Το παρόν είναι το 1ο μέρος (από τα τέσσερα, όπως εκτιμώ, συνολικά, τα οποία θα αναρτώνται σταδιακά) από την απόδοση, στα ελληνικά, του εξαιρετικού δοκιμίου τού Alexander B. Joy, με τίτλο: «Aesthetics of Discipline» και υπότιτλο «Tranströmer’s Prison Haiku», το οποίο έχει δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα τού «The Haiku Foundation»:
Δημοσιεύεται κατόπιν άδειας τού συγγραφέα, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα για την τιμή και την άδεια όπως και το «The Haiku Foundation» για τη θετική αποδοχή τού αιτήματος και τη μεσολάβηση.
Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι πρώτες απόπειρες τού Tomas Tranströmer στη φόρμα τού χαϊκού εμφανίζονται το 1959, στη σειρά εννέα ποιημάτων χαϊκού με τίτλο «Fangelse» (Φυλακή). Σε αυτά τα μικρά ποιήματα, ο Tranströmer παρατηρεί τούς τροφίμους τού Κέντρου Κράτησης Νέων Hällby, καταγράφοντας την καθημερινότητα τους στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιεί αυτές τις στιγμιαίες ματιές στις καθημερινές όψεις τού εγκλεισμού τους για να ασκήσει δριμεία κριτική στο σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα. Αξιοποιώντας τη φόρμα τού χαϊκού, και την ευεργετική πειθαρχία που αυτή συνεπάγεται, ο Tranströmer, αντιπαραβάλει την έντονη αντίθεση τής καταστροφικής πειθαρχίας των μηχανισμών σωφρονισμού, αμφισβητώντας τον ρόλο τού σωφρονιστικού συστήματος στη σύγχρονη κοινωνία. Αντιπαραθέτοντας την προσέγγιση τού Tranströmer με την ανάλυση τού Foucault, για τη σύγχρονη φυλακή, το παρόν δοκίμιο αναλύει τα ποιήματα τής εν λόγω ποιητικής συλλογής, διαυγάζοντας την κριτική η οποία εμπεριέχεται σε καθένα από αυτά και αναδεικνύοντας την αισθητική τού χαϊκού, η οποία καθιστά δυνατή την άσκηση αυτής τής κριτικής.
---
Ασφαλώς αποτελεί θετικό οιωνό για το ακαδημαϊκό και ποιητικό κύρος τού χαϊκού το γεγονός ότι ο Σουηδός ποιητής Tomas Tranströmer, κάτοχος τού βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας τού 2011, ο οποίος είναι ο πιο πρόσφατος ποιητής που τιμήθηκε με αυτήν την κορυφαία λογοτεχνική διάκριση, έχει καταπιαστεί κατ’ επανάληψη με τη φόρμα τού χαϊκού. Ο Tranströmer εξερευνά αυτή τη σύντομη ποιητική μορφή στις συλλογές του «Sorgegondolen» (Η Θλιμμένη Γόνδολα, 1996) και «Den Stora Gåtan» (Το Μεγάλο Αίνιγμα, 2004), ενσωματώνοντας σειρές από αυτά τα μικρά ποιήματα ανάμεσα στα εκτενέστερα έργα του, για τα οποία είναι αδιαμφισβήτητα περισσότερο γνωστός. Επιπλέον, ο Tranströmer, έχει δημιουργήσει μια συλλογή, η οποία περιλαμβάνει αποκλειστικά χαϊκού: τη σειρά εννέα ποιημάτων με τίτλο «Fängelse» (Φυλακή), η οποία, αν και εκδόθηκε το 2011, γράφτηκε το 1959 κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε έναν φίλο και συνάδελφο ψυχολόγο ο οποίος εργαζότανε στο Κέντρο Κράτησης Νέων Hällby [Σημ. Ο ίδιος ο Tranströmer εργάστηκε επίσης με νέους που αντιμετωπίζανε προβλήματα, αναλαμβάνοντας θέση ψυχολόγου στο κέντρο κράτησης νέων Roxtuna το 1960]. Τα χαϊκού αυτής τής τελευταίας σειράς αποτελούνε το αντικείμενο τής παρούσας μελέτης. Υποστηρίζω ότι τα χαϊκού τής συλλογής «Φυλακή» του Tranströmer εμπεριέχουν ισχυρή κριτική τού σωφρονιστικού συστήματος και ότι η αποτελεσματικότητα αυτής τής κριτικής συνδέεται με τις αισθητικές και φιλοσοφικές ρίζες τής φόρμας τού χαϊκού. Η αισθητική τού χαϊκού διέπεται από την αρχή τής πειθαρχίας και όταν χρησιμοποιείται για να εξετάσει μια άλλη μορφή πειθαρχίας αποκαλύπτει – εκθέτει τα ελαττώματα τού αντικειμένου τής κριτικής της.
Όπως αρμόζει σε έναν ποιητή το συγκεντρωτικό έργο τού οποίου φέρει τον τίτλο «Το Μεγάλο Αίνιγμα», η κριτική προσέγγιση των χαϊκού τού Tranströmer χαρακτηρίζεται είτε από σάστισμα είτε από παραγνώριση. Η Joanna Bankier, στο λήμμα για τον Tranströmer, «Dictionary of Literary Biography» (2002) αναφέρει τα χαϊκού του μόλις μία φορά και αυτό μονάχα για να επισημάνει την αυξανόμενη τάση του να γράφει μικρότερα, ως προς τον αριθμό λέξεων, ποιήματα μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 1990. Ο Anatoly Kudryavitsky, στο έργο του «Tranströmer and his haikudikter» (2007), θεωρεί τα έργα τού Tranströmer ως «ένα πείραμα πάνω στο χαϊκού». Αν και ο Kudryavitsky, στο δοκίμιό του, έχει μια κατά βάση ευνοϊκή προσέγγιση στα σύντομα ποιήματα τού Tranströmer, με αυτή τη φράση τα υποβιβάζει σε κάτι που δεν είναι ακριβώς χαϊκού. Ο Robin Fulton, ο οποίος μετέφρασε το έργο τού Tranströmer στα αγγλικά, προσεγγίζει τα χαϊκού του με παρόμοια επιφύλαξη. Στην εισαγωγή τής συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων τού Tranströmer, ο Fulton γράφει: «Δεν έχω ιδέα, αν ένας Ιάπωνας δάσκαλος τού χαϊκού θα ένιωθε ότι μοιράζεται το ίδιο πνεύμα με αυτό που διέπει αυτά τα σουηδικά δείγματα τής εν λόγω φόρμας. Προτιμώ να τα θεωρώ απλώς ως μια σειρά ποιημάτων με συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών (των οποίων τον αριθμό συλλαβών έχω διατηρήσει στη μετάφραση), τα οποία διαθέτουνε μια ικανότητα να εκπλήσσουνε και να προβληματίζουν, υπερβαίνοντας κατά πολύ ό,τι θα περίμενε κανείς από τις μικροσκοπικές τους διαστάσεις». Και εδώ, επίσης, διαφαίνεται μια κριτική στάση απέναντι στα τρίστιχα ποιήματα τού Tranströmer, η οποία δυσανασχετεί στην ιδέα να χαρακτηριστούν ως χαϊκού. Πώς λοιπόν, πρέπει να τα διαβάζουμε; Πρόκειται όντως για χαϊκού με την παραδοσιακή αισθητική έννοια τού Ζεν ή μήπως για κάτι διαφορετικό;
Προτείνω, τα χαϊκού του Tranströmer, να διαβαστούν ως έχουν: στις ρίζες, ως ένα σημείο, αυτού τού ποιητικού είδους: στη φιλοσοφία Ζεν. Ο ποιητής χρωματίζει τα χαϊκού του με έντονες ψυχολογικές διαστάσεις, οι οποίες αρχικά ίσως φαντάζουν αντίθετες προς τη συνείδηση Ζεν, την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί το χαϊκού. Υποστηρίζω, ωστόσο, ότι η ψυχολογική προσέγγιση τού Tranströmer στο χαϊκού λειτουργεί ακριβώς λόγω τής επίγνωσης και της αξιοποίησης των παραδοσιακών τεχνικών τού είδους, κεφαλαιοποιώντας τούς αυστηρούς μετρικούς περιορισμούς, τους οποίους αυτό επιβάλλει. Η μέθοδος του Tranströmer γίνεται ίσως πιο εμφανής στη συλλογή του με χαϊκού: «Φυλακή», όπου αντιπαραθέτει δημιουργικά δύο είδη πειθαρχίας: την αυστηρή καθημερινότητα στο διαλογισμό Ζεν και τους περιοριστικούς κανόνες τού σύγχρονου σωφρονιστικού συστήματος. Ο Tranströmer χρησιμοποιεί τη φόρμα τού χαϊκού ειρωνικά, επιστρατεύει την αισθητική τής πειθαρχίας Ζεν για να δομήσει το προφίλ των μηχανισμών τής φυλακής αναδεικνύοντας πώς το σωφρονιστικό σύστημα φαίνεται να στρεβλώνει τη στοχαστική στάση, την οποία προάγει η αισθητική τού Ζεν. Συνεπώς, η ενότητα των χαϊκού τού Tranströmer, «Φυλακή», υιοθετεί μια κριτική στάση, επιπλήττοντας ένα σωφρονιστικό σύστημα – μηχανισμό, το οποίο μοιάζει περισσότερο επιζήμιο παρά ευεργετικό.
Προτού εμβαθύνουμε στην κριτική τού Tranströmer για το σωφρονιστικό σύστημα, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι το σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα διαφέρει σημαντικά από εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Ηνωμένου Βασιλείου – καθώς και από την εικόνα τής φυλακής, όπως παρουσιάζεται σε τηλεοπτικές σειρές όπως το «Oz» ή το «Orange Is the New Black». Ενώ στις φυλακές των ΗΠΑ παρατηρείται υπερπληθυσμός και φαίνεται να κατασκευάζονται συνεχώς νέες εγκαταστάσεις, στη Σουηδία ο αριθμός των φυλακών στην πραγματικότητα μειώνεται. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «The Guardian», το 2013, ο Richard Orange αναφέρει ότι ο συνολικός πληθυσμός των φυλακισμένων, στη Σουηδία, μειώθηκε κατά 6% μεταξύ 2011 και 2012, με παρόμοια μείωση να αναμένεται και τα επόμενα χρόνια• ως εκ τούτου, η Σουηδία σχεδιάζει να κλείσει – ή έχει ήδη κλείσει – τέσσερις από τις φυλακές της. Αυτή η δραστική μείωση τού αριθμού των εγκλείστων στη Σουηδία πιθανότατα συνδέεται με την κουλτούρα που περιβάλλει το σωφρονιστικό σύστημα. Για να το πούμε ωμά, οι Σουηδοί έχουνε διαφορετική – και πολύ πιο ήπια – στάση απέναντι στις φυλακές και τους κρατούμενους συγκριτικά με τους Αμερικανούς ή τους Βρετανούς. Ο Doran Larson συνοψίζει εύστοχα τη σουηδική πολιτική σχετικά με το έγκλημα και την τιμωρία σε ένα άρθρο τού 2013, για το περιοδικό «The Atlantic»:
Σε ολόκληρη τη Σκανδιναβία, η πολιτική για την ποινική δικαιοσύνη σπάνια αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι αποφάσεις σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές επαφίενται σε επαγγελματίες τού κλάδου, οι οποίοι συνήθως είναι αναγνωρισμένοι εγκληματολόγοι που συνεργάζονται στενά με ακαδημαϊκούς. Στηρίζοντας το φράγμα ανάμεσα στο λαϊκισμό και την πολιτική σωφρονισμού και τα απτά αποτελέσματα, τα μέσα ενημέρωσης δεν μεγαλοποιούνε τα εγκλήματα – αν επιλέξουνε καν να τα προβάλουν. Και όλα αυτά συμβαίνουνε σε χώρες με μακρά παράδοση πολιτικής συναίνεσης, σχετικά μικρούς και ομοιογενείς πληθυσμούς και τα κορυφαία δίκτυα κοινωνικών υπηρεσιών παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης τής δημόσιας εκπαίδευσης.
Ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η ποινική δικαιοσύνη εξαρτάται από τα καπρίτσια των πολιτικών και των ψηφοφόρων τους, στη Σουηδία και τις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες τα ζητήματα κράτησης και συμμόρφωσης αφήνονται σε πιο εξειδικευμένα άτομα. Πράγματι, η σουηδική κουλτούρα δεν προσφέρει στους πολιτικούς την ευκαιρία να εκμεταλλευτούνε πολιτικά τα θέματα εγκληματικότητας και τιμωρίας, καθόσον αυτά καταλαμβάνουνε πολύ μικρότερο μέρος τής δημόσιας συνείδησης – τα ΜΜΕ αποφεύγουνε τον εντυπωσιασμό και εμποδίζουνε τούς εγκληματίες να μετατραπούνε σε διασημότητες ή μπαμπούλες όπως συνηθίζεται στις ΗΠΑ, μειώνοντας έτσι το πολιτικό όφελος το οποίο θα προέκυπτε από την υποστήριξη υιοθέτησης αυστηρότερων ποινών. Βοηθάει επίσης το γεγονός ότι η Σουηδία δεν έχει βιώσει την ιστορία φυλετικών εντάσεων, καθιερωμένης – θεσμοθετημένης ανισότητας και ακραίου πολιτικού διχασμού, τα οποία συναντάμε στις ΗΠΑ. Είναι σαφώς ευκολότερο να οικοδομηθεί ένα λειτουργικό σύστημα δικαιοσύνης όταν οι καθημερινές συστημικές αδικίες έχουνε σε μεγάλο βαθμό επιλυθεί από τον κοινωνικό ιστό τής χώρας.
Παρά τις προόδους του, ωστόσο, το σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα εξακολουθεί να έχει τη σκοτεινή του πλευρά. Κατ’ αρχάς, όπως παρατηρεί ο Larson, τα ζητήματα τής ποινικής δικαιοσύνης δεν αποτελούνε μέρος τού δημόσιου διαλόγου. Αν και το αποτέλεσμα είναι ένα λιγότερο ευμετάβλητο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, αυτό γίνεται σε βάρος τής δημόσιας συζήτησης για το σύστημα. Συζητήσεις για τις φυλακές δεν γίνονται παρά μόνο από όσους διαθέτουνε τα κατάλληλα προσόντα, τα οποία συχνά καθορίζονται από την κατοχή πτυχίου το οποίο χορηγείται από ίδρυμα εγκεκριμένο από το κράτος – αδιαφορώντας για το γεγονός ότι το ίδιο αυτό κράτος ελέγχει και τις φυλακές! Το αν αυτή η σχέση συνιστά πραγματική σύγκρουση συμφερόντων υπερβαίνει κατά πολύ το πλαίσιο τού δοκιμίου μου.
συνεχίζεται




