Ένα πουλί κάποτε θέλησε να παντρευτεί μια γυναίκα. Έφτιαξε ένα ωραίο τρίχωμα από δέρμα φώκιας και, έχοντας αδύναμα μάτια, έφτιαξε γυαλιά από ένα χαυλιόδοντα θαλάσσιου ίππου, γιατί ήθελε πολύ να φαίνεται όσο το δυνατόν πιο όμορφος. Κατόπιν ξεκίνησε, μεταμορφωμένος σε άντρα, και φτάνοντας σ’ ένα χωριό, πήρε μια γυναίκα και την έφερε σπίτι.
Κατόπιν άρχισε να πηγαίνει για ψάρεμα και τα ψάρια, τα οποία ονόμαζε φώκιες, τα έφερνε σπίτι στη γυναίκα του.
Μια φορά έχασε τα γυαλιά του και η γυναίκα του, βλέποντας τα άσχημα του μάτια, ξέσπασε σε κλάματα, επειδή ήτανε πολύ άσχημος.
Αλλά ο άντρας της μόνο γέλασε. «Ω, είδες τα μάτια μου; Χα, χα, χα!» Και ξαναφόρεσε τα γυαλιά του.
Τότε τα αδέρφια της, που λαχταρούσανε την αδερφή τους, πήγανε μια μέρα να την επισκεφτούν. Και ενώ ο άντρας της κυνηγούσε, την πήρανε μαζί τους. Ο άντρας της στενοχωρήθηκε πολύ όταν γύρισε σπίτι και δεν τη βρήκε και νομίζοντας ότι κάποιος την είχε απαγάγει, βγήκε σε αναζήτησή της. Κουνούσε τα φτερά του με μεγάλη δύναμη και σήκωσε μια σφοδρή καταιγίδα, γιατί ήταν ένας μεγάλος μάγος.
Όταν ξέσπασε η καταιγίδα, η βάρκα άρχισε να βάζει νερά και καθώς διπλασίασε τα χτυπήματα των φτερών του ο άνεμος δυνάμωσε. Τα κύματα υψωνόντουσαν λευκά από τους αφρούς και η βάρκα παραλίγο να ανατραπεί. Και όταν όσοι ήταν στη βάρκα αρχίσανε να υποψιάζονται ότι η γυναίκα ήταν η αιτία τής καταιγίδας, τη σηκώσανε και την πετάξανε στη θάλασσα. Αυτή προσπάθησε να πιαστεί από τη μια πλευρά τής βάρκας, αλλά τότε πετάχτηκε ο παππούς της και της έκοψε το χέρι.
Κι έτσι πνίγηκε, αλλά στον πάτο τής θάλασσας, έγινε η Nerrivik, η κυρίαρχος όλων των θαλάσσιων πλασμάτων. Κι όταν οι άνθρωποι δεν πιάνουνε καμία φώκια, οι μάγοι κατεβαίνουνε στη Nerrivik, η οποία, επειδή έχει μόνο το ένα χέρι, δεν μπορεί να χτενίσει τα μαλλιά της, και αυτοί το κάνουνε γι' αυτήν κι αυτή, για να τους ευχαριστήσει, στέλνει φώκιες και άλλα θαλάσσια πλάσματα στους ανθρώπους.
Αυτή είναι η ιστορία τής κυρίαρχης τής θάλασσας, την οποία οι άνθρωποι αποκαλούνε Nerrivik επειδή τους δίνει τροφή (σ.σ. στο διαδίκτυο βρήκα, χωρίς να μπορώ να το διασταυρώσω, ότι στη γλώσσα των Inuit, η λέξη nerrivik σημαίνει «τραπέζι τής θάλασσας»).
NERRIVIK
A bird once wished to marry a woman. He got himself a fine sealskin coat, and having weak eyes, made spectacles out of a walrus tusk, for he was greatly set upon looking as nice as possible. Then he set off, in the shape of a man, and coming to a village, took a wife, and brought her home.
Now he began to go out catching fish, which he called seal, and brought home to his wife.
Once it happened that he lost his spectacles, and his wife, seeing his bad eyes, burst out weeping, because he was so ugly.
But her husband only laughed. "Oho, so you saw my eyes? Hahaha!" And he put on his spectacles again.
Then her brothers, who longed for their sister, came out one day to visit her. And her husband being out hunting, they took her away with them. The husband was greatly distressed when he came home and found her gone, and thinking someone must have carried her off, he set out in pursuit. He swung his wings with mighty force, and raised a violent storm, for he was a great wizard.
When the storm came up, the boat began to take in water, and the wind grew fiercer, as he doubled the beating of his wings. The waves rose white with foam, and the boat was near turning over. And when those in the boat began to suspect that the woman was the cause of the storm, they took her up and cast her into the sea. She tried to grasp the side of the boat, but then her grandfather sprang up and cut off her hand.
And so she was drowned. But at the bottom of the sea, she became Nerrivik, the ruler over all the creatures in the sea. And when men catch no seal, then the wizards go down to Nerrivik. Having but one hand, she cannot comb her hair, and this they do for her, and she, by way of thanks, sends seal and other creatures forth to men.
That is the story of the ruler of the sea. And men call her Nerrivik because she gives them food.
Πηγή: gutenberg.org.
Σύμφωνα με τη en.wikipedia.org, στη θρησκεία των Inuit, η Nerrivik ή Nerivik είναι η μητέρα τής θάλασσας και η προμηθεύτρια της τροφής τους ενώ προστατεύει τούς ψαράδες και τους κυνηγούς. Στους ιθαγενείς τού Καναδά ήτανε γνωστή ως Sedna ή ως Arnapkapfaaluk ενώ της Γροιλανδίας ως Arnakuagsak.
Η Nerrivik είχε παντρευτεί το θεό της καταιγίδας, ο οποίος στη συνέχεια προκάλεσε καταιγίδα στη θάλασσα ενώ, όταν ο σύζυγός της έφυγε για κυνήγι, οι άνδρες συγγενείς της την μεταφέρανε κρυφά πίσω στην πατρίδα τους. Εκεί οι συγγενείς της την ρίξανε στη θάλασσα, για να κατευνάσουνε την καταιγίδα. Μάλιστα ο παππούς της τής έκοψε το χέρι με το οποίο προσπάθησε να κρατηθεί από τη βάρκα. Έτσι λοιπόν βρίσκεται, τώρα, με ένα χέρι στον βυθό τής θάλασσας.
Εναλλακτικά υπάρχουνε και άλλοι μύθοι για τη Θεά Nerrivik, π.χ.: στο prezi.com.














































.jpg)







