείων Ορέων.



Τα Όνεια Όρη είναι μια μικρή μακρόστενη οροσειρά, μήκους 9,5 περίπου χλμ., μέγιστου υψόμετρου 599 μ. από τη θάλασσα (σε ορισμένα site αναφέρονται μόνον οι κορυφές Προφήτης Ηλίας 581 μ. και Οξύ 562 μ.), που εκτείνεται στη διεύθυνση ανατολής δύσης. Ανατολικά, όπου λειτουργεί λατομείο, καταλήγει στις Κεχριές και τα Λουτρά Ωραίας Ελένης και δυτικά στο χωριό Σολομός, νοτιοανατολικά τού Ακροκορίνθου. Λαμβανομένου υπόψη τού απόκρημνου των βόρειων πλαγιών τους πρόκειται για ένα φυσικό τείχος στο οποίο υπάρχουν δύο περάσματα (δεν υπολογίζεται το παραθαλάσσιο πέρασμα Κεχριών Λουτρών Ωραίας Ελένης): Ανατολικά το Στανοτόπι  και στο μέσο του, μεταξύ τών χωριών Ξυλοκέριζας και Αγίας Παρασκευής, το Μαρίτσα. Σε αυτά τα περάσματα υπάρχουν ερείπια αρχαίων (ελληνιστικών χρόνων) Καστρών και οχυρώσεων και ενετικών οχυρωματικών έργων, τα οποία χτιστήκανε για να εποπτεύουνε τα υπόψη περάσματα. Επίσης υπάρχουνε και άλλα, διάσπαρτα στα Όνεια Όρη,  αρχαία οχυρωματικά έργα.

Στο Στανοτόπι υπάρχουνε διάσπαρτα μόνον οικοδομικά υλικά των αρχαίων οχυρωματικών έργων ενώ τα ενετικά βρίσκονται μες στο χώρο των εγκαταστάσεων τού λατομείου και μέρος τους έχει χαθεί από τη λειτουργία του.

Στο παρόν (εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα σε μορφή pdf) παρουσιάζονται εικόνες από τις ενετικές οχυρώσεις στο πέρασμα Μαρίτσα και τη θέα προς τους Κορινθιακό και Σαρωνικό κόλπους, τα Γεράνεια όρη και την ανατολική πεδινή Κορινθία.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα οχυρωματικά έργα στα Όνεια Όρη, που βεβαίως, παρά την ολοκληρωτική εγκατάλειψή τους, έχουν αρχαιολογική αξία, αλλά δεν συνδέονται με κάποιο ιστορικό γεγονός. Οι εκάστοτε εισβολείς προς την Πελοπόννησο τα παρέκαμπταν εύκολα. Επίσης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το καθόλα έγκριτο site για τα μεσαιωνικά Κάστρα και οχυρωματικά έργα στον ελλαδικό χώρο: kastra.eu στη σελίδα για τα Κάστρα στα Όνεια Όρη: kastra.eu/oneia αναφέρει μόνον το ανατολικότερο από τα τρία που βρίσκονται στο πέρασμα Μαρίτσα.










βλέπε συγκριτικά και το χάρτη από wikimapia:



















Το δυτικότερο οχυρωματικό έργο:
























Φεύγοντας από τα δυτικότερα οχυρωματικά έργα συνάντησα έναν νεαρό βοσκό με το κοπάδι του, 





















ο οποίος με μεγάλη προθυμία και τα σπασμένα του ελληνικά βοήθησε πάρα πολύ υποδεικνύοντας το σωστό μονοπάτι, σε ένα παρθένο πευκοδάσος που καλύπτει ολόκληρα τα κακοτράχαλα Όνεια Όρη προσφέροντας απλόχερα τη δροσιά του, προς τα υπόλοιπα οχυρωματικά έργα ανατολικότερα.

To κεντρικό και μικρότερης έκτασης οχυρωματικό έργο:




















Το ανατολικότερο οχυρωματικό έργο:









Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019

Le Cap Sunium [Jean Moréas, μετ. ΦΚ]


LE CAP SUNIUM

Sunium, Sunium, sublime promontoire
Sous le ciel le plus beau,
De l’âme et de l’esprit, de toute humaine gloire
Le berceau, le tombeau;

Jadis, bien jeune encor, lorsque le jour splendide
Sort de l’ombre vainqueur,
Ton image a blessé, comme d’un trait rapide,
Les forces de mon Cœur.

Ah! Qu’il saigne, ce coeur! et toi, mortelle vue
Garde toujours doublé,
au-dessus d’une mer azurée et chenue,
un temple mutilé. 


ΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΣΟΥΝΙΟ

Σούνιο, Σούνιο, θεσπέσιο ακρωτήρι,
κάτω απ' τον πιο όμορφο ουρανό,
του πνεύματος και της ψυχής το κοιμητήρι
και λίκνο κάθε δόξας για τον κοινό θνητό.

Στην πρώτη νιότη μου άλλοτε, σαν η ολόφωτη μέρα
νικούσε κάθε σκοτεινή σκιά,
η εικόνα σου γοργά σαν τον αγέρα
πλήγωνε τη λεπτή μου την καρδιά.

Τούτη η καρδιά, αχ! πώς ματώνει και συ, όψη φθαρτή,
κράτησε για παντοτινά το πέρασμά σου
πάνω απ' τη θάλασσα γκρίζα και γαλανή,
κι είν' ο ερειπωμένος ναός τ' ανάστημά σου.


Από τη συλλογή "Les Stances" (Οι Στροφές)

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Σαν Αλωνάρης [Μπάμπης Χαραλαμπόπουλος]


ΣΑΝ ΑΛΩΝΑΡΗΣ

Στριμωγμένος
στο καυσωνικό χαμόγελο
μιας μέρας από ολίγη με Ιούλιο
γραπώνω κάθε υπεράκτιο πουλί
πετά και αισχροφορεί αιωνιότητα την έρημο

Μπρος στο παράθυρο
άλλη εικόνα
όλη η ζωή κι ένα κλωνί βασιλικός
διψώντας

Ελκυστικό το θέαμα
με βρήκε η ενηλικίωση κοιμισμένο
και μ' έβαλε να χειροκροτούμε
μέρες ατέλειωτες

σαν να ήταν η έρημος, δρόμοι γεμάτοι παιδιά
στα χείλη τους που είχαν πουλιά

σαν να έβρεχε και μύρισε η ζωή βασιλικό

σαν να σκόνταψε ο Ιούλιος
στις αφέγγαρες νύχτες του
και έγινε η ενηλικίωση
ένα παράθυρο κλειστό
που χέρι κανένα δεν ανοίγει.

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

Αναζητώντας την ευρύτερη πολιτική Συλλογική Ψυχική Νόσο.




Μια μικρή συνεισφορά στο θέμα που έθεσε ο Απόστολος Δοξιάδης και η Δόμνα Μιχαηλίδου, υφυπουργός σήμερα Εργασίας.

Αν και το θέμα τής (πολιτικής) Συλλογικής Ψυχικής Νόσου τέθηκε πριν αρκετούς μήνες, σε παρουσίαση βιβλίου τού Απόστολου Δοξιάδη, όπου μεταξύ των εισηγητών / παρουσιαστών ήταν η σημερινή υφυπουργός Εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου, η οποία, με βάση το video που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, υιοθέτησε τη θέση τού συγγραφέα περί Συλλογικής Ψυχικής Νόσου των αριστερών ως προς με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσανε και αντιμετωπίζουνε τις διώξεις αριστερών κατά τη διάρκεια τής χούντας, εν τούτοις αυτό έγινε ευρέως γνωστό μετά την πρόσφατη ανάληψη τών καθηκόντων της ως υφυπουργού Εργασίας.

Η θέση όπως διατυπώθηκε προκάλεσε πολλές και σε ορισμένες περιπτώσεις οργισμένες αντιδράσεις. Εμείς αντίθετα θα ευχαριστήσουμε τον κ. Απόστολο Δοξιάδη και την κα Δόμνα Μιχαηλίδου για τον προβληματισμό τους και θα προσπαθήσουμε, με τις ταπεινές μας μη ειδικευμένες γνώσεις, να τον διερευνήσουμε.

Επειδή μια πολιτική Συλλογική Ψυχική Νόσος δεν μπορεί παρά να έχει να κάνει με την ψυχολογία τής μάζας και με την χειραγώγησης της από την ολιγαρχία, θα ξεκινήσουμε από τη σημαντικότερη, κατά τη γνώμη μας, έννοια σχετική με το θέμα: Τη «διπλή σκέψη», την οποία εισήγαγε ο George Orwell στην κορυφαία δυστοπία: 1984.
Η διπλή σκέψη είναι η ικανότητα, επίκτητη ως προϊόν βίας και μακροχρόνιας πλύσης εγκεφάλου, να πιστεύεις ταυτόχρονα σε δυο θέσεις αντιφατικές μεταξύ τους και να παραδέχεσαι και τις δύο σαν σωστές.

Πριν 32 χρόνια η Margaret Thatcher, είχε δηλώσει: «They are casting their problems at society. And, you know, there's no such thing as society. There are individual men and women and there are families. And no government can do anything except through people, and people must look after themselves first. It is our duty to look after ourselves and then, also, to look after our neighbours.» Η υπόψη δήλωση, σε πλήρη συνέπεια με τις αρχές τού νεοφιλελευθερισμού, όπως διαμορφωθήκανε πριν 30-40 χρόνια και καθοδηγούνε τη σημερινή παγκόσμια οικονομία δεν σηκώνει καμία παρερμηνεία. Το «δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως η κοινωνία» είναι και ξεκάθαρο αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση μιας καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποιημένες οικονομίας. Αυτής που πρεσβεύουνε τα δεξιά κόμματα στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο και αυτής για την οποία τα ψηφίζουν οι οπαδοί τους. Από εκεί και πέρα όμως, για να μείνουμε στα της χώρας μας αν και ισχύει πολύ ευρύτερα, διαπιστώνουμε ότι οι ίδιοι αυτοί οπαδοί, ταυτόχρονα πιστεύουνε στο τρίπτυχο: «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια».

Στο παρόν, για να μη μακρηγορήσουμε, δεν θα ασχοληθούμε με τις αξεπέραστες λογικά εσωτερικές αντιφάσεις τού ανωτέρω τριπτύχου, αλλά με το πώς είναι δυνατό να παραδέχεσαι πατρίδα και ταυτόχρονα να αρνείσαι την ύπαρξη κοινωνίας. Οι έννοιες δεν είναι ταυτόσημες, αλλά η έννοια τής πατρίδας προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας. Προφανώς και δεν ισχυριζόμαστε ότι όλα τα μέλη μιας κοινωνίας συνιστούν υποχρεωτικά μια πατρίδα, αλλά μια πατρίδα είναι αδύνατο να υπάρξει χωρίς μια κοινωνία ατόμων. Μια πατρίδα είναι αδύνατο να σταθεί σε μια οποιαδήποτε ταξικής δομής (ή μη δομής) απλή συνάθροιση ιδιωτικών ατόμων μέχρι οικογενειών. Αυτονόητο; Ε, ναι, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό νεοφιλελεύθερο σύστημα προσπαθεί να εδραιώσει την εξουσία του όσο πιο καλά μπορεί και ο θεσμός τής πατρίδας, όσο και αν δεν συνάδει με τις αρχές του, είναι απαραίτητος για τη διαιώνιση τής κυριαρχίας του αφού προσθέτει χρήσιμες αλυσίδες υποταγής. Έτσι υποβάλει στα άτομα και επιβάλει την υποχρέωση ταυτόχρονης πίστης στα δυο αντιφατικά πράγματα: τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποιημένη οικονομία και την πατρίδα. Όπως όμως έχει αποδείξει ο George Orwell στο 1984 μια τέτοια ταυτόχρονη υποχρεωτική αποδοχή αντιφατικών θέσεων δεν μπορεί παρά να είναι αίτιο μιας άρρωστης ψυχικής κατάστασης, μιας πολιτικής Συλλογικής Ψυχικής Νόσου, της ευρύτερης σήμερα.

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2019

[στο Αρχαίο λιμάνι Αιγείρας στα Μαύρα Λιθάρια 16.07.2019]


Το λιμάνι τής αρχαίας Αιγείρας, το οποίο κατασκευάστηκε στον 3ο ή 2ο αι. π.Χ., βρίσκεται δίπλα στην ΠΕΟ Αθηνών - Πατρών, 30-40 μ. από τη σημερινή ακτογραμμή στο χωριό Μαύρα Λιθάρια, στα όρια των νομών Κορινθίας και Αχαΐας, περί τα 100 μ. ανατολικότερα τής παλιάς σήμανσης τού 145ου  χλμ. της ΠΕΟ Αθηνών Κορίνθου.

Τα λιγοστά, από τη φθορά τού χρόνου και την ανά καιρούς αφαίρεση δομικών του υλικών, ερείπια τού αρχαίου λιμανιού βρίσκονται εγκαταλελειμμένα σε χώρο λίγων στρεμμάτων, χωρίς σήμανση, σε υψόμετρο 4 μ. από τη θάλασσα καθώς ανυψώθηκε από γεωλογικά αίτια.












 

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

[στο φράγκικο Κάστρο Βασιλικάτα 14.07.2019]


Στο χωρίο Βασιλικά, σήμερα Αρχαία Σικυώνα, που βρίσκεται περί τα 5 χλμ. νοτιοδυτικά τού Κιάτου, εκτός του σπουδαίου αρχαιολογικού χώρου τής Αρχαίας Σικυώνας, υπάρχουν δύο σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι: Του βυζαντινού Ι.Ν. της Αγ. Τριάδας, που βρίσκεται σε κεντρικό σημείο τής Αρχαίας Σικυώνας και του παντελώς άγνωστου και εγκαταλελειμμένου φράγκικου κάστρου Βασιλικάτα (δεν υπάρχουν ενημερωτικές πινακίδες και στον αρχαιολογικό χώρο βρίσκονται πεταμένα παλιά μηχανάκια και εξαρτήματα αγροτικού μηχανήματος).
Το φράγκικο κάστρο βρίσκεται στο νότιο μέρος τού χωριού, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον Ι.Ν. Αγίας Τριάδας, δίπλα στο δρόμο προς το νεκροταφείο τής Αρχαίας Σικυώνας, σε ύψωμα μεταξύ της κοιλάδας τού Ασωπού (νότια του) και ενός ρέματος (βόρεια του) ενώ δεσπόζει της ευρύτερης πεδινής περιοχής τού Κιάτου και του Κορινθιακού κόλπου.
(οι φωτογραφίες τής 14.07.2019 εκτός από τις δύο πρώτες, που ληφθήκανε με τηλεφακό από το Βέλο την 15.07.2019)










 























Το κείμενο που ακολουθεί από: kastra.eu.

Το φράγκικο κάστρο δημιουργήθηκε στη θέση της αρχαίας ακρόπολης ενσωματώνοντας μεγάλο μέρος της αρχαίας οχύρωσης. Σύμφωνα με την αραγωνική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως, το κάστρο ίδρυσε ο τότε ηγεμόνας του Πριγκιπάτου της Αχαΐας Γουλιέλμος Β’ Βιλλεαρδουίνος περί τα μέσα του 13ου αιώνα.

To 1358 το κάστρο αποδόθηκε στον Νικολό Ατσαγιόλι(Niccolo Acciaiuoli). Ο Νικολό Ατσαγιόλι, (1310-1365), ήταν γόνος πλούσιας οικογενείας τραπεζιτών από τη Φλωρεντία που σταδιοδρόμησε ως αυλικός του πανίσχυρου Ανδεγαυού βασιλιά της Νάπολης Ροβέρτου (Robert d’ Anjou ή Roberto d’ Angiò). O Νικολό ανήλθε στο ανώτατο αξίωμα του Μεγάλου Σενεσάλου που σημαίνει -περίπου- Αρχιθαλαμηπόλος του Παλατιού. Παράλληλα απέκτησε την εύνοια του αδερφού του βασιλιά, του πρίγκιπα Φιλίππου Α’ του Τάραντος, ο οποίος είχε αποκτήσει τα δικαιώματα του τίτλου του Πριγκιπάτου της Αχαΐας (χωρίς να έχει επισκεφτεί ποτέ τον Μοριά). 

Μετά το θάνατο του Φιλίππου το 1332, ο Ατσαγιόλι έγινε επίτροπος του διαδόχου του, του ανήλικου Ροβέρτου Β’ του Τάραντος, που ήταν, λόγω μητρός, και τιτουλάριος Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης. Επιπλέον, ο Ατσαγιόλι ήταν σύμβουλος, και πιθανότατα εραστής, της μητέρας του Ροβέρτου Β’, Αικατερίνης. 

Το 1336, με τη μεσολάβηση του Νικολό Ατσαγιόλι, διευθετήθηκε η διένεξη σε σχέση με τα δικαιώματα στο θρόνο του Πριγκιπάτου της Αχαΐας υπέρ του Ροβέρτου Β’, ο οποίος το 1338 διόρισε τον Ατσαγιόλι βάιλο του Πριγκιπάτου. Με την ιδιότητα αυτή, ο Ατσαγιόλι ήρθε στην Πελοπόννησο μαζί με την Αικατερίνη το διάστημα 1338-1341 και χάρη στους χειρισμούς του (και κυρίως στη χρηματοδότησή του) εδραιώθηκε η έως τότε υπό αμφισβήτηση ηγεμονία του οίκου των Ανζού στον Μοριά. 

Σαν ανταμοιβή για τις υπηρεσίες αυτές, ο Νικολό Ατσαγιόλι έλαβε δύο φέουδα στη Μεσσηνία: το φέουδο του Βουλκάνου και το φέουδο του Αρχαγγέλου. Αργότερα, το 1358, αποδόθηκε σε αυτόν από τον τότε Πρίγκιπα της Αχαΐας Φίλιππο Β’ του Τάραντος και η Καστελλανία της Κορίνθου με 8 κάστρα συμπεριλαμβανομένου του κάστρου των Βασιλικών. 

Η απογραφή των κάστρων του 1377 επιβεβαιώνει αυτό το ιδιοκτησιακό καθεστώς.

Μετά το θάνατο του Νικολό το κάστρο των Βασιλικών μαζί με την υπόλοιπη περιουσία του κληροδοτήθηκε στο γιο του Άντζελο Ατσαγιόλι ο οποίος υπήρξε καρδινάλιος της Νάπολης και Αρχιεπίσκοπος Πατρών. Αργότερα το κάστρο πέρασε στη δικαιοδοσία του -ανιψιού του Νικολό- Νέριο Ατσαγιόλι, ο οποίος από το 1385 είχε καταφέρει να γίνει Δούκας των Αθηνών. Το 1394, ο Κάρολος Α’ Τόκκο (κόμης Κεφαλληνίας) παντρεύτηκε τη Φραντζέσκα, κόρη του Νέριο, και πήρε προίκα το κάστρο Βασιλικών. 

Το κάστρο πέρασε στα χέρια των Βυζαντινών είτε στις αρχές του 15ου αιώνα (όταν κατέλαβαν την υπόλοιπη Κορινθία) είτε, το αργότερο, το 1427 όταν ο Δεσπότης του Μυστρά Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (ο μετέπειτα τελευταίος αυτοκράτορας) νυμφεύθηκε τη Θεοδώρα από την οικογένεια των Τόκκων και πήρε προίκα τις τελευταίες φράγκικες κτήσεις στην Πελοπόννησο.

Από το 1446 μέχρι και το 1463 το κάστρο βρίσκεται σε οθωμανικά χέρια. Το 1463 πέρασε στους Ενετούς οι οποίοι και το κράτησαν μέχρι το 1467 οπότε τα Ενετικά κατάστιχα το καταγράφουν ως Οθωμανικό.

Επί Τουρκοκρατίας υπάρχουν αναφορές για τα Βασιλικά αλλά όχι για το κάστρο, που ίσως είναι κατεστραμμένο από την αρχή αυτής της περιόδου.

H ονομασία «Μπουντρούμι» που διασώζεται για τον μοναδικό φράγκικο πύργο που στέκεται όρθιος, πιθανότατα οφείλεται στο ότι ο πύργος επί Τουρκοκρατίας χρησιμοποιήθηκε σαν φυλακή.

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Ο λόφος ήταν οχυρωμένος ήδη από την αρχαιότητα, έτσι οι Φράγκοι έκαναν ευρεία χρήση των αρχαίων τειχών κτίζοντας πάνω σε αυτά ή κάνοντας τις απαραίτητες επισκευές. Από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις σήμερα είναι ορατός ένας πύργος, γνωστός ως «Μπουντρούμι», που σώζεται σε ύψος 4,8μ καθώς επίσης και λείψανα των τειχών. 

Ο πύργος παρουσιάζει τρεις οικοδομικές φάσεις και για την κατασκευή του έχει χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό αρχαίο οικοδομικό υλικό.

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2019

Música Griega [Jorge Luis Borges, μετ. ΦΚ]


MUSICA GRIEGA

Mientras dure esta música, seremos dignos del amor de Helena de Troya.
Mientras dure esta música, seremos dignos de haber muerto en Arbela.
Mientras dure esta música, creeremos en el libre albedrío, esa ilusión de cada instante.
Mientras dure esta música, seremos la palabra y la espada.
Mientras dure esta música, seremos dignos del cristal y de la caoba, de la nieve y del mármol.
Mientras dure esta música, seremos dignos de las cosas comunes, que ahora no lo son. 
Mientras dure esta música, seremos en el aire la flecha.
Mientras dure esta música, creeremos en la misericordia del lobo y en la justicia de los justos.
Mientras dure esta música, mereceremos tu gran voz Walt Whitman.
Mientras dure esta música, mereceremos haber visto, desde una cumbre, la tierra prometida.”

Πηγή πρωτότυπου: borgestodoelanio.blogspot.com.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι του έρωτα της Ελένης της Τροίας.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι, που πεθάναμε στα Άρβηλα.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα πιστεύουμε στην ελεύθερη βούληση, αυτή την ψευδαίσθηση της κάθε στιγμής.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε η λέξη και το σπαθί.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι του κρύσταλλου και του μαονιού, του χιονιού και του μάρμαρου.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι των πραγμάτων που μοιραζόμαστε, και που τώρα δεν υπάρχουν πια.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε στον αέρα ένα βέλος.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα πιστεύουμε στο έλεος του λύκου και στη  δικαιοσύνη των δίκαιων ανθρώπων.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι της μεγάλης φωνής σου, Γουώλτ Γουίτμαν.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι που έχουμε δει, από μια κορφή, τη γη της επαγγελίας.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Ευχαριστώ για τα Κυκλάμινα [Αlessandro Martini]

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισαγωγή της εξαιρετικής ποιητικής συλλογής "Πύργος των Κυκλαμίνων" τού Pino Mariano σε μετάφραση τής Λέντα Μπιάνκο. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 24Γράμματα.

























Ευχαριστώ για τα Κυκλάμινα 

≪Το Ελβετικό Καντόνι Τιτσίνο, όπου έφθασα ξεριζωμένος από ένα χωριό του Νότου, ήταν ένας τόπος για τον οποίο δεν είχα ποτέ μου ακούσει να μιλάνε≫˙ έτσι μου γράφει ο Πίνο Μαριάνο, αναπολώντας τα πέντε χρόνια του βίου του στο ≪Πάπιο Ποντιφίκιο Κολλέγιο≫ της Ασκόνας, στο Τιτσίνο, ακριβώς στην Ιταλική Ελβετία. Η Ζυρίχη ήταν ο τόπος όπου λίγο καιρό πριν είχαν μεταναστεύσει οι δικοί του από το Λέτσε, τους οποίους μάλιστα, αδυνατούσε να συναντήσει με την ίδια ευκολία με την οποία, εμείς οι εσωτερικοί συμμαθητές του, που ως επί το πλείστον προερχόμασταν από την πόλη του Τιτσίνο, μπορούσαμε μερικές φορές να επιστρέψουμε στις οικογένειές μας, το απόγευμα του Σαββάτου, για να τραγουδήσουμε στο κολλέγιο το βράδυ της Κυριακής, το Απόδειπνο. Η Βενεδικτινή οικογένεια η οποία κρατούσε στα χέρια της την τύχη εκείνου του ιστορικού κτιρίου που ιδρύθηκε από τον Άγιο Κάρολο και η οποία, ταυτόχρονα, διηύθυνε το σχολείο που έπρεπε να μας οδηγήσει στις εξετάσεις του Απολυτηρίου, αποτελούσε για εκείνον, περισσότερο από μας, έναν χώρο όχι θετό αλλά σίγουρα μητρικό. Εκείνοι οι Βενεδικτίνοι του φαίνονται ακόμη και σήμερα, σαν Υπεράνθρωποι, αντίθετα με εμένα που, προσωπικά, ποτέ δεν έτυχε να τους θεωρήσω ως τέτοιους, ούτε τότε, καθότι είχα μια ισχνή ροπή στις πανηγυρικές ασκήσεις θαυμασμού προς αυτούς, αλλά ούτε βέβαια και μετά τον αποχωρισμό μου από το Κολλέγιο, καθότι έτρεφα αισθήματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα τα γεμάτα ευλάβεια που είχα, όταν εισήλθα, στο Κολλέγιο. Σήμερα, ωστόσο, αναπολώντας εκείνα τα μαθητικά μου χρόνια, χάρη στο ημερολόγιο που σχεδόν πάντα κρατούσα, δεν απέχω πολύ από το να αποδεχτώ την υπερβολική άποψη του Πίνο. Στο Κολλέγιο αισθανόμασταν ξένοι και μόνοι και τούτο το αίσθημα, κατά τη διάρκεια της εφηβείας μας, μεγάλωνε ακόμη και ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών μας (για αυτή την αίσθηση αποξένωσης στο σπίτι, έχει μιλήσει πολύ καλά η Natalia Ginsburg στο βιβλίο της Οι ανθρώπινες Σχέσεις) ανακαλύπτοντας έτσι, ότι εκείνο που αισθανόμασταν σαν φυλακή, μας είχε ανοίξει απροσδόκητες θύρες ελευθερίας. 

Ήδη από τότε γράφαμε και οι δυο μας στίχους. Εκείνος, ζήλευε τους δικούς μου και όταν πρωτοδημοσίευσε τα ποιήματά του, έγραψε έναν τίτλο που είχα αρχικά σκεφτεί εγώ, αλιεύοντάς τον στα κύματα του Σοπέν: Andante spianato (ήταν η πρώτη του ποιητική συλλογή το 1974, με μία ≪ιταλική προσαρμογή του Daniel Parfait), βαδίζοντας έτσι στο δρόμο του θεωρητικού και πρακτικού ενδιαφέροντος για την μετάφραση˙ πάνω σ’ αυτό βέβαια, αργότερα, έδωσε πολλά δείγματα γραφής). Σήμερα είμαι εγώ εκείνος που ζηλεύει τους στίχους του, ξεκινώντας από την δεξιοτεχνία του να συνθέτει σονέτα και να τα διεκπεραιώνει στην διάλεκτό του, χωρίς όμως, να οπισθογυρίζει στην παιδική ηλικία του ή να καταφεύγει νοσταλγικά σε επαρχιακά εδάφη. Πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό: ≪Vau ‘nchiatu puru jeu de li lagnusi / chiantilli ca nu’ ffannu pruvitenzia≫, στη διάλεκτο του Σαλέντου, δηλαδή “Δεν ανέχομαι πια τα παράπονα που δεν γίνονται Θεία Πρόνοια”. Είναι η διαδρομή του στην Πατρική Γλώσσα – Lingua Paterna – του 1980. 

Πρόσφατα μου εξομολογήθηκε ότι επέστρεψε στην ανάγνωση του έργου Αρραβωνιασμένοι -Promessi Sposi - του Μanzoni, κι ότι στάθηκε ιδιαιτέρως στο εδάφιο ≪ας ξαναγοράσουμε, πάλι, το χρόνο≫ του Καρδινάλιου Φεντερίκο καθώς συνομιλεί με τον Ακατανόμαστο: ≪μια αντήχηση που μας αφορά≫, υπογράμμισε, προσθέτοντας μ’ ένα βαθύ και δηκτικό πνεύμα: ≪Αυτό που με παραξενεύει είναι ότι χρειάζεται να χάσουμε πολύ χρόνο ώστε, μετά, να έχουμε όρεξη να τον ξαναγοράσουμε≫. Λόγια που αγγίζουν την καρδιά της ποιητικής του, άλλοτε, κάνοντας αναφορά και στην ποιητική μου. Βεβαίως, κάποιος μπορεί να ξετυλίξει το πρόγραμμά του με τη γραφή, ενώ κάποιος άλλος, θα ήθελε να το ξετυλίξει με τη ζωή. Ο ίδιος ο Καρδινάλιος, εκείνη η ιστορική μορφή, επιχείρησε να το κάνει ακολουθώντας και τους δύο δρόμους, επιτυγχάνοντας όμως μόνο στον ένα: μπήκε στην ιστορία της εκκλησίας και όχι σε εκείνην της λογοτεχνίας.

Ο Πύργος των Κυκλάμινων του Σαλέντου της Ιταλίας, υψώνεται σε ένα πραγματικά κοσμικό τοπίο και είναι κοσμική ποίηση: Όχι τόσο για τον θαυμάσιο Κόσμο της δημιουργίας που εξυμνήθηκε, τελευταία από τον Τasso, όσο για όλα εκείνα που μας χαρίζει από μία ανοδική ευσυνειδησία του χωροχρόνου που μας περιβάλλει, τέτοια ώστε να δημιουργήσει ένα ≪οικογενειακό πέπλο / γαλαξιών (54). Ας διαβάσουμε ξανά και ξανά εν προκειμένω, ένα από τα ενθουσιώδη κυκλάμινα (7):

από αυτό το πέρασμα στη γη 
θα απομείνουν ίσως οι λέξεις

κάποιες των προφητών
σίγουρα εκείνες των ποιητών

σ’ αυτούς τους πλανήτες
που μέσα στους αιώνες σβήσανε

- κόκκοι σιταριού κι αυτοί
της σκόνης που ήμασταν κάποτε -

οι λέξεις θ’ αντηχούν
την αρμονία που ορίζει τ’ άστρα

ουσίες τον πνεύματος
που τη ζωή τους έδωσε

Οι «λέξεις», χάρη στους «προφήτες» και στους «ποιητές», ξεπερνούν όλους τους χρόνους κι όλους τους χώρους, με «αντίλαλους», κατά μήκος ομοιοκαταληξιών και συνηχήσεων, καταρχήν φωνητικών: Μία προσέγγιση που εντοπίζεται σε πολλά άλλα λυρικά ποιήματα, για παράδειγμα σ’ ένα «βράδυ μιας γιορτινής ημέρας» (10), που σίγουρα παραπέμπει στον Leopardi, κι όμως διαφορετική από την έναρξη του ποιήματος, «η γιορτή το βράδυ», ως το κλείσιμο με την «βραδινή γιορτή»: ένα διαφορετικό σφίξιμο καρδιάς, όχι σε ενδεκασύλλαβους του Leopardi, αλλά σε εξασύλλαβα πρωτίστως στιχάκια, τα οποία μετουσιώνει τελικά σε επτασύλλαβους στίχους. (Ο Μαριάνο λογάριασε τον ρυθμό συγκρίνοντας την ποίηση με την μουσική, με την οπτική του ποιητή και του γλωσσολόγου). Δεν είναι τόσο «αθώα παιδικά τραγουδίσματα» (18), βαριές επωδοί (39), διασκεδαστικά ροντώ (44). Στην πλειοψηφία τους, είναι σύντομα ποιήματα, τα οποία προσανατολίζονται στο να εκφράσουν το μέγιστο των πραγμάτων με την ελάχιστη χρήση των λέξεων.

Ο Πίνο Μαριάνο καλά έκανε και δημοσίευσε τους πρώτους ερωτικούς στίχους του (όχι εκείνους που συνέταξε στο Κολλέγιο, αλλά τους αμέσως επόμενους), επειδή παρέμεινε πιστότατος στην λυρική του φλέβα, αποκτώντας εκείνη την αποφασιστικότητα και συνάμα, εκείνη την αποστασιοποίηση που, εν τέλει, προσλαμβάνει μία ποιητική φωνή, όταν επιμένει (και μπορεί κανείς να επιμένει μόνο ξεκινώντας, όσο γρηγορότερα γίνεται). Οφείλεις να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, όχι τόσο να σε αναγνωρίζουν. Ας εξετάσουμε, σχετικά, τον στίχο ≪ήσουν ένας υποψήφιος ποιητής≫ (16), που συνιστά έναν επαναπροσδιορισμό μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, αφήνοντας όμως τα πράγματα όπως ήταν στην αρχή˙ ένα εύγλωττο και σιωπηλό τέλος που, ευχαρίστως, θα το έκανα δικό μου. Η σιωπή και η μοναξιά συχνά επιστρέφουν και καθορίζουν την ίδια την πράξη της στιχουργίας, όπως γίνεται λόγου χάρη στις ≪ασκήσεις μοναξιάς≫ (25). 

Δεν επιμένω στην σταθερή και προφανέστερη θεματολογία του: την μετανάστευση και την εξορία (με αστεία αποτελέσματα ακόμη, όπως στο ποίημα ≪αν ζεις στο νότο≫ (9). Αυτός που γράφει άλλωστε, αυτό το ευχαριστήριο κείμενο είναι παιδί ενός συγγραφέα που την μετανάστευση δεν την βίωσε αλλά την συλλογίστηκε μετουσιώνοντάς την σε ψυχική συνθήκη˙ ακόμη, είναι ένα παιδί που, από την μεριά του, μετανάστευσε σε μία από τις μικρότερες χώρες του κόσμου, από τις πιο συμπαγείς όμως, από γλωσσολογική άποψη. Συνεπώς, κάνοντας λόγο για τριάντα χρόνια ιταλικής λογοτεχνίας σε φραγκόφωνο έδαφος, αναγκάστηκε να υιοθετήσει ως πρωταρχική γλώσσα, εντός κι εκτός σπιτιού, τα γαλλικά. Κι αυτό το γεγονός συνιστά ένα μηδαμινό οικιακό και πολιτιστικό δράμα. Ο Πίνο Μαριάνο, ήδη από τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσής του, σε μεγαλύτερη κλίμακα, είχε ως σκοπό να προσδώσει μια καθολική έμπνευση, όχι τόσο στην ιταλική λογοτεχνία όσο στην ευρωπαϊκή γλωσσολογία και στην ποίησή του, η οποία παραμένει αγκυροβολημένη στο Σαλέντο, στον ≪κάμπο≫ που ≪συλλέγει τις φωνές / των δύο θαλασσών≫ (30). ≪Το βασίλειο του Θεού είναι μέσα Σας≫, μας επαναλαμβάνει ο ποιητής χρησιμοποιώντας τα λόγια του Λουκά 17, 21, και συμπληρώνει: ≪ο διπλανός σου είναι ο πλησίον σου / αλλά πλησιέστερος από σένα / κανένας δεν υπάρχει≫ (48). Σ’ αυτή την διαδικασία στιχουργίας σε μικρή κλίμακα, σχεδόν χωρίς στίξη, εμφανίζονται, ξαφνικά, μεγάλα γράμματα που για μας, ευτυχώς, δεν είναι ακόμη σταθερές τελείες. 

Θα ήθελα να ολοκληρώσω τον λόγο μου, επισημαίνοντας ότι μεταξύ πολλών νέων και τολμηρών ποιητών, υπάρχει ακόμη θέση για παλιούς και σφριγηλούς ποιητές, οι οποίοι βρίσκονται ≪μέσα στη σιγαλιά των Επιφανών≫ (53), χωρίς τον φθόνο που είχε ήδη τονίσει ο Leopardi στις Ενθυμήσεις, τον οποίο είχε τονίσει ως ένδειξη μιας άξιας αναγνώρισης, μέσα όμως στη σιωπή ≪για την προστασία εκείνου που κατέχει / σε αποκλειστικότητα την δόξα του≫˙ συνεπώς, πρέπει να αφουγκραζόμαστε πάντα, ως ≪υγιείς φορείς≫ (για να χρησιμοποιήσω και μια αγαπημένη έκφραση του ποιητή) τον ποιητικό λόγο νέων λέξεων και λέξεων νέων. 

Ο Πίνο ποιητικά μου έγραψε: ≪Εκείνη η επταετία σου, καθώς και εκείνη η πενταετία μου, έχουν επωάσει τούτην την παράξενη επιθυμία του λέγειν, ανεξάρτητα από ποιον ακούει, ανθίζοντας σαν το σιτάρι που βρέθηκε στα κανοπικά δοχεία στους Αιγυπτιακούς τάφους, το οποίο σπέρνεται για να δει κανείς το αποτέλεσμα που φέρνει≫. 

Το μέγιστο νόημα μέσα σε ελάχιστες λέξεις αποτελεί μία ποιητική στάση που προϋποθέτει πολλές εξηγήσεις, όχι όπως γίνεται στα σχολεία, αλλά όπως ένα απλωμένο τραπεζομάντιλο πάνω στο τραπέζι. Ξέρω ότι αυτές τις εξηγήσεις θα τις λάβω από τον Μαριάνο, όταν θα συναντηθούμε, μετά από πενήντα και παραπάνω χρόνια από τότε που χαιρετηθήκαμε σ’ εκείνην την λωρίδα γης που μας ενώνει: μια διαδρομή της πρώιμης μετανάστευσής του και, ταυτόχρονα, σημείο εκκίνησης της διαφυγής μου.

Αlessandro Martini
Villars – sur- Glane, 10 Απρίλη 2019.

Ο Αλεσσάντρο Μαρτίνι (Καβέρνιο, Ελβετία 1947) είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Φρίμπουργκ, όπου ήταν κάτοχος της έδρας της Ιταλικής Λογοτεχνίας. Ασχολήθηκε κυρίως με τη λογοτεχνία του 1600, ιδιαίτερα με τον  Τζιοβάνι Μπαττίστα Μαρίνο. Αφιέρωσε πολυάριθμες μελέτες στις ιδιαίτερες μορφές της ποίησης του 1500 και του 1600, όπως είναι το μαδριγάλι – madrigale -, το άσμα – canzone – και το μικρό άσμα – canzonetta – ενώ στάθηκε ιδιαίτερα, στην οργάνωση του ποιητικού βιβλίου. Ένα άλλο του ενδιαφέρον είναι η ιταλική λογοτεχνία του 1800 και του 1900, με επίκεντρο τους Μαντσόνι, Λεοπάρντι, Τομμασέο και Καρντούτσι καθώς και μουσικές περιπτώσεις της ποίησης του 1900. Παράλληλα ασχολείται με το αδημοσίευτο αρχείο του πατέρα του Πλίνιο, ποιητής και λογοτέχνης, ο οποίος κατάγεται από την Αλπική Κοιλάδα. Είναι επίσης, ποιητής και συγγραφέας τεσσάρων ποιητικών συλλογών, ενώ το τελευταίο του έργο φέρει τον τίτλο Βιογραφήματα.

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Αν αναλύσεις το κενό [ΦΚ]



ΑΝ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΤΟ ΚΕΝΟ

Αν  αναλύσεις το κενό καθόλου δεν θα χάσεις
Θα βρεις χιλιάδες αριθμούς που δείχνουν το μηδέν.
Θα νιώσεις απ' το άπειρο αστέρια να κινούνται
Κι ύστερα μέσα στη σιωπή στη σκοτεινιά να ζουν.

Αν ψάξεις για το τέλος του, πού το κενό θα φτάνει,
Θα δεις πως δεν είναι εφικτό από κανένα φως
Να βρει μέχρι το τέλος του αυτό που δεν υπάρχει
Κι ας είναι πλήρες νόημα  ο νόμος του αυτός.