01 Νοεμβρίου 2026

[στον Ι.Ν. Αγ. Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, 30.10.2026]

Στο παρόν ακολουθούνε λίγες εικόνες από τον Ι.Ν. Αγ. Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, o οποίος το 1988 ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς τής UNESCO. Στη Θεσσαλονίκη βρέθηκα οικογενειακά για μόλις 24 ώρες και ήταν από τα Μνημεία τής πόλης που προλάβαμε να επισκεφτούμε. Ως θρησκευτικός αλλά και ως αρχαιολογικός χώρος έχει μεγάλη επισκεψιμότητα οπότε η λήψη εικόνων μόνο εύκολη υπόθεση δεν ήταν.

Λίγα επιγραμματικά πληροφοριακά στοιχεία για το Ναό:
Βρίσκεται στη θέση, στην οποία επί ρωμαϊκής κυριαρχίας βρισκόντουσαν λουτρά. Σύμφωνα με την κυρίαρχη στον ελλαδικό χώρο θρησκευτική παράδοση μαρτύρησε σε ηλικία 26 ετών, το 306, την εποχή που ρωμαίος Αύγουστος τής Ανατολής ήταν ο Γαλέριος Βαλέριος Μαξιμιανός. Ο Δημήτριος (ανακηρύχτηκε άγιος τον 13ο αι.) ήτανε γόνος αριστοκρατικής οικογένειας και έφτασε στο αξίωμα τού χιλίαρχου στην ηλικία των 22 ετών. Βαφτίστηκε χριστιανός και με εντολή τού Μαξιμιανού βασανίστηκε και εκτελέστηκε με λογχισμό.
[Παρένθεση.: Πολλοί ιστορικοί, ακολουθώντας την υπόθεση τού ιησουίτη Βέλγου Hippolyte Delehaye, 1859-1941, θεωρούν ότι δεν υπήρξε Δημήτριος που μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη, αλλά η λατρεία του προέρχεται από τη ρωμαϊκή πόλη Sirmium, που σήμερα βρίσκεται στη Σερβία, και από εκεί εξαπλώθηκε νότια, στα μέσα τού 4ου αι. Τον επόμενο αιώνα, το 441, το Sirmium, που ήτανε το κέντρο λατρείας τού Δημήτριου, αλώθηκε από τους Ούννους και η έδρα τής επαρχίας Ιλλυρικού μεταφέρθηκε από εκεί στη Θεσσαλονίκη. Στις 26 Οκτώβρη τού 441 ή τού 442 μεταφερθήκανε στη Θεσσαλονίκη τα λείψανα τού Δημητρίου.]
Μετά το Διάταγμα των Μεδιολάνων τού 313, στη θέση που μαρτύρησε χτίστηκε προσκυνητάρι και το 412-3 η πρώτη τρίκλιτη βασιλική προς τιμή του.
Γύρω στο 630 κάηκε και στη θέση της χτίστηκε πεντάκλιτη βασιλική.
Το 904 λεηλατήθηκε από τους Σαρακηνούς ενώ μετά την άλωσή της από τους Νορμανδούς, το 1185, το σκήνωμα τού Δημητρίου μεταφέρθηκε στο μοναστήρι τού Αγ. Λαυρεντίου τού Κάμπο στη Βόρεια Ιταλία.
Το 13 αι. ο ναός επισκευάστηκε και ανακαινίστηκε ενώ το 1492-3 μετατράπηκε σε Τζαμί (το Κασιμιέ Τζαμί).
Με την απελευθέρωση τής Θεσσαλονίκης, το 1912, έγινε πάλι χριστιανικός ναός προς τιμή τού Αγ. Δημητρίου.
Το 1917, στη μεγάλη πυρκαγιά, καταστράφηκε ολοσχερώς και αναστηλώθηκε στη μορφή πριν την πυρκαγιά από τον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο και τους συνεργάτες του, με βάση όλα τα διαθέσιμα μέσα που είχαν: σημειώσεις, σχέδια και φωτογραφίες. Οι εργασίες ολοκληρωθήκανε το 1948 και τα εγκαίνια τού ναού γίνανε στις 26 Οκτώβρη 1949.
Το 1978, τα λείψανα τού Αγ. Δημητρίου επιστρέψανε από το μοναστήρι Αγ. Λαυρεντίου και τοποθετηθήκανε σε αργυρή λάρνακα στο χώρο τού ναού.

Όσον αφορά την περιγραφή τού ναού, στην ιστοσελίδα  el.wikipedia.org (βλέπε και ανωτέρω: το πρώτο link), διαβάζουμε:

Ο ναός είναι ένα ξυλόστεγο κτίσμα, χωρίς θόλο, με διαστάσεις κάτοψης 43,58 μ. μήκος και 33 μ. πλάτος.

Η ύπαρξη αιθρίου παραμένει άγνωστη. Η είσοδος στο νάρθηκα γίνεται από δύο θύρες στο δυτικό τοίχο του ναού, που αντιστοιχούν στα εσωτερικά πλάγια (βόρειο και νότιο κλίτος), ενώ θύρες εισόδου υπάρχουν και στο βόρειο και νότιο τοίχο της βασιλικής. Από το στενό νάρθηκα που είναι μικρότερος από το ναό (το νότιο κλίτος χρησιμεύει σαν κλιμακοστάσιο), περνώντας από το τρίβηλο μπαίνουμε στον κυρίως ναό. Το τρίβηλο είναι ένα άνοιγμα στο κέντρο του νάρθηκα και σχηματίζεται από δύο κίονες από πράσινο θεσσαλικό μάρμαρο.

Εσωτερικά χωρίζεται με τέσσερις σειρές μαρμάρινων κιονοστοιχιών σε πέντε κλίτη, ενώ ένα έκτο κλίτος διαμορφώνεται κάθετα στα προηγούμενα, όπου βρίσκονται η Αγία Τράπεζα και το Ιερό. Το μεσαίο κλίτος, πιο πλατύ από τα άλλα τέσσερα, υπερυψώνεται και κυριαρχεί σαν όγκος, ενώ τα πλάγια στεγάζονται κλιμακωτά με στέγες δίνοντας τη δυνατότητα να δημιουργηθούν πολύκλιτα παράθυρα στους πλάγιους τοίχους (μονόβολα, δίβολα και πολύβολα). Στο μεγαλύτερο μέρος του ναού, ιδιαίτερα στα κατώτατα τμήματα, διατηρείται η παλιά τοιχοποιία διαμορφωμένη από ανισόδομη αργολιθοδομή και πλινθοδομές που ακολουθούν τα τόξα των ανοιγμάτων, παραθύρων ή θυρών.

Τάφος του Λουκά Σπαντούνη
Στη βορειοδυτική γωνία του κεντρικού κλίτους και ανάμεσα στον πεσσό και τον πρώτο κίονα της κιονοστοιχίας σώζεται μνημειακός τάφος, κατασκευασμένος με χαρακτηριστικά της ιταλικής αναγέννησης, πιθανότατα στην Ιταλία. Είναι ο τάφος του Λουκά Σπαντούνη (ή Σπανδωνή), άρχοντα της Θεσσαλονίκης, που τάφηκε στην εκκλησία στα 1481. Είναι στολισμένος με λουλούδια και υπάρχει επιγραφή με εικοσιδύο ελληνικούς ιαμβικούς στίχους προς τιμήν του.

Γλυπτός διάκοσμος
Ο μαρμάρινος διάκοσμος του ναού αποτελείται από την ορθομαρμάρωση, τα θωράκια, τους κίονες, τα κιονόκρανα, το κιβώριο, το τέμπλο, τους αμφικίονες των παραθύρων και τους κοσμήτες.

Ορθομαρμάρωση
Στο ναό υπάρχει μόνο στο κεντρικό κλίτος και στο νάρθηκα (είναι του 5ου αι.). Αποτελείται από τέσσερις πλάκες σκυριανού μαρμάρου, που βρίσκονται στον ανατολικό τοίχο, νότια από το τρίβηλο, τοποθετημένες με τέτοιον τρόπο, ώστε οι φλεβώσεις τους να σχηματίζουν άνθρωπο σε δέηση.

Κίονες
Οι κίονες επιστέφονται με θεοδοσιανά κιονόκρανα (προέρχονται από παλαιότερα ρωμαϊκά κτίσματα ή από τη βασιλική του 5ου αιώνα). Αποτελούνται από δύο σειρές άκανθας κι έχουν έλικες στις τέσσερις γωνίες.
Δίζωνα κιονόκρανα: Η κάτω σειρά άκανθας έχει διατηρηθεί σε αυτό τον τύπο, ενώ η επάνω έχει αντικατασταθεί η κάτω σειρά με τέσσερις αετούς στις γωνίες ή τέσσερις κριούς.
Με ανεμιζόμενα φύλλα: Αποτελούνται από δύο σειρές άκανθας που γέρνουν προς τα πλάγια, σε αντίθετη κατεύθυνση η κάθε σειρά.
Πτυχωτά: Εδώ τα φύλλα της άκανθας απλώνονται σαν δαντέλα, με πτυχωτό τρόπο.
Ανάμεσα στα κιονόκρανα και τα τοξωτά επιστύλια παρεμβάλονται τα επιθήματα, απλά και ακόσμητα. Η μόνη διακόσμηση είναι ένας ρόδακας, στη στενή προς το κεντρικό κλίτος επιφάνεια, και ένας σταυρός στην προς τα πλάγια κλίτη όψη τους.

Επίκρανα
Στις παραστάδες του τριβήλου και στην παραστάδα της κιονοστοιχίας του κεντρικού κλίτους διατηρήθηκαν επίκρανα του 5ου αιώνα. Τα επίκρανα του τριβήλου διακοσμούνται με φύλλα πριονωτής άκανθας και προτομές ζώων. Στην παραστάδα της νότιας κιονοστοιχίας εικονίζονται φύλλα προιονωτής άκανθας, κλιματίδες, πουλιά (βόρεια όψη), παγόνια, κάνθαροι (ανατολική όψη), κλιματίδες και άκανθες (νότια όψη).

Κοσμήτες (σ.σ. Ο κοσμήτης είναι μια οριζόντια, ανάγλυφη ταινία ή γείσο από μάρμαρο, λίθο ή πηλό, η οποία προεξέχει ελαφρά από την επιφάνεια τού τοίχου)
Ο κύριος κοσμήτης του μνημείου είναι λοξότμητος και περιτρέχει το κεντρικό κλίτος στο ύψος του δαπέδου του υπερώου. Δύο άλλα είδη κοσμητών υπάρχουν στην κόγχη του ιερού βήματος, ένα στη γέννηση του τεταρτοσφαιρίου της κόγχης κι ένα άλλο κάτω από το πεντάλοβο παράθυρο.

Ιερό βήμα
Φωτίζεται από ένα μεγάλο πεντάλοβο παράθυρο και χωρίζεται από το ναό με ψηλό τέμπλο. Στο κέντρο βρίσκεται η Αγία Τράπεζα κάτω από την οποία υπάρχει σταυρικό σκάμμα (εγκαίνιο) με μια μαρμάρινη θήκη σε μορφή σαρκοφάγου. Μέσα σε αυτήν βρέθηκε γυάλινο φιαλίδιο με στερεοποιημένο αίμα. Το εγκαίνιο περιέχει λείψανα Αγίων και είναι απαραίτητο για τον καθαγιασμό του ναού. Στην κόγχη υπάρχει σύνθρονο, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται ο θρόνος του επισκόπου.

Τέμπλο
Δε γνωρίζουμε τη μορφή που είχε το αρχικό τέμπλο. Το σημερινό μαρμάρινο μιμείται παλαιοχριστιανικό τέμπλο που αναγράφει θέματα από γλυπτά που βρέθηκαν στις ανασκαφές.

Ψηφιδωτά
Από την πυρκαγιά του 1917 σώθηκαν μόνο έντεκα ψηφιδωτά, από τον 5ο ως τον 9ο αιώνα. Βρίσκονται στην ανατολική όψη του τοίχου που χωρίζει το νάρθηκα από τον κυρίως ναό και στους δύο μεγάλους πεσσούς του ιερού βήματος.
Στο επάνω μέρος του δυτικού τοίχου του νότιου εσωτερικού κλίτους, εικονίζεται σε βάθρο ο Άγιος Δημήτριος, όρθιος σε στάση δέησης. Από δεξιά μια γυναίκα φέρνει το παιδί της στον Άγιο, ενώ αριστερά διασώζονται τα πόδια ενός δεύτερου παιδιού. Η σκηνή παριστάνει αφιέρωση παιδιών στον Άγιο και είναι ψηφιδωτό του 5ου αιώνα.
Στην αντίθετη θέση, στο βόρειο εσωτερικό κλίτος, υπάρχει ψηφιδωτό που εικονίζει έναν άγγελο με σάλπιγγες να σκύβει προς τον Άγιο. Η παράσταση αυτή του 5ου αιώνα δε διασώζεται ακέραια. Δίπλα στον άγγελο διασώζονται τα φτερά ενός δεύτερου αγγέλου.
Δίπλα στον τάφο του Λουκά Σπαντούνη, στο δυτικό τοίχο του εσωτερικού κλίτους, υπάρχει ψηφιδωτό του 7ου αιώνα με τον Άγιο Δημήτριο ανάμεσα σε τέσσερις κληρικούς μπροστά στις επάλξεις των τειχών της πόλης.
Στο νοτιοανατολικό πεσσό: Στη βόρεια πλευρά του εικονίζεται ο Άγιος ανάμεσα σε έναν επίσκοπο κι έναν έπαρχο, μπροστά στα τείχη της πόλης. Πρόκειται για την τρίτη πολιορκία από τους Σλάβους στις αρχές του 7ου αιώνα. Το ψηφιδωτό στην ανατολική πλευρά του παριστάνει τον Άγιο κι ένα διάκονο τον οποίο ο Άγιος περιβάλλει με τα δυο του χέρια. Ο ιερωμένος που εικονίζεται είναι ο διάκονος που φρόντισε για την ανοικοδόμηση του ναού μετά την καταστροφή του το 629-634. Στη δυτική πλευρά του εικονίζεται μπροστά από τοίχο ο Άγιος Σέργιος σε στάση δέησης.
Στο βορειοανατολικό πεσσό: Στη δυτική πλευρά του πάνω από το πηγάδι του αγιάσματος, υπάρχει ψηφιδωτό του Αγίου Γεωργίου με δύο παιδιά που έχουν τα χέρια τους σε στάση προσφοράς (5ος-6ος μ.Χ.). Σύμφωνα με γραπτή επιγραφή στο άνω μέρος του ψηφιδωτού απεικονίζεται ο  Άγιος Γεώργιος. Τα παιδιά, ντυμένα με χλαμύδα που δείχνει αρχοντική καταγωγή, απλώνουν σε ικεσία τα χέρια τους. Στην ανατολική του πλευρά εικονίζεται ο Άγιος Δημήτριος δεόμενος. Το κεντρικό τμήμα της παράστασης είναι κατεστραμμένο. Στη νότια πλευρά του εικονίζεται η Παναγία σε στάση δέησης με στρατιωτικό Άγιο (Άγιος Θεόδωρος). Στο επάνω τμήμα υπάρχει προτομή του Χριστού που ευλογεί (9ος αιώνας).
Εντοίχια ψηφιδωτά του ναού που κάηκε το 1917, βρίσκονται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Σε ψηφιδωτό της βόρειας κιονοστοιχίας ο Άγιος εικονίζεται σε στάση δέησης, ενώ αριστερά και δεξιά διασώθηκαν δύο μορφές που δέονται μαζί του. Επίσης βρέθηκε στα ερείπια της εκκλησίας ψηφιδωτό με παγόνι. Χρονολογούνται και τα δύο στον 5ο και 6ο αιώνα. Στο μουσείο βρίσκεται ακόμη τμήμα από τη διακόσμηση των εσωτερικών τοίχων με μαρμάρινες πλάκες του 7ου αιώνα (μία σύνθεση με πολύχρωμα μάρμαρα που δημιουργούσαν γεωμετρικά και φυτικά σχέδια.

Τοιχογραφίες
Η σημαντικότερη και παλαιότερη αγιογραφία του Αγίου βρίσκεται στο νότιο τοίχο του ναού και είναι κατεστραμμένη από μεγάλο τοξωτό άνοιγμα. Στο αριστερό της τμήμα εικονίζεται ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έφιππος με στρατιωτική ακολουθία (685-695 και 705-711). Η τοιχογραφία αυτή ιστορικού περιεχομένου είναι του 8ου αιώνα.
Στον πρώτο από τα δυτικά πεσσό της νότιας κιονοστοιχίας του κεντρικού κλίτους και στη δυτική του όψη εικονίζεται ο αρχιεπίσκοπος Γρηγόριος Παλαμάς με τον Ιωάννη τον ΣΤ΄ Κατακουζηνό που είχε γίνει μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ.
Στο δεύτερο πεσσό από δυτικά της ίδιας κιονοστοιχίας στη νότια όψη του ναού, υπάρχει η παράσταση του Οσίου Λουκά του Στειριώτη (11ος αιώνας).
Στη νότια παραστάδα του τριβήλου διακρίνει κανείς την αλληγορική σκηνή του ανθρώπου που κυνηγιέται από ένα μονόκερω, ενώ στη βόρεια τα πασχάλια των ετών 1474-1493.
Τοιχογραφίες που μιμούνται ορθομαρμάρωση διατηρούνται στους τοίχους των πλαγίων κλιτών της εκκλησίας.

Λίγες εικόνες από
-τον περίβολο και το εσωτερικό τού Ι.Ν. Αγ. Δημητρίου:




















Μαρμάρινο Βαφτιστήριο τού 5ου ή 6ου αι.
































Ο τάφος τού Λουκά Σπαντούνη

























-την Κρύπτη, στο υπόγειο τού ναού. Λειτουργεί ως υπόγειο μουσείο κάτω από τον ναό. Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, σε αυτόν τον χώρο φυλακίστηκε και μαρτύρησε ο Άγιος Δημήτριος το 303 μ.Χ. Ο χώρος τής κρύπτης ενσωματώνει και πατάει πάνω στα ερείπια τού προγενέστερου ρωμαϊκού λουτρού. Μέσα στην κρύπτη υπάρχει ημικυκλική δεξαμενή και πηγάδι που τροφοδοτούσε με νερό τα ρωμαϊκά λουτρά και αργότερα συνδέθηκε με το μαρτύριο και το μύρο τού Αγ. Δημητρίου.: 














29 Οκτωβρίου 2026

The Hypocrisy of Puritanism [Emma Goldman]

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΥΡΙΤΑΝΙΣΜΟΥ

Αναφερόμενος στον Πουριτανισμό σε σχέση με την αμερικανική τέχνη, ο κ. Gutzen Burglum (σ.μ. Πρόκειται για τον γλύπτη ο οποίος στο όρος Rushmore, σμίλευσε τα κεφάλια των προέδρων των ΗΠΑ: George Washington, Thomas Jefferson, Theodore Roosevelt and Abraham Lincoln﮲ έργο που ξεκίνησε το 1927 και ολοκληρώθηκε το 1941) είχε πει ότι «Ο Πουριτανισμός μάς έχει καταστήσει εγωκεντρικούς και υποκριτές για τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε η ειλικρίνεια και η ευλάβεια για τις φυσικές μας παρορμήσεις να έχουνε σε τόσο μεγάλο βαθμό εκδιωχθεί από μέσα μας, ώστε να μην μπορεί να υπάρξει ούτε αλήθεια ούτε ατομικότητα στην τέχνη μας».

Ο κ. Gutzen Burglum θα μπορούσε να έχει προσθέσει πως ο Πουριτανισμός έχει καταστήσει αδύνατη την ίδια τη ζωή. Περισσότερο από την τέχνη, περισσότερο από τον αισθητισμό, η ζωή είναι που ενσαρκώνει την ομορφιά σε χίλιες παραλλαγές• είναι, πράγματι, ένα γιγαντιαίο πανόραμα αέναης αλλαγής. Ο Πουριτανισμός, αντίθετα, στηρίζεται σε μια στατική και αμετακίνητη αντίληψη για τη ζωή, η οποία βασίζεται στην καλβινιστική ιδέα ότι η ζωή αποτελεί κατάρα, την οποία επέβαλλε στον άνθρωπο η οργή τού Θεού. Προκειμένου δε να λυτρωθεί, ο άνθρωπος οφείλει να εκτελεί διαρκή μετάνοια, να απορρίπτει κάθε φυσική και υγιή παρόρμηση και να γυρίζει την πλάτη στη χαρά και την ομορφιά.

Ο Πουριτανισμός τιμήθηκε στην Αγγλία, με την κυριαρχία τού τρόμου κατά τη διάρκεια τού 16ου και του 17ου αι., καταστρέφοντας και συντρίβοντας κάθε εκδήλωση τέχνης και πολιτισμού. Ήτανε το πνεύμα τού Πουριτανισμού το οποίο στέρησε από τον Shelley τα παιδιά του, επειδή εκείνος δεν υποκλίθηκε στο θρησκευτικό δόγμα. Ήτανε το ίδιο στενόμυαλο πνεύμα το οποίο αποξένωσε το Λόρδο Βύρωνα από τη γενέτειρα του γη, διότι αυτή η μεγάλη ιδιοφυΐα επαναστάτησε ενάντια στη μονοτονία, την πληκτικότητα και τη μικροπρέπεια τής χώρας του. Ήταν επίσης ο Πουριτανισμός ο οποίος εξανάγκασε ορισμένες από τις πιο ελεύθερες γυναίκες τής Αγγλίας να εγκλωβιστούνε στο συμβατικό ψέμα τού γάμου: τη Mary Wollstonecraft και, αργότερα, την George Eliot. Και, πιο πρόσφατα, ο Πουριτανισμός απαίτησε ένα ακόμη τίμημα: τη ζωή τού Oscar Wilde. Στην πραγματικότητα, ο Πουριτανισμός ουδέποτε έπαψε να αποτελεί τον πιο μοχθηρό παράγοντα στον «κόσμο τού John Bull» (σ.μ. ο John Bull συμβολίζει την εθνική ταυτότητα και προσωποποίηση τής Αγγλίας), λογοκρίνοντας την καλλιτεχνική έκφραση τού αγγλικού λαού και επικυρώνοντας αποκλειστικά την πληκτική αξιοπρέπεια τής μεσοαστικής τάξης.

Είναι, επομένως, ο απόλυτος βρετανικός σοβινισμός, ο οποίος υποδεικνύει την Αμερική ως η χώρα τού Πουριτανικού επαρχιωτισμού. Είναι απολύτως αληθές ότι η ζωή μας παραμένει καθηλωμένη λόγω τού Πουριτανισμού και ότι ο τελευταίος σκοτώνει οτιδήποτε φυσικό και υγιές υπάρχει στις παρορμήσεις μας. Είναι επίσης εξίσου αληθές ότι στην Αγγλία χρωστάμε τη μεταφύτευση τού πνεύματος αυτού στο αμερικανικό έδαφος. Μας κληροδοτήθηκε από τους «Πατέρες Προσκυνητές». Δραπετεύοντας από τον διωγμό και την καταπίεση, οι γνωστοί «Πατέρες Προσκυνητές» τού «Mayflower» εγκαθιδρύσανε στο Νέο Κόσμο ένα καθεστώς Πουριτανικής τυραννίας και εγκλήματος. Η ιστορία τής Νέας Αγγλίας, και ειδικότερα τής Μασαχουσέτης, είναι γεμάτη από φρικαλεότητες οι οποίες μετατρέψανε τη ζωή σε σκοτάδι, τη χαρά σε απόγνωση, τη φυσικότητα σε αρρώστια και την ειλικρίνεια και την αλήθεια σε φρικτά ψέματα και υποκρισίες. Το «σκαμνί κατάδυσης» (σ.μ. Ήτανε μια καρέκλα προσαρτημένη στην άκρη ενός μακριού ξύλινου δοκαριού, στην οποία δένανε τον/ην «αμαρτωλό/ή» – η συγκεκριμένη τιμωρία αφορούσε περισσότερο γυναίκες – και τον/ην βουτούσανε στο νερό ενός ποταμιού ή λίμνης πολλές φορές. Αφορούσε κυρίως τιμωρία για κουτσομπολιό, εξαπάτηση σε εμπορική πράξη κ.λπ.) και ο πάσσαλος τού μαστιγώματος, καθώς και πλήθος άλλων βασανιστικών οργάνων τα οποία αποτελούσανε τις αγαπημένες αγγλικές μεθόδους για την «κάθαρση» τής Αμερικής.

Η Βοστώνη, η πόλη τού πολιτισμού, έχει καταγραφεί στα χρονικά τού Πουριτανισμού ως η «Αιματοβαμμένη Πόλη». Ανταγωνίστηκε ακόμη και το Salem (σ.σ. Το Salem είναι μια παραθαλάσσια πόλη στη Μασαχουσέτη, γνωστή για τις Δίκες των Μαγισσών το 1692) στη σκληρή δίωξη αιρετικών θρησκευτικών απόψεων. Στο διάσημο σήμερα πάρκο «Common», μια γυναίκα, μισόγυμνη με ένα μωρό στην αγκαλιά της, μαστιγώθηκε δημόσια επειδή τόλμησε να ασκήσει το δικαίωμα τής ελεύθερης έκφρασης• στο ίδιο ακριβώς σημείο, το 1659, απαγχονίστηκε η κουακέρη Mary Dyer. Στην πραγματικότητα, η Βοστώνη υπήρξε το σκηνικό για περισσότερα από ένα αποτρόπαια εγκλήματα τα οποία διαπραχτήκανε στο όνομα τού Πουριτανισμού. Στο Salem, το καλοκαίρι τού 1692, θανατωθήκανε δεκαοκτώ άνθρωποι με την κατηγορία τής μαγείας. Και η Μασαχουσέτη δεν ήταν η μόνη που προσπάθησε να «διώξει το διάβολο» με «φωτιά και θειάφι». Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Canning: «Οι Πατέρες Προσκυνητές μολύνανε το Νέο Κόσμο, για να αποκαταστήσουνε την ισορροπία τού Παλαιού» (σ.μ. πρόκειται για το γνωστό μας στην Ελλάδα George Canning, για τη δράση τού οποίου, στα χρόνια του Αγώνα 1821, πήρε το όνομά του η Πλατεία Κάνιγγος). Οι φρικαλεότητες τής περιόδου εκείνης βρήκανε την πιο χαρακτηριστική τους αποτύπωση στο αμερικάνικο κλασικό λογοτεχνικό έργο τού Nathaniel Hawthorne: «The Scarlet Letter» (σ.μ. Εκδόθηκε το 1850 και λογοκρίθηκε από θρησκευτικούς κύκλους).

Ο Πουριτανισμός μπορεί να μην χρησιμοποιεί πλέον τον κοχλία σύνθλιψης των δακτύλων και το μαστίγιο, εξακολουθεί όμως να ασκεί μια ολέθρια επιρροή στο πνεύμα και τα συναισθήματα τού αμερικανικού λαού. Τίποτ΄ άλλο δεν μπορεί να εξηγήσει τη δύναμη ενός ανθρώπου όπως ο Comstock. Σαν τους ισπανούς ιεροεξεταστές, ο Anthony Comstock, λειτουργεί ως ο αυτοκράτορας των αμερικανικών ηθών• επιβάλλει τα πρότυπα τού καλού και του κακού, της αγνότητας και της διαφθοράς. Όπως ο κλέφτης μες στη νύχτα, εισχωρεί στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων, στις πιο προσωπικές τους σχέσεις. Το σύστημα σπιουνιάς το οποίο καθιέρωσε αυτός ο άνθρωπος, ο Anthony Comstock, κάνει να ωχριά μπροστά του το διαβόητο «Τρίτο Τμήμα» τής ρωσικής μυστικής αστυνομίας. Γιατί άραγε ο κόσμος ανέχεται μια τέτοια προσβολή κατά των ελευθεριών του; Γιατί απλά επειδή ο Anthony Comstock δεν είναι παρά η ηχηρή έκφραση τού πουριτανισμού που έχει εξελιχθεί και δεσπόζει μες στο αγγλοσαξονικό αίμα, μιας δουλείας από την οποία ούτε καν οι φιλελεύθεροι δεν έχουνε καταφέρει να απελευθερωθούνε πλήρως. Τα χωρίς όραμα και ανιαρά στοιχεία των παλιών Αντρικών και Γυναικείων Χριστιανικών Ενώσεων Εγκράτειας, των Συνδέσμων για την Ηθική Καθαρότητα, των Αμερικανικών Ενώσεων για την Τήρηση τής Κυριακής και του Κόμματος τής Ποτοαπαγόρευσης, με τον Anthony Comstock «προστάτη άγιό τους», λειτουργούν ως οι νεκροθάφτες τής αμερικανικής τέχνης και κουλτούρας. 

Η Ευρώπη μπορεί τουλάχιστον να καυχιέται για μια τολμηρή τέχνη και λογοτεχνία, οι οποίες εμβαθύνουνε στα κοινωνικά και σεξουαλικά προβλήματα τής εποχής μας, ασκώντας δριμεία κριτική σε όλες τις υποκρισίες μας. Όπως με το νυστέρι ενός χειρουργού, τεμαχίζεται κάθε πουριτανικό κουφάρι κι έτσι ανοίγει ο δρόμος για την απελευθέρωση τού ανθρώπου από τα νεκρά βάρη τού παρελθόντος. Όμως, με τον Πουριτανισμό, αυτό το διαρκές ανάχωμα στην αμερικανική ζωή, ούτε η αλήθεια ούτε η ειλικρίνεια είναι εφικτές. Τίποτα άλλο από την κατήφεια και τη μετριότητα δεν υπαγορεύουνε την ανθρώπινη συμπεριφορά, περιορίζοντας τη φυσική έκφραση και καταπνίγοντας τις καλύτερες παρορμήσεις μας. Ο Πουριτανισμός, σ’ αυτόν τον εικοστό αιώνα, παραμένει εξίσου εχθρός τής ελευθερίας και της ομορφιάς, όσο ήτανε και τότε όταν αποβιβάστηκε στο Βράχο τού Plymouth. Απορρίπτει, ως κάτι χυδαίο και αμαρτωλό, τα βαθύτερα συναισθήματά μας• ωστόσο, όντας παντελώς άσχετος αναφορικά με την πραγματική λειτουργία των ανθρώπινων συναισθημάτων, ο ίδιος ο Πουριτανισμός γίνεται ο δημιουργός των πιο ανομολόγητων αμαρτιών.

Ολόκληρη η ιστορία τού ασκητισμού επιβεβαιώνει ότι αυτό είναι πέρα για πέρα αληθινό. Η Εκκλησία, όπως και ο Πουριτανισμός, πολέμησε τη σάρκα θεωρώντας την κάτι το κακό, κάτι που έπρεπε να δαμαστεί και να κρυφτεί με κάθε κόστος. Οι συνέπειες αυτής τής νοσηρής στάσης αρχίζουνε μόλις τώρα να αναγνωρίζονται από σύγχρονους στοχαστές και παιδαγωγούς. Εκείνοι αντιλαμβάνονται ότι η γύμνια έχει αξία τόσο υγιεινή όσο και πνευματική που ξεπερνά κατά πολύ την ικανοποίηση τής φυσικής φιλοπεριέργειας των νέων ή λειτουργώντας ως προληπτικό μέσο κατά των νοσηρών συναισθημάτων. Αποτελεί πηγή έμπνευσης για τους ενήλικες, οι οποίοι έχουνε προ πολλού ξεπεράσει τις όποιες νεανικές περιέργειες. Το όραμα τής ουσιαστικής και αιώνιας ανθρώπινης μορφής, της πλέον οικείας μας σε ολόκληρο τον κόσμο, με τη ζωντάνια, την ομορφιά και τη χάρη της, λειτουργεί ως ένα από τα ισχυρότερα τονωτικά τής ζωής. Ωστόσο, το πνεύμα τού Πουριτανισμού έχει διαστρεβλώσει τόσο πολύ τον ανθρώπινο νου, ώστε αυτός έχει χάσει την ικανότητα να εκτιμά την ομορφιά τής γύμνιας, αναγκάζοντάς μας να κρύβουμε τη φυσική μας μορφή στο όνομα τής αγνότητας. Αλλά η ίδια η αγνότητα δεν είναι παρά μια τεχνητή επιβολή πάνω στη φύση αφού εκφράζει μια ψεύτικη ντροπή για το ανθρώπινο σώμα. Η σύγχρονη αντίληψη περί αγνότητας, ιδιαίτερα όσον αφορά τη γυναίκα, το μεγαλύτερο θύμα της, δεν είναι παρά μια αισθησιακή υπερβολή των φυσικών μας ορμών. «Η αγνότητα μεταβάλλεται ανάλογα με την ποσότητα των ρούχων», γι’ αυτό και οι Χριστιανοί και οι πουριτανοί σπεύδουν διαρκώς να καλύψουν τον «ειδωλολάτρη» με κουρέλια, μεταστρέφοντάς τον δήθεν προς την αρετή και την αγνότητα.

Ο Πουριτανισμός, διαστρεβλώνοντας το νόημα και τις λειτουργίες τού ανθρώπινου σώματος, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη γυναίκα, την έχει καταδικάσει είτε στην αγαμία είτε στην αδιάκριτη τεκνοποίηση μιας νοσηρής γενιάς είτε στην πορνεία. Το τεράστιο μέγεθος αυτού τού εγκλήματος κατά τής ανθρωπότητας γίνεται φανερό αν αναλογιστούμε τις συνέπειές του. Στην ανύπαντρη γυναίκα, υπό την απειλή τού χαρακτηρισμού της ως ανήθικης ή χαμηλής, επιβάλλεται απόλυτη σεξουαλική αποχή, κάτι που οδηγεί σε νευρασθένεια, ανικανότητα, κατάθλιψη και μια μεγάλη ποικιλία νευρικών διαταραχών, οι οποίες συνεπάγονται μειωμένη ικανότητα για εργασία, περιορισμένη απόλαυση τής ζωής, αϋπνία και μανιακή ενασχόληση με σεξουαλικές επιθυμίες και φαντασιώσεις. Αυτή η αυθαίρετη και ολέθρια επιταγή τής απόλυτης αποχής εξηγεί, πιθανότατα, και την πνευματική ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων. Έτσι, ο Φρόιντ υποστηρίζει ότι η διανοητική κατωτερότητα τόσων πολλών γυναικών οφείλεται στον περιορισμό τής σκέψης που τους επιβλήθηκε με σκοπό τη σεξουαλική καταπίεση. Από τη μια πλευρά, λοιπόν, ο Πουριτανισμός, καταστέλλει τις φυσιολογικές σεξουαλικές επιθυμίες τής ανύπαντρης γυναίκας, απ’ την άλλη πλευρά όμως ευλογεί την παντρεμένη αδελφή της για την εντός τού γάμου χωρίς έλεγχο γονιμότητά της. Μάλιστα, όχι μόνο την ευλογεί, αλλά εξαναγκάζει τη γυναίκα, η οποία είναι υπερσεξουαλικά πιεσμένη λόγω τής προηγούμενης καταπίεσης, να τεκνοποιεί, ανεξάρτητα από αν είναι εξασθενημένη σωματικά ή αδύναμη οικονομικά να αναθρέψει μια πολυμελή οικογένεια. Η αντισύλληψη, ακόμη και μέσω επιστημονικά τεκμηριωμένων και ασφαλών μεθόδων, απαγορεύεται ρητά• κι όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμη και η απλή αναφορά στο ζήτημα θεωρείται εγκληματική.


THE HYPOCRISY OF PURITANISM

Speaking of Puritanism in relation to American art, Mr. Gutzen Burglum said: "Puritanism has made us self-centered and hypocritical for so long, that sincerity and reverence for what is natural in our impulses have been fairly bred out of us, with the result that there can be neither truth nor individuality in our art."

Mr. Burglum might have added that Puritanism has made life itself impossible. More than art, more than estheticism, life represents beauty in a thousand variations; it is, indeed, a gigantic panorama of eternal change. Puritanism, on the other hand, rests on a fixed and immovable conception of life; it is based on the Calvinistic idea that life is a curse, imposed upon man by the wrath of God. In order to redeem himself man must do constant penance, must repudiate every natural and healthy impulse, and turn his back on joy and beauty.

Puritanism celebrated its reign of terror in England during the sixteenth and seventeenth centuries, destroying and crushing every manifestation of art and culture. It was the spirit of Puritanism which robbed Shelley of his children, because he would not bow to the dicta of religion. It was the same narrow spirit which alienated Byron from his native land, because that great genius rebelled against the monotony, dullness, and pettiness of his country. It was Puritanism, too, that forced some of England's freest women into the conventional lie of marriage: Mary Wollstonecraft and, later, George Eliot. And recently Puritanism has demanded another toll—the life of Oscar Wilde. In fact, Puritanism has never ceased to be the most pernicious factor in the domain of John Bull, acting as censor of the artistic expression of his people, and stamping its approval only on the dullness of middle-class respectability.

It is therefore sheer British jingoism which points to America as the country of Puritanic provincialism. It is quite true that our life is stunted by Puritanism, and that the latter is killing what is natural and healthy in our impulses. But it is equally true that it is to England that we are indebted for transplanting this spirit on American soil. It was bequeathed to us by the Pilgrim fathers. Fleeing from persecution and oppression, the Pilgrims of Mayflower fame established in the New World a reign of Puritanic tyranny and crime. The history of New England, and especially of Massachusetts, is full of the horrors that have turned life into gloom, joy into despair, naturalness into disease, honesty and truth into hideous lies and hypocrisies. The ducking-stool and whipping post, as well as numerous other devices of torture, were the favorite English methods for American purification.

Boston, the city of culture, has gone down in the annals of Puritanism as the "Bloody Town." It rivaled Salem, even, in her cruel persecution of unauthorized religious opinions. On the now famous Common a half-naked woman, with a baby in her arms, was publicly whipped for the crime of free speech; and on the same spot Mary Dyer, another Quaker woman, was hanged in 1659. In fact, Boston has been the scene of more than one wanton crime committed by Puritanism. Salem, in the summer of 1692, killed eighteen people for witchcraft. Nor was Massachusetts alone in driving out the devil by fire and brimstone. As Canning justly said: "The Pilgrim fathers infested the New World to redress the balance of the Old." The horrors of that period have found their most supreme expression in the American classic, THE SCARLET LETTER.

Puritanism no longer employs the thumbscrew and lash; but it still has a most pernicious hold on the minds and feelings of the American people. Naught else can explain the power of a Comstock. Like the Torquemadas of ante-bellum days, Anthony Comstock is the autocrat of American morals; he dictates the standards of good and evil, of purity and vice. Like a thief in the night he sneaks into the private lives of the people, into their most intimate relations. The system of espionage established by this man Comstock puts to shame the infamous Third Division of the Russian secret police. Why does the public tolerate such an outrage on its liberties? Simply because Comstock is but the loud expression of the Puritanism bred in the Anglo-Saxon blood, and from whose thraldom even liberals have not succeeded in fully emancipating themselves. The visionless and leaden elements of the old Young Men's and Women's Christian Temperance Unions, Purity Leagues, American Sabbath Unions, and the Prohibition Party, with Anthony Comstock as their patron saint, are the grave diggers of American art and culture.

Europe can at least boast of a bold art and literature which delve deeply into the social and sexual problems of our time, exercising a severe critique of all our shams. As with a surgeon's knife every Puritanic carcass is dissected, and the way thus cleared for man's liberation from the dead weights of the past. But with Puritanism as the constant check upon American life, neither truth nor sincerity is possible. Nothing but gloom and mediocrity to dictate human conduct, curtail natural expression, and stifle our best impulses. Puritanism in this the twentieth century is as much the enemy of freedom and beauty as it was when it landed on Plymouth Rock. It repudiates, as something vile and sinful, our deepest feelings; but being absolutely ignorant as to the real functions of human emotions, Puritanism is itself the creator of the most unspeakable vices.

The entire history of asceticism proves this to be only too true. The Church, as well as Puritanism, has fought the flesh as something evil; it had to be subdued and hidden at all cost. The result of this vicious attitude is only now beginning to be recognized by modern thinkers and educators. They realize that "nakedness has a hygienic value as well as a spiritual significance, far beyond its influences in allaying the natural inquisitiveness of the young or acting as a preventative of morbid emotion. It is an inspiration to adults who have long outgrown any youthful curiosities. The vision of the essential and eternal human form, the nearest thing to us in all the world, with its vigor and its beauty and its grace, is one of the prime tonics of life."But the spirit of purism has so perverted the human mind that it has lost the power to appreciate the beauty of nudity, forcing us to hide the natural form under the plea of chastity. Yet chastity itself is but an artificial imposition upon nature, expressive of a false shame of the human form. The modern idea of chastity, especially in reference to woman, its greatest victim, is but the sensuous exaggeration of our natural impulses. "Chastity varies with the amount of clothing," and hence Christians and purists forever hasten to cover the "heathen" with tatters, and thus convert him to goodness and chastity.

Puritanism, with its perversion of the significance and functions of the human body, especially in regard to woman, has condemned her to celibacy, or to the indiscriminate breeding of a diseased race, or to prostitution. The enormity of this crime against humanity is apparent when we consider the results. Absolute sexual continence is imposed upon the unmarried woman, under pain of being considered immoral or fallen, with the result of producing neurasthenia, impotence, depression, and a great variety of nervous complaints involving diminished power of work, limited enjoyment of life, sleeplessness, and preoccupation with sexual desires and imaginings. The arbitrary and pernicious dictum of total continence probably also explains the mental inequality of the sexes. Thus Freud believes that the intellectual inferiority of so many women is due to the inhibition of thought imposed upon them for the purpose of sexual repression. Having thus suppressed the natural sex desires of the unmarried woman, Puritanism, on the other hand, blesses her married sister for incontinent fruitfulness in wedlock. Indeed, not merely blesses her, but forces the woman, oversexed by previous repression, to bear children, irrespective of weakened physical condition or economic inability to rear a large family. Prevention, even by scientifically determined safe methods, is absolutely prohibited; nay, the very mention of the subject is considered criminal.




28 Οκτωβρίου 2026

Βροχή και σήμερα [Λευτέρης Παπαδόπουλος]

Βροχή και σήμερα 

Βροχή και σήμερα βροχή στη στέγη μας
Βροχή στη πόρτα μας ατέλειωτη βροχή
Και εσύ στα σύνορα σ' ένα χαράκωμα
Και γύρω ο θάνατος ατέλειωτη βροχή

Εγώ στα σύνορα σε κάποιο γράμμα μου
Βαθιά στη χλαίνη σου γλυκά να σε πονώ
Και συ στο σπίτι μας παντού τα χνάρια σου
Παντού τα μάτια σου πληγές στο δειλινό

Βροχή και σήμερα κι ούτε ένα γράμμα σου
Κι ούτε ένα μήνυμα στον μαύρο ουρανό
Φυλάξου αγέρα μου φυλάξου αγρύπνια μου
Φυλάξου αγόρι μου από τον κεραυνό.

Το υπέροχο αυτό τραγούδι τού Γιάννη Σπανού σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου (σ.σ. πρόκειται για διασκευή τού «Μη μου μιλάς για αγάπη»* τού Γιάννη Σπανού σε στίχους Κώστα Ασημακόπουλου) μιλάει γενικά για τον πόνο από την απουσία και το φόβο τού χαμού τής γυναίκας τής οποίας ο άντρας βρίσκεται στο μέτωπο, αλλά όταν το άκουγα πάντα το συνέδεα με την 28η Οκτώβρη.

Με τη Δήμητρα Γαλάνη:



*


 

27 Οκτωβρίου 2026

Kánagssuaq [Greenland’s Eskimos]

Ο KÁNAGSSUAQ 

Ο Kánagssuaq, κατά πώς λένε, έφυγε απ’ τον τόπο του για να ζήσει σ’ ένα μικρό νησί. Εκεί πήρε για σύζυγο του τη μοναδική αδελφή πολλών αδελφών. Κι ενώ ζούσε εκεί μαζί της, συνέβη κάποτε το ψύχος να γίνει τόσο δριμύ ώστε η θάλασσα, ανάμεσα στα νησιά, πάγωσε. Έτσι δεν ήτανε δυνατό να πάνε για κυνήγι. Τελικά, αφού κατανάλωσαν όλα τα διαθέσιμα αποθέματα τροφής και καθώς κανείς τους δεν μπορούσε να πάει για κυνήγι, έπεσαν όλοι κατάκοιτοι από την πείνα και την εξάντληση.
Κάποτε, όταν στα νότια εμφανίστηκε νερό, εκεί που συνήθως κυνηγούσανε φώκιες, ο Kánagssuaq πήρε το καγιάκ του, το σήκωσε στηρίζοντάς το στο κεφάλι του και πήγε για κυνήγι. (Φτάνοντας εκεί που υπήρχε θάλασσα, έριξε το καγιάκ του στο νερό και) αφού κωπηλάτησε μες σε χιονόπτωση και φουρτουνιασμένη θάλασσα, σύντομα συνάντησε μερικές μαύρες φώκιες. Κωπηλάτησε προς αυτές, για να βρεθεί σε απόσταση βολής, αλλά κατάφερε να χτυπήσει μόνο μια μικρή φώκια των φιόρδ, η οποία είχε εμφανιστεί ανάμεσα σε αυτόν και τις άλλες. Αυτή θα είναι ευκολότερο να τεμαχιστεί, είπε αυτός.
Αφού τακτοποίησε να μεταφέρει τη φώκια, πήρε ξανά το καγιάκ του στο κεφάλι του και επέστρεψε στο σπίτι διασχίζοντας τον πάγο. Οι συγκάτοικοί του ξεσπάσανε σε ζητωκραυγές χαράς όταν είδανε το μικρό πλάσμα καθώς το έσπρωξε να γλιστρήσει προς το μέρος τους. Την επόμενη μέρα βγήκε πάλι και έπιασε δύο μαύρες φώκιες. Από τότε, όποτε έβγαινε για κυνήγι, επέστρεφε έχοντας πάντα πιάσει κάτι.
Ο βοριάς, το χιόνι και το δριμύ ψύχος επέμεναν. Καθώς παραφύλαγε υπομονετικά για φώκιες, όπως είχε πια συνηθίσει, συχνά ευχότανε να συναντήσει τον Kilitêraq, τον σπουδαίο κυνηγό από έναν άλλον τόπο, ο οποίος ήτανε και ο μόνος που τολμούσε να βγει έξω για κυνήγι με τέτοιον καιρό. Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ.
Ταυτόχρονα όμως, μεγάλη έλλειψη τροφής επικρατούσε και στον τόπο στον οποίο ζούσε ο Kilitêraq. Έτσι λοιπόν, ο Kilitêraq, πήρε το καγιάκ του, το σήκωσε στηρίζοντάς το στο κεφάλι του και ξεκίνησε, διασχίζοντας τον πάγο, για να κυνηγήσει φώκιες. Προχωρώντας, πρόσεξε τον Kánagssuaq, ο οποίος είχε ήδη πετύχει το θήραμά του κι ετοιμαζότανε να τραβήξει το σχοινί ρυμούλκησης. Με το που βγήκε στην επιφάνεια, ο Kánagssuaq, έκοψε όλο το δέρμα από την κοιλιά της και του το έδωσε. Ο Kilitêraq, νιώθοντας τώρα έντονη επιθυμία για λίπος, πήρε μερικά μεγάλα κομμάτια για να τα μασήσει.
Ενόσω βρισκόταν εκεί, εμφανιστήκανε μερικές μαύρες φώκιες και ο Kánagssuaq είπε: «Κωπηλάτησε προς το μέρος τους».
Εκείνος τότε τις πλησίασε κωπηλατώντας. Χτύπησε μια με το καμάκι του και τη σκότωσε ακαριαία μ’ εκείνο το μοναδικό χτύπημα. Πήρε το φουσκωμένο του ασκί για να στερεώσει το σχοινί ρυμούλκησης και άρχισε να μαζεύει το σχοινί τού καμακιού. Αλλά, πριν προλάβει να φτάσει στη μέση, ένα κύμα που έσπαγε, κι έμοιαζε να κυλά, έπεσε κατά πάνω του και τον σκέπασε τελείως που φαινότανε σα να μην υπήρχε καθόλου καγιάκ εκεί. Στη συνέχεια, επιτέλους, φάνηκε το φουσκωμένο ασκί πίσω από το καγιάκ και λίγο μετά αναδύθηκε και το ίδιο το καγιάκ, με τα κουπιά κρατημένα σε θέση ισορροπίας. Κατόπιν, για δεύτερη φορά, έπιασε το φουσκωμένο ασκί και το σχοινί του, αλλά ακριβώς τη στιγμή που έφτανε στο σημείο που έπρεπε να δέσει το σχοινί ρυμούλκησης, ήρθε ένα άλλο κύμα και τον σκέπασε, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί. Μετά, βγήκε ξανά στην επιφάνεια και μόλις βγήκε είπε: «Έχω απομακρυνθεί τόσο πολύ, που δεν μπορώ να δέσω το σχοινί ρυμούλκησης. Θα μπορούσες να το κάνεις εσύ για μένα;»
Και τότε ο Kánagssuaq στερέωσε το σχοινί ρυμούλκησης και, αφού τού έδεσε τη φώκια να τη ρυμουλκήσει, ο Kilitêraq απομακρύνθηκε κωπηλατώντας μες στην πυκνή χιονόπτωση, μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τού Kánagssuaq. Όταν, ο Kilitêraq, επέστρεψε στο σπίτι του, οι πολλοί σύντροφοί του στο χωριό νιώσανε βαθιά ευγνωμοσύνη απέναντί του. Από τότε, τα πράγματα συνέχισαν όπως και πριν: δεν γυρνούσε ποτέ στο σπίτι χωρίς κάποιο θήραμα.
Λίγες μέρες αργότερα, στο χωριό τού Kánagssuaq, ξυπνήσανε και είδαν ότι το χιόνι δεν έπεφτε πια κοντά τους, παρά μόνο μακριά, στον ορίζοντα. Μετά από αυτό, ο καιρός έφτιαξε ξανά. Κι όταν ήρθε η άνοιξη, αρχίσανε να κυνηγάνε θαλασσοπούλια. Τα οδηγούσανε να σχηματίζουνε σμήνη και τα εξολοθρεύανε. Αυτό συνηθίζανε να κάνουν εκείνη την εποχή. 
Κάποια μέρα που είχανε ρίξει τα βέλη τους ενάντια στα θαλασσοπούλια και αυτά είχανε πέσει σα βροχή ανάμεσα και πάνω στα θαλασσοπούλια, εκείνοι ήταν απασχολημένοι να μαζεύουνε τα θηράματα και να τα τοποθετούνε στα καγιάκ τους. Ξαφνικά τότε, ένα καγιάκ φάνηκε στην πλευρά που πέφτανε οι ακτίνες τού ήλιου. Καθώς ο άγνωστος πλησίαζε, εκείνοι κοιτάζανε με ανυπομονησία, προσπαθώντας να διακρίνουνε ποιος θα μπορούσε να είναι. Όταν ο Kilitêraq πλησίασε περισσότερο, γιατί ήταν πράγματι αυτός, έριξε μια ματιά γύρω, ανάμεσα στα καγιάκ. Μόλις είδε τον Kánagssuaq ανάμεσά τους, άνοιξε δρόμο ανάμεσα στα καγιάκ τους, πλησίασε κοντά του και κάρφωσε το κουπί του ανάμεσα στα λουριά που ήτανε δεμένα πάνω στο καγιάκ του Kánagssuaq. Κατόπιν, χαλάρωσε το δέρμα που κάλυπτε το άνοιγμα τού καγιάκ του, έβαλε το χέρι του μέσα και έβγαλε ένα υπέροχο σχοινί ρυμούλκησης, φτιαγμένο από δέρμα θαλάσσιου ίππου και περίτεχνα διακοσμημένο με πολλές χάντρες από δόντι θαλάσσιου ίππου. Ξανάβαλε το χέρι του μέσα κι έβγαλε ένα κομμάτι δέρμα αρκούδας, κομμένο κατάλληλα για να στρωθεί στο κάθισμα ενός καγιάκ. Πρόσφερε αυτά τα δώρα στον Kánagssuaq και του είπε: «Κάποτε, την άνοιξη, όταν δεν μπορούσα να στερεώσω το σχοινί ρυμούλκησής μου πάνω σε μια φώκια, με βοήθησες εσύ και το στερέωσες. Ορίστε, λοιπόν, κάτι για να σε ευχαριστήσω για εκείνη τη βοήθεια».
Και ύστερα, απομακρύνθηκε κωπηλατώντας.


KÁNAGSSUAQ 

Kánagssuaq, men say, went out from his own place to live on a little island, and there took to wife the only sister of many brothers. And while he lived there with her, it happened once that the cold became so great that the sea between the islands was icebound, and they could no longer go out hunting. At last they had used up their store of food, and when that store of food was used up, and none of them could go out hunting, they all remained lying down from hunger and weakness. 
Once, when there was open water to the south, where they often caught seal, Kánagssuaq took his kayak on his head and went out hunting. He rowed out in a northerly wind, with snow falling, and a heavy sea. And soon he came upon a number of black seal. He rowed towards them, to get within striking distance, but struck only a little fjord seal, which came up between him and the others. This one was easier to cut up, he said. 
Now when he had got this seal, he took his kayak on his head again and went home across the ice. And his house-fellows shouted for joy when they saw the little creature he sent sliding in. Next day he went out again, and caught two black seal, and after that, he never went out without bringing home something. 
The north wind continued, and the snow and the cold continued. When he lay out waiting for seal, as was now his custom, he often wished that he might meet with Kilitêraq, the great hunter from another place, who was the only one that would venture out in such weather. But this did not come about. 
But now there was great dearth of food also in the place where Kilitêraq lived. And therefore Kilitêraq took his kayak on his head and went out across the ice to hunt seal. And coming some way, he sighted Kánagssuaq, who had already made his catch, and was just getting his tow-line out. As soon as he came up, Kánagssuaq cut away the whole of the belly skin and gave to him. And Kilitêraq felt now a great desire for blubber, and took some good big pieces to chew. 
And while he lay there, some black seal came up, and Kánagssuaq said: "Row in to where they are." 
And he rowed in to them and harpooned one, and killed it on the spot with that one stroke. He took his bladder float, to make a tow-line fast, and wound up the harpoon line, but before he had come to the middle, a breaking wave came rolling down on him. And it broke over him, and it seemed indeed as if there were no kayak there at all, so utterly was it hidden by that breaking wave. Then at last the bladder showed up behind the kayak, and a little after, the kayak itself came up, with the paddles held in a balancing position. Now for the second time he took his bladder and line, and just as he came to the place where the tow-line is made fast, there came another wave and washed over him so that he disappeared. And then he came up a second time, and as he came up, he said: "I am now so far out that I cannot make my tow-line fast. Will you do this for me?" 
And then Kánagssuaq made his tow-line fast, and as soon as he had taken the seal in tow, he rowed away in the thickly falling snow, and was soon lost to sight. When he came home, his many comrades in the village were filled with great thankfulness towards him. And thereafter it was as before; that he never came home without some catch. 
A few days later, they awoke and saw that the snow was not falling near them now, but only far away on the horizon. And after that the weather became fine again. And when the spring came, they began hunting guillemots; driving them together in flocks and killing them so. This they did at that time. 
And now one day they had sent their bird arrows showering down among the birds, and were busy placing the killed ones together in the kayaks. And then suddenly a kayak came in sight on the sunny side. And when that stranger came nearer, they looked eagerly to see who it might be. And when Kilitêraq came nearer–for it was Kilitêraq who came–he looked round among the kayaks, and when he saw that Kánagssuaq was among them, he thrust his way through and came close up to him, and stuck his paddle in between the thongs on Kánagssuaq's kayak, and then loosened the skin over the opening of his own kayak, and put his hand in behind, and drew out a splendid tow-line made of walrus hide and beautifully worked with many beads of walrus tooth. And a second time he put in his hand, and took out now a piece of bearskin fashioned to the seat of a kayak. And these things he gave to Kánagssuaq, and said: "Once in the spring, when I could not make my tow-line fast to a seal, you helped me, and made it fast. Here is that which shall thank you for that service." 
And then he rowed away

Πηγή: gutenberg.org.

26 Οκτωβρίου 2026

[στο όρος Ποικίλο, 25.10.2026]

Στο παρόν παρουσιάζονται εικόνες από τη διαδρομή την οποία ακολουθήσαμε, με το Χρήστο Καραμήτσο, στο Ποικίλο όρος, το βροχερό πρωινό τής Κυριακής 25 Οκτώβρη 2026, με τη βροχή πάντως να μας αφήνει ένα κενό, γύρω στο τρίωρο, να πεζοπορήσουμε χωρίς να χρειαστούμε αδιάβροχα. Πρόκειται για σημεία από τα οποία έχουνε πάντως παρουσιαστεί εικόνες στο παρόν ιστολόγιο.
Η διαδρομή την οποία ακολουθήσαμε έχει σημειωθεί στο χάρτη από τη wikimapia:






























Ξεκινήσαμε από το χώρο στάθμευσης τού νεκροταφείου Πετρούπολης, δίπλα στο δημοτικό αμαξοστάσιο τού ανωτέρω δήμου και ανεβήκαμε το μονοπάτι προς την κορυφή Ζαχαρίτσα. Στο σημείο που το μονοπάτι βγαίνει στο τέλος ενός χωματόδρομου, διακλαδίζεται σε δύο: αυτόν που περνάει από τη Σπηλιά Κούκου και το Θρόνο τού Οδυσσέα και αυτόν που κινείται δεξιά και λίγο μετά διασταυρώνεται με ένα χωματόδρομο, ο οποίος κινείται βόρεια (σ.σ. στο εν λόγω τμήμα τού μονοπατιού το περάσαμε πάλι κατεβαίνοντας όταν συνεχίσαμε προς τα βόρεια τον ανωτέρω χωματόδρομο). Συνεχίσαμε προς την κορυφή Ζαχαρίτσα με την καταπατημένη αρχαία φρυκτωρία.:


















Στην επόμενη εικόνα διακρίνονται: δεξιά το ύψωμα όπου βρίσκονται η Σπηλιά Κούκου και ο Θρόνος τού Οδυσσέα και στο βάθος Ο Υμηττός.


















Στην επόμενη εικόνα διακρίνονται: αριστερά το μονοπάτι που ανεβήκαμε και δεξιά αυτό που πάει στο ανωτέρω ύψωμα.


















Στην επόμενη εικόνα, στο βάθος, διακρίνεται Πάρνηθα.


















Στην επόμενη εικόνα, στο βάθος, διακρίνεται το πλατύ διάσελο τού Σταυρού Αγ. Παρασκευής μεταξύ Πεντέλης αριστερά και Υμηττού δεξιά ενώ στο μέσο της, προς τα αριστερά, ο Θρόνος τού Οδυσσέα.


















Οι επόμενες τέσσερις από την κορυφή Ζαχαρίτσα, από την οποία έχουνε απομακρυνθεί τα σκουριασμένα κοντέινερ και οι κεραίες. Στην τέταρτη η αρχαία φρυκτωρία, στο ανατολικό μέρος τής οποίας βρίσκεται το τσιμεντένιο νεοελληνικό μπάρμπεκιου (…!).






































Κατεβαίνοντας περάσαμε από το Θρόνο τού Οδυσσέα…






















…και μετά κατεβήκαμε, ακολουθώντας τα σχετικά κόκκινα σημάδια, στη Σπηλιά τού Κούκου.



























Από εκεί επιστρέψαμε κάνοντας ένα γύρο προς τα βόρεια.
Κοντά στην κορυφή 371μ, υπάρχει η ξερολιθιά των επόμενων τριών εικόνων, η οποία δεν είναι στάνη και μοιάζει με πρόχειρο ταμπούρι χωρίς να αποκλείεται να είναι ό,τι απέμεινε από πολύ παλαιότερη πρόχειρη οχύρωση. 




















Περάσαμε και από τη Σπηλιά στο Στρώμα, πάνω από τη ρεματιά Γεώργιζα, όπου υπάρχει και αναρριχητικό πεδίο, μάλλον εγκαταλελειμμένο πια.
























Από πάνω βρίσκονται δύο παράλληλες γειτονικές στενές σχισμές. Η δεξιά μάλιστα δείχνει να προχωρά σε βάθος πολλών μέτρων.


























Σχετικά - προηγούμενες αναρτήσεις (ενδεικτικά):

Κορυφή Ζαχαρίτσα 19.01.2020 
Σπηλιά Στρώμα 26.10.2020 
Σπηλιά Κούκου - Θρόνος Οδυσσέα 11.12.2020 
Ρεματιά Γιώργιζα 25.04.2023 και 12.05.2026.