23 Απριλίου 2026

The Woman who had a Bear as a Foster-Son [Greenland’s Eskimos]

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕΙ ΜΙΑ ΑΡΚΟΥΔΑ

Κάποτε ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα σε ένα μέρος όπου ζούσανε και άλλοι. Αυτή έμενε πιο χαμηλά, δίπλα στην ακτή, κι όταν όσοι μένανε σε σπίτια πιο πάνω βγαίνανε για κυνήγι, της δίνανε κρέας και λίπος.
Και αφού βγαίνανε για κυνήγι όπως συνήθιζαν, πού και πού πιάνανε μια αρκούδα κι έτσι τρώγανε συχνά κρέας αρκούδας.
Μια φορά που είχανε γυρίσει πίσω με μια ολόκληρη αρκούδα, η ηλικιωμένη γυναίκα πήρε το μερίδιό της: ένα κομμάτι από τα πλευρά, και το πήγε στο σπίτι της. Αφού είχε γυρίσει στο σπίτι της, η γυναίκα τού άντρα που είχε σκοτώσει την αρκούδα ήρθε στο παράθυρο της και είπε: «Αγαπητή μου ηλικιωμένη γυναίκα εκεί μέσα, θα ήθελες να έχεις ένα μικρό αρκουδάκι;»
Και η ηλικιωμένη γυναίκα πήγε, το πήρε και το έφερε στο σπίτι της. Μετακίνησε τη δάδα της και έβαλε το μικρό αρκουδάκι, επειδή ήτανε παγωμένο, πάνω στο πλαίσιο στεγνώματος για να ξεπαγώσει. Ξαφνικά παρατήρησε ότι κινήθηκε λίγο και το κατέβασε κάτω για να το ζεστάνει. Κατόπιν έψησε λίγο λίπος, επειδή είχε ακούσει ότι οι αρκούδες ζούνε τρώγοντας λίπος, και έτσι κατόπιν το τάιζε: του έδινε να φάει λίπος και να πιει λιωμένο λίπος, και τη νύχτα ξάπλωνε δίπλα του.
Και μετά που είχε αρχίσει και ξάπλωνε δίπλα της τη νύχτα, μεγάλωσε πολύ γρήγορα, και άρχισε να μιλάει με ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι απόκτησε το μυαλό ενός ανθρώπου κι όταν ήθελε να ζητήσει τροφή από τη θετή του μητέρα ρουθούνιζε.
Η ηλικιωμένη γυναίκα πλέον δεν υπέφερε από έλλειψη παρουσίας και όσοι ζούσανε κοντά της φέρνανε φαγητό για το μικρό αρκουδάκι. Τα παιδιά ερχόντουσαν μερικές φορές να παίξουνε μαζί του, αλλά τότε η ηλικιωμένη γυναίκα τού έλεγε: «Μικρή αρκούδα, θυμήσου να μαζεύεις τα νύχια σου όταν παίζεις μαζί τους».
Το πρωί, τα παιδιά ερχόντουσαν στο παράθυρο και φώναζαν: «Μικρή αρκούδα, έλα έξω και παίξε μαζί μας, γιατί τώρα είναι η ώρα για να παίξουμε».
Κι όταν έβγαινε έξω για να παίξουν μαζί, έσπαγε τα καμάκια των παιδιών σε κομμάτια, αλλά κάθε φορά που ήθελε να σπρώξει κάποιο από τα παιδιά, πάντα έβαζε τα νύχια του σε θήκη. Στο τέλος όμως είχε δυναμώσει τόσο πολύ, που σχεδόν πάντα έκανε τα παιδιά να κλαίνε. Κι όταν δυνάμωσε τόσο πολύ, οι μεγάλοι αρχίσανε να παίζουνε μαζί της κι έτσι βοηθήσανε την ηλικιωμένη γυναίκα, κάνοντας την αρκούδα να δυναμώνει. Αλλά μετά από λίγο καιρό ούτε και οι ενήλικες άντρες τολμούσανε να παίξουνε μαζί της. Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμή της και τότε είπαν ο ένας στον άλλον: «Ας την πάρουμε μαζί μας όταν βγαίνουμε για κυνήγι. Μπορεί να μας βοηθήσει να βρίσκουμε φώκιες».
Κι έτσι μια μέρα με το χάραμα, φτάσανε στο παράθυρο τής ηλικιωμένης γυναίκας και φώναξαν: «Μικρή αρκούδα, έλα να κερδίσεις ένα μερίδιο από τα αλιεύματά μας• έλα μαζί μας για κυνήγι, αρκούδα».
Αλλά πριν βγει έξω η αρκούδα, ρουθούνισε την ηλικιωμένη γυναίκα. Και μετά έφυγε με τους άντρες.
Στο δρόμο, ένας από τους άντρες είπε: «Μικρή αρκούδα, πρέπει να προσέχεις να έχεις κόντρα τον άνεμο, γιατί αν δεν το κάνεις, το θήραμα θα σε μυρίσει και θα τρομάξει».
Μια μέρα, όταν είχαν βγει για κυνήγι και επιστρέφανε στον οικισμό, είπανε στην ηλικιωμένη γυναίκα: «Παραλίγο να σκοτωθεί από τους κυνηγούς από τον βορρά. Μόλις που καταφέραμε να τη σώσουμε ζωντανή. Για αυτό βάλε της κάποιο σημάδι από το οποίο θα μπορεί να αναγνωριστεί• ένα φαρδύ κολάρο από πλεγμένα κότσια γύρω από το λαιμό της».
Και έτσι η ηλικιωμένη θετή της μητέρα έφτιαξε ένα σημάδι για να το φοράει• ένα κολάρο από πλεγμένα κότσια, φαρδύ όσο η πετονιά καμακιού.
Και μετά από αυτό δεν απέτυχε ποτέ να πιάσει φώκια, και ήταν πιο δυνατή ακόμα κι απ’ τον πιο δυνατό κυνηγό, και δεν έμενε ποτέ στο σπίτι ακόμα και στις χειρότερες καιρικές συνθήκες. Επίσης, δεν ήταν μεγαλύτερη από μια συνηθισμένη αρκούδα. Όλοι οι άνθρωποι από τα άλλα χωριά την είχανε μάθει τώρα, και παρόλο που μερικές φορές φτάνανε κοντά στο να την πιάσουν, την αφήνανε πάντα μόλις βλέπανε το κολάρο της.
Αλλά τώρα οι άνθρωποι από το μακρινό Ανγμαγκσαλίκ https://en.wikipedia.org/wiki/Tasiilaq άκουσαν ότι υπήρχε μια αρκούδα που δεν μπορούσε να πιαστεί, και τότε ένας από αυτούς είπε: «Αν τη συναντήσω ποτέ, θα τη σκοτώσω».
Αλλά οι άλλοι είπαν: «Δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Η θετή μητέρα τής αρκούδας δεν θα τα καταφέρει χωρίς τη βοήθειά της. Αν τη συναντήσεις να μην τη βλάψεις, αλλά να την αφήσεις ήσυχη, μόλις δεις το σημάδι της».
Μια μέρα, όταν η αρκούδα γύρισε σπίτι, ως συνήθως από το κυνήγι, η ηλικιωμένη θετή της μητέρα, είπε: «Όποτε συναντάς ανθρώπους να τους φέρεσαι σα να είστε από το ίδιο είδος. Ποτέ να μην προσπαθήσεις να τους κάνεις κακό εκτός αν σου επιτεθούνε πρώτοι».
Και αυτή άκουσε τα λόγια τής θετής της μητέρας και έκανε όπως τής είχε πει.
Κι έτσι η ηλικιωμένη θετή μητέρα κράτησε την αρκούδα μαζί της. Το καλοκαίρι έβγαινε για κυνήγι στη θάλασσα και το χειμώνα στον πάγο και οι άλλοι κυνηγοί μάθανε τώρα να αναγνωρίζουνε τούς τρόπους της και παίρνανε μερίδιο από τα αλιεύματά της.
Κάποτε, κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας, η αρκούδα έλειπε για κυνήγι ως συνήθως και δεν γύρισε σπίτι παρά αργά το  βράδυ. Τότε ρουθούνισε τη θετή της μητέρα και πήδηξε πάνω στο παγκάκι, το οποίο βρισκότανε στη νότια πλευρά (του σπιτιού). Τότε η ηλικιωμένη θετή της μητέρα βγήκε από το σπίτι και βρήκε έξω το σώμα ενός νεκρού άνδρα, το οποίο η αρκούδα είχε σύρει μέχρι το σπίτι. Τότε, χωρίς να μπει ξανά μέσα, η ηλικιωμένη γυναίκα πήγε βιαστικά στο πλησιέστερο σπίτι και φώναξε στο παράθυρο: «Είστε όλοι σπίτι;»
«Γιατί;»
«Η μικρή αρκούδα γύρισε σπίτι με έναν νεκρό άντρα, που δεν τον γνωρίζω».
Όταν ξημέρωσε, βγήκαν έξω και είδαν ότι ήταν ο άντρας από το βορρά. Μπορούσανε να καταλάβουν ότι έτρεχε γρήγορα γιατί είχε βγάλει τις γούνες του και ήτανε με τα εσώρουχά του. Αργότερα άκουσαν ότι οι σύντροφοί του ήταν αυτοί που είχανε παροτρύνει την αρκούδα να αντισταθεί, επειδή την ενοχλούσε.
Πολύ καιρό μετά από αυτό, η ηλικιωμένη θετή μητέρα είπε στην αρκούδα: «Καλύτερα να μην μείνεις μαζί μου εδώ για πάντα. Θα σε σκοτώσουν αν το κάνεις και αυτό θα ήταν κρίμα. Καλύτερα να με αφήσεις».
Και έκλαιγε καθώς το έλεγε αυτό. Αλλά η αρκούδα κατέβασε το ρύγχος της κάτω στο πάτωμα και έκλαιγε. Τόσο πολύ έκλαιγε που λυπότανε και έφυγε μακριά της.
Μετά από αυτό, η θετή μητέρα έβγαινε κάθε πρωί μόλις ξημέρωνε, για να δει τον καιρό, και αν υπήρχε μόνο ένα σύννεφο τόσο μεγάλο όσο ένα χέρι στον ουρανό, δεν έλεγε τίποτα.
Αλλά ένα πρωί, όταν βγήκε έξω και δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο τόσο μεγάλο όσο ένα χέρι, μπήκε μέσα και είπε: «Μικρή αρκούδα, τώρα είναι καλύτερα να φύγεις• έχεις τις άλλες δικές σου αρκούδες μακριά εκεί έξω».
Όταν όμως η αρκούδα ήταν έτοιμη να ξεκινήσει, η ηλικιωμένη θετή της μητέρα, με πολύ κλάμα, βούτηξε τα χέρια της σε λάδι, τα άλειψε με καπνιά και χάιδεψε το πλευρό τής αρκούδας καθώς την αποχαιρετούσε, αλλά με τέτοιο τρόπο που η αρκούδα δεν μπορούσε να δει τι είχε κάνει. Η αρκούδα τη ρουθούνισε και έφυγε. Η ηλικιωμένη θετή μητέρα έκλαιγε όλη εκείνη τη μέρα, και οι συγχωριανοί της θρήνησαν και αυτοί για την απώλεια τής αρκούδας τους.
Λένε όμως πως μακριά στα βόρεια, όταν κυκλοφορούνε πολλές αρκούδες, μερικές φορές εμφανίζεται μια αρκούδα τόσο μεγάλη όσο ένα παγόβουνο, με μια μαύρη κηλίδα στο πλευρό της.
Εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία.


THE WOMAN WHO HAD A BEAR AS A FOSTER-SON 

There was once an old woman living in a place where others lived. She lived nearest the shore, and when those who lived in houses up above had been out hunting, they gave her both meat and blubber. 
And once they were out hunting as usual, and now and again they got a bear, so that they frequently ate bear's meat. And they came home with a whole bear. The old woman received a piece from the ribs as her share, and took it home to her house. After she had come home to her house, the wife of the man who had killed the bear came to the window and said: “Dear little old woman in there, would you like to have a bear's cub?" 
And the old woman went and fetched it, and brought it into her house, shifted her lamp, and placed the cub, because it was frozen, up on to the drying frame to thaw. Suddenly she noticed that it moved a little, and took it down to warm it. Then she roasted some blubber, for she had heard that bears lived on blubber, and in this way she fed it from that time onwards, giving it greaves to eat and melted blubber to drink, and it lay beside her at night. 
And after it had begun to lie beside her at night it grew very fast, and she began to talk to it in human speech, and thus it gained the mind of a human being, and when it wished to ask its foster-mother for food, it would sniff. 
The old woman now no longer suffered want, and those living near brought her food for the cub. The children came sometimes to play with it, but then the old woman would say: "Little bear, remember to sheathe your claws when you play with them." 
In the morning, the children would come to the window and call in: "Little bear, come out and play with us, for now we are going to play." 
And when they went out to play together, it would break the children's toy harpoons to pieces, but whenever it wanted to give any one of the children a push, it would always sheathe its claws. But at last it grew so strong, that it nearly always made the children cry. And when it had grown so strong the grown-up people began to play with it, and they helped the old woman in this way, in making the bear grow stronger. But after a time not even grown men dared play with it, so great was its strength, and then they said to one another: "Let us take it with us when we go out hunting. It may help us to find seal." 
And so one day in the dawn, they came to the old woman's window and cried: "Little bear, come and earn a share of our catch; come out hunting with us, bear." 
But before the bear went out, it sniffed at the old woman. And then it went out with the men. 
On the way, one of the men said: "Little bear, you must keep down wind, for if you do not so, the game 
will scent you, and take fright." 
One day when they had been out hunting and were returning home, they called in to the old woman: "It was very nearly killed by the hunters from the northward; we hardly managed to save it alive. Give therefore some mark by which it may be known; a broad collar of plaited sinews about its neck." 
And so the old foster-mother made a mark for it to wear; a collar of plaited sinews, as broad as a harpoon line. 
And after that it never failed to catch seal, and was stronger even than the strongest of hunters, and never stayed at home even in the worst of all weather. Also it was not bigger than an ordinary bear. All the people in the other villages knew it now, and although they sometimes came near to catching it, they would always let it go as soon as they saw its collar. 
But now the people from beyond Angmagssalik heard that there was a bear which could not be caught, and then one of them said: "If ever I see it, I will kill it."
But the others said: "You must not do that; the bear's foster-mother could ill manage without its help. If you see it, do not harm it, but leave it alone, as soon as you see its mark." 
One day when the bear came home as usual from hunting, the old foster-mother said: "Whenever you meet with men, treat them as if you were of one kin with them; never seek to harm them unless they first attack." 
And it heard the foster-mother's words and did as she had said. 
And thus the old foster-mother kept the bear with her. In the summer it went out hunting in the sea, and in winter on the ice, and the other hunters now learned to know its ways, and received shares of its catch. 
Once during a storm the bear was away hunting as usual, and did not come home until evening. Then it sniffed at its foster-mother and sprang up on to the bench, where its place was on the southern side. Then the old foster-mother went out of the house, and found outside the body of a dead man, which the bear had hauled home. Then without going in again, the old woman went hurrying to the nearest house, and cried at the window: "Are you all at home?" 
"Why?" 
"The little bear has come home with a dead man, one whom I do not know." 
When it grew light, they went out and saw that it was the man from the north, and they could see he had been running fast, for he had drawn off his furs, and was in his underbreeches. Afterwards they heard that it was his comrades who had urged the bear to resistance, because he would not leave it alone. 
A long time after this had happened, the old foster-mother said to the bear: "You had better not stay with me here always; you will be killed if you do, and that would be a pity. You had better leave me." 
And she wept as she said this. But the bear thrust its muzzle right down to the floor and wept, so greatly did it grieve to go away from her. 
After this, the foster-mother went out every morning as soon as dawn appeared, to look at the weather, and if there were but a cloud as big as one's hand in the sky, she said nothing. 
But one morning when she went out, there was not even a cloud as big as a hand, and so she came in and said: "Little bear, now you had better go; you have your own kin far away out there." 
But when the bear was ready to set out, the old foster-mother, weeping very much, dipped her hands in oil and smeared them with soot, and stroked the bear's side as it took leave of her, but in such manner that it could not see what she was doing. The bear sniffed at her and went away. But the old foster-mother wept all through that day, and her fellows in the place mourned also for the loss of their bear. 
But men say that far to the north, when many bears are abroad, there will sometimes come a bear as big as an iceberg, with a black spot on its side. 
Here ends this story.


Πηγή: gutenberg.org. 


22 Απριλίου 2026

[στον Υμηττό, 21.04.2026]

Τέλη Απρίλη και λίγες εικόνες από τη διαδρομή την οποία ακολούθησα στον Υμηττό, στις δυτικές πλαγιές του, με την πολύ του Άνοιξη, σε μια περιοχή οικεία, από την οποία έχουνε παρουσιαστεί κατ’ επανάληψη εικόνες στο παρόν ιστολόγιο.
Η διαδρομή έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:


























Ξεκίνησα από το χώρο πάρκινγκ, μπροστά  στην Μονή Καρέα, και πήρα το μονοπάτι προς το Μνημείο Μιχαηλίδη*. Στα 650 περίπου μ. υψ. στο σημείο που το μονοπάτι στρέφεται ανατολικά ακολούθησα ένα ασαφές, αλλά με κούκους, μονοπάτι, που συνεχίζει νότια το αρχικό μέχρι το πέτρινο μπιβουάκ, που βρίσκεται στο μονοπάτι που κατεβαίνει από το εικονοστάσι Μεταμόρφωση Σωτήρα* παράλληλα στο ρέμα Σάριζα προς την περιοχή Δελφοί* (σ.σ. στον ανωτέρω χάρτη η περιοχή που διασχίζει το υπόψη μονοπάτι έχει σημειωθεί με λευκή έλλειψη)



     
















Από εκεί συνέχισα προς το Μνημείο Μιχαηλίδη…























…και επέστρεψα κατεβαίνοντας το κίτρινο (19β) κακοτράχαλο μονοπάτι και αφού πέρασα πάνω από την προεξοχή βράχου, πάνω από τη Σπηλιά Μπίμπεση*, και το αρχαίο λατομείο Γούβα*, δίπλα στο οποίο υπάρχει παλιά στρούγκα,…






















…συνέχισα στον κάτω χωματόδρομο.           


*
Μνημείο Μιχαηλίδη – Σπήλαιο Μπίμπεση  

Δελφοί – Εικονοστάσι Μεταμόρφωση Σωτήρα

Αρχαίο λατομείο Γούβα

21 Απριλίου 2026

[στου Φιλοπάππου, 19.04.2026]

Εικόνες από αρχαίες λατρευτικές κόγχες, σμιλευμένες σε βράχο, έχουνε παρουσιαστεί παλαιότερα στο παρόν ιστολόγιο αφού ο λόφος Φιλοπάππου αφενός είναι από τα πλέον αγαπημένα μου και οικεία μέρη αφετέρου ένας τόπος υπερπλήρης ιστορίας και μύθων, που έχει σε κάθε του εκατοστό κάτι να σου δείξει.
Μπαίνοντας από την είσοδό του, στο νοτιοδυτικό άκρο τής αρχαίας οδού Κοίλης, στα 120 περίπου μ., δεξιά στο βράχο υπάρχει μια λατρευτική (αναθηματική) αρχαία κόγχη, η οποία ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες τού λόφου γιατί έχει μια ξεχωριστή επιμέλεια στη σμίλευσή της:
-βρίσκεται και μάλιστα μόνη σε βράχο, του οποίου ολόκληρο το μέτωπό έχει σμιλευτεί ώστε να σχηματίζεται επίπεδη κάθετη επιφάνεια,
-μπροστά υπάρχει επίπεδα διαμορφωμένο πλάτωμα, στο οποίο θα μπορούσανε να συγκεντρωθούν αρκετοί άνθρωποι,
-δυτικά τού βράχου υπάρχει σμιλευμένη κλίμακα, η οποία οδηγεί σε επίπεδο χώρο ακριβώς από πάνω, στον οποίο είναι λογικό να υποτεθεί πως ίσως βρισκότανε κάποια άλλη κατασκευή σχετική με τη λατρευτική κόγχη,
-ανατολικά υπάρχει μικρή τάφρος όρυγμα, που ίσως να είχε κάποια σχέση με τη λατρευτική κόγχη (π.χ. να επρόκειτο για τάφο ή μια μικρή αποθήκη) 
-το περίγραμμά της εξέχει κάτι που δείχνει πως θα επρόκειτο για κάτι σημαντικό
-το μέσο της έχει σμιλευτεί περαιτέρω, ώστε εκεί να τοποθετούνταν τα λατρευτικά αναθήματα και όχι στο κάτω μέρος της.  






20 Απριλίου 2026

Τάνκα

με άδειο βλέμμα 
το πρωί στην πλατεία
στέκουν οι γέροι

ως αδειάζει το χωριό
σιγά απ’ τη σειρά τους

19 Απριλίου 2026

[στον Ίταμο Δίρφυος και στο εκκλησάκι Αγ. Κυριακής στα Καμπιά Ευβοίας, 18.04.2026]

Η διαδρομή την οποία επιχειρήσαμε, στη Δίρφυ Ευβοίας, το πρωινό τού Σαββάτου 08 Απρίλη 2026, ξεκινώντας από το Καταφύγιο Αγάλης με σκοπό να ανεβούμε στην κορυφή Δέλφι έμεινε ανολοκλήρωτη, αλλά αποτέλεσε μια επιβεβαίωση αφενός τής παροιμιώδους φράσης «τον πήρε και τον σήκωσε» αφετέρου τού αρχαίου ρητού «ουδέν κακόν αμιγές καλού».
Μπορεί ο πρωινός ουρανός να ήτανε γαλανός, με ελάχιστα σύννεφα (να τρέχουνε δαιμονισμένα), αλλά τελικά ο Θεός Αίολος δεν είχε δώσει την έγκρισή του.
Ανεβαίνοντας το μονοπάτι (σ.σ. αυτό που δεν έχει σήμανση), από τον ασφαλτόδρομο, το οποίο ξεκινά στα 350 μ. πριν το Καταφύγιο Αγάλης, ο καιρός δεν έδειχνε καθαρά τις ταχύτητες των ανέμων στην επικλινή κορυφογραμμή Ίταμος.
Φτάνοντας εκεί, στην αρχή τού Ίταμου, στο διάσελο μεταξύ των ορεινών όγκων Πορτίτσες (βόρεια - βορειοδυτικά) και της Δίρφυος (νότια - νοτιοανατολικά), στα 1.120 περίπου μ. υψ., οι άνεμοι, με ριπές, ήτανε τέτοιοι που κανονικά θα έπρεπε να γυρίσουμε από εκεί πίσω. Στην ουσία ο άνεμος κυριολεκτικά σε έπαιρνε, ιδίως όταν βηματίζοντας το ένα πόδι δεν πατούσε κάτω, και προχωρούσαμε ελαφρά σκυφτοί με μικρά βήματα, όχι απόλυτα υπό έλεγχο. Συνεχίσαμε ελπίζοντας ότι φεύγοντας από το διάσελο οι άνεμοι θα είχαν λιγότερη ένταση, κάτι που κάποιες φορές το βλέπουμε, αλλά εν προκειμένω δεν ίσχυσε. Λίγο μετά, στα 1.228 περίπου μ. υψ. αποφασίσαμε να γυρίσουμε (σ.σ. το κατέβασμα είναι πιο προβληματικό σε αυτές τις συνθήκες) διότι ακόμα και αν φτάναμε επάνω σε δυσανάλογα μεγαλύτερο χρόνο από όσο υπολογίζαμε, μετά, στο κατέβασμα, η πιθανότητα ατυχήματος θα άγγιζε τη βεβαιότητα. Κατεβαίνοντας αφήσαμε τον Ίταμο, λίγο νοτιότερα από όταν ανεβαίναμε, ακολουθώντας το σηματοδοτημένο αυτή τη φορά μονοπάτι που βγαίνει στο Καταφύγιο Αγάλης.
Η διαδρομή που ακολουθήσαμε έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:






















Ακολουθούν εικόνες από

-τη διαδρομή μέχρι τον Ίταμο:





















-τον Ίταμο μέχρι το σημείο που σταματήσαμε:









































-το μονοπάτι που κατεβήκαμε (από τον Ίταμο): 






















Γυρίζοντας, αρκετά νωρίτερα από όσο είχαμε προϋπολογίσει, ο Χρήστος Καραμήτσος πρότεινε να πάμε οδικώς, όπως και έγινε, στο εκκλησάκι Αγ. Κυριακής, κοντά στο χωριό Καμπιά, το οποίο έχει χτιστεί σε σπηλιά, δίπλα στο ποτάμι – ρέμα «Παλιόμυλος», το οποίο αυτήν την εποχή από τα χιόνια που λιώνουνε κατεβάζει πολύ νερό ενώ τροφοδοτείται και από πηγές – μάλιστα από κάτω από το εκκλησάκι Αγ. Κυριακής πηγάζει νερό που πέφτει στο εν λόγω ποτάμι.
Οι εικόνες είναι εντυπωσιακές ενώ πίσω από το Ιερό υπάρχει σπηλιά, στην οποία μπαίνει κανείς σκυφτός κατεβαίνοντας 3-4 σκαλάκια.




































Από εκεί ακολουθήσαμε ένα σύντομο μονοπάτι (απαιτεί προσοχή γιατί είναι γλιστερό και σε κάποια σημεία σχηματίζει σκαλοπάτια που ξεπερνούνε το ένα μέτρο ύψος) δίπλα στο οποίο υπάρχει παλιός υδραύλακας, ο οποίος μάλιστα περνούσε από διαμπερές κοίλωμα…





























…και οδηγούσε σε έναν παλιό νερόμυλο, από τον οποίο διακρίνονται ερείπια μες σε οργιώδη βλάστηση πλατάνων κ.λπ. δέντρων και φυτών.