01 Αυγούστου 2026

The Dwarfs [Greenland’s Eskimos]

ΟΙ ΝΑΝΟΙ

Ένας άντρας ο οποίος ήτανε στο καγιάκ του είδε ένα άλλο καγιάκ μακριά και κωπηλάτησε προς το μέρος του. Όταν το έφτασε και ανέβηκε πάνω του, είδε ότι ο άντρας μέσα ήταν ένας πολύ μικρός άνθρωπος, ένας νάνος.
«Τι θέλεις;» ρώτησε ο νάνος, που φοβότανε πολύ τον άντρα.
«Σε είδα από μακριά και κωπηλάτησα», απάντησε ο άντρας.
Αλλά ο νάνος ήτανε φανερά ανήσυχος και φοβισμένος.
«Κυνηγούσα μια μικρή φώκια των φιόρδ που δεν μπορώ να την πετύχω», είπε.
«Άσε με να προσπαθήσω», είπε ο άλλος. Κι έτσι περιμένανε μέχρι να ανέβει για να αναπνεύσει. Με το που ανέβηκε, εξακόντισε τα καμάκια του προς το μέρος της και την τρυπήσανε ανάμεσα στις ωμοπλάτες της.
«Αι, αι – τι βολή!» φώναξε έκπληκτος ο νάνος. Και ο άντρας άρπαξε τη φώκια και την έδεσε με σχοινί ρυμούλκησης.
Έπειτα τα δύο καγιάκ ξεκινήσανε μαζί προς τη στεριά.
«Χμ, χμ. Μήπως θα ήθελες να έρθεις να μας επισκεφτείς;» είπε ξαφνικά ο νάνος.
Αλλά αυτό ο άντρας θα το έκανε ευχαρίστως.
«Χμ, χμ. Έχω μια γυναίκα... και μια κόρη... πολύ όμορφη κόρη... χμ, χμ. Πολλοί άντρες την ήθελαν... δεν τους ήθελαν... δεν μπορούνε να την πάρουν με τη βία... είναι πολύ δυνατή. Σκέφτηκα να την πάρω εγώ γυναίκα μου... χμ, χμ. Αλλά είναι πολύ δυνατή για μένα... η ίδια μου την κόρη.»
Κωπηλατήσανε για λίγο, και μετά ο νάνος μίλησε ξανά.
«Χμ, χμ. Ίσως να έκανε για σένα... θα μπορούσες να την διαχειριστείς... τι λες;»
«Ας τη δούμε πρώτα», είπε ο άντρας και κωπηλατήσανε σε ένα μεγάλο βαθύ φιόρδ.
Όταν φτάσανε στο μέρος, κατεβήκανε στο έδαφος και ανέβηκαν αμέσως στο σπίτι τού μικρού ηλικιωμένου νάνου. Και όσοι ήτανε στο σπίτι έκαναν ό,τι μπορούσανε για να μείνει ευχαριστημένος ο ξένος. Αφού κάθισαν εκεί για λίγο, ο ηλικιωμένος νάνος είπε: «Χμ, χμ, ο φιλοξενούμενός μας έπιασε... έρχεται σε μας φέρνοντας θηράματα.»
Τώρα ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς ότι θα είχανε γευτεί ευχαρίστως τη σάρκα αυτής τής μικρής φώκιας. Έτσι ο φιλοξενούμενος είπε:
«Αν θέλετε να μαγειρέψετε αυτό το κρέας, τότε ξεκινήστε τη δουλειά και κόψτε το μόλις θελήσετε. Κόψτε το και δώστε το σε όσους θέλουνε να το φάνε».
Ο ηλικιωμένος νάνος χάρηκε πολύ με αυτό κι έστειλε τις δύο γυναίκες του να τεμαχίσουνε τη φώκια. Αλλά δεν φανήκανε για πολλή ώρα και καμιά δεν ήρθε με κομμάτια κρέας. Έτσι ο ηλικιωμένος νάνος βγήκε να τις ψάξει.
Και στεκόντουσαν εκεί, οι δύο γυναίκες, τραβώντας τη μικρή φώκια τού φιόρδ, την οποία δεν μπορούσανε να τραβήξουν από την ακτή. Δεν μπορούσανε μάλιστα να το κάνουν ούτε με τη βοήθεια του ηλικιωμένου νάνου. Προσπαθούσανε να τη μεταφέρουνε και οι τρεις, λυγίζοντας τα σώματά τους στο έδαφος από την προσπάθεια, αλλά η φώκια δεν κουνήθηκε. Τελικά βγήκε ο ξένος, έπιασε τη φώκια από το πτερύγιο με το ένα χέρι και τη μετέφερε έτσι προς τα πάνω.
«Τι δύναμη, τι δύναμη! Αυτός ο άνθρωπος είναι πραγματικά γίγαντας», φώναξε ο ηλικιωμένος νάνος. Κι αρχίσανε να τεμαχίζουνε τη φώκια, αλλά σε αυτούς φαινότανε σα να έκοβαν έναν τεράστιο θαλάσσιο ίππο, τόσο δύσκολο τούς ήτανε να τεμαχίσουν αυτή τη μικρή φώκια.
Και άνθρωποι κατεβαίνανε βιαστικά από τα σπίτια από πάνω και όλοι θέλανε να πάρουν από ένα κομμάτι. Οι γυναίκες τού σπιτιού στη συνέχεια μοιράσανε τη φώκια. Σε κάθε έναν από τους καλεσμένους δόθηκε ένα μικρό κομμάτι από το στέρνο και τίποτα περισσότερο, αλλά αυτό για αυτούς ήταν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι κρέας. Όταν κρατούσαν ένα τέτοιο κομμάτι στα χέρια τους, έφτανε στο έδαφος, και τα χέρια και τα ρούχα τους είχανε καλυφθεί με λίπος.
Προς τα μέσα στο παγκάκι καθότανε μια παλιόγρια που τώρα άρχισε να προσπαθεί να κάνει τον εαυτό της ευχάριστο στον καλεσμένο. Στριμώχτηκε κοντά του και συνέχισε να του μιλάει και να τον κοιτάζει ευγενικά. Ήτανε γριά και άσχημη, και ο άντρας δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί της. Ξαφνικά σφύριξε δυνατά.
«Ωχ, ωχ!» φώναξε η παλιόγρια τρομαγμένη κι έπεσε κάτω από το παγκάκι. Έπειτα σκόνταψε στο διάδρομο και εξαφανίστηκε. Και τώρα, αφού είχανε φάει το κρέας τής φώκιας, όσοι ήταν από τα σπίτια από πάνω φώναξαν: «Ας ανέβει τώρα ο φιλοξενούμενος εδώ πάνω• έχουμε συκώτι αλεπούς να φάμε!»
Και επειδή δεν ήρθε αμέσως, φώναξαν ξανά. Και μετά ανέβηκε. Το σπίτι ήτανε γεμάτο ανθρώπους, όλοι τους απασχολημένοι να τρώνε συκώτι αλεπούς.
«Είναι πολύ δύσκολο να το κόψεις», είπαν οι νάνοι. «Είναι αποξηραμένο.»
Και οι νάνοι δούλευαν όσο πιο σκληρά μπορούσαν, αλλά δεν μπορούσαν να το κόψουν. Αλλά ο φιλοξενούμενος το πήρε, το μάσησε και το έλιωσε στο στόμα του σα να ήτανε φρέσκο κρέας.
«Α, α!, δείτε πώς μπορεί να φάει», φώναξαν μερικοί.
Αλλά όλοι όσοι ήτανε στο σπίτι ήταν πολύ ευγενικοί μαζί του και θα τον έβλεπαν ευχαρίστως να παντρεύεται στην οικογένειά τους. Και οι νεαρές γυναίκες είχανε περιποιηθεί τα μαλλιά τους με όστρακα μυδιών, για να τις θεωρεί ο φιλοξενούμενος πιο όμορφες. Αλλά δεν ενδιαφερότανε για καμιά τους, γιατί η κόρη τού ηλικιωμένου νάνου ήταν η πιο όμορφη.
Και γι' αυτό κατέβηκε ξανά σε εκείνο το σπίτι όταν ήρθε η ώρα να ξεκουραστεί. Και είπε ότι θα την ήθελε για γυναίκα.
Κι έτσι έζησαν ευτυχισμένοι μαζί και σύντομα απόκτησαν ένα παιδί.
Και τώρα ο άντρας άρχισε να νοσταλγεί τον τόπο του και τους συγγενείς του. Σκεφτόταν όλο και περισσότερο την ηλικιωμένη μητέρα του, η οποία ζούσε ακόμα όταν είχε ξεκινήσει.
Κι έτσι μια μέρα είπε ότι θα πήγαινε να επισκεφτεί το πατρικό του σπίτι.
«Θα έρθουμε όλοι μαζί σου», είπε ο ηλικιωμένος νάνος, «θα επισκεφτούμε τους συγγενείς σου».
Κι έτσι ετοιμαστήκανε για το ταξίδι και ξεκίνησαν.
Μόλις φτάσανε στον πατρικό του τόπο με τους κανονικούς ανθρώπους, όλοι εκεί έμειναν έκπληκτοι που βρήκανε τον παλιό τους σύντροφο ακόμα ζωντανό. Γιατί τον θεωρούσανε πεθαμένο από καιρό.
Και οι νάνοι ζούσαν αρκετά ευτυχισμένοι ανάμεσα στους κανονικούς ανθρώπους, κι έτσι μετά από λίγο καιρό πάψανε να ανησυχούνε και να φοβούνται.
Αλλά μια μέρα, όταν η γιαγιά νάνος καθότανε στην είσοδο τού διαδρόμου με το μικρό παιδί, άφησε το παιδί στο διάδρομο.
«Χλουρπ, χλουρπ, χλουρπ», ήτανε το μόνο που άκουσε. Ένα μεγάλο σκυλί, με το πρόσωπό του μαύρο από τη μία πλευρά και άσπρο από την άλλη, ήτανε ξαπλωμένο εκεί στο διάδρομο, και το είχε φάει επί τόπου.
«Αχ, αχ», φώναξε. «Δεν έχει μείνει τίποτα παρά μια μικρή κηλίδα στο έδαφος».
Και τώρα οι νάνοι γεμίσανε φρίκη και ο ηλικιωμένος νάνος ήταν έτοιμος να ξεκινήσει να φύγει αμέσως. Έτσι μαζέψανε τα πράγματά τους και ξεκίνησαν.
Και κάθε φορά που φτάνανε σε ένα χωριό, κατεβαίνανε στην ακτή και ο ηλικιωμένος νάνος ανέβαινε πάντα με τα δέρματα τής σκηνής του στην πλάτη του.
«Υπάρχουνε σκυλιά εδώ; Υπάρχει κάποιο μεγάλο θηρίο με ασπρόμαυρο πρόσωπο;» ήτανε πάντα το πρώτο πράγμα που ρωτούσε.
«Ναι, υπάρχει.» Και πριν προλάβουνε να γυρίσουν, ο ηλικιωμένος νάνος είχε επιστρέψει στη βάρκα του, τόσο μεγάλος ήταν ο φόβος του για τα σκυλιά.
Και τελικά το δέρμα είχε φθαρεί αρκετά στο μέτωπό του γιατί κουβαλούσε μάταια δέρματα σκηνών στην ακτή.
Μια μέρα καθώς έβγαινε σε μιαν ακτή άρχισε να φυσάει βοριάς.
«Υπάρχουνε σκυλιά εδώ;» ρώτησε ο ηλικιωμένος νάνος και βόγκηξε, γιατί το μέτωπό του ήτανε γδαρμένο και έτσουζε από τις πολλές φορές που είχε κουβαλήσει αυτά τα δέρματα σκηνών πάνω κάτω. Αλλά πριν προλάβει κανείς να απαντήσει, άκουσε τα γαβγίσματα των ίδιων των σκύλων. Και στη στιγμή επέστρεψε στη βάρκα του.
Ο άνεμος είχε δυναμώσει, τα κύματα στις θάλασσες ασπρίζανε και ο αφρός ήτανε σκορπισμένος τριγύρω.
Τότε ο ηλικιωμένος νάνος σηκώθηκε στη βάρκα του και φώναξε: «Ο ουρανός να καθαρίσει προς τα ανατολικά με ακίνητα σύννεφα».
Αυτό ήταν ένα μαγικό τραγούδι, και μόλις το τραγούδησε η θάλασσα γαλήνευσε και έλαμψε ξανά.
Έπειτα ο ηλικιωμένος νάνος συνέχισε ξανά. Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη των μαγικών του λόγων που μπορούσε να ηρεμήσει τη θάλασσα. Αλλά παρόλα αυτά δεν είχε ησυχία, εξαιτίας των σκύλων.
Και συνέχισε ξανά το δρόμο του, αλλά πού έφτασε τελικά δεν ξέρω.


THE DWARFS 

A man who was out in his kayak saw another kayak far off, and rowed up to it. When he came up with it, he saw that the man in it was a very little man, a dwarf. 
"What do you want," asked the dwarf, who was very much afraid of the man. 
"I saw you from afar and rowed up," said the man. 
But the dwarf was plainly troubled and afraid. 
"I was hunting a little fjord seal which I cannot hit," he said. 
"Let me try," said the other. And so they waited until it came up to breathe. Hardly had it come up, when the harpoons went flying towards it, and entered in between its shoulder-blades. 
"Ai, ai–what a throw!" cried the dwarf in astonishment. And the man took the seal and made a tow-line fast. 
Then the two kayaks set off together in towards land. 
"Hum–hum. Wouldn't care to ... come and visit us?" said the dwarf suddenly. 
But this the man would gladly do. 
"Hum–hum. I've a wife ... and a daughter ... very beautiful daughter ... hum–hum. Many men wanted her ... wouldn't have them ... can't take her by force ... very strong. Thought of taking her to wife myself ... hum–hum. But she is too strong for me ... own daughter." 
They rowed on a while, and then the little one spoke again. 
"Hum–hum. Might perhaps do for you ... you could manage her ... what?" 
"Let us first see her," said the man. And now they rowed into a great deep fjord. 
When they came to the place, they landed and went up at once to the house of the little old man. And those in the house did all they could that the stranger might be well pleased. When they had been sitting there a while, the old man said: "Hum–hum ... our guest has made a catch ... he comes to us bringing game." 
Now it was easy to see that they would gladly have tasted the flesh of that little seal. And so the guest said: 
"If you care to cook that meat, then set to work and cut it up as soon as you please. Cut it up and give to those who wish to eat of it." 
The little old man was delighted at this, and sent out his two women-folk to cut up that seal. But they stayed away a long while, and no one came in with any meat. So the little old man went out to look for them. 
And there stood the two women, hauling at the little fjord seal, which they could not manage to drag up from the shore. They could not even manage it with the old man's help. They hauled away, all three of them, bending their bodies to the ground in their efforts, but the seal would not move. Then at last the stranger came out, and he took that seal by the flipper with one hand, and carried it up that way. 
"What strength, what strength! The man is a giant indeed," cried the little folk. And they fell to work cutting up the seal, but to them it seemed as if they were cutting up a huge walrus, so hard did they find it to cut up that little seal. 
And people came hurrying down from the houses up above, and all wished to share. The women of the house then shared out that seal. Each of the guests was given a little breastbone and no more, but this to them was a very great piece of meat. When they held such a piece in their hands, it reached to the ground, and their hands and clothes were covered with fat. 
Inside on the bench sat an old hag who now began trying to make herself agreeable to the guest. She squeezed up close to him and kept on talking to him, and looking at him kindly. She was old and ugly, and the man would have nothing to do with her. Suddenly he gave a loud whistle. 
"Ugh–ugh!" cried the old hag in a fright, and fell down from the bench. Then she stumbled down into the passage way, and disappeared. And now after they had feasted on the seal meat, those from the houses up above cried out: "Let the guest now come up here; we have foxes' liver to eat!" 
And as he did not come at once, they cried again. And then he went up. The house was full of people, all busy eating foxes' liver. 
"It is very hard to cut," said the dwarfs. "It is dried." 
And the dwarfs worked away as hard as they could, but could not cut it through. But the guest took and munched and crunched as if it had been fresh meat. 
"Ai, ai–see how he can eat," cried some. 
But all those in the house were very kind to him, and would gladly have seen him married into their family. And the young women had dressed their hair daintily with mussel shells, that the guest might think them the finer. But he cared for none of them, for the little old man's daughter was the most beautiful. 
And therefore he went down to that house again when it was time to go to rest. And he said he would have her to wife. 
And so they lived happily together, and soon they had a child. 
And now the man began to long for his own place and kin. He thought more and more of his old mother, who was still alive when he started off. 
And so one day he said he was going to visit his home. 
"We will all go with you," said the little old man; "we will visit your kinsfolk." 
And so they made ready for the journey, and set out. 
Now when they came to the place of real people, all these were greatly astonished to find their old comrade still alive. For they had thought him dead long since. 
And the dwarf people lived happily enough among the real men, and after a little time they forgot to be troubled and afraid. 
But one day when the little dwarf grandmother was sitting at the opening of the passage way with the little child, she dropped the child in the passage. 
"Hlurp–hlurp–hlurp," was all she heard. A great dog, his face black on one side and white on the other, lay there in the passage, and it ate up the child on the spot. 
"Ai–ai," she cried. "Nothing is left but a little smear on the ground." 
And now the dwarf folk were filled with horror, and the little old man was for setting off at once. So they gathered their belongings together and set out. 
And whenever they came to a village, they went up on shore, and the old man always went up with his tent-skins on his back.
"Are there any dogs here? Is there a great beast with a black-and-white face?" was always the first thing he asked. 
"Yes, indeed." And before they could turn round, the old man was back in his boat again, so great was his fear of dogs. 
And at last the skin was worn quite away from his forehead with carrying of tent-skins up on to the shore in vain.
One day they were lying-to, when a wind began to blow from the north. 
"Are there dogs here?" asked the old man, and groaned, for his forehead was flayed and smarting, so often had he borne those tent-skins up and down. But before any could answer, he heard the barking of the dogs themselves. And in a moment he was back in his boat again. 
The wind had grown stronger. The seas were frothing white, and the foam was scattered about. 
Then the old dwarf stood up in his boat and cried: "The sky is clearing to the east with crested clouds." 
Now this was a magic song, and as soon as he had sung it, the sea was calm and bright once more. 
Then the old man went on again. So great was the power of his magic words that he could calm the sea. But for all that he had no peace, by reason of the dogs. 
And he went on his way again, but whither he came at last I do not know.



31 Ιουλίου 2026

[στα σκαλοπάτια τού Παλαμηδιού και την Ακροναυπλία, 28.07.2026]

Στο παρόν παρουσιάζονται λίγες εικόνες αφενός από τα σκαλοπάτια τα οποία ανεβαίνουνε στο εσωτερικό τού ενετικού κάστρου στο Παλαμήδι* και τα οποία σύμφωνα με έναν αστικό μύθο είναι 999 τον αριθμό αλλά τελικά είναι 857 αφετέρου την Ακροναυπλία, την ακρόπολη δηλαδή τού αρχαίου Ναυπλίου**.

Η διαδρομή την οποία ακολούθησα, από το χώρο παρκαρίσματος στο λιμάνι, έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:





















Ακολουθούν εικόνες από
-την άνοδο στα σκαλοπάτια στο Παλαμήδι.:




























Στην επόμενη εκτός των άλλων, στο βάθος, πάνω, δεξιά διακρίνεται το Άργος και το κάστρο Λάρισσα.:















































-την «Πύλη τής Ξηράς». Φτιάχτηκε το 1687 από τους ενετούς από γρανίτη τής περιοχής. Η σημερινή πύλη είναι ανακατασκευή μετά την καταστροφή της το 1894. Στο πάνω μέρος υπήρχε το λιοντάρι τού Αγίου Μάρκου και δεξιά και αριστερά του υπήρχανε τα οικόσημα των Αυθεντών τού Ναυπλίου και της Βενετίας. Το όνομά της το οφείλει στο ότι ήταν η μοναδική πύλη τότε τού Ναυπλίου ενώ μπροστά της υπήρχε τάφρος γεμάτη νερό, που συνδεότανε με τη θάλασσα.:



















-τον Προμαχώνα Γκριμάνι και το κάστρο των Τόρων, μες στο οποίο χτίστηκε το εγκαταλελειμμένο σήμερα ξενοδοχείο Ξενία. Το κάστρο των Τόρων, το «φράγκικο κάστρο» τής Ακροναυπλίας, χτίστηκε από τους ενετούς μετά τα μέσα του 15ου αι.:











 
-δυτικά τού ρολογιού τής Ακροναυπλίας, του Ι.Ν. Αγ. Αναργύρων και της θέσης που βρισκότανε το «Εθνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο» τού Καποδίστρια...










...από το «ρωμαίικο κάστρο», όπου σήμερα ένα πυκνό δάσος φραγκοσυκιών έχει πνίξει τα οχυρωματικά έργα των ναζιστών στα χρόνια τής κατοχής.: 














-το Μνημείο, με το ποίημα τού Γιάννη Ρίτσου, για τους φυλακισμένους και εκτελεσμένους κομμουνιστές στις φυλακές τής Ακροναυπλίας. Από εδώ μάλιστα μεταφερθήκανε στην Καισαριανή οι διακόσιοι που εκτελέστηκαν από τούς ναζί την πρωτομαγιά τού 1944.:

























---

























-τη βόρεια πύλη τής Ακροναυπλίας, από όπου κατέβηκα στην πόλη.:

























Το Παλαμήδι είναι φρούριο στο Ναύπλιο της Ελλάδας το οποίο κατασκευάστηκε το 1687 από τους Βενετούς, ύστερα από την κατάληψη του λόφου στον οποίο βρίσκεται, μετά από σφοδρή μάχη με τους Οθωμανούς κατά τον Βενετοτουρκικό Πόλεμο. Ο λόφος πάνω στον οποίο βρίσκεται έχει ύψος 216 μέτρα και η ανάβαση στο Παλαμήδι γίνεται είτε μέσω αμαξωτής οδού είτε μέσω μιας σκάλας με πολλά σκαλοπάτια (γνωστά ως 999 σκαλοπάτια, ενώ στην πραγματικότητα είναι 857 σκαλοπάτια). Το 1715, κατά την διάρκεια του τελευταίου Βενετοτουρκικού Πολέμου οι Οθωμανοί το κυρίευσαν αφού ανατίναξαν τμήμα του.
Έχει έξι προμαχώνες: οι βορειοδυτικοί ονομάζονται Ρομπέρ και Αγ. Ανδρέα, οι βορειοανατολικοί προμαχώνες Λεωνίδα και Μιλιτιάδη, και οι νότιοι Θεμιστοκλή και Φωκίωνος. Αυτός του Αγ. Ανδρέα έχει τον ομώνυμο ναό και τη φυλακή (όπου κρατήθηκε ο Κολοκοτρώνης).

Ελληνική Επανάσταση
Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 οι Τούρκοι οχυρώθηκαν στο Παλαμήδι αλλά στις 30 Νοεμβρίου 1822 οι Έλληνες το κατέλαβαν έπειτα από μάχη στην οποία συμμετείχαν ο Στάικος Σταϊκόπουλος ο Μοσχονησιώτης και 300 άνδρες.
Μετά την Επανάσταση, το Παλαμήδι χρησίμευσε σαν φυλακή, στην οποία το 1833 φυλακίστηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και αποφυλακίστηκε 11 μήνες μετά, έπειτα από χάρη του βασιλιά Όθωνα.

Προστατευόμενος βιότοπος
Οι περιοχές του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας είναι προστατευόμενος βιότοπος του Natura 2000 κατά μία έκταση 3,7 τ.χλμ. Η βλάστηση του λόφου περιλαμβάνει πετρώδεις θαμνότοπους με φρύγανα, απόκρημνες ασβεστολιθικές πλαγιές με χασμοφυτική βλάστηση και δάση πεύκων. Στα προστατευόμενα είδη της χλωρίδας περιλαμβάνονται: Στάχυς του Σουώνσον υποείδος αργολικός, καμπανούλα andrewsii, πετροραγία αρμεριοειδής, δάφνη ιασμινοειδής, ερύσιμο το Κορινθιακό, στάχυς ο χρυσανθής. Στην πανίδα περιλαμβάνονται τα προστατευόμενα είδη: πράσινες χελώνες, σαύρες του Μοριά, γουστέρα της Πελοποννήσου, δεντρογαλιές, γουστέρα του Ταύρου, κ.α.


Η Ακροναυπλία είναι βραχώδης χερσονησίδα που αποτελούσε στην αρχαιότητα την ακρόπολη του Ναυπλίου. Βρίσκεται απέναντι από το Μπούρτζι και δεξιά του Ναυπλίου κατά την είσοδο στο μυχό του Αργολικού κόλπου. Είναι προσιτή μόνο από Βορρά δια μιας τεχνητής ιστορικής χαράδρας τη λεγόμενη Αρβανιτιά. Η χερσονησίδα αυτή έχει μέσο ύψος από επιφάνεια θαλάσσης 45 μ., μέγιστο μήκος από ανατολάς προς δυσμάς 900 μ. και πλάτος περίπου 400 μ. Κάποια μέρη των τειχών της Ακροναυπλίας είναι κυκλώπεια που αποτέλεσαν τις βάσεις των μετέπειτα οχυρώσεων, τα οποία τμήματα σώζονται μέχρι και σήμερα.

Η ιστορία της Ακροναυπλίας

Οι Ενετοί
Η ιστορία της Ακροναυπλίας ακολουθεί την ιστορική τύχη του Ναυπλίου που περιήλθε στους Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς, τους Φράγκους, τους Ενετούς και τους Τούρκους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας. Συγκεκριμένα οι Ενετοί είχαν προβεί σε συστηματική νέα οχύρωση σύμφωνα με το νέο οχυρωματικό καθεστώς που είχε επιβάλει η ανακάλυψη της πυρίτιδας και η παράλληλη χρήση των πυροβόλων όπλων. Έτσι το 1502 επαύξησαν την οχύρωση με την κατασκευή του βορειοανατολικού πύργου που βλέπει προς το Παλαμήδι καθώς και τον αυτοτελή προμαχώνα στη δυτική πλευρά προς τον κόλπο στον οποίο και τοποθέτησαν πέντε μεγάλα ισομεγέθη πυροβόλα (κανόνια) τα λεγόμενα τότε «πέντε αδέλφια», εξ ου και η τότε ονομασία «κάστρο πέντε αδέλφια».

Η κατάληψη από τους Τούρκους
Το 1540 το Ναύπλιο καταλήφθηκε από τους Τούρκους οι οποίοι ενίσχυσαν περισσότερο την οχύρωση της Ακροναυπλίας με μεγαλύτερα κανόνια ονομάζοντάς την Ιτς-Καλέ (= εσωτερικό κάστρο). Το 1686 ακολουθεί δεύτερη ενετική κυριαρχία του Ναυπλίου και αυτής το 1715 δεύτερη τουρκική κυριαρχία. Σ' αυτή την περίοδο οι Τούρκοι ενισχύουν το Ιτς-Καλέ και το Παλαμήδι με 400 κανόνια, εκ των οποίων τα 84 ήταν των 64 λιβρών έκαστο. Τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 οι Τούρκοι συνέχιζαν τις επισκευές και νέες κατασκευές του κάστρου.

Ο ξεσηκωμός
Τη νύχτα της 30ης Νοεμβρίου του 1822 οι Έλληνες υπό τον Στάικο Σταϊκόπουλο καταλαμβάνουν το Παλαμήδι και με τα κανόνια αυτού άρχισαν να κανονιοβολούν την Ακροναυπλία. Στις 3 Δεκεμβρίου (μόλις 3 ημέρες μετά) οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν και παρέδωσαν το κάστρο στον τότε αρχιστράτηγο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ο οποίος υψώνει στις επάλξεις τη σημαία της ελευθερίας και τοποθετεί πρώτο φρούραρχο του κάστρου τον Σπετσιώτη Αναστάσιο Κουτρουμπή. Δυστυχώς όμως η ελληνική φαγωμάρα που ξέσπασε το 1824 συνέπεια της οποίας ήταν η σύλληψη του Κολοκοτρώνη και η φυλάκισή του στην Ύδρα οδήγησε την τότε κυβέρνηση στην αλλαγή του φρουράρχου τοποθετώντας τον έμπιστο αυτής Νάσο Φωτομάρα. Το 1828 όταν έγινε κυβερνήτης ο Ιωάννης Καποδίστριας αρχιφρούραρχος των Φρουρίων του Ναυπλίου ανέλαβε ο συνταγματάρχης Καρλ Βίλχελμ φον Χάιντεκ ο οποίος με τη σειρά του παραχώρησε τη φρουραρχία της Ακροναυπλίας σε 50 Σπετσιώτες υπό τον Καπετάν Νικόλαο Γουδή.
Την εποχή εκείνη ο Κυβερνήτης αντιλαμβανόμενος την αξία του φρουρίου φρόντισε για τον καθαρισμό του από τους σωρούς των ερειπίων και ανοικοδόμησε όλα τα τμήματα που είχαν υποστεί φθορές όπως και του κανονιοστασίου που είχε ολοσχερώς γκρεμιστεί. Επίσης ίδρυσε εντός του χώρου στρατιωτικό νοσοκομείο καθώς και ένα μικρό ναό πλησίον αυτού.

Τον 19ο αιώνα
Κατά την βασιλεία του Όθωνα ο βαυαρικός στρατός που ανέλαβε τη φρούρηση του Ναυπλίου συμπλήρωσε τις επισκευές των οχυρωμάτων, την ανέγερση στρατιωτικών αποθηκών και τελειοποίησε τις εγκαταστάσεις του στρατιωτικού νοσοκομείου. Μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα ο Όθωνας διέταξε τον Ιούλιο του 1835 την γενική επισκευή όλων των οχυρωματικών έργων και των προμαχώνων της Ακροναυπλίας (Ιτς-Καλέ), καθώς και τον εξοπλισμό με νέα πυροβόλα.
Κατά τη βασιλεία του Γεωργίου του Α΄ μέσα στο φρούριο αυτό κτίσθηκαν μεγάλοι στρατώνες πεζικού, στρατιωτικές φυλακές καθώς και μεγάλες υπόγειες δεξαμενές συλλογής ομβρίων υδάτων. Την εποχή εκείνη η Ακροναυπλία αποτελούσε το κέντρο στρατωνισμού όλων των στρατιωτών της Πελοποννήσου.

Τον 20ο αιώνα
Επί βασιλείας των Κωνσταντίνου του Α΄ και Αλεξάνδρου του Α΄ οι στρατιωτικές πλέον φυλακές της Ακροναυπλίας άρχισαν σιγά σιγά να ευπρεπίζονται σύμφωνα με τα νεότερα σωφρονιστικά συστήματα και με απασχόληση των καταδίκων σε επαγγελματικές δραστηριότητες συγκροτώντας διάφορα συνεργεία π.χ. ξυλουργών, υποδηματοποιών κ.λπ.

Τα τμήματα του κάστρου
Το δυτικό τμήμα είναι το Ρωμέικο κάστρο. Ένα διαχωριστικό τείχος με πύργο το χωρίζει από το κεντρικό τμήμα, το Φράγκικο κάστρο, όπου στο βόρειο άκρο του βρίσκεται το Ρολόι του Ναυπλίου. Αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη από το φραγκικό διατείχισμα Cambello. Στο ανατολικό μέρος ο Ι. Καποδίστριας έκτισε το στρατιωτικό νοσοκομείο και τον ναό των Αγ. Αναργύρων. Το Φράγκικο κάστρο τελειώνει στο Ανατολικό τείχος. Aνατολικά είναι το κάστρο Tορόν, στο νοτιοανατολικό άκρο του οποίου βρίσκεται η Πύλη της Θάλασσας. Πιο ανατολικά από το κάστρο Τορόν είναι ο προμαχώνας Grimani.

Τόπος εξορίας
Την άνοιξη του 1937, κατά την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, οι στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας μετατράπηκαν σε «Στρατόπεδο Κράτησης Κομμουνιστών» και στέλνονταν οι πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος. Στην «Ακρό» όπως αποκαλούσαν οι πολιτικοί κρατούμενοι την Ακροναυπλία, φυλακίστηκαν εκατοντάδες κομμουνιστές, αντιφασίστες και δημοκρατικοί πολίτες. Τον Απρίλιο του 1941 κρατούνταν εκεί 600 περίπου άτομα. Ανάμεσά τους τα ηγετικά στελέχη και βουλευτές του ΚΚΕ Γ. Ιωαννίδης, Κ. Θέος, Α. Τζήμας, Β. Βερβέρης, Μ. Σινάκος, Δ. Μενύχτας, Φ. Παπαδόπουλος, Μ. Παπαρήγας, Σ. Σκλάβαινας, Γ. Ζέβγος, Δ. Γληνός, Α. Τσίπας, Π. Πουλιόπουλος, Νίκος Νεγρεπόντης, Μ. Τιμογιαννάκης, Α. Τσουρτσούλης, Α. Φλούντζης κ.α.
Τη νύχτα της 30ης Αυγούστου 1937 έγινε οργανωμένη ένοπλη δολοφονική επίθεση από τη μεταξική φρουρά της Ακροναυπλίας με επικεφαλής τον ανθυπασπιστή Μπουγά. Απόσπασμα χωροφυλάκων έβαλε με πολυβόλα από το προαύλιο των φυλακών κατά των θαλάμων των κρατουμένων με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ο δάσκαλος Παύλος Σταυρίδης.
Στη διάρκεια της Κατοχής οι συνθήκες κράτησης των πολιτικών κρατουμένων ήταν δραματικές και πολλοί πέθαναν από πείνα (Θόδωρος Μάγγος, Ευριπίδης Ωρολογάς κ.α) ενώ αρκετοί μεταφέρθηκαν σε άλλα στρατόπεδα. Η απελευθέρωση της Ελλάδας απο τους Γερμανούς βρήκε στην Ακροναυπλία κρατούμενους κομμουνιστές που απελευθερώθηκαν.
Η Ακροναυπλία έγινε και πάλι τόπος εκτόπισης πολιτικών κρατουμένων μετά τον πόλεμο, όταν ο Αντιβασιλέας Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός επανέφερε σε ισχύ τα διαρκή στρατοδικεία.
Τέλος επί βασιλείας Παύλου του Α΄ διατάχθηκε το οριστικό κλείσιμο των φυλακών της Ακροναυπλίας όπου ακολούθησε το γκρέμισμα αυτών και στη θέση του ανοικοδομήθηκε μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα.