Η μοναχική ορεινή πεζοπορία έχει το πλεονέκτημα να επιλέγεις τη διαδρομή που θέλεις, και φυσικά είσαι σε θέση να βγάλεις, με βάση τις υποχρεώσεις σου και το χρόνο σου, αλλά εμπεριέχει μεγαλύτερο κίνδυνο αν κάτι πάει στραβά και την αυξημένη πιθανότητα να αναγκαστείς να μην ολοκληρώσεις τη διαδρομή που είχες υπολογίσει ακριβώς επειδή είσαι μόνος.
Αυτό το δεύτερο συνέβη με την πεζοπορία που επιχείρησα στο όρος Σαϊτάς, το πρωινό τής Κυριακής 16 Αυγούστου 2026. Με βάση προσωπικές εμπειρίες αλλά και πράγματα που έχω διαβάσει και ακούσει, το μεγαλύτερο πρόβλημα για μεμονωμένους πεζοπόρους ή ολιγομελείς ομάδες (2-4 ατόμων) είναι τα τσοπανόσκυλα ιδίως όταν προσέχουνε κοπάδια σε απουσία τού κτηνοτρόφου. Όχι ότι τα αδέσποτα σκυλιά και μάλιστα σε αγέλη δεν είναι, αλλά πολύ σπάνια θα τα συναντήσεις σε μονοπάτια και ορεινούς χωματόδρομους και σε κάθε περίπτωση μόνο κοντά σε οικισμένα μέρη.
Όταν πρόκειται να κινηθώ μόνος ή με ένα – δυο φίλους παρέα, σε περιοχή που δεν έχω πάει πάλι, πάντοτε ελέγχω, σε χάρτες κ.λπ., αν η διαδρομή περνά από στάνες. Ενίοτε επικοινωνώ, τηλεφωνικά κ.λπ., με κάποιο άτομο που γνωρίζει την περιοχή, για να πάρω πληροφορίες. Μέχρι στιγμής όποτε χρειάστηκα πληροφορίες, πήρα αξιόπιστες. Η μόνη και πρώτη εξαίρεση αφορούσε την παρούσα ανάρτηση. Συγκεκριμένα, επειδή έβλεπα στους ηλεκτρονικούς χάρτες ότι κάπου στο μέσο τής διαδρομής, η οποία ξεκινάει από το εκκλησάκι Πρ. Ηλία, το οποίο βρίσκεται στο δρόμο Φενεού – Λυκούριας στα 6,5 περίπου χλμ. πριν το χωριό Λυκούρια, στα 1.166 μ. υψ. και ανεβαίνει στην κορυφή τού Σαϊτά, στα 1.814 μ. υψ., υπάρχει στάνη και δεξαμενή νερού απευθύνθηκα, με email, σε γνωστή ιστοσελίδα που εστιάζεται σε θέματα για το χωριό Λυκούρια και το όρος Σαϊτάς, αν υπάρχουνε λειτουργικές στάνες στο χωματόδρομο που ανεβαίνει το Σαϊτά και τσοπανόσκυλα και μου απάντησαν ότι «δεν έχει πια στάνες ο Σαϊτάς».
Μόνο που φτάνοντας στα 1.450 περίπου μ. υψ., δηλαδή περίπου στο μέσο τής διαδρομής, είδα σε απόσταση αρκετών δεκάδων μέτρων μπροστά μου ένα τσοπανόσκυλο να με έχει αντιληφθεί και να γαυγίζει έντονα. Στεκότανε σε ένα καμπύλωμα τού χωματόδρομου, σε σημείο που μπορούσε να με κοιτά και να κοιτά τη στάνη που βρισκότανε από την άλλη πλευρά. Η στάνη ή / ή και ο χώρος δίπλα της, την οποία δεν έβλεπα άμεσα, είχε ζώα των οποίων ακουγόντουσαν τα κουδούνια. Η αλήθεια είναι ότι ανεβαίνοντας έβλεπα ακαθαρσίες από γελάδια αλλά καθόλου κακαράντζες από κατσίκια. Επειδή τις άλλες φορές που έχω διασταυρωθεί με κοπάδια αγελάδων δεν υπήρχανε τσοπανόσκυλα και απλά περνούσα από απόσταση χωρίς να ενοχλήσω, δεν προβληματίστηκα. Αλλά…
Χωρίς δεύτερη σκέψη ούτε φυσικά ανόητη απόπειρα να συνεχίσω και να δω αν θα μπορούσε να δει ότι δεν έχω πρόθεση να πειράξω το κοπάδι του, απλά γύρισα πίσω. Άσε, αν και δεν άκουγα άλλο γαύγισμα, που θα μπορούσε να υπάρχει και δεύτερο πιο πίσω.
Γυρίζοντας έκανα μια παράκαμψη και ακολούθησα ένα παρατημένο μονοπάτι – πρώην χωματόδρομο, το οποίο κινείται σε περίπου σταθερό υψόμετρο (μέχρι εκεί που το ακολούθησα, ήτοι ένα σημείο που διακοπτόταν από πεσμένους κορμούς) στη βόρεια πλαγιά του, μες στο ελατοδάσος, και έχει ωραία θέα προς το οροπέδιο τής Φενεού και τους ορεινούς όγκους γύρω του: Πεντέλεια ή Ντουρνουβάνα, Ζήρεια ή Κυλλήνη κ.λπ. Οι δύο τελευταίες εικόνες ληφθήκαν από το εν λόγω μονοπάτι.
Έστω και έτσι, κρατάω την πολύ όμορφη διαδρομή μες στο ελατοδάσος. Ο Σαϊτάς αξίζει να τον ανέβει κανείς αλλά χειμώνα (που δεν θα υπάρχουνε κοπάδια) ή με πολυμελή ομάδα.
Προτού το χάρτη (από wikimapia και Google earth) με σημειωμένη τη διαδρομή που ακολούθησα και τις λιγοστές εικόνες, να αναφερθεί ότι η κορυφογραμμή του, που εκτείνεται στη διεύθυνση Δ-Α, είναι το φυσικό σύνορο Αρκαδίας – Αχαΐας ενώ το ανατολικό του μέρος ανήκει στην Κορινθία. Μάλιστα στις ανατολικές του παρυφές βρίσκονται οι καταβόθρες τού οροπεδίου τής Φενεού εξ αιτίας των οποίων το οροπέδιο δεν είναι λίμνη αλλά μια πόλγη.
![]() |
| Το εκκλησάκι Πρ. Ηλίας |
![]() |
| Απέναντι διακρίνεται το χωριό Λυκούρια. |
![]() |
| Οι δύο ψηλότερες κορυφές, στα 1.788 μ. (αριστερά) και 1.814 μ. (δεξιά). |
![]() |
| Η ψηλότερη κορυφή. |
![]() |
| Στο βάθος η Ζήρεια ή Κυλλήνη. |
| Στο βάθος η Πεντέλεια ή Ντουρντουβάνα. |


























































