Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Της σιωπής ...











































[Ναύπλιο 17.09.2018, 01.10 / 18.09.2018]
Της σιωπής η κραυγή για της θύμησης οι φωνές;

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Ό,τι θέλουν οι καιροί [Ντέμης Κωνσταντινίδης]


Ό,τι θέλουν οι καιροί 

Μικρομάγαζο:
Προφίλ προσαρμοστικό 
Στα γούστα όλων.

Μικροέμπορος: 
Πουλάει τη μάνα του 
Για λίγη δόξα.






Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Μυθολογίες Γερανείων.






































[παραλία Στραβών Περαχώρας Λουτρακίου, 15.09.2018 17.52 / 17.09.2018]

Οι γερανοί έφυγαν τον Μέγαρο στο καλόσχημο βουνό ψηλά να γλυτώσει απ’ τη μανία τού αλμυρού νερού. Το γεράνι μόνο του έφυγε, για της ακτής τα βότσαλα, να γλυτώσει απ’ της λαίλαπας τού άφρονα τη μανία. 

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Κατά Ιατρών [Μπάμπης Χαραλαμπόπουλος]


ΚΑΤΑ ΙΑΤΡΩΝ

Νάτη πάλι η ιατρική παμφαγία
κροκιδώνει με αριθμούς
μέρες και νύχτες
χυμά με σαρκοβόρες πιθανότητες
να διαμελίσει το κορμί
μολύνει με δύσοσμες ανάγκες το νου
ρουφά σαν βδέλλα το αίμα της ψυχής
αλλά κατά τα ειωθότα
τίποτα δεν καταφέρνει
αφού κατά τα μεσάνυχτα
βουτώ κάτω από ένα παγκάκι
στην άκρη του δρόμου
και ξεφεύγω από τη λοιμώδη επίθεση
των ιατρικών προβλέψεων.
Εκεί παρέα με τ' αδέσποτα σκυλιά της πόλης
σηκώνουμε το διάφανο φόρεμα της νύχτας
και χορεύουμε tango μαζί της
έως ότου ξημερώσει η νέα μέρα
και αρχίσουμε να ψάχνουμε
για την τροφή μας

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

[Στο τρίτοξο πέτρινο γεφύρι στα Πρόσυμνα Μυκηνών ή Γεφύρι τού Αστερίωνα 15.09.2018]

Πρόκειται για ένα παλιό πέτρινο τρίτοξο γεφύρι, πάνω από το ρέμα του Ταξιάρχη, το οποίο κινείται παράλληλα, στο σημείο εκείνο, στον επαρχιακό δρόμο Νέου Ηραίου – Πρόσυμνας, στα 4,5 χ.λμ. από τη διασταύρωση του με την Ε.Ο. Κορίνθου - Ναυπλίου. Βρίσκεται δηλαδή δρόμο τής παλιάς Κοντοπόρειας Οδού που οδηγούσε από την Κόρινθο προς στις Μυκήνες. Το τσιμέντο με το οποίο έχει καλυφθεί το πάνω μέρος του γεφυριού φανερώνει ότι χρησιμοποιούνταν μέχρι πρόσφατα. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία εδώ: wikimapia.org, οι διαστάσεις του είναι:
Άνοιγμα τόξων: 9,20 μ.
Ύψος τόξων: αριστερό από ανάντη 3,80 μ. Τα άλλα δύο 4,20 μ.
Πλάτος: 3,40 μ.
Μήκος: 39 μ.
Πλάτος καμαρολιθιού: 0,45 μ.
Ύψος στηθαίου: 0,30 μ.
























Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Το καρδιοχτύπι [Edgard Allan Poe, μετ. Στάβρος Μαυροθαλασσίτης]

Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχη 569 - 570 (1915)
(στο κείμενο που ακολουθεί διατηρείται η ορθογραφία του μεταφραστή, αλλά η μεταφορά γίνεται στο μονοτονικό)

ΤΟ ΚΑΡΔΙΟΧΤΥΠΙ

Αλήθεια! — νεβρικός — πολύ, παραπολύ, φοβερά νεβρικός είμουν και είμαι· όμως, γιατί, πώς μπορείτε να πήτε ότι είμαι τρελλός; Η αρρώστεια μου αφτή μούχεν οξύνει τις αιστήσες — δε μου τις χάλασε, δε μου τις άβλυνε. Και πάνου απ’ όλες η ακοή μου είταν οξύτατη: όλες τις άκουγα τις ψαλμουδιές στα ουράνια, κι όλα τάκουγα που γίνουνταν στη γις κι άκουγα κι απ’ τα ξεχύματα της Κόλασης πολλά! Πώς, λοιπόν, στο Θεό σας, είμαι τρελλός; Ακούστε, και προσέξετε, πόσο ισόρροπα, πόσο γερά — πόσο γαλήνια μπορώ να σας το πω όλο μου το ιστορικό.

Μούναι αδύνατο να πω πώς μου πρωτοκατέβηκεν η ιδέα· μα μια και μούρθε στο κεφάλι, μανησυχούσεν ολοένα, μέρα και νύχτα. Σκοπός μου κανείς. Πάθος — κανένα. Τον αγαπούσα εγώ το γέρο. Ποτέ του δε μ’ αδίκησε. Ποτέ του δε με πείραξε, καμμιάν από μέρους του προσβολή δεν είχα δοκιμάσει. Για τον πλούτο του ποτέ δε μούκαψε τα στήθη πόθος.

Θαρρώ είταν το μάτι του! Ναι, ναι, αφτό, αφτό η αίτια! Ένα απ’ τα μάτια του έμοιαζε σα μάτι γύπα —ένα ωχρογάλαζο μάτι, με μια ψιλοκορδέλα, μ’ ένα κακόπεπλο απάνουθέ του. Κάθε που το αντίκρυζα μου πάγωνε το αίμα· κι έτσι, σιγά — σιγά — πολύ βαθμηδικά —  το πήρα απόφασή μου να του στερήσω τη ζωή τού γέρου — να, γλύτωνα για πάντα απ’ το στρίγγλικό του μάτι.

Λοιπόν, εδώ είνε το παράξενο. Σεις θα με παίρνετε για τρελλό. Οι τρελλοί δεν ξέρουνε τίποτε. Μα έπρεπε να με βλέπατε. Θάξιζε να με βλέπατε με τι νου δούλεψα — με τι προφύλαξη — με τι πρόβλεψη — με τι προσποίηση άρχισα και τελείωσα τη δουλειά μου! Ποτέ μου δεν εδείχτηκα πιο αγαθός προς το γέροντα, ποτέ εβγενικώτερα δεν του φέρθηκα απ’ την εβδομάδα πριν τόνε σκοτώσω. Και κάθε νύχτα, κατά τα μεσάνυχτα, έστριβα το μάνταλο της θύρας του και την άνοιγα —α, μα τόσο απαλά! Κι έπειτα, όταν την άνοιγα αρκετά για να χωρέση το κεφάλι μου μαζί μ’ ένα φανό ολόκλειστο, μπουλωμένο έτσι προσεχτικά που να ταν αδύνατο να ξεχυθή στο δωμάτιο το φως του, έχωνα το κεφάλι μου μέσα! Ω, θα γελούσατε χωρίς άλλο, αν με βλέπατε με τι πονηριά τόσπρωχνα μέσα! Το κινούσα σιγά πολύ, πολύ σιγά, έτσι που να μην είτανε φόβος να χαλάσω του γέροντα τον ύπνο. Έκανα μιαν ώρα να το περάσω ολόκληρό μου το κεφάλι μέσα απ’ τ’ άνοιγμα, ώστε να τόνε βλέπω πλαγιασμένο πάνου στο κρεββάτι του. Α! — Ένας τρελλός μπορούσε να ναι ως τόσο καλοβολεφτής; Κι υστερώτερα, όταν πεια το κεφάλι μου βρίσκουνταν για καλά μέσα στην κάμαρα, σιγοξεσκέπαζα το φανό, προσεχτικώτατα — ω, έτσι προφυλαχτικά — προσεχτικά "γιατί τρίζαν τα στριφτάρια" τον ξεμπούλωνα λιγουλάκι, που μια μόνο ψιλούτσικη αχτιδούλα έπεφτε πάνου στο μάτι του γύπα. Κι αφτό τόκανα εφτά ολόκληρες νύχτες — κάθε βράδι στις δώδεκα ακριβώς — μα πάντα το μάτι τόβρισκα κλειστό· κι έτσι μούταν αδύνατο ν’ αποτελειώσω το έργο μου. Γιατί κείνο που μ’ ερέθιζε εμένα είχανε το Κακό το Μάτι του γέρου, κι όχι ο γέροντας. Και κάθε πρωί, με το ξημέρωμα, θρασύτατα πήγαινα στο δωμάτιό του, και του μιλούσα θαρρετά, κράζοντας τον εγκάρδια με τόνομά του και ρωτώντας τον πώς πέρασε τη νύχτα. Έτσι, βλέπετε, έπρεπε νάτανε πολύ σοφός και μαντικός, αλήθεια, ο γέροντας για να υποψιάζουνταν πως κάθε νύχτα, ακριβώς στις δώδεκα, τον επιθεωρούσα ενώ εκοιμούνταν.

Την όγδοη νυχτιά τη θύρα την άνοιξα με περσότερη απ’ τις άλλες φορές προφύλαξη. Του ωρολογιού ο ωροδείχτης φέρνει γύρα γοργότερα παρά που εκινούνταν εμένα το χέρι μου. Ποτέ πριν από κείνη τη βραδιά δεν εννοίωσα τι πλάτος, τι έχταση είχα σε δύναμη — τι οξύνοια. Μόλις κι εκρατιούμουν απ’ τη συναίστηση του θριάμβου μου. Να συλλογίζεσαι πώς είμουνα εκεί εγώ, πως άνοιγα την πόρτα, λίγο — λίγο, κι αφτός, ούτε να μην ονειρέβεται τους μυστικούς μου λογισμούς, τα μυστικά μου τα καμώματα. Πνιχτογελούσα μ’ αφτή μου την ιδέα· κι ίσως να μάκουσε — γιατί σάλεψε πάνου στο κρεββάτι του ξαφνικά, σα να ξυπάστηκε. Τόρα, σεις ίσως θα θαρρέψετε πως τραβήχτηκα πίσου — μα όχι. Η κάμαρά του είτανε μάβρη σαν πίσσα από τ’ ολόπυκνο σκοτάδι «τα κανάτια είταν κλειστά από φόβο προς τους κλέφτες» κι έτσι είμουνα βέβαιος πως δε θα μπορούσεν ο γέρος να ιδή το άνοιγμα τής πόρτας, κι έτσι ξακολουθούσα να το σκουντώ μέσα το κεφάλι μου σταθερά, σταθερά.

Πέρασα το κεφάλι μου μέσα, κι ίσα που ετοιμαζόμουνα ν’ ανοίξω το φανό, όταν το δάχτυλό μου το μεγάλο γλύστρισε πάνου στο εξαρτήριό του το τενεκεδένιο, και πήδηξεν ο γέροντας πάνου στο κρεββάτι του με μια φωνή: — Ποιος είν’ αφτού;

Στάθηκα καρφωμένος, και δεν έβγαλα μιλιά — τσιμουδιά. Ως μιαν ολόκληρην ώρα δε σάλεψα ούτε τρίχα, και στο μεταξύ δεν τον άκουσα να ξαναπλαγιάση. Κάθουνταν ακόμα στο κρεββάτι του αφηκραζόμενος — ακριβώς όπως έκανα κι εγώ νύχτα κατόπι στη νύχτα ακούγοντας τις ώρες του θανάτου να κροτούν απάνου στον τοίχο. Κάποτες άκουσα ένα βόγγισμα, και το γνώρισα. Είταν το βόγγισμα του τρόμου του θανάτου. Δεν είταν βόγγος πόνου ή λύπης — α, όχι! — είταν ο απόβαθος και ο πνιγμένος ήχος που ξεσηκώνεται απ’ τα βάθια της ψυχής όταν παραφορτώνεται απ’ τον πελώριο και το μυστηριακό το φόβο. Τον είξερα καλά τον ήχο. Πολλές νυχτιές, το μεσονύχτι ακριβώς, όταν ο κόσμος όλος εκοιμούνταν, ξεπήδηζε κι απ’ το δικό μου κόρφο, βαθαίνοντας και πιο πολύ, με τον τρομαχτικό του αντίλαλο, τους τρόμους πού με τάραζαν, Λέγω το: τον είξευρα καλά. Είξερα τι αιστάνουνταν ο γέρος και τον σπλαχνιούμουνα, μ’ όλο που στην καρδιά μου πνιχτογέλαγα. Είξερα ότι κοίτουνταν ξυπνητός πάντα απ’ τον πρώτο λαφροθόρυβο, σαν είχε στρίψει στο κρεββάτι του. Οι φόβοι του όλο και θα πλήθαιναν. Θα έκανε να τους πάρη γι’ άλογους και παράλογους, μα δε θα του βολούσε. Θάλεγε του εαφτού του: «Δεν είναι τίποτε· ο αγέρας μέσα στην καπνοδόχο - κάνα ποντίκι φέρνει γύρα πάνου στο πάτωμα. Κάνα τρειδόνι θα πίπισε καμμιά φορά». Ναι, ναι, θα προσπαθούσε να παρηγορηθή με τέτοιες υποθέσες· μα όλα θα τάβρισκε μάταια. Όλα του κάκου. Γιατί ο χάρος σιμώνοντας τόνε είχε στηλωθή με την πυκνόμαβρή του τη σκιά μπροστά του, και περιτύλιξε το θύμα. Κι είτανε το πένθιμο βάρος της ανεπαίστητης σκιάς που του προξενούσε το αίστημα — μολονότι αφτός ούτε είδε ούτε άκουσε — το αίστημα της παρουσίας του κεφαλιού μου μέσα στο δωμάτιό του.

Όταν πια είχα φυλάξει αρκετά, πολύ υπομονητικά, χωρίς να τον έχω ακούσει να ξαναπλαγιάση, αποφάσισα ν’ ανοίξω μια μικρή — μια πολύ, πολύ μικρή χαραμάδα στο φανό. Και την άνοιξα — δεν μπορείτε να φανταστήτε πόσο κλεφτάτα. Κλεφτάτα — όσο που επιτέλους, μια θαμπή αχτιδούλα, σα μιαν αραχνόκλωστη, ξερρίχτηκε απ’ τη χαραματιά κι έπεσε πάνου στο μάτι τού γύπα.

Είτανε ανοιχτό — πλατειά ανοιχτό — σκύλιασα όταν το κοίταξα. Το είδα πολύ ξεχωριστά — ολόκληρο, ένα θαμπογάλαζο μάτι μ’ ένα βρωμόπεπλο από πάνου του, που μούφερεν ανατρίχιασμα και σύγκρυο ως το μεδούλι των κοκκαλιώ μου· μα άλλο κανένα μέρος απ’ το πρόσωπο και απ’ το σώμα του δεν μπόρεσα να ιδώ, γιατί είχα διεφτύνει την αχτίδα, ψυχόρμητα σάμπως, ίσα - ίσα πάνου στο διαβολότοπο.

Και τώρα, δε σας είπα πως ό,τι του λόγου σας παίρνετε για τρέλλα εγώ το λέγω, και είναι, μόνο υπεροξύτητα των αιστήσεων; Λοιπόν, ακούστε, μονομιάς ύστερα έφτασε σταφτιά μου ένας απόβαθος, σφιχτός, γοργόρριχτος ήχος, τέτοιος σαν που κάνει ένα ωρολόγι τυλιγμένο σε μπαμπάκι. Και τον είξερα κι αφτόν τον ήχο καλά: Είταν ο χτύπος της καρδιάς του γέρου. Μου άφξησε τη λύσσα όπως ο χτύπος του τυμπάνου κεντάει το στρατιώτη προς το θάρρος.

Μα και πάλι συγκρατήθηκα. Μόλις κι ανάσαινα. Κρατούσα ακίνητο το φανάρι. Δοκίμαζα ως πόσο σταθερά μπορούσα να βαστάξω την αχτίδα πάνου στο μάτι. Στο μεταξύ το διαβολικό σάλπισμα της καρδιάς δυνάμωνε. Γινότανε γοργότερο και γοργότερο, και πιο δυνατόφωνο κάθε στιγμή! Του γέροντα ο τρόμος θάταν ακράτητος! Δυνάμωνε, σας λέγω, δυνάμωνε κάθε στιγμή. Με καταλαβαίνετε, με προσέχετε; καλά, καλά, ε; Σας έχω μολογήσει πως είμαι νεβρικός; Και είμαι. Την ώρα εκείνη του θανάτου, τη νύχτα, μέσα στην τρομαχτική σιγαλιά εκειού του γέρικου σπιτιού, ένας τέτοιος θόρυβος με παραρέθισε και μέρριξε σέ τρόμο. Μα κι ακόμα, λίγα ακόμα λεπτά, κρατήθηκα και στέκουμαν ακίνητος. Όμως ο χτύπος όλο και γίνουνταν πιο δυνατόφωνος! Είπα μην έσκαζε η καρδιά του. Και τώρα μέπιασε μια άλλη αγωνία — χωρίς άλλο κάποιος, κανείς θεν’ άκουγε το χτύπο! Ήρθε του γέρου η ώρα! Με μια δυνατή, στριγγιά φωνή άνοιξα αστραπόγοργα το φανό και τινάχτηκα μέσα στην κάμαρα. Ο γέρος έβγαλε ένα ούρλιασμα, ένα μονάχα τσίριγμα. Σε μια στιγμή τον έσυρα κάτου στο πάτωμα, και τράβηξα το βαρί κρεββάτι απάνου του. Έπειτα μούρθανε χαρωπά χαμόγελα απ’ τη χαρά της επιτυχίας μου. Μα, αρκετά λεπτά χτυπούσεν η καρδιά του μ’ ένα σκεπασμένο ήχο. Το καρδιοχτύπι του... Αλλά τούτο δε μ’ ερέθιζε πια· ποιος θα μπορούσε να τακούση; Επί τέλους έπαψε. Τελείωσε ο γέροντας. Τράβηξα το κρεββάτι και ξέτασα το σώμα του. Ξερό – πέτρα. Ναι, είτανε πέτρα, πέτρα ξερό. Έβαλα το χέρι μου πάνου στην καρδιά του και το κράτησα εκεί πολλήν ώρα. Παλμός κανένας. Παγωμένος, κρύος, πέτρα. το μάτι του δε θα με πείραζε πιά...

Αν ακόμα με θαρρείτε τρελλό, θαλλάξετε χωρίς άλλο γνώμη, όταν σάς περιγράφω τα προφυλαχτικά μου μέτρα. Σιγοτέλειωνεν η νύχτα κι εγώ δούλεβα βιαστικά και σιωπηλά. Πρώτ’ απ’ όλα κομμάτιασα το κορμί. Έκοψα το κεφάλι, τα χέρια, τα πόδια. Έπειτα ξεκάρφωσα απ’ το πάτωμα δυο - τρία σανίδια κι έβαλα τα κομμάτια μέσα στα χωρίσματα. Μετά, ξανακάρφωσα τα σανίδια έτσι επιτήδεια, έτσι πονηρά, που κανένα μάτι — ούτε το δικό του — δε θα μπορούσε να ξεχωρίση τίποτε. Δεν έμεινε τίποτε για πλύσιμο — κανείς κόμπος — καμμιά αιματοσταλιά. Είχα φροντίσει πολύ αποτελεσματικά για όλα. Ένας κουβάς νερό όλα τά καθάρισε — χα! χα! ...

Όταν αποτέλειωσα τη δουλειά μου, είτανε η ώρα τέσσερις — σκοτεινά ακόμα σα μεσάνυχτα. Εκεί που λαλούσεν η καμπάνα την ώρα, άκουσα ένα χτύπο στην οξώπορτα. Κατέβηκα ν’ ανοίξω ολοήμερος. Τ’ είχα πια να φοβηθώ; Μπήκαν τρεις άνθρωποι που μου συστήθηκαν πολύ εβγενικά ως αστυνόμοι. Ένα στριγγοφώνημα είχεν ακούσει κάποιος γείτονας τη νύχτα· γεννήθηκεν υποψία κάποιας βρωμοδουλειάς· ο αστυνομικός σταθμός είχεν ειδοποιηθή, κι οι κύριοι είτανε σταλμένοι να ερεβνήσουν στο σπίτι.

Εγώ χαμογέλασα — τ’ είχα να φοβηθώ; Τους καλοδέχτηκα, το στριγγοφώνημα, τους είπα, τόχα βγάλει εγώ στον ύπνο μου. Ο γέροντας του σπιτιού, τους ανάφερα, έλειπε στη χώρα. Τους γύρισα έπειτα σ’ όλο το σπίτι. Τους παρακάλεσα να ερεβνήσουν — να έρεβνήσουν καλά. Στα υστερνά τους πήγα και στο δωμάτιό του. Τους έδειξα το βιός του σώο κι’ απείραχτο. Και στον ενθουσιασμό μου σπάνου έφερα και καρέκλες και τους πρότεινα να ξεκουραστούνε λίγο, κι εγώ, απ’ την άγρια ξετσιπωσιά του θριάμβου μου, έβαλα την καρέκλα μου πάνου στο ίδιο μέρος που κάτουθέ του αναπάβουνταν το θύμα. Οι αστυνόμοι μείνανε φχαριστημένοι. Ο τρόπος μου τους είχε βγάλει κάθε υποψία απ’ το νου. Είμουνα ήσυχος. Αφτοί κάθησαν και κουβέντιαζαν τα δικά τους ενώ εγώ τους παρακολουθούσα μ’ εφθυμία. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα και έννοιωσα να με πιάνη μια ωχράδα, και μούρθεν η επιθυμία να φέβγανε. Μου πόνεσε το κεφάλι, και μούρθε ένα βούισμα στ’ αφτιά. Κι αφτοί ακόμα κάθουνταν, κι ακόμα κουβέντιαζαν. Το βόισμα γίνουνταν όλο και πιο ξεχωριστό. Άρχισα να τους μιλώ πιο λέφτερα, για να γλυτώσω απ’ το αίστημα τούτ· μ’ αφτό ξακολουθούσε κι όλο - ένα γίνουνταν πιο ωρισμένο, ως που, στα υστερνά βρήκα πως ο θόρυβος αφτός δεν είταν των αφτιώ μου.

Χωρίς άλλο θάχα κιτρινιάσει περσότερο — μα και μιλούσα πιο βιαστικά, και σέ ζωηρότερο τόνο. Ολοένα κι αψήλωνε ο ήχος, και τι μπορούσα να κάνω; Είταν ένας απάβαθος, σφιχτός, γοργόριχτος ήχος — παρά πολύ σαν τον ήχο που βγάζει ένα ωρολόγι τυλιγμένο σε μπαμπάκι. Μούπιασε σα λαχάνιασμα, άρχισα να γοργανασαίνω — κι όμως οι αστυνόμοι δε φαίνουνταν ν’ ακούνε τίποτε. Τους μιλούσα ληγορώτερα, ορμητικώτερα· μα ο θόρυβος όλο και δυνάμωνε. Μα γιατί επί τέλους δεν έλεγαν να φύγουν; άρχισα το σουλάτσο σα λυσσασμένος — μα και πάλι ο χτύπος δυνάμωνε. Ω θεέ μου! Τι μπορούσα να κάνω; άφρισα σκύλιασα, έβρισα! Εκουνούσα την καρέκλα μου και την έσερνα πάνου στα σανίδια, μα το πνιχτό τουκ, τικ, τακ, πάνου απ’ όλα και ξακολουθητικά δυνάμωνε. Δυνατώτερος και δυνατότερος — κάθε στιγμή και πιο δυνατός — ο θόρυβος, η βοή... Κι ακόμα οι αστυνόμοι κουβέντιαζαν ανυποψίαστα κι αναπαμμένα, και χαμογελούσαν. Είτανε δυνατό να μην άκουγαν; Παντοδύναμε! — όχι, όχι! Άκουγαν! υποψιάζουνταν! Τόξεραν. — Κορόιδεβαν με τον τρόμο μου! — Αφτό νόμιζα κι αφτό νομίζω. Μα κάθε τι θα με παίδεβε λιγώτερο απ’ αφτή την αγωνία! Κάθε άλλο θα το υπόφερνα πιο πολύ απ’ αφτή την κοροϊδία! Δε μπόρεσα πια να τα βαστάξω κείνα τα υποκριτικά τα χαμόγελα! Μούρθε να φωνάξω — αλλοιώς θα πέθνησκα! — και τώρα —ξανά! αλλοί μου δυνατότερα, ακόμα, κι ακόμα, κι όλο πιο δυνατά.

— «Παλιάνθρωποι», τους έκραξα, «πάψτε πια με την υποκρισία σας! Το μολογώ! ναι, να, ξυλώστε τα σανίδια! — Εδώ, εδώ! — Είναι ο χτύπος της βρωμοκαρδιάς του. Είνε το καρδιοχτύπι του.»

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Στιγμή [Σωτήρης Λάμπρου]


ΣΤΙΓΜΗ

Αν θες ν' απολαύσεις την αιωνιότητα πάρε μια στάλα φως απ' την άκρη των άστρων και στάσου στην πόρτα του πελάγους. 
Έχει μικρά ραγίσματα ο χρόνος - τα μάτια των ανθρώπων. 
Αν θες ν' απολαύσεις την αιωνιότητα γνώρισε τη ζωή· το ηλιόλουστο χαμόγελο του Μάρτη και του Αυγούστου τ' ολόγιομο φεγγάρι. 
Άκουσε τον Ήλιο που υφαίνει απ' το μετάξι της νύχτας και της θάλασσας το υπέροχο γαλάζιο.
Αν θες ν' απολαύσεις την αιωνιότητα πάρε απ' την άκρη του γιαλού τ' άγγιγμα του ήλιου και ρίξε στο σύμπαν - πίσω - τη φωτιά. 
Έχει μικρά ραγίσματα ο χρόνος ...

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Κώστας Κουτσαντώνης - Βολταίρος (Από τη Βαστίλη στο Πάνθεον)

Ο ιστολόγος δεν πρόκειται ποτέ να κρύψει το θαυμασμό του για την εποχή τών Διαφωτιστών καθώς θεωρεί ότι αυτά που συμβήκανε στη Γαλλία το 18ο μ.Χ. αι. μαζί με αυτά που συμβήκανε στην Ιωνία και την Αττική γη το διάστημα από τον 7ο μέχρι τον 5ο π.Χ. αι. είναι τα σημαντικότερα γεγονότα τού λεγόμενου δυτικού πολιτισμού και από τα σημαντικότερα στην πορεία τού ανθρώπου.
Το εξαιρετικό και μοναδικό βιβλίο / μελέτη τού Κώστα Κουτσαντώνη: Βολταίρος (Από τη Βαστίλη στο Πάνθεον), πεντακοσίων τριάντα δύο (532) πυκνογραμμένων σελίδων, διατρέχει τη ζωή και το έργο τού "πατριάρχη" τού Διαφωτισμού. Το εν λόγω βιβλίο / μελέτη είναι μια μοναδική (ιστορική, φιλοσοφική και φιλολογική) εργασία για τα ελληνικά γράμματα και δυστυχώς (*) αυτοέκδοση του συγγραφέα, που διατίθεται όμως, για κάθε ενδιαφερόμενο, και στον Πολυχώρο των 24Γραμμάτων (Λεωφ. Πεντέλης 77, Χαλάνδρι 210 6127074).

(*) αυτό το γεγονός τονίζεται μιας και οι προθήκες τών περισσότερων βιβλιοπωλείων έχουνε γεμίσει με ένα σωρό ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΕΣ, που εκδίδονται και επανεκδίδονται, προφητών, χαρτοριχτρών, ουφολόγων κ.λπ. τσαρλατάνων. 

Μετά τον κατάλογο με τα Περιεχόμενα, παρουσιάζουμε τις τρεις (3) πρώτες ενότητες [από τις δεκατέσσερις (14)] της "Εισαγωγής (Βολταίρου Εγκώμιον)".      

























ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ ΕΓΚΩΜΙΩΝ)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Η ΖΩΗ ΤΟΥ

Α' ΑΠΟ ΤΟΝ «ΖΟΖΟ» ΣΤΟΝ «ΒΟΛΤΑΙΡΟ» (1694-1725)
1. Η Οικογένεια Arouet
2. Στο Κολλέγιο Louis le Grand
3. Από τη Χάγη στον «Ναό»  
4. Η πρώτη φυλάκιση στη Βαστίλη
5. Στην Αυλή - Ο Chevalier de Rohan και η νέα φυλάκιση στη Βαστίλη

Β' ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ (1726-1728)
1. Αγγλία και Γαλλία 
2. Η φιλία με τον λόρδο Bolingbroke - Η εγκατάσταση στο Wandsworth 
3. Συνάντηση με τους Άγγλους διανοούμενους 
4. Έκδοση της «Ερρικειάδας» - Δύο αγγλικά δοκίμια  
5. Στο αγγλικό θέατρο

Γ’ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ (1728- 1734)
1. Ο θάνατος της A. Lecouvreur 
2. Ένα οικονομικό άλμα  
3. Η ερωτική σχέση με την Madame du Chatelet 
4. Ο Richelieu 

Δ' ΣΤΟ CIREY (1734-1749)
1. Εγκατάσταση στον πύργο του Cirey
2. Η δημοσίευση του «Κοσμικού» και η προσωρινή φυγή από τη Γαλλία
3. H Madame de Graffigny
4. O Desfontaines και η «Βολταιρομανία»
5. Επιστήμη ή Μούσες;
6. Η πρώτη συνάντηση με τον Φρειδερίκο - Ιστοριογράφος της γαλλικής αυλής
7. Η Madame de Pompadour - Η εκλογή στη Γαλλική Ακαδημία
8. Άτακτη φυγή από την αυλή
9. Η ερωτική προδοσία της Madame du Chatelet
10. Ο θάνατος της Emilie-Επιστροφή στο Παρίσι

Ε' ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ «ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ» (1750-1752)
1. Ο «Θεϊκός Βολταίρος»
2. Η εγκατάσταση στο Potsdam
3. Στην πρωσική αυλή  
4. Ο «Δρ Ακακία»
5. Η οριστική ρήξη-Η φυγή και η σύλληψη του Βολταίρου

ΣΤ'. ΣΤΙΣ «ΤΕΡΨΕΙΣ» (1754-1757)
1. Ένας «περιπλανώμενος ιππότης»
2. Θεατρικές παραστάσεις στη Λωζάνη
3. Η Εγκυκλοπαίδεια και το λήμμα «Γενεύη»

Ζ' Ο «ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ TOY FERNEY» (1758-1778)
1. Αγορές ακινήτων
2. Η ζωή στο Chateau
3. Ο Jean-Jacques Lefranc, Marquis de Pompignan
4. Οι ευρωπαίοι επισκέπτες
5. Η απόγονος του Corneille και η έκδοση των Απάντων του
6. Η Μεγάλη Αικατερίνη 
7. Μια ηθική αναγνώριση : Η προτομή του από τον Pigalle  
8. Η υιοθεσία της «Belle et Bonne»   
9. Η Δημοκρατία της Γενεύης  
10. Ένας ευρωπαϊκός θρύλος

Η' Ο ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΗΣ
1. Η υπόθεση Calas 
2. Η υπόθεση Sirven
3. Ο ιππότης de le Barre
4. Ένας άτυχος ναύαρχος
5. Η υπόθεση του στρατηγού Lally
6. Οι υποθέσεις Martin και Monbailli
7. Περί Εγκλημάτων και Ποινών: Ο Beccaria
8. Οι δουλοπάροικοι του Saint-Claude

θ' Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ - ΤΟ ΤΕΛΟΣ 
1. Το ταξίδι της επιστροφής 
2. Οι διάσημοι επισκέπτες του
3. Ο αββάς Gaultier
4. Η παράσταση της «Ειρήνης» 
5. Στην Ακαδημία και το Θέατρο
6. Το τέλος
7. Οι περιπέτειες της ταφής
8. Η τύχη του Ferney - Τιμές από την Ακαδημία - Ο Mozart
9. Η έκδοση των έργων του


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Α'. ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
1. Το γαλλικό θέατρο στον 18Ο αιώνα και ο Βολταίρος
2. Ο «Οιδίπους»
3. Η «Mariamne»
4. Τα «αγγλικά» έργα
5. Η παράσταση της «Ζαίρας»
6. Η «Αλζίρα»
7. «Ο Άσωτος Υιός»
8. Ο «Μωάμεθ»
9. Η παράσταση της «Μερόπης»
10. Η «Σεμίραμις»
11. Η κωμωδία «Νανίν»
12. «Ο Ορφανός της Κίνας»
13. Ο Πόλεμος των Κωμωδιών: «Οι Φιλόσοφοι»-«Η Σκωτσέζα»

Β'. Η ΠΟΙΗΣΗ
1. Η «Επιστολή στην Ουρανία - Η «Ερρικειάδα»
2. «Η Παρθένα της Ορλεάνης»
3. Το Ποίημα για τον σεισμό της Λισαβόνας

Γ. ΤΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
1. Ο χαρακτήρας των διηγημάτων του
2. Ο «Ζαντίγκ»
3. Ο «Μέμνων»
4. Ο «Μικρομέγας»
5. Ο Καντίντ
6. Ο Ενζενύ
7. «Ο άνθρωπος με τα σαράντα ecus»

Δ' Η ΙΣΤΟΡΙΑ 388
1. Η Ιστορία στον Διαφωτισμό
2. Η Ιστορία του Καρόλου 12ου 
3. Ιστορία και Πολιτισμός: Ο Αιώνας του Λουδοβίκου 14ου 
4. Μια «ιστορική» παραγγελία
5. Το Δοκίμιο για τα Ήθη

Ε' ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
1. Το αγγλικό παράδειγμα 
2. Η φιλοσοφία του εμπειρισμού
3. Newton ή Descartes; 
4. Ο Locke   
5. Ο Pascal
6. Η εκλαΐκευση της φιλοσοφίας: Το Φιλοσοφικό Λεξικό

ΣΤ' ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
1. Απόστολος της πίστης ή της απιστίας;
2. «Ecrasez l’lnfame»


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΒΟΛΤΑΙΡΟΣ ΚΑΙ ΡΟΥΣΣΩ

1. Ρουσώ: Ένας μοναχικός οδοιπόρος
2. Η αλληλογραφία τους 
3. Οι διαφορές τους


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ο ΒΟΛΤΑΙΡΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

1. Ο Βολταίρος ως «πρόδρομος» της Επανάστασης
2. Βολταίρος ή Ρουσώ; 
3. Η Πανθεοποίηση  


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-------------------------------------------------------------


ΕΙΣΑΓΩΓΗ (ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ ΕΓΚΩΜΙΩΝ)

I. Στο «Μοναστήρι της Πάρμας» του Stendhal (1839), ο νεαρός ήρωας του έργου Φαμπρίτσιο, ένας ένθερμος οπαδός του Βοναπάρτη που είχε βρεθεί στη δίνη της μάχης του Βατερλώ στο πλευρό του γαλλικού στρατού, για να παραπλανήσει τις φιλοαυστριακές Αρχές της πατρίδας του ως προς τα πολιτικά του φρονήματα και να αποφύγει τη σύλληψη, έπρεπε, σύμφωνα με τις συμβουλές του προστάτη του, να αποφύγει το διάβασμα βιβλίων, ειδικά εκείνων «που είχαν εκδοθεί μετά το 1720».

Υποτίθεται ότι η «συμβουλή» στον Φαμπρίτσιο δόθηκε στην περίοδο της εκκλησιαστικής και πολιτικής Παλινόρθωσης, όταν πια είχαν σιγήσει οριστικά τα κανόνια του Ναπολέοντα, όταν στη Γαλλία οι συντηρητικοί και οι αδιάλλακτοι βασιλόφρονες [ultras] άρχισαν να διεκδικούν την επιστροφή σε ό,τι ο Montesquieu είχε σατιρίσει με τις «Περσικές Επιστολές» του, την προεπαναστατική, κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική τάξη. Το έργο αυτό που δημοσιεύτηκε τον επόμενο ακριβώς χρόνο [1721], στην περίοδο της αντιβασιλείας, ήταν, ουσιαστικά, το πρώτο τολμηρό έργο της απαγορευμένης στον Φαμπρίτσιο περιόδου, της μεγάλης πνευματικής και επαναστατικής εποποιίας του Διαφωτισμού, που στη διάρκεια του 18ου αιώνα θα προκαλέσει την οριστική κατάρρευση του παλαιού καθεστώτος [ancien regime] και την έλευση της σύγχρονης εποχής.

Σε καμιά, ίσως, άλλη περίοδο της ιστορίας της η ευρωπαϊκή σκέψη δεν διακρίθηκε τόσο, όσο στον 18° αιώνα, για τις τολμηρές καινοτομίες που πρότεινε και την πνευματική ενέργεια που αφιέρωσε στα προβλήματα του ανθρώπου και της κοινωνίας. Είναι η περίοδος μιας νέας, ιστορικής κυριαρχίας του «Λόγου», μιας νέας πνευματικής στάσης που, μέσω της σκέψης των «Φιλοσόφων» («Les Philosophes», ένας όρος που αναφέρεται στους Γάλλους διανοουμένους, επιστήμονες και γενικά τους ανθρώπους των γραμμάτων του 18ου αιώνα), στρέφει το ανήσυχο και ερευνητικό βλέμμα του ανθρώπου από τον ουρανό στη γη και τον κόσμο [ad seculum] και διατυπώνει νέες υποθέσεις γύρω από τον χαρακτήρα και τον προορισμό της ανθρώπινης κοινωνίας.

Στην παραδοσιακή θρησκευτική εξουσία αντιπαρατίθενται τώρα οι νέες ατομικές αρετές του ορθολογισμού, του ανθρωπισμού και της ελευθερίας λόγου και σκέψης ως οι πιο ριζοσπαστικές εκφράσεις της αντίθεσης στην άγνοια, την κρατούσα πολιτική και πνευματική τυραννία και, κυρίως, την εκκλησιαστική αδιαλλαξία. Η ανθρωπότητα «πρέπει» να ζήσει χωρίς την απειλή της καταδίκης στην αιώνια τιμωρία ή την προσδοκία της αιώνιας σωτηρίας. Το θρησκευτικό συναίσθημα «πρέπει» να εκφράζεται με τον διαλογισμό και την ενατένιση και όχι με τη δημόσια λατρεία και τα μυθικά σύμβολα.

Οι Φιλόσοφοι αντιστρέφουν την παλιά, παραδοσιακή σχέση του ανθρώπου με τους ουρανούς, εξαίρουν τις δημιουργικές δυνάμεις που κρύβονται μέσα στο ίδιο το άτομο και τις ανάγουν σε εμπνευσμένη αρχή της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής. Η σκέψη τους, παρά τις επί μέρους διαφορές στον πνευματικό προσανατολισμό τους, διέπεται από έναν κοινό κανόνα: Την πίστη στο κύρος της ανθρώπινης λογικής και στην αυτογνωσία, μια πίστη που θα εκφραστεί ιστορικά με τον εκτόπισμά των ιδεών και την κατάργηση των θεσμών του παρελθόντος. Η «σιωπή» του θεού σήμαινε αυτόχρημα ότι ο άνθρωπος γινόταν κύριος του εαυτού του.

Ο d’ Alembert πίστευε ότι η φιλοσοφία είχε έναν και μοναδικό, ηθικό στόχο : Να προσφέρει στον άνθρωπο τη νέα, αυτάρκη, θέση του στην κοινωνία και να τον διδάξει με ποιο τρόπο πρέπει να χρησιμοποιεί τις δικές του δυνάμεις για την ευημερία της κοινωνίας και την κοινή ευτυχία όλων. «Η ουσιαστική και μοναδική ιδιότητα της λογικής, που είναι ομοιόμορφη σε όλους τους λαούς», γράφει στα «Στοιχεία Φιλοσοφίας», «είναι το καθήκον μας απέναντι στο είδος μας. Η επίγνωση αυτού του καθήκοντος είναι ό,τι ονομάζουμε ηθική».

Από κοινωνιολογική άποψη, ο Διαφωτισμός προκάλεσε έναν ευρύ μετασχηματισμό στην πνευματική παράδοση των δυτικών κοινωνιών, διαμορφώνοντας μια νέα κοινωνικοπολιτική τάξη. Όλες οι εκδηλώσεις της κοινωνικής, της οικονομικής και της πολιτικής ζωής υποβάλλονται σε μια συνολική επανεξέταση. Η ηθική, οι πολιτικοί και θρησκευτικοί Θεσμοί, τα φεουδαρχικά προνόμια, η καταπίεση που ασκούσαν οι κυρίαρχες οικονομικά κοινωνικές τάξεις, και ακόμη η λογοκρισία, υποβλήθηκαν στον έλεγχο της κριτικής σκέψης, μιας σκέψης που είχε ως στόχο να αποδείξει ότι ο τρόπος λειτουργίας τους ήταν αντίθετος προς τη φύση αλλά και την ανθρώπινη λογική, ότι εμπόδιζαν την ελεύθερη ανάπτυξη και την πραγματοποίηση των δυνατοτήτων της. Οι κοινωνικοί θεσμοί και ολόκληρη η παλαιά τάξη πραγμάτων έπρεπε να υπακούσουν στα νέα αιτήματα, ώστε να γίνουν πιο «λογικοί», πιο «φυσικοί» και, συνεπώς, πιο «αναγκαίοι».

Η λειτουργία των θεσμών αναζωογονείται από την ελευθερία του λόγου, που από τη μια πλευρά προβάλλει το άτομο ως μια ελεύθερη και νομικά ισότιμη προσωπικότητα και από την άλλη κλονίζει την ιεραρχική δομή της οικογένειας, βασικού θεσμού της φεουδαρχικής κοινωνίας και του Ρωμαιοκαθολικισμού που, τώρα, καλείται να υπηρετήσει τις ανάγκες των μελών της ως ελεύθερων και ανεξάρτητων ατόμων. Στα πολιτικά ζητήματα υπήρχε η αίσθηση ότι το δικαίωμα της ελευθερίας σήμαινε κάτι περισσότερο από μια τυπική, νομική ισότητα, σήμαινε συμμετοχή στις πολιτικές αποφάσεις. Σε ολόκληρο τον 18° αιώνα κυριαρχούν η νέα πίστη στις δυνατότητες του ανθρώπου και στην πρόοδο της ανθρώπινης φυλής, ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, ειδικά στο δικαίωμα της ελευθερίας, που εναντιώνεται στην καταπίεση και τη διαφθορά των κυβερνήσεων, ένα δικαίωμα που διεκδικήθηκε με ποταμούς αίματος κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Condorcet, τραγικό θύμα της ο ίδιος, έγραφε γι’ αυτήν την περίοδο ότι «η ανθρωπότητα έσπασε τις αλυσίδες της», ότι «εξετάστηκαν όλες οι δοξασίες και πολεμήθηκαν ύλες οι πλάνες», ότι «αμφισβητήθηκαν όλα τα παλαιά έθιμα» και «οι προκαταλήψεις τράπηκαν σε φυγή μπροστά στην ελευθερία».

Υπέρμαχοι της πνευματικής ελευθερίας, οι Γάλλοι Φιλόσοφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι όχι μόνον με την εκκλησία, αλλ’ επίσης με το επίσημο κράτος και τους μηχανισμούς της λογοκρισίας. Συχνά υποχρεώθηκαν να δημοσιεύσουν τα έργα τους ανώνυμα στο εξωτερικό, άλλοτε αναγκάστηκαν, κάτω από την απειλή της δίωξής τους, να αποσύρουν τα χειρόγραφά τους από τη δημοσίευση και άλλοτε υποβλήθηκαν στην ταπεινωτική, δημόσια αποκήρυξή τους. Πέρα από αυτά τα μέτρα, σχεδόν όλοι οι Φιλόσοφοι είδαν πολλά από τα έργα τους να κατάσχονται και να καίγονται. Μερικοί, όπως ο Βολταίρος, υποχρεώθηκαν να αυτοεξοριστούν, ενώ άλλοι ρίχτηκαν στις φυλακές. Ο Diderot, όπως και ο Βολταίρος ή ο Morellet, «φιλοξενήθηκαν» για ένα διάστημα στη Βαστίλλη, το ίδιο και ο Marmontel για μια σάτιρα που δεν έγραψε ποτέ. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία ή η Ισπανία, οι διανοούμενοι γνώριζαν ακόμη μεγαλύτερους καταναγκασμούς. Το πνεύμα της Ιερής Εξέτασης, στην τελευταία του επιθανάτια φάση, εξακολουθούσε, στον 18° αιώνα, να καταπνίγει κάθε «αιρετική» διδασκαλία με μια πρωτοφανή σκληρότητα.

Η εκκλησία επέμενε στην ιστορική αλήθεια της Βίβλου και στην ανεπάρκεια της ανθρώπινης λογικής στέλνοντας στον τροχό των βασανιστηρίων και τον θάνατο πολλούς από εκείνους που είχαν εκφράσει τη ριζική διαφωνία τους με τα αξιώματά της. Ήταν μοιραίο ότι η σύγκρουση μαζί της θα ήταν το κυριότερο γεγονός της περιόδου του Διαφωτισμού, μιας περιόδου που φιλοδοξεί να αντικαταστήσει το υπερφυσικό με το φυσικό, τη θρησκεία με την επιστήμη, τη θεία επιταγή με το φυσικό δίκαιο και τους ιερείς με τους φιλοσόφους. Όχι ο λόγος του επισκόπου, αλλά η λογική και η εμπειρική παρατήρηση του ίδιου του ποιμνίου θα είναι, πλέον, τα μέσα που θα επιλύουν τα κοινωνικά, πολιτικά, ακόμη και τα θρησκευτικά προβλήματα. Κι αυτός ο στόχος θα πάρει, στο έργο του Βολταίρου, τη μορφή μιας πραγματικής, εφ’ όρου ζωής σταυροφορίας.

II. «Ήταν περισσότερο από ένας άνθρωπος, ήταν μια ολόκληρη εποχή. Ο Βολταίρος διεξήγαγε τον αγώνα μόνος εναντίον όλων... τον αγώνα του πνεύματος εναντίον της ύλης, τον αγώνα της λογικής εναντίον της προκατάληψης, τον αγώνα του δικαίου εναντίον του αδίκου, τον αγώνα του καταπιεσμένου εναντίον του καταπιεστή, τον αγώνα τον χρηστό, τον ευγενή. Είχε την τρυφερότητα μιας γυναίκας και την οργή ενός ήρωα. Ήταν ένα μεγάλο πνεύμα και ένα τεράστιο φρόνημα. Άλωσε τους παλιούς κώδικες και το παλιό δόγμα. Άλωσε τον φεουδάρχη κύριο, τον βάρβαρο δικαστή, τον παπά της Ρώμης. Έδωσε στον ταπεινό λαό την αξιοπρέπειά του... δίδαξε, πρόβαλε την ειρήνη και τον πολιτισμό. Πολέμησε για τον Sirven και τον Monlbailly, για τον Calas και τον La Barre. Δέχθηκε κάθε είδους απειλή, προσβολές και διώξεις, συκοφαντίες και εξορίες. Υπήρξε ακούραστος και αμετακίνητος. Κατενίκησε τη βία με το χαμόγελο, τον δεσποτισμό με τον σαρκασμό, το αλάθητο με την ειρωνεία, το πείσμα με την καρτερικότητα, την άγνοια με την αλήθεια... Ας δεχθούμε με τον δέοντα σεβασμό ότι το θεϊκό δάκρυ του Ιησού και το ανθρώπινο χαμόγελο του Βολταίρου συνθέτουν τη γλυκύτητα του σύγχρονου πολιτισμού». Μ’ αυτούς τους λυρικούς τόνους απευθύνθηκε ο Βίκτωρ Ουγκώ στους Γάλλους μιλώντας για τον Βολταίρο στην επέτειο της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από τον θάνατό του.

Η φιγούρα του Βολταίρου μας είναι πολύ οικεία από τους διάφορους πίνακες, τις προτομές και τις γκραβούρες της εποχής, που απεικονίζουν έναν ηλικιωμένο αλλά ζωηρό κοκκαλιάρη με ένα «κατεργάρικο», περιπαικτικό και έντονα σαρκαστικό χαμόγελο. Ακολουθώντας τα πολλά και περιπετειώδη βήματά του, μπορούμε να πούμε ότι η ζωή και ο χαρακτήρας του, η συγγραφική και κοινωνική δράση του, ανοίγουν μια νέα εποχή στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και δικαιολογούν όχι μόνο τον υμνητικό οίστρο του Ουγκώ αλλά και την ανάδειξή του από τον Diderot ως «του μοναδικού ανθρώπου του αιώνα», τη βεβαιότητα του Adam Smith (σε μια επιστολή του στην «Επιθεώρηση του Εδιμβούργου») ότι πρόκειται «για το πιο καθολικό πνεύμα που εμφανίστηκε ποτέ στη Γαλλία» και τη σύγκριση του Taine με «μια πηγή που τα νερά της δεν σταματούν να τρέχουν ποτέ... ένα πλάσμα όλο αέρα και φλόγα». Ο θαυμασμός του Goethe για «το πιο εκπληκτικό πλάσμα του Δημιουργού» («Εκλεκτικές Συγγένειες»), θα εκφραστεί με την ανακάλυψη 44 Θετικών χαρακτηριστικών που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Βολταίρου. Ακόμη και ο ρομαντικός 19ος αιώνας, παρά τις όποιες και αμφισβητούμενες ρήξεις του με το ορθολογικό πνεύμα του Διαφωτισμού, θα υμνήσει και αυτός τον Βολταίρο με τους στίχους του Byron στο «Childe Harold»:

«...Of fire and fickleness a child 
Most mutable in wishes but in mind,
A wit as various - gay, grave, sage, wild,
Historian, bard, philosopher combined,
He multiplied himself among mankind,
The Proteus of their talents. But his own
Breathed most in ridicule - which as the wind Blew
where it listed, laying all things prone,-
Now to oerthrow a fool, and now to shake a throne»

Η αστάθεια («fickleness») δεν μπορεί να αποδοθεί ως «σταθερό» χαρακτηριστικό στον Βολταίρο, αλλ’ από την άλλη πλευρά η λέξη «παιδί» («child») είναι απόλυτα εύστοχη. Γιατί ο «ιστορικός», ο «βάρδος», ο «φιλόσοφος» Βολταίρος ήταν πράγματι, και παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ένα «παιδί», όπως παραμένει μέχρι το τέλος «παιδί» κάθε μεγάλο πνεύμα που έχει ως στόχο να σκορπίσει από τον πνευματικό ορίζοντα και το τελευταίο σκοτάδι.

Αν ο σοβαρός, πουριτανός και τιμημένος της γαλλικής παράδοσης Bossuet υπήρξε ο «άγιος» του 17ου αιώνα και των αξιών εκείνης της περιόδου, ο πνευματώδης, σαρκαστικός και φιλελεύθερος Βολταίρος θα γίνει ο πολύ πιο ελκυστικός αρνητής της, ο «διάβολος» του «Αιώνα των Φώτων». Αν συγκρίνουμε τους χαρακτήρες αυτών των κορυφαίων (στους αιώνες που έζησαν) εκπροσώπων του γαλλικού πνεύματος, θα ανακαλύψουμε όχι μόνον τις χαώδεις προσωπικές διαφορές τους, αλλά και την οριστική απομάκρυνση του Διαφωτισμού από το πρόσφατο παρελθόν. Ενώ ο Bossuet κατηγορούσε τις τέχνες διότι αφύπνιζαν τα ανθρώπινα πάθη, ο Βολταίρος επιχειρεί, μέσω της τέχνης, να τα διεγείρει. Ενώ ο Bossuet αμυνόταν, ο Βολταίρος επιτίθεται, ενώ ο Βολταίρος επιζητεί τον έπαινο και την κοινωνική επιδοκιμασία, ο Bossuet ένιωθε αποστροφή απέναντι στο κοινό. Τελικά, ο Βολταίρος με τη «φιλοσοφία της ιστορίας» επαναστάτησε εναντίον όσων ο Bossuet είχε υπερασπίσει με τη «θεολογία της ιστορίας».

Ο 18ος αιώνας θα συνδέσει το όνομα του Βολταίρου μ’ αυτήν ακριβώς την επαναστατική ρήξη. Οι πνευματικές ιδιομορφίες αυτού του εικονοκλάστη της «Δημοκρατίας των Γραμμάτων», επηρέασαν την κοινωνική συνείδηση όχι μόνον της Γαλλίας, αλλά όλης της Δύσης, μ’ έναν τρόπο που μόνο το σαρωτικό πέρασμα κάποιων συλλογικών δυνάμεων η σπουδαίων προσωπικοτήτων θα μπορούσαν να επιτύχουν. Ο χαρακτηρισμός εποχών με ανθρώπινα ονόματα, έλεγε ο Ουγκώ, έχουν γίνει μόνον από τρεις λαούς, την Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γαλλία: «Μιλούμε για τον Αιώνα του Περικλή, τον Αιώνα του Αυγούστου, τον Αιώνα του Λέοντα 10ου, τον Αιώνα του Λουδοβίκου 14™, τον Αιώνα του Βολταίρου. Αυτές οι ονομασίες έχουν μεγάλη σημασία, αυτό το προνόμιο της σύνδεσης ονομάτων με ιστορικές περιόδους, που ανήκει αποκλειστικά στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γαλλία, είναι ύψιστη απόδειξη πολιτισμού. Μέχρι τον Βολταίρο υπήρχαν τα ονόματα των ηγετών των κρατών. Ο Βολταίρος είναι μεγαλύτερος από ηγέτη κράτους, είναι ηγέτης ιδεών, με τον Βολταίρο ανοίγει ένας νέος κύκλος. Μέχρι τώρα ο πολιτισμός υπάκουε στην εξουσία, τώρα θα υπακούει στο ιδεώδες. Το σκήπτρο και το ξίφος σκορπίστηκαν, για να αντικατασταθούν από τη φωτεινή αχτίδα, η αυθεντία μεταμορφώθηκε σε ελευθερία». Μπορούσε, άραγε, ο συγγραφέας του «Καντίντ» να υποψιαστεί, όταν έγραφε τον «Αιώνα του Λουδοβίκου 14™», ότι η ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος θα επεφύλασσε στον ίδιο μια παρόμοια, τιμητική διάκριση, τον «Αιώνα του Βολταίρου»;

Ο μοναδικός χαρακτήρας και η μοναδική ποικιλία των έργων του σφράγισαν την εποχή του και τις επόμενες εποχές με ένα νέο τύπο πίστης αλλά και δυσπιστίας. Στα εγκώμιά του για τον Βολταίρο, ο νεότερος του ποιητής και κριτικός La Harpe εκφράζει τη γενική άποψη που επικρατούσε στις ημέρες του για το έργο του: «Ο Βολταίρος μίλησε για όλα και σε όλους. Λόγω της ιδιαίτερης γοητείας του ύφους και της εκφραστικότητάς του, το έργο του διαβάστηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον συγγραφέα στο παρελθόν και, καθώς η μόδα επηρεάζει τα πάντα και καθένας ήθελε να διαβάσει Βολταίρο, έκανε την άγνοια να θεωρείται όνειδος και το ερέθισμα για μόρφωση γενικεύτηκε».

Ο πιο επιφανής άνθρωπος της «Δημοκρατίας των Γραμμάτων» ενδιαφέρθηκε για όλες σχεδόν τις πλευρές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της Ευρώπης. Ως φίλος και έμπιστος μοναρχών, αυτοκρατόρων και αξιωματούχων είχε παρατηρήσει, και είχε σαρκάσει ανάλογα, τον τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Ως κρατούμενος της Βαστίλης, φυγάς και εξόριστος, είχε νιώσει το καταδιωκτικό μένος αυτής της εξουσίας, ενώ κατ’ επανάληψιν ανέλαβε την υπεράσπιση των θυμάτων της πολιτικής τυραννίας και της θρησκευτικής αδιαλλαξίας. Ως δαιμόνιος επιχειρηματίας είχε παρακολουθήσει (και εκμεταλλεύτηκε ανάλογα) τις εξελίξεις στο εσωτερικό και το διεθνές εμπόριο, στην οικονομία και την παραγωγική διαδικασία, σε μια εποχή όπου η ανερχόμενη αστική τάξη μόλις άρχιζε να αποκτά την κοινωνική και την οικονομική ισχύ που θα την έφερνε σύντομα στο προσκήνιο της ιστορίας.

Ο Βολταίρος γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά στην περίοδο της ωριμότητάς του δεν έζησε πάνω από 5-6 χρόνια στην αγαπημένη του γενέτειρα. Ταξίδεψε και έμεινε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Αγγλία, την Πρωσία, την Ελβετία, την Ολλανδία και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της γαλλικής επαρχίας. Στη διάρκεια του μακρού και ποικίλου φιλολογικού του βίου χρησιμοποίησε πάνω από εκατό ψευδώνυμα, αλλ’ οποιοδήποτε κι αν ήταν το όνομα του συγγραφέα και ανεξάρτητα αν είχε γραφτεί απ’ αυτόν, κάθε σαρκαστικό, δριμύ και επαναστατικό κείμενο οδηγούσε στον Βολταίρο. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα «επιλήψιμα» σημεία, ανεξάρτητα αν ήταν δικά του ή όχι, ο ίδιος ήταν πάντοτε έτοιμος να αρνηθεί την πατρότητά τους. Τα περισσότερα κείμενα που δημοσίευσε με τη μορφή φυλλαδίων και πολλά από τα πιο θορυβώδη έργα του, τα «απαρνήθηκε» άμεσα: «Δεν έγραψε εναντίον του βασιλιά ή του ιερατείου», «δεν έγραψε το Φιλοσοφικό Λεξικό» και «δεν είχε καμιά σχέση με την Εγκυκλοπαίδεια». Έγραφε μόνον «κολακευτικά» για τον βασιλιά και «μελωδικούς στίχους» για τις κυρίες της αυλής. Αρκετές φορές, στην αλληλογραφία του, κατηγορούσε ο ίδιος τα έργα του, ενώ άλλοτε ήταν παρών ανάμεσα στο πλήθος βλέποντας να καίγονται από τον δήμιο. Χωρίς αμφιβολία η συντριπτική πλειοψηφία θα προτιμούσε να αρνηθεί τα κείμενα αυτά παρά να καεί μαζί τους. Και ο Βολταίρος ήθελε να ζήσει, έστω με ελιγμούς, με τέτοιες αρνήσεις και συμβατικά ψεύδη, γιατί μόνον έτσι θα είχε τη δυνατότητα να αμφισβητεί τις παλιές ή να υπερασπίζει τις νέες αξίες που ο ίδιος υπήρξε ο μεγαλειώδης εκφραστής τους. «Είμαι ζηλωτής της αλήθειας», θα γράψει σε μια επιστολή του στον d’ Alembert, «αλλά σε καμιά περίπτωση του μαρτυρολογίου». Πάνω απ’ όλα, θα ήταν ελεύθερος ώστε να μπορεί να σαρκάζει τους διώκτες της ελεύθερης σκέψης: «Κάψτε ένα βιβλίο και οι στάχτες του θα τιναχθούν στο πρόσωπό σας».

III. Ο 18ος αιώνας ονομάστηκε και «Αιώνας των Φιλοσόφων» αλλά σπάνια στην ευρωπαϊκή ιστορία υπήρξε άλλη περίοδος λιγότερο φιλοσοφική. Με μια διαφορά: Ενώ μέχρι τον 18° αιώνα η φιλοσοφία αναγκαζόταν να κρύβεται, «από σεβασμό και φόβο», κάτω από τον μανδύα της θεολογίας ή κάποιας άλλης επιστήμης, χωρίς να τολμά να αποκαλύψει το πρόσωπό της, ο «Αιώνας των Φώτων» της επέστρεψε το όνομα, της παραχώρησε ένα δημόσιο βήμα και την επέβαλε ως μια αυτάρκη πνευματική άσκηση αναγνωρίζοντας όλα τα δικαιώματά της και τους τίτλους που είχε στερηθεί στην ιστορική της πορεία.

Ο 18ος αιώνας υπήρξε έντονα ανθρώπινος, χωρίς εικασίες, με το βλέμμα στραμμένο στη λογική, την εκλαΐκευση της γνώσης, την παρατήρηση, την εμπειρία και, πάνω απ’ όλα, στην επιδίωξη της εγκόσμιας ευτυχίας. Μ’ αυτή την έννοια δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Βολταίρος υπήρξε ένας κλασικός ορθολογιστής ή εμπειριστής φιλόσοφος όπως, αντίστοιχα, ο Descartes ή ο Locke, αλλ’ όπως (αργότερα) με τον Ουγκώ και τον Zola, η φιλοσοφική του διάθεση εκδηλώνεται, σχεδόν πάντοτε, ως ένα ηθικό ένστικτο, ως ένα δραματικό διάβημα που δεν περιέχει καμιά από τις συνήθεις λογικές αιτιολογήσεις. Για εμάς, σήμερα, δεν υπήρξε τόσο μεγάλος δραματουργός όπως ο Ρακίνας ή ο Corneille (κάποιοι σύγχρονοι κριτικοί μάλιστα τον βαθμολόγησαν ως «τον δεύτερο της τάξης» ή «τον πρώτο ανάμεσα στις μετριότητες»), σίγουρα δεν διέθετε τη γλαφυρότητα ή τη ρητορική της πένας του Ρουσώ, αλλά γνώριζε πώς να ελκύει (και ελκύει ακόμη) με την εκλαΐκευση των φιλοσοφικών και επιστημονικών ιδεών (μια ικανότητα που κατά τον Taine κανείς δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί) την προσοχή των ανθρώπων του δυτικού κόσμου, ενώ έκανε πολλά για να αλλάξει τη στάση των συγχρόνων του απέναντι στη ζωή και τον πολιτισμό. Ακόμη και τα λογοτεχνικά του χαρίσματα και η αγάπη του για τη φιλοσοφία και τα γράμματα υποχωρούν μπροστά στο στρατευμένο ενδιαφέρον του για τον κόσμο των πρακτικών υποθέσεων, μπροστά στον μεταρρυθμιστικό του ζήλο.

Ο 18ος  αιώνας ονόμασε τον Βολταίρο «Φιλόσοφο» με μια πολύ γενική έννοια. Στα παρισινά σαλόνια όπου γνώρισε τους ανθρώπους της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας και της επιστήμης, κήρυξε την πίστη του στη λογική και τη δικαιοσύνη αλλά και σ’ έναν επιθετικό ντεϊσμό που σκανδάλιζε τους πιστούς οπαδούς του Καθολικισμού. Στοχαστικός, πνευματώδης, κριτικός και εύστροφος ενδιαφέρθηκε έντονα για την επιστήμη, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την ιστορία αλλά πολύ λίγο για τέχνες όπως η μουσική ή η ζωγραφική (με εξαίρεση μια σύντομη ιστορική αναφορά στον «Αιώνα του Λουδοβίκου 14ου»). Τα έργα του, ιστορικά, θεατρικά, φιλοσοφικά, ποιητικά, είχαν ως στόχο να εξαφανίσουν τα αναχρονιστικά έθιμα και τις δεισιδαιμονίες του παρελθόντος, να καταργήσουν τις κοινωνικές πρακτικές και τους θεσμούς που τις είχαν εκθρέψει και να απελευθερώσουν τον άνθρωπο της εποχής του από τους ουράνιους καταναγκασμούς, τις προκαταλήψεις της παράδοσης και του εκκλησιαστικού μεσαιωνισμού. Σε μια φιλοσοφική όπερα που έγραψε περίπου στα 1740 με τον τίτλο «Πανδώρα» (αρχικά «Προμηθέας»), εκφράζει την έντονη αποστροφή του για το εκκλησιαστικό κατεστημένο και την ανθρωπομορφική αντίληψη για τη θεότητα. Ο ήρωάς του, επαναστατώντας κατά του θρησκευτικού δογματισμού και της «πολιτικής εξουσίας του Δία», αναφωνεί: «Και τώρα, Γη, μάθε να υπερασπίζεις τον εαυτό σου απέναντι στον ουρανό».

Ο Βολταίρος χλευάζει ως παράλογες και γελοίες τις ιδέες του προπατορικού αμαρτήματος, της ανθρώπινης ενοχής και του Παραδείσου. Στον «Οιδίποδα» ο ήρωάς του δεν είναι ο πρωταγωνιστής του Σοφοκλή, αλλ’ ένας άνθρωπος που διαμαρτύρεται για τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας και αγωνίζεται για μια ενάρετη ζωή. «Άσπλαχνοι θεοί», αναφωνεί με οργή και απόγνωση, «τα εγκλήματά μου είναι δικά σας». Ο μύθος του Προμηθέα και της Πανδώρας του έδωσε την ευκαιρία να υποστηρίξει ότι το κακό δεν προέρχεται από τον άνθρωπο, όπως πίστευαν ο Pascal και οι Ρωμαιοκαθολικοί, αλλ’ από την ίδια την ανθρώπινη αντίληψη για τη Θεότητα. Ο Δίας δεν ήταν εκείνος που παρέδωσε στην Πανδώρα το κουτί και της ενέπνευσε την περιέργεια να το ανοίξει; Έτσι απελευθερώθηκε το κακό στον κόσμο και το μόνο πού απέμεινε στον άνθρωπο ήταν η ελπίδα. Ο άνθρωπος οφείλει να καλυτερέψει την τύχη του και να επιτύχει αυτόν τον στόχο μέσα στα όρια που του έχει θέσει η μοίρα. «Χρωστάω αυτήν την πολύτιμη ευτυχία μόνον στον εαυτό μου» δηλώνει ο Προμηθέας του, ένας κοσμικός πλέον ήρωάς του 18ου αιώνα που θέλει να θέσει τις βάσεις της ελεύθερης σκέψης και της επιστημονικής έρευνας.

Αυτή η θετική, οπτιμιστική, πλευρά της βολταιρικής λογικής κατανοείται ως μια «αρχή τάξης» που έχει τα ερείσματά της στη φύση και βρίσκεται έξω από την ιστορία. Αυτή η πίστη στη λογική συντηρεί μέσα μας μια οικείωση με τον κόσμο και εκδηλώνεται ως μια διαισθητική βεβαιότητα ότι ο Θεός μάς έχει προικίσει μ’ αυτήν την ικανότητα «σε πείσμα των παθών που την αρνούνται και των απατεώνων που θέλουν να την εκμηδενίσουν με τη δεισιδαιμονία». Ο Βολταίρος προβάλλει μια «ηθική της λογικής», την ευθύνη της άρθρωσης ενός κριτικού λόγου απέναντι στα πάθη και τον παραλογισμό, απέναντι στο απατηλό πνεύμα της επιβολής του υπερφυσικού που εμποδίζει τη λογική σύλληψη του κόσμου.

Λυτός ο κριτικός λόγος άνοιγε τον δρόμο στην αντικειμενικότητα και την πνευματική ανεξαρτησία, μια εξέλιξη που απειλούσε τους αναχρονιστικούς θρησκευτικούς θεσμούς και τις καταπιεστικές, μοναρχικές κυβερνήσεις αλλά που είχε κι αυτή τους περιορισμούς της. Μια υπερεκτίμηση της λογικής περιέκλειε τον κίνδυνο της αλαζονείας, το προοίμιο της τύφλωσης και του φανατισμού. Στη σκέψη του Βολταίρου η οπτιμιστική πίστη του Descartes ότι με την τελειοποίηση της λογικής ο άνθρωπος μπορούσε να κατακτήσει τη γνώση και να κυριαρχήσει στη φύση, δεν ήταν ρεαλιστική, ο ίδιος γνώριζε τις παγίδες που έκρυβαν τα δύο άκρα. Ως οπαδός και πρωτεργάτης του Διαφωτισμού πρότεινε μια μετριοπαθή χρήση της λογικής, πρότεινε την ενίσχυση της λογικής σκέψης αλλά συγχρόνως επεσήμανε τα όριά της. Η ιδέα ότι μπορούμε να κυριαρχήσουμε στη φύση ήταν γελοία, όπως επικίνδυνη ήταν και η πίστη ότι μπορούμε να βιώσουμε την τελειότητα. Η τελειότητα είναι ένα ιδεώδες, μια αφηρημένη ιδέα που δεν μπορούμε να συναντήσουμε στην εμπειρική πραγματικότητα.

Διαποτισμένος από τη σκεπτική παράδοση του Montaigne, του Saint-Evremond, του Fontenelle καί των Άγγλων εμπειριστών, ο Βολταίρος πίστευε ότι δεν υπήρχαν οι δυνατότητες για μια ολοκληρωμένη θεραπεία των δεινών της ανθρωπότητας. Ο ίδιος έζησε μέσα σε μια διαρκή αμφιβολία που θεωρούσε ως προϋπόθεση της σοφίας και της κατανόησης του κόσμου. Αρνούμενος να δει τα πράγματα «όπως υπάρχουν», προβάλλει διαρκώς μια λογική διαφωνία, αποοικειοποιεί το οικείο και επιχειρεί μια αποδόμηση των συστημάτων συνεγείροντας και ωθώντας τον αναγνώστη να ανακαλύψει τις παγίδες και τις αυταπάτες στον κόσμο που τον περιβάλλει.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ερωτηματικά – XLV


ποιος αναγνώστης
δεν προσθαφαιρεί
στα ποιήματα λέξεις;
11.09.2018

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

[Στην Άνω Πόλη τής Μονεμβασιάς 06.09.2018]

Ξεκινάς για την Άνω Πόλη τής Μονεμβασιάς, τον τόπο που καταφεύγανε παλαιότερα οι κάτοικοί τής Κάτω Πόλης, από τα χρόνια τού Βυζαντίου μέχρι την Ελληνική επανάσταση τού 21, για να προστατευτούν από τους πειρατές και τους επίδοξους κατακτητές της, με σκοπό να δεις και να αναφέρεις ξεχωριστά τα πρόσφατα ανακαινισμένα ιστορικά κτίσματα και χώρους: την Κεντρική Πύλη και τον ορθόδοξο Ι.Ν. τής Αγίας Σοφίας, στο ανατολικό της άκρο, και το κτίριο στην ακρόπολη, στο δυτικό της άκρο, καθώς και όλα τα διάσπαρτα ερειπωμένα θρησκευτικά και κοσμικά κτίρια των τριών ανά καιρούς κατόχων και κατακτητών της: των βυζαντινών, των ενετών αλλά και των οθωμανών, οι οποίοι είχανε χτίσει και χαμάμ, αλλά τελικά κάπου χάνεσαι σε αυτό το Ένα Μνημείο, που εκτείνεται σε όλη την πεπλατυσμένη κορυφή, των 200 περίπου στρεμμάτων και μέγιστου ύψους 198,5 μ. από τη θάλασσα, με τα τείχη του να ισορροπούνε στα χείλη τών βράχων, με την αφυδατωμένη χαμηλού ύψους χλωρίδα να περιμένει τις όχι άφθονες βροχές και τόπο κατοικίας άγριων πουλιών, του ξεχωριστού αυτού βράχου, του λουσμένου στο άπλετο φως, που πετάει του γαλάζιου, που σε οδηγεί να αποτυπώσεις τις εικόνες του με τα πάντοτε φτωχά σου μέσα και μνήμη.



























Εδώ όλο το φωτογραφικό αφιέρωμα σε μορφή αρχείου pdf.