01 Μαΐου 2026

Σκοπευτήριο Καισαριανής [Γιάννης Ρίτσος]

Σκοπευτήριο Καισαριανής

Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί, κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες,
- η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο -.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ ανοίγουνε στο μέλλον.
Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε … Τίποτα… Μόνον
θυμηθείτε το : αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.

Πρωτομαγιά [Άρης Αλεξάνδρου]

Πρωτομαγιά

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καΐκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο. Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν’ ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.

Μοιρολόι για ένα νεκρό [Τάσος Λειβαδίτης]

Μοιρολόι για ένα νεκρό

Φεγγάρι, ερημοφέγγαρο/ κριθάρινο φεγγάρι των φτωχών
αγέρα, πικραγέρα/ πολύλαλε αγέρα των μουγγών
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
σταυρώσανε το νιο,/ μήνα Μάη
σταυρώσαν το ροδόσταμο και το λεμονανθό –
ροδιά, δος του το αίμα σου
δος του το φέγγος σου, στερνό του ηλιοβασίλεμα,
μήνα Μάη, σταυρώσαν τον αυγερινό
αχ, το πρωί ήταν ήλιος και δροσιά
το μεσημέρι λάμψη κι όνειρα
το βράδυ ήρθε πικρό κι ολόμαυρο,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το Μάη
ύστερα πλύναν τα μαχαίρια και σκοτώσαν το νερό,
ύστερα κάναν να κοιτάξουν και σκοτώσανε το δειλινό
αστροφεγγιά/ χρυσάφι στο ταγάρι των τυφλών
α, σκύλα αστροφεγγιά, όπυ τους έφεγγες,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
Μεγάλη Παρασκευή των φτωχών
κι ολόρθες οι γυναίκες στα κατώφλια
με τα μεγάλα μάτια τους τον σαβανώνουν,
τα δεντρολίβανα σκύβουν και τον μυρώνουν,
οι άντρες πέρα μες στα καπηλιά
μ’ ένα πικρό τραγούδι τον κατευοδώνουν
τα χελιδόνια έρχονται και τον ανασηκώνουν,
αχ, το πρωί ήταν άνοιξη
το βράδυ μαύρη συννεφιά
το βράδυ ήρθε με δώδεκα καρφιά
το βράδυ γαύγιζε με δώδεκα σκυλιά
το βράδυ σώπαινε μ’ όλα του τα καμπαναριά
σύγνεφο, πικροσύγνεφο/ γιατί δεν έμπαινες μπροστά
κι από την κοντινή την εκκλησιά
γιατί δεν έσκουζες παρθένα Παναγιά,
α, κάτω απ’ τον άδειο ουρανό,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το νιο.

29 Απριλίου 2026

[στο Ναυάγιο τού Ποσειδώνα, στις εκβολές τού Κηφισού, 29.04.2026]

Το ναυαγισμένο, από τις αρχές τού 21ου αι., πλοίο Ποσειδών, στις εκβολές τού Κηφισού, παρατημένο στη φθορά τού χρόνου, σε ένα τοπίο, κάποτε – όχι πολύ μακριά, ούτε καν εκατό χρόνια πίσω – πανέμορφο και σήμερα κορεσμένο από τσιμέντο, ασχήμια και έργα που δεν τελειώνουνε ποτέ, είναι ένα αγαπημένο θέμα στο παρόν ιστολόγιο*.
Τα ρηχά νερά τής παράκτιας ζώνης τού Φαληρικού όρμου συνδυάζονται με τον κυματοθραύστη, μήκους 440 περίπου μ., ο οποίος βρίσκεται στα 290 περίπου μ. νότια από τον τεχνητό δίαυλο εκβολής**, ο οποίος (κυματοθραύστης) κατευνάζει τη μανία των κυμάτων, επιτρέποντας έτσι μια γρήγορη μεν, λόγω του θαλασσινού νερού, αλλά πιο ομαλή αποσύνθεση τού σκουριασμένου κουφαριού τού Ποσειδώνα.
Το πρωινό τής Τετάρτης 29 Απρίλη 2026 πέρασα από τις εκβολές τού Κηφισού και η άπνοια που επικρατούσε επέτρεψε να φανούν εικόνες, από το Ποσειδών,  μέχρι κάποια μέτρα βάθος, στη μολυσμένη θάλασσα. Μάλιστα, στη δεύτερη εικόνα διακρίνεται ένα μεγάλο λαυράκι (σ.σ. το λαυράκι και ο κέφαλος, λόγω των εξαιρετικών ανοσοποιητικών τους συστημάτων μπορούνε και επιβιώνουνε, χρησιμοποιώντας τα ως ενδιαιτήματά τους, λιμάνια και άλλες υποβαθμισμένες παράκτιες περιοχές, κάτι που τα καθιστά ακατάλληλα για βρώση – σε αντίθεση με τα ίδια είδη όταν προέρχονται από καθαρές θάλασσες). 
Προτού από τις εικόνες η εικόνα των εκβολών τού Κηφισού από το Google earth. 































*προηγούμενες αναρτήσεις – αναφορές:

**Τεχνητός δίαυλος εκβολής: μια τσιμεντένια, συνήθως, κατασκευή που οδηγεί τα νερά ενός ποταμού στη θάλασσα, αρκετές δεκάδες ή εκατοντάδες μέτρα από τις φυσικές του εκβολές στην ακτή.

28 Απριλίου 2026

The Cross of Snow [Henry Wadsworth Longfellow]

Ο Σταυρός τού Χιονιού

Στις μακριές, άυπνες νυχτερινές μου βάρδιες,
Ένα πρόσωπο ευγενικό – μιας το πρόσωπο από καιρό νεκρής –
Με κοιτάζει απ’ τον τοίχο, ολόγυρα απ’ το κεφάλι της καθώς
Το φως τής λάμπας φωτοστέφανο απλώνει απαλό.

Εδώ, στο δωμάτιο πέθανε αυτό• και η ολόλευκη ψυχή της
Ποτέ μέσω τού μαρτυρίου τής φωτιάς* δεν οδηγήθηκε
Στον αναπαμό της• ούτε να διαβαστεί στα βιβλία μπορεί
Ο θρύλος μιας ζωής τόσο ευλογημένης.

Υπάρχει ένα βουνό στη μακρινή Δύση
Που τον ήλιο αψηφά στις βαθιές του τις χαράδρες μέσα
Κι ένας σταυρός από χιόνι εμφανίζεται πάνω του στην πλαγιά.

Τέτοιος είναι κι ο σταυρός που στο στήθος μου φοράω
Τα δεκαοκτώ αυτά τα χρόνια – παρ’ όλες τις μεταβαλλόμενες σκηνές
Και εποχές – αμετάβλητος από την ημέρα που πέθανε αυτή


The Cross of Snow

In the long, sleepless watches of the night,
A gentle face – the face of one long dead –
Looks at me from the wall, where round its head
The night – lamp casts a halo of pale light.

Here in this room she died; and soul more white
Never through martyrdom of fire was led
To its repose; nor can in books be read
The legend of a life more benedight.

There is a mountain in the distant West
That, sun – defying, in its deep ravines
Displays a cross of snow upon its side.

Such is the cross I wear upon my breast
These eighteen years, through all the changing scenes
And seasons, changeless since the day she died. 



* Το 1861, το φόρεμα τής γυναίκας τού Longfellow, Frances Appleton Longfellow, άρπαξε φωτιά και παρά τις προσπάθειες τού Longfellow να τη σώσει πέθανε από τα βαθιά της εγκαύματα. Ο ίδιος ο Longfellow, στην προσπάθεια του, έκαψε σοβαρά τα χέρια του και το πρόσωπό του.

27 Απριλίου 2026

[στη βορειοανατολική Πάρνηθα, 26.04.2026]

Το πρωινό τής Κυριακής 26 Απρίλη 2026, ακολούθησα την Περιπατητική Ομάδα Υμηττού (Π.Ο.Υ), στην κυκλική διαδρομή στη βορειοανατολική Πάρνηθα, η οποία έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:






















Η διαδρομή ήτανε περί τα 10,5 χλμ., είχε υψ. διαφορά (μεταξύ ψηλότερου και χαμηλότερου σημείου) περί τα 251 μ., αλλά στην πράξη λόγω τού ότι ανάμεσα στις ανηφόρες υπήρχανε αρκετές κατηφόρες πολλών μέτρων, η συνολική ανάβαση ήτανε πολύ μεγαλύτερη, δεν είχε αξιόλογη θέα (πλην ελάχιστων σημείων) αλλά κινούταν συνεχώς μες σε ένα καταπράσινο τοπίο ποικίλης βλάστησης – μόνο οι δρύες δεν δείχνουνε να βιάζονται να βγάλουνε φύλλα.
Ξεκινήσαμε από το χώρο που βρίσκεται το παρεκκλήσι Αγ. Μερκουρίου και η εγκαταλελειμμένη ταβέρνα* και πήραμε ένα σημτοδοτημένο μονοπάτι που κατεβαίνει στο εκκλησάκι Αγ. Μερκουρίου*…

























Σε πρώτο πλάνο: ο Δημήτρης Μανιός.
























Δεν  είναι πηγάδι ούτε ρετσινόλακκος. Δείχνει
ημιτελής αλλά είναι προσεγμένος.

























   
Από εκεί συνεχίσαμε προς μια Λάκκα νότια από τον ορεινό όγκο Μηλιά…

Στο βάθος ο ορεινός όγκος Φελλεύς** και πίσω στο βάθος
τού ορίζοντα η Όχη Εύβοιας.





















…και μετά από μια μικρή στάση συνεχίσαμε…
Στο βάθος, δεξιά, ο ορεινός όγκος Σκίμφθι.

Στο βάθος η Δίρφυ.

























…προς τη Λάκκα Βρόκολι***, όπου είδαμε το δύο πηγάδια*** και κάναμε μικρή στάση δίπλα στη μεγάλη δρυ:
























Ανάμεσα στις δρύες κάποιες ήτανε γεμάτες με Κηκίδια ή Κακατσίδια (σ.σ. πρόκειται για σκληρές φούσκες, οι οποίες δημιουργούνται, στα φύλλα ή τα κλαδιά τής δρυός, από ένα είδος μικρής σφήκας, μες στις οποίες γεννάει τα αυγά της, για να τα προστατεύσει. Οι δρύες συμμετέχουνε στη δημιουργία των κηκίδων, οι οποίες χρησιμοποιούτανε παλαιότερα στη βαφή και τη φαρμακευτική.):
























Από εκεί συνεχίσαμε κατηφορικά προς το Παλιομήλεσι…


























Μια πηγή νερού στη βάση του πλάτανου.



















 
…όπου σταματήσαμε λίγο στο σημείο που το μονοπάτι κατεβαίνει στο ομώνυμο ρέμα.


























Στις επόμενες τρεις διακρίνεται μια πανέμορφη Παιώνια.


























Από εκεί συνεχίσαμε στο μονοπάτι βορειοανατολικά, το οποίο κινείται δίπλα ή μες στην κοίτη τού ρέματος Παλιομήλεσι…
























…μέχρι την «Καλύβα τού Παππού»*.
Από εκεί συνεχίσαμε για λίγο ανατολικά στο χωματόδρομο και μετά επιστρέψαμε μέσω αρχικά ενός ανηφορικού μονοπατιού και τέλος τού χωματόδρομου που βγάζει στο παρεκκλήσι Αγ. Μερκουρίου.    


*   ανάρτηση 09.11.2023        



25 Απριλίου 2026

να γράψω δεν μπορώ, από καιρό [Ντέμης Κωνσταντινίδης]

(να γράψω δεν μπορώ, από καιρό)

Μολυβένιο σύννεφο
μ' αρπάει απ' το λαιμό,
με πνίγει με τη μουντάδα του.

Μια γιαγιά μόλις πέρασε
για της καμπάνας το κάλεσμα,
κρατώντας λουλούδια.



Ένα ποίημα τής Πόπης Νεγιάννη

Στ’ αγκάθια πλάι
Με κρίνου όψη
Για όλες τις πληγές της ζήσης
παίρνει εκδίκηση η Ομορφιά



24 Απριλίου 2026

Έξι ποιήματα τού Νίκου Καρανικόλα

Στο 6ο τεύχος (1974) τού λογοτεχνικού περιοδικού «Δοκιμασία – περιοδική έκδοση λογοτεχνικού προβληματισμού», υπάρχει μια συνοπτική παρουσίαση, από το Γιώργο Αράγη, του ποιητικού έργου τού Νίκου Καρανικόλα, το οποίο, δυστυχώς, περιορίζεται σε μια μόνη ποιητική συλλογή: «13 Ποιήματα», την οποία κυκλοφόρησε ιδιωτικά το 1963.
Η εν λόγω παρουσίαση κλείνει με έξι από τα ποιήματα τής εν λόγω συλλογής:    


III
                                         Στην επίσκεψη X

Σήμερα μια και μου παραβίασαν την πύλη
πρέπει πάση θυσία να μείνει ανοιχτή
κατόρθωσαν ν’ ανοίξουν από μέσα
και θα ήταν αχαριστία να προφασιστώ
πως όλα εκεί βρισκότανε στη θέση τους.
Και δε μένει άλλη απάντηση νομίζω
σ' αυτή την ξαφνική επιθεώρηση
παρά μια ταπεινή παραδοχή τής αταξίας.
Δε θα μου φτάσει ένα στίλβωμα απλώς
ή μια αναστήλωση
μπορεί να χρειαστεί και μια ζωή ολόκληρη
για να πειστούν οι Φαρισαίοι και να εννοήσουν
των υπαρχόντων μου την πτώση.

Έτσι άρχισε ο υπέρ Αδυνάτου λόγος.


II
                                                 Ματθ. 27, 3-5

Τα επεισόδια έγιναν απόντος του ενδιαφερομένου 
– είχε πάρει τη «γραμμή» του καθώς λεν και σήμερα –
εκρίθη κατεκρίθη
η προδοσία πληρώθηκε ιδιαιτέρως
ως πράξις ενάρετος 
– αυτό έγινε και χθες θα γίνει και αύριο –
τρεις τέσσερις οι αντιδράσαντες, λίγοι
άνθρωποι που περιμένουν τη φωνή του αλέκτορος
περίεργοι σα δημοσιογράφοι, αχρωμάτιστοι.

Και συ σώθηκες στη μνήμη μας
μ‘ εκείνο το «απελθών απήγξατο»
τη μόνη παράδοση που δεν σεβάστηκαν.


IV

                                                 Εδήλωσα απουσία

Δεν φτάνουν τα χαμόγελα για να πείσεις
άκουσες πάλι να φωνάζουν τ’ όνομά σου
και είπες: είσαι και δεν είσαι εσύ
σήκωσες και δε σήκωσες το χέρι σου.

Οι αίθουσες είναι γεμάτες πρόσωπα πελιδνά
που ζωηρεύουν με μια πρόσκληση
τα σαλόνια έγιναν λέσχες αγάπης
και επί τέλους ενδιαφέρονται
φροντίζουν να περάσουν ένα υποφερτό απόγευμα
εσύ χαμογελάς πάντα αδιαπέραστος – αυτό πιστεύεις –
δε φτάνουν όμως τα πρωινά για να ζήσεις
ούτε οι επισκέψεις σε χώρους ανανήψεως.


VI

                                                       Ιωάνν. 5, 2- 7

Όταν τη μοναξιά μου σπαράζω στους τοίχους
τότε που υπόσχομαι ν’ ασχοληθώ
μόνο με τις μικρές σκιές
να ζήσω για τα ωραία μεσημέρια πού ίσως έρθουν
τις νύχτες με τον απέραντο ύπνο
έρχεστε σεις με την αγάπη σας ή έρχομαι
περιμένοντας τη μεγάλη στιγμή την ώρα ή το χρόνο
να ενταχθώ
στους δυνατούς χωρίς βαπτίσματα ιαματικά

και λίγο να μιλήσουμε την ίδια γλώσσα.


VII
                                                      Παλινωδία

Αντί να μιλήσω για πρόσωπα
αντί να αποκαλύψω υποθέσεις
το βρήκα πιο σοφό να γράψω για όλους
μια διασάφηση ή εξήγηση
διότι εγώ είμαι ο παρεξηγημένος
ο αδικηθείς.

Επίσης ο αρχικός σκοπός που ετέθη
απέκλειε τούς διαξιφισμούς και τις χρονοτριβές:
δεν υποσχέθηκα αποκαλυπτήρια ξένων ανδριάντων
τα ελαττώματα είναι δικά μου

εκείνο που μ’ ενδιαφέρει δεν είναι τα παράπονα.


XI

                                                               Στην A

Το είδωλο αριθμός X
μου ήταν γνωστό την τρίτη μέρα θα χανόταν
την τρίτη μέρα ανίστανται 
– σπάνιο φαινόμενο και αμφισβητούμενο –
ή εξακολουθούν το θάνατο•
δεν θα πιστέψω πλέον στις εμφανίσεις
που θα ακολουθήσουν
ούτε θα θέσω δάκτυλον
επί των τύπων των ήλων
θα αποσύρω τις μετοχές μου που κρατούσε 
– αυτό ή εκείνο το ακριβό που δίνεις
σε τέτοιες περιστάσεις –
θα πω το ίδιο κάνει
ανακαλύπτω συνεχώς απομιμήσεις.

Πέρασε ο καιρός που κλαίγαμε νεκρούς
τώρα φοβόμαστε τις πολυδάπανες συχνές κηδείες.

23 Απριλίου 2026

The Woman who had a Bear as a Foster-Son [Greenland’s Eskimos]

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕΙ ΜΙΑ ΑΡΚΟΥΔΑ

Κάποτε ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα σε ένα μέρος όπου ζούσανε και άλλοι. Αυτή έμενε πιο χαμηλά, δίπλα στην ακτή, κι όταν όσοι μένανε σε σπίτια πιο πάνω βγαίνανε για κυνήγι, της δίνανε κρέας και λίπος.
Και αφού βγαίνανε για κυνήγι όπως συνήθιζαν, πού και πού πιάνανε μια αρκούδα κι έτσι τρώγανε συχνά κρέας αρκούδας.
Μια φορά που είχανε γυρίσει πίσω με μια ολόκληρη αρκούδα, η ηλικιωμένη γυναίκα πήρε το μερίδιό της: ένα κομμάτι από τα πλευρά, και το πήγε στο σπίτι της. Αφού είχε γυρίσει στο σπίτι της, η γυναίκα τού άντρα που είχε σκοτώσει την αρκούδα ήρθε στο παράθυρο της και είπε: «Αγαπητή μου ηλικιωμένη γυναίκα εκεί μέσα, θα ήθελες να έχεις ένα μικρό αρκουδάκι;»
Και η ηλικιωμένη γυναίκα πήγε, το πήρε και το έφερε στο σπίτι της. Μετακίνησε τη δάδα της και έβαλε το μικρό αρκουδάκι, επειδή ήτανε παγωμένο, πάνω στο πλαίσιο στεγνώματος για να ξεπαγώσει. Ξαφνικά παρατήρησε ότι κινήθηκε λίγο και το κατέβασε κάτω για να το ζεστάνει. Κατόπιν έψησε λίγο λίπος, επειδή είχε ακούσει ότι οι αρκούδες ζούνε τρώγοντας λίπος, και έτσι κατόπιν το τάιζε: του έδινε να φάει λίπος και να πιει λιωμένο λίπος, και τη νύχτα ξάπλωνε δίπλα του.
Και μετά που είχε αρχίσει και ξάπλωνε δίπλα της τη νύχτα, μεγάλωσε πολύ γρήγορα, και άρχισε να μιλάει με ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι απόκτησε το μυαλό ενός ανθρώπου κι όταν ήθελε να ζητήσει τροφή από τη θετή του μητέρα ρουθούνιζε.
Η ηλικιωμένη γυναίκα πλέον δεν υπέφερε από έλλειψη παρουσίας και όσοι ζούσανε κοντά της φέρνανε φαγητό για το μικρό αρκουδάκι. Τα παιδιά ερχόντουσαν μερικές φορές να παίξουνε μαζί του, αλλά τότε η ηλικιωμένη γυναίκα τού έλεγε: «Μικρή αρκούδα, θυμήσου να μαζεύεις τα νύχια σου όταν παίζεις μαζί τους».
Το πρωί, τα παιδιά ερχόντουσαν στο παράθυρο και φώναζαν: «Μικρή αρκούδα, έλα έξω και παίξε μαζί μας, γιατί τώρα είναι η ώρα για να παίξουμε».
Κι όταν έβγαινε έξω για να παίξουν μαζί, έσπαγε τα καμάκια των παιδιών σε κομμάτια, αλλά κάθε φορά που ήθελε να σπρώξει κάποιο από τα παιδιά, πάντα έβαζε τα νύχια του σε θήκη. Στο τέλος όμως είχε δυναμώσει τόσο πολύ, που σχεδόν πάντα έκανε τα παιδιά να κλαίνε. Κι όταν δυνάμωσε τόσο πολύ, οι μεγάλοι αρχίσανε να παίζουνε μαζί της κι έτσι βοηθήσανε την ηλικιωμένη γυναίκα, κάνοντας την αρκούδα να δυναμώνει. Αλλά μετά από λίγο καιρό ούτε και οι ενήλικες άντρες τολμούσανε να παίξουνε μαζί της. Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμή της και τότε είπαν ο ένας στον άλλον: «Ας την πάρουμε μαζί μας όταν βγαίνουμε για κυνήγι. Μπορεί να μας βοηθήσει να βρίσκουμε φώκιες».
Κι έτσι μια μέρα με το χάραμα, φτάσανε στο παράθυρο τής ηλικιωμένης γυναίκας και φώναξαν: «Μικρή αρκούδα, έλα να κερδίσεις ένα μερίδιο από τα αλιεύματά μας• έλα μαζί μας για κυνήγι, αρκούδα».
Αλλά πριν βγει έξω η αρκούδα, ρουθούνισε την ηλικιωμένη γυναίκα. Και μετά έφυγε με τους άντρες.
Στο δρόμο, ένας από τους άντρες είπε: «Μικρή αρκούδα, πρέπει να προσέχεις να έχεις κόντρα τον άνεμο, γιατί αν δεν το κάνεις, το θήραμα θα σε μυρίσει και θα τρομάξει».
Μια μέρα, όταν είχαν βγει για κυνήγι και επιστρέφανε στον οικισμό, είπανε στην ηλικιωμένη γυναίκα: «Παραλίγο να σκοτωθεί από τους κυνηγούς από τον βορρά. Μόλις που καταφέραμε να τη σώσουμε ζωντανή. Για αυτό βάλε της κάποιο σημάδι από το οποίο θα μπορεί να αναγνωριστεί• ένα φαρδύ κολάρο από πλεγμένα κότσια γύρω από το λαιμό της».
Και έτσι η ηλικιωμένη θετή της μητέρα έφτιαξε ένα σημάδι για να το φοράει• ένα κολάρο από πλεγμένα κότσια, φαρδύ όσο η πετονιά καμακιού.
Και μετά από αυτό δεν απέτυχε ποτέ να πιάσει φώκια, και ήταν πιο δυνατή ακόμα κι απ’ τον πιο δυνατό κυνηγό, και δεν έμενε ποτέ στο σπίτι ακόμα και στις χειρότερες καιρικές συνθήκες. Επίσης, δεν ήταν μεγαλύτερη από μια συνηθισμένη αρκούδα. Όλοι οι άνθρωποι από τα άλλα χωριά την είχανε μάθει τώρα, και παρόλο που μερικές φορές φτάνανε κοντά στο να την πιάσουν, την αφήνανε πάντα μόλις βλέπανε το κολάρο της.
Αλλά τώρα οι άνθρωποι από το μακρινό Ανγμαγκσαλίκ https://en.wikipedia.org/wiki/Tasiilaq άκουσαν ότι υπήρχε μια αρκούδα που δεν μπορούσε να πιαστεί, και τότε ένας από αυτούς είπε: «Αν τη συναντήσω ποτέ, θα τη σκοτώσω».
Αλλά οι άλλοι είπαν: «Δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Η θετή μητέρα τής αρκούδας δεν θα τα καταφέρει χωρίς τη βοήθειά της. Αν τη συναντήσεις να μην τη βλάψεις, αλλά να την αφήσεις ήσυχη, μόλις δεις το σημάδι της».
Μια μέρα, όταν η αρκούδα γύρισε σπίτι, ως συνήθως από το κυνήγι, η ηλικιωμένη θετή της μητέρα, είπε: «Όποτε συναντάς ανθρώπους να τους φέρεσαι σα να είστε από το ίδιο είδος. Ποτέ να μην προσπαθήσεις να τους κάνεις κακό εκτός αν σου επιτεθούνε πρώτοι».
Και αυτή άκουσε τα λόγια τής θετής της μητέρας και έκανε όπως τής είχε πει.
Κι έτσι η ηλικιωμένη θετή μητέρα κράτησε την αρκούδα μαζί της. Το καλοκαίρι έβγαινε για κυνήγι στη θάλασσα και το χειμώνα στον πάγο και οι άλλοι κυνηγοί μάθανε τώρα να αναγνωρίζουνε τούς τρόπους της και παίρνανε μερίδιο από τα αλιεύματά της.
Κάποτε, κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας, η αρκούδα έλειπε για κυνήγι ως συνήθως και δεν γύρισε σπίτι παρά αργά το  βράδυ. Τότε ρουθούνισε τη θετή της μητέρα και πήδηξε πάνω στο παγκάκι, το οποίο βρισκότανε στη νότια πλευρά (του σπιτιού). Τότε η ηλικιωμένη θετή της μητέρα βγήκε από το σπίτι και βρήκε έξω το σώμα ενός νεκρού άνδρα, το οποίο η αρκούδα είχε σύρει μέχρι το σπίτι. Τότε, χωρίς να μπει ξανά μέσα, η ηλικιωμένη γυναίκα πήγε βιαστικά στο πλησιέστερο σπίτι και φώναξε στο παράθυρο: «Είστε όλοι σπίτι;»
«Γιατί;»
«Η μικρή αρκούδα γύρισε σπίτι με έναν νεκρό άντρα, που δεν τον γνωρίζω».
Όταν ξημέρωσε, βγήκαν έξω και είδαν ότι ήταν ο άντρας από το βορρά. Μπορούσανε να καταλάβουν ότι έτρεχε γρήγορα γιατί είχε βγάλει τις γούνες του και ήτανε με τα εσώρουχά του. Αργότερα άκουσαν ότι οι σύντροφοί του ήταν αυτοί που είχανε παροτρύνει την αρκούδα να αντισταθεί, επειδή την ενοχλούσε.
Πολύ καιρό μετά από αυτό, η ηλικιωμένη θετή μητέρα είπε στην αρκούδα: «Καλύτερα να μην μείνεις μαζί μου εδώ για πάντα. Θα σε σκοτώσουν αν το κάνεις και αυτό θα ήταν κρίμα. Καλύτερα να με αφήσεις».
Και έκλαιγε καθώς το έλεγε αυτό. Αλλά η αρκούδα κατέβασε το ρύγχος της κάτω στο πάτωμα και έκλαιγε. Τόσο πολύ έκλαιγε που λυπότανε και έφυγε μακριά της.
Μετά από αυτό, η θετή μητέρα έβγαινε κάθε πρωί μόλις ξημέρωνε, για να δει τον καιρό, και αν υπήρχε μόνο ένα σύννεφο τόσο μεγάλο όσο ένα χέρι στον ουρανό, δεν έλεγε τίποτα.
Αλλά ένα πρωί, όταν βγήκε έξω και δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο τόσο μεγάλο όσο ένα χέρι, μπήκε μέσα και είπε: «Μικρή αρκούδα, τώρα είναι καλύτερα να φύγεις• έχεις τις άλλες δικές σου αρκούδες μακριά εκεί έξω».
Όταν όμως η αρκούδα ήταν έτοιμη να ξεκινήσει, η ηλικιωμένη θετή της μητέρα, με πολύ κλάμα, βούτηξε τα χέρια της σε λάδι, τα άλειψε με καπνιά και χάιδεψε το πλευρό τής αρκούδας καθώς την αποχαιρετούσε, αλλά με τέτοιο τρόπο που η αρκούδα δεν μπορούσε να δει τι είχε κάνει. Η αρκούδα τη ρουθούνισε και έφυγε. Η ηλικιωμένη θετή μητέρα έκλαιγε όλη εκείνη τη μέρα, και οι συγχωριανοί της θρήνησαν και αυτοί για την απώλεια τής αρκούδας τους.
Λένε όμως πως μακριά στα βόρεια, όταν κυκλοφορούνε πολλές αρκούδες, μερικές φορές εμφανίζεται μια αρκούδα τόσο μεγάλη όσο ένα παγόβουνο, με μια μαύρη κηλίδα στο πλευρό της.
Εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία.


THE WOMAN WHO HAD A BEAR AS A FOSTER-SON 

There was once an old woman living in a place where others lived. She lived nearest the shore, and when those who lived in houses up above had been out hunting, they gave her both meat and blubber. 
And once they were out hunting as usual, and now and again they got a bear, so that they frequently ate bear's meat. And they came home with a whole bear. The old woman received a piece from the ribs as her share, and took it home to her house. After she had come home to her house, the wife of the man who had killed the bear came to the window and said: “Dear little old woman in there, would you like to have a bear's cub?" 
And the old woman went and fetched it, and brought it into her house, shifted her lamp, and placed the cub, because it was frozen, up on to the drying frame to thaw. Suddenly she noticed that it moved a little, and took it down to warm it. Then she roasted some blubber, for she had heard that bears lived on blubber, and in this way she fed it from that time onwards, giving it greaves to eat and melted blubber to drink, and it lay beside her at night. 
And after it had begun to lie beside her at night it grew very fast, and she began to talk to it in human speech, and thus it gained the mind of a human being, and when it wished to ask its foster-mother for food, it would sniff. 
The old woman now no longer suffered want, and those living near brought her food for the cub. The children came sometimes to play with it, but then the old woman would say: "Little bear, remember to sheathe your claws when you play with them." 
In the morning, the children would come to the window and call in: "Little bear, come out and play with us, for now we are going to play." 
And when they went out to play together, it would break the children's toy harpoons to pieces, but whenever it wanted to give any one of the children a push, it would always sheathe its claws. But at last it grew so strong, that it nearly always made the children cry. And when it had grown so strong the grown-up people began to play with it, and they helped the old woman in this way, in making the bear grow stronger. But after a time not even grown men dared play with it, so great was its strength, and then they said to one another: "Let us take it with us when we go out hunting. It may help us to find seal." 
And so one day in the dawn, they came to the old woman's window and cried: "Little bear, come and earn a share of our catch; come out hunting with us, bear." 
But before the bear went out, it sniffed at the old woman. And then it went out with the men. 
On the way, one of the men said: "Little bear, you must keep down wind, for if you do not so, the game 
will scent you, and take fright." 
One day when they had been out hunting and were returning home, they called in to the old woman: "It was very nearly killed by the hunters from the northward; we hardly managed to save it alive. Give therefore some mark by which it may be known; a broad collar of plaited sinews about its neck." 
And so the old foster-mother made a mark for it to wear; a collar of plaited sinews, as broad as a harpoon line. 
And after that it never failed to catch seal, and was stronger even than the strongest of hunters, and never stayed at home even in the worst of all weather. Also it was not bigger than an ordinary bear. All the people in the other villages knew it now, and although they sometimes came near to catching it, they would always let it go as soon as they saw its collar. 
But now the people from beyond Angmagssalik heard that there was a bear which could not be caught, and then one of them said: "If ever I see it, I will kill it."
But the others said: "You must not do that; the bear's foster-mother could ill manage without its help. If you see it, do not harm it, but leave it alone, as soon as you see its mark." 
One day when the bear came home as usual from hunting, the old foster-mother said: "Whenever you meet with men, treat them as if you were of one kin with them; never seek to harm them unless they first attack." 
And it heard the foster-mother's words and did as she had said. 
And thus the old foster-mother kept the bear with her. In the summer it went out hunting in the sea, and in winter on the ice, and the other hunters now learned to know its ways, and received shares of its catch. 
Once during a storm the bear was away hunting as usual, and did not come home until evening. Then it sniffed at its foster-mother and sprang up on to the bench, where its place was on the southern side. Then the old foster-mother went out of the house, and found outside the body of a dead man, which the bear had hauled home. Then without going in again, the old woman went hurrying to the nearest house, and cried at the window: "Are you all at home?" 
"Why?" 
"The little bear has come home with a dead man, one whom I do not know." 
When it grew light, they went out and saw that it was the man from the north, and they could see he had been running fast, for he had drawn off his furs, and was in his underbreeches. Afterwards they heard that it was his comrades who had urged the bear to resistance, because he would not leave it alone. 
A long time after this had happened, the old foster-mother said to the bear: "You had better not stay with me here always; you will be killed if you do, and that would be a pity. You had better leave me." 
And she wept as she said this. But the bear thrust its muzzle right down to the floor and wept, so greatly did it grieve to go away from her. 
After this, the foster-mother went out every morning as soon as dawn appeared, to look at the weather, and if there were but a cloud as big as one's hand in the sky, she said nothing. 
But one morning when she went out, there was not even a cloud as big as a hand, and so she came in and said: "Little bear, now you had better go; you have your own kin far away out there." 
But when the bear was ready to set out, the old foster-mother, weeping very much, dipped her hands in oil and smeared them with soot, and stroked the bear's side as it took leave of her, but in such manner that it could not see what she was doing. The bear sniffed at her and went away. But the old foster-mother wept all through that day, and her fellows in the place mourned also for the loss of their bear. 
But men say that far to the north, when many bears are abroad, there will sometimes come a bear as big as an iceberg, with a black spot on its side. 
Here ends this story.


Πηγή: gutenberg.org.