11 Οκτωβρίου 2026

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής τού Tomas Tranströmer [Alexander B. Joy] - II

 …συνέχεια από το 1ο μέρος.

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ένα αυτο-εξελισσόμενο σύστημα, όπως τής Σουηδίας, λειτουργεί πάντα υπό ιδανικές συνθήκες, όπου τα καλοπροαίρετα κίνητρα είναι ενωμένα με τους νομοθετικά, διοικητικά και εκτελεστικά αρμόδιους φορείς, παραμένει κάτι προβληματικό στην καρδιά τού ίδιου τού σωφρονιστικού μηχανισμού, τόσο στην ιδανική του μορφή όσο και στο γενικότερό του στόχο. Ο Michel Foucault παρατηρεί στο ρηξικέλευθό του έργο «Πειθαρχία και Τιμωρία: Η Γέννηση τής Φυλακής», το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά το 1975, ότι η αντίληψη για τον ρόλο τής φυλακής, ή για τον κοινωνικό ρόλο τον οποίο υπηρετεί, έχει αλλάξει σταδιακά με την πάροδο τού χρόνου. Ο Foucault χαρτογραφεί μια μετατόπιση στις πρακτικές τιμωρίας και πειθάρχησης: απομακρύνεται από την πρόκληση πόνου στο σώμα τού/τής φερόμενου/ης ως παραβάτη/ιδας [σε μια προσπάθεια αποτροπής τού/τής ίδιου/ας ή άλλων επίδοξων παραβατών από την επανάληψη μιας πράξης εναντίον τού κράτους] προς τη στόχευση τού νου τού/τής εγκληματία μέσω τού εγκλεισμού του/της ή άλλων τεχνικών απομόνωσης, με την ελπίδα τής αναμόρφωσής του/της. Πρόκειται για μια μετατόπιση από την τιμωρία προς την πειθάρχηση• μια κίνηση που απομακρύνεται από την ολοκληρωτική εξάλειψη των παραβατών και κατευθύνεται προς τη διαμόρφωσή τους σε αποδεκτά κοινωνικά υποκείμενα. Αν και αυτή η μετατόπιση φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αντικατοπτρίζει μια ανθρωπιστική τάση – διότι αναμφίβολα φαίνεται πιο ανθρώπινο να φυλακίζονται οι παραβάτες παρά να μαστιγώνονται, να βασανίζονται ή να εκτελούνται – ο Foucault επισημαίνει ότι η νεότερη προσέγγιση ενέχει μια ανησυχητική ολοκληρωτική χροιά. Εξετάζοντας δύο από τους προδρόμους τής σύγχρονης φυλακής, ο Foucault σχολιάζει τις τάσεις που εκείνοι συμβάλλανε να διαμορφωθεί το σημερινό σωφρονιστικό σύστημα:
Υπάρχουν, λοιπόν, δύο εικόνες τής πειθαρχίας. Στο ένα άκρο βρίσκεται ο πειθαρχικός αποκλεισμός, ήτοι το περιφραγμένο, κλειστό, εσωστρεφές ίδρυμα, το οποίο εγκαθιδρύθηκε στα άκρα – περιθώρια τής κοινωνίας επιτελώντας αρνητικές λειτουργίες: τη συγκράτηση τού κακού, τη διακοπή τής επικοινωνίας και την αναστολή του χρόνου. Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο πανοπτισμός*, ήτοι ο πειθαρχικός μηχανισμός ο οποίος πρέπει να λειτουργεί έτσι ώστε να βελτιώσει την άσκηση τής εξουσίας καθιστώντας την ελαφρύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη, ένα σχέδιο διακριτικής καταναγκαστικής επιβολής για μια κοινωνία τού μέλλοντος.
* Το 1785 μ.Χ., ο Jeremy Bentham, πρότεινε έναν τύπο φυλακής στεγασμένο σε ένα κυλινδρικό οικοδόμημα, στην περιφέρεια τού οποίου τοποθετούνται τα κελιά των τροφίμων (των ασθενών, των εργατών, των μαθητών και οποιουδήποτε άλλου επιτηρούμενου ατόμου), ενώ στο κέντρο του βρίσκεται ο πύργος των επιτηρητών, ο οποίος διαθέτει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς τα κελιά. Τα κελιά, ωστόσο, δεν μοιάζουν με τα παραδοσιακά μπουντρούμια. Διαθέτουν δύο παράθυρα, ένα εσωτερικό κι ένα εξωτερικό. Το εσωτερικό αντιστοιχεί σε ένα από τα παράθυρα τού πύργου ενώ το εξωτερικό αφήνει το φως να διαπεράσει το κελί. Παράλληλα, ο κεντρικός πύργος ελέγχου διαθέτει, πέρα από τα σκίαστρα στα παράθυρα, και διαχωριστικά στο εσωτερικό του τέτοια, ώστε να μην προδίδουνε την παρουσία τού επιτηρητή. Με άλλα λόγια, το κελί διακρίνεται από πλήρη διαφάνεια, ενώ ο πύργος ελέγχου από πλήρη συσκότιση. Ο επιτηρούμενος δεν γνωρίζει πότε επιτηρείται.
Αναλυτικά: el.wikipedia.org.   

Όπως προκύπτει από τη σύνδεση των εγκαταστάσεων για την καραντίνα ασθενειών και των σχεδίων τού Jeremy Bentham για το σωφρονιστικό ίδρυμα τού «Πανοπτικού» (όπου η εποπτεία είναι καθολική), η σύγχρονη φυλακή επιτελεί μια σειρά λειτουργιών οι οποίες μεταστρέφουνε τη νοοτροπία τού παράνομου, επιφέροντας έτσι ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Κατ’ αρχάς, η φυλακή σχεδιάστηκε για να σταματήσει τη διάδοση τού «κακού»: για να περιορίσει τις συμπεριφορές εκείνες τις οποίες το κράτος κρίνει ως μη αποδεκτές, απομονώνοντας τον/την παραβάτη/ισσα σα να έπασχε από κάποια ασθένεια, αποκόβοντάς τον/την από την κοινωνία και αποσπώντας τόν/τήν από τη ροή τού χρόνου. Ο χρόνος και η κοινωνία θα συνεχίσουνε να εξελίσσονται, αλλά ο/η φυλακισμένος/η δεν θα συμμετέχει σε αυτήν την πορεία. Παρόμοια, ο/η παραβάτης/ισσα, δεν θα επανέλθει – επανενταχθεί στο χρόνο και την κοινωνία προτού εγκαταλείψει τη μη αποδεκτή τάση η οποία οδήγησε στον εγκλεισμό του/της. Μέχρι ο τρόπος συμπεριφοράς, σκέψης και ύπαρξής του/της αναδιαμορφωθούν ώστε να ευθυγραμμιστούνε με τα κοινωνικά πρότυπα, τα οποία επιβάλλει το κράτος, απαγορεύεται στον/την φυλακισμένο/η να συμμετέχει στην κοινωνία και την εξέλιξή της [Σημ. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, πώς η πρακτική τής στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων λόγω καταδίκης για κακούργημα, στις ΗΠΑ, ακολουθεί πιστά και διευρύνει την εμβέλεια αυτού τού μοτίβου]. Η φυλακή, λοιπόν, συνιστά ένα μηχανισμό μείωσης τής ποικιλομορφίας μεταξύ των υποκειμένων μιας κοινωνίας. Αποσπά, από τον κοινωνικό ιστό, τα άτομα εκείνα τα οποία δεν συμμορφώνονται με έναν τυποποιημένο τρόπο ύπαρξης και δεν τα επιστρέφει προτού τα διαμορφώσει ώστε να ταιριάζουνε στο πρότυπο. Αν ο στόχος τής φυλακής είναι η συμμόρφωση: η μετατροπή των εγκληματιών σε νομοταγείς πολίτες, ο άρρητος σκοπός της είναι να περιορίσει το περιεχόμενο τής ιδιότητας τού πολίτη και να εξαλείψει την πολλαπλότητα των υποκειμένων για χάρη μιας μελλοντικής, ομοιογενούς κοινωνίας. Ο Foucault επισημαίνει επίσης ότι αυτή η τάση περιορισμού τής πολλαπλότητας επαναλαμβάνεται σε πολλούς κρατικούς μηχανισμούς οι οποίοι καθορίζουνε το κανονικό, συμπεριλαμβανομένων των θεσμών υγείας και εκπαίδευσης:
Προκαλεί άραγε εντύπωση το γεγονός ότι η φυλακή των κελιών, με τα τακτικά χρονοδιαγράμματα, την καταναγκαστική εργασία, τις αρχές επιτήρησης και καταγραφής, καθώς και τους ειδικούς στο τι είναι φυσιολογικό, που συνεχίζουνε και πολλαπλασιάζουνε τον ρόλο τής δικαιοσύνης, αποτελεί το σύγχρονο όργανο επιβολής ποινών; Προκαλεί άραγε εντύπωση ότι οι φυλακές μοιάζουνε με εργοστάσια, σχολεία, στρατώνες και νοσοκομεία, τα οποία με τη σειρά τους μοιάζουν όλα με φυλακές;

Οπουδήποτε ο σκοπός ενός θεσμού είναι η επιβολή ομοιομορφίας – από τη θέσπιση ενός βασικού επιπέδου υγείας, όπως σε ένα νοσοκομείο, ή για ένα ελάχιστο όριο εκπαίδευσης, όπως σε ένα σχολείο, μέχρι ένα σταθερό πρότυπο προϊόντος, όπως σε ένα εργοστάσιο – η εικόνα τής φυλακής επαναλαμβάνεται καθώς ο μηχανισμός που κρύβεται πίσω από όλους αυτούς τούς θεσμούς προώθησης τής ομοιομορφίας είναι αναπόφευκτα ο ίδιος.

Δεδομένων των σπουδών τού Tranströmer στην ψυχολογία και την κοινωνική εργασία, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ζητήματα ψυχικής υγείας, κανονικότητας και των ενίοτε ασαφών ορισμών τους θα απασχολούσανε κάποια στιγμή τη σκέψη του. Η πρόκληση, ωστόσο, έγκειται στο πού και πώς μπορεί κανείς να συζητήσει τέτοια θέματα. Εάν η ποινική δικαιοσύνη δεν αποτελεί, στη Σουηδία, ζήτημα δημόσιου προβληματισμού τότε σε ποιο πλαίσιο θα μπορούσε κανείς να ασκήσει κριτική στο σύστημα δικαιοσύνης; Παρόμοια, αν κάποιος αποτελεί μέρος αυτού τού ίδιου τού συστήματος, εργαζόμενος ως φορέας τής ψυχικής συμμόρφωσης, πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει μια έγκυρη κριτική; Οι συνήθεις δίαυλοι διαλόγου για θέματα ποινικής δικαιοσύνης αποτελούν οι ίδιοι μέρος τού υπό εξέταση συστήματος, άρα, μια κριτική που διατυπώνεται σε αυτό το πλαίσιο θα σήμαινε συμμετοχή στο σύστημα με τους όρους τού ίδιου τού συστήματος, με αποτέλεσμα η ισχύς της να ενδέχεται να αποδυναμωθεί. Τι μπορεί, λοιπόν, να γίνει; Στη σειρά χαϊκού τού Tranströmer, «Φυλακή», διακρίνω την απαρχή μιας απάντησης: την αντιμετώπιση τού σωφρονιστικού συστήματος μέσα από ένα ποιητικό πρίσμα. Ο Tranströmer επιστρατεύει τη διαχρονική, μινιμαλιστική αισθητική τού χαϊκού και την ποιητική πειθαρχία η οποία απαιτείται από τον περιορισμένο αριθμό συλλαβών τής συγκεκριμένης φόρμας, και τα αντιπαραθέτει σε μια διαφορετική μορφή πειθαρχίας. Μέσα από την έντονη αντίθεση μεταξύ μορφής και περιεχομένου, τα χαϊκού τού Tranströmer, της συλλογής «Φυλακή», αμφισβητούνε την αποτελεσματικότητα, και ίσως τη νομιμοποίηση, του σωφρονιστικού συστήματος.

Η προσέγγιση του Tranströmer, ωστόσο, εγείρει ένα επείγον ερώτημα. Γιατί χαϊκού; Πριν από την ενότητα «Φυλακή», ο Tranströmer, δεν είχε ασχοληθεί με το χαϊκού• οι δύο προηγούμενες ποιητικές του συλλογές δεν περιλαμβάνουνε κανένα. Επιπλέον, μετά τη «Φυλακή», ο Tranströmer, δεν επανήλθε στο χαϊκού παρά μόνο με τη συλλογή «The Sad Gondola», το 1996, περίπου 37 χρόνια μετά. Συνεπώς, το χαϊκού δεν φαίνεται να είναι η μορφή με την οποία ο Tranströmer αισθάνεται πιο άνετα. Τουλάχιστον, το ιστορικό των εκδόσεών του υποδηλώνει ότι δεν διαθέτει την ίδια εξοικείωση με αυτό όσο με άλλες ποιητικές μορφές. Γιατί να μην γράψει αντ’ αυτών μεγαλύτερα ποιήματα για το σωφρονιστικό σύστημα, όπως αυτά που έγραφε καθ' όλη τη διάρκεια τής ποιητικής του σταδιοδρομίας; Κατ’ αρχάς, το χαϊκού έχει πλούσια ιστορία και κάθε ποιητής που επιστρατεύει τη συγκεκριμένη μορφή επικαλείται ταυτόχρονα και την ιστορία του. Υποθέτω, λοιπόν, ότι η επιλογή τού Tranströmer σχετίζεται με τις καταβολές τής αισθητικής τού χαϊκού και τους δεσμούς της με τη σκέψη Ζεν. Επιπλέον, η επιλογή τού παρατηρησιακού ύφους που συνοδεύει το χαϊκού ενσαρκώνει μια άβολη αναγνώριση τής εμπλοκής τού Tranströmer στον μηχανισμό τής φυλακής.

Ο Faubion Bowers σημειώνει στην εισαγωγή του στο έργο «The Classic Tradition of Haiku», 1996, ότι το χαϊκού εξελίχθηκε από το haikai-no-renga, μια μορφή αλυσιδωτής ποίησης που συνέδεε το haikai, μια (ποιητική) στροφή αποτελούμενη από στίχους των 5-7-5 συλλαβών, με το renga, μια στροφή αποτελούμενη από στίχους των 7-7 συλλαβών. Η μορφή αυτή γνώρισε μεγάλη διάδοση μεταξύ των απλών ανθρώπων στην Ιαπωνία του 16ου μ.Χ. αι. Ωστόσο, το χαϊκού όπως το γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από τον Matsuo Bashō, ο οποίος απομόνωσε το haikai από το haikai-no-renga και το μετέτρεψε σε αυτοτελές ποίημα με την ονομασία hokku, ήτοι την ίδια λέξη η οποία χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει την πρώτη στροφή ενός ποιήματος haikai-no-renga. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Matsuo Bashō, εκτός από ποιητής, ήτανε και ιερέας τού Ζεν Βουδισμού. Στα χέρια του, το χαϊκού μετατράπηκε σε έκφραση τής συνείδησης Ζεν, εστιάζοντας σε στιγμές βαθύτατου νοήματος όπου το άπειρο και το εφήμερο συμπίπτουν, γεννώντας μια αστραπιαία λάμψη σοφίας ή ακόμα και την απόλυτη φώτιση. Πολλά από τα πιο αξιόλογα χαϊκού του Matsuo Bashō αναγνωρίζονται και τιμώνται ακριβώς λόγω των στοιχείων Ζεν που εμπεριέχουν: το θρυλικό του χαϊκού για τον βάτραχο και τη λιμνούλα, όπου ο ήχος τού νερού ακολουθεί το άλμα ενός βατράχου στη λιμνούλα, θεωρείται ότι συμβολίζει την αφύπνιση προς μια ανώτερη συνείδηση. Έτσι, το χαϊκού που κληρονομήσαμε φέρει το αποτύπωμα τής φιλοσοφίας Ζεν, προβάλλοντας ως αισθητική έκφραση των ιδανικών και των πρακτικών τού Ζεν. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι από τους κορυφαίους ποιητές χαϊκού, όπως ο Issa και η Chiyo-ni, υπήρξανε ταυτόχρονα ιερείς και ιέρειες. Η συγγραφή χαϊκού αποτελεί, συνεπώς, μια άσκηση στη φιλοσοφία Ζεν και προσομοιάζει με την τελετουργία τού διαλογισμού. Όπως και ο διαλογισμός, η συγγραφή χαϊκού προϋποθέτει την αποβολή των περιττών σκέψεων και λεπτομερειών, την υποχώρηση τής ατομικής συνείδησης, την αναζήτηση τού αιώνιου χωρίς την ενεργητική του επιδίωξη και την ελευθερία η οποία βρίσκεται μέσ’ από μια εθελούσια αυτοπειθαρχία. Ο διαλογισμός και το χαϊκού αποτελούνε μορφές πνευματικής πειθαρχίας, με στόχο την εξέλιξη τού ατόμου σε έναν καλύτερο ή σοφότερο άνθρωπο. Λόγω τής ιστορίας αλλά και της συντομίας του, το χαϊκού παραπέμπει σε μια αισθητική τής πειθαρχίας, γεγονός που το καθιστά την ιδανική μορφή για την εξέταση, από τον Tranströmer, της συστηματοποιημένης πειθαρχίας τού σωφρονιστικού ιδρύματος. Η ίδια η μορφή τού χαϊκού υποδηλώνει πώς θα έπρεπε να είναι μια υγιής τελετουργία πειθαρχίας, ενώ το θέμα που πραγματεύεται ο Tranströmer περιγράφει ένα πολύ λιγότερο ευεργετικό είδος πειθαρχίας, τα μειονεκτήματα του οποίου αναδεικνύονται μέσ’ από τη συγκεκριμένη ποιητική φόρμα.

Ταυτόχρονα, η χρήση τού χαϊκού από τον Tranströmer εμπεριέχει ορισμένες ανησυχητικές ιδεολογικές παραδοχές, για τις οποίες ο ίδιος ο ποιητής φαίνεται πως έχει επίγνωση. Παρακολουθώντας τούς έγκλειστους και προσπαθώντας να αποκαλύψει πτυχές τού εσωτερικού τους κόσμου, μέσ’ από την παρουσίαση παρατηρήσιμων εξωτερικών λεπτομερειών, ο Tranströmer, υιοθετεί μια προσέγγιση που έχει τις ρίζες της, και οφείλει την αποτελεσματικότητά της, στο ίδιο εκείνο το σύστημα εναντίον τού οποίου στρέφεται. Συνδέοντας τη διάδοση δομών που προσομοιάζουνε με φυλακή με όλους τους άλλους τομείς τής κοινωνίας που επιβάλλουνε κανόνες κανονικότητας, ο Foucault επισημαίνει ότι η κοινωνία που προκύπτει διαθέτει μια «υφή φυλακής», όπου ο έλεγχος των πολιτών είναι τόσο διάχυτος ώστε να φαντάζει φυσιολογικός. Επιπλέον, η πανταχού παρούσα φύση αυτού τού ελέγχου «εξασφαλίζει αφενός την πραγματική αιχμαλώτιση τού σώματος αφετέρου τη διαρκή παρακολούθησή του». Με άλλα λόγια, σε καμία στιγμή ο πολίτης μιας φυλακιστικής κοινωνίας δεν βρίσκεται εκτός ενός κελιού, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά• αν ο πολίτης δεν είναι στη φυλακή, εξακολουθεί να υπόκειται σε κάθε είδους παρακολούθηση ανάλογης φύσης, είτε πρόκειται για ιατρική καταγραφή είτε για παρακολούθηση τής εκπαιδευτικής επίδοσης είτε για έλεγχο τής επαγγελματικής απόδοσης είτε οτιδήποτε παρεμφερές. Παρά την αδιακρίτως παρεμβατική του φύση, ο Foucault, σημειώνει ότι το σύστημα αυτό έχει γεννήσει έναν από τους πυλώνες τής σύγχρονης σκέψης: την ιδέα τού κατανοήσιμου ανθρώπου. Είτε για καλό είτε για κακό, γράφει ο Foucault, η ιδέα ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τούς άλλους ανθρώπους παρατηρώντας τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά πηγάζει από το σωφρονιστικό σύστημα: «Ο άνθρωπος ως αντικείμενο γνώσης (ψυχή, ατομικότητα, συνείδηση, συμπεριφορά, ή όπως αλλιώς κι αν ονομάζεται) αποτελεί το αποτέλεσμα – αντικείμενο αυτής τής αναλυτικής επένδυσης, αυτής τής κυριαρχικής παρατήρησης». Ως εκ τούτου, ο Tranströmer, έρχεται αντιμέτωπος με μια ακόμη δυσκολία. Όχι μόνο εμπλέκεται στο σωφρονιστικό σύστημα λόγω τής ιδιότητάς του ως ψυχολόγου – ως φορέα επιβολής των κανόνων ψυχικής υγείας – αλλά και οι θεμελιώδεις παραδοχές που επιτρέπουνε στα χαϊκού του να λειτουργήσουν, εμπλέκονται με τη σειρά τους σε αυτό. Αν ο Tranströmer πρόκειται να αποκαλύψει στους αναγνώστες του τον εσωτερικό κόσμο των έγκλειστων αγοριών μέσω τής φόρμας τού χαϊκού, οφείλει να καταφύγει στην απεικόνισή τους από έξω και να δείξει πώς οι χειρονομίες και οι πράξεις τους φανερώνουν όσα συμβαίνουνε στο εσωτερικό τους. Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται αν πρόκειται να χρησιμοποιήσει αυτήν την προσέγγιση για να ασκήσει κριτική στο σωφρονιστικό μηχανισμό. Η προσέγγισή του λειτουργεί εξαρχής μόνον επειδή το φυλακιστικό σύστημα δημιούργησε την υποδομή που την τροφοδοτεί – πώς μπορεί, λοιπόν, να επιτεθεί στο σύστημα όταν ο ίδιος και τα όπλα του αποτελούνε μέρος αυτού; Αυτός ο προβληματισμός διατρέχει τα ποιήματα τής ενότητας «Φυλακή» και υποψιάζομαι ότι καθορίζει την επιλογή τής φόρμας τού χαϊκού από τον Tranströmer. Η σύνδεση τού χαϊκού με τον διαλογισμό και την απαλλαγή από την αυτοσυνειδησία που το συνοδεύει ίσως προσφέρει παράκαμψη από τον ψυχολογικό μηχανισμό τον οποίο χρησιμοποιεί ο Tranströmer και ο οποίος είναι εμποτισμένος με τη φυλακίστικη λογική. Η έννοια του «karumi» τού Bashō, που μεταφράζεται κατά προσέγγιση ως «ελαφρότητα», προσφέρει μια λύση στο πρόβλημα τού Tranströmer. Η Βρετανική Εταιρεία Χαϊκού (British Haiku Society), στο κείμενο «English Haiku: A Composite View» (2002), προτείνει έναν λειτουργικό ορισμό τής «ελαφρότητας» ο οποίος εξηγεί γιατί τα χαϊκού είναι τόσο ελκυστικά για το εγχείρημα τού Tranströmer: «[Η ελαφρότητα] δεν σημαίνει ότι το χαϊκού φιλοδοξεί να είναι «ελαφρύ ποίημα», αστόχαστο• σημαίνει, μάλλον, ότι ο ποιητής χαϊκού πρέπει να είναι σε θέση να παρουσιάζει όλες τις πτυχές τής ζωής, τόσο τις χαρούμενες όσο και τις τραγικές (ακόμη και τον ίδιο του τον θάνατο!), με τρόπο νηφάλιο, ενδιαφέροντα και απαθή». Με γνώμονα αυτήν την αρχή, ένα επιτυχημένο χαϊκού είναι εκείνο που εξετάζει τα πράγματα χωρίς να επιστρατεύει πρόσθετους φιλοσοφικούς ή μεθοδολογικούς μηχανισμούς, όπως, για παράδειγμα, τους τρόπους με τους οποίους ο ψυχολόγος προσεγγίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η συγγραφή χαϊκού, λοιπόν, σηματοδοτεί μιαν απομάκρυνση από τους προβληματικούς συσχετισμούς τής ψυχολογίας. Η χρήση τού χαϊκού, επίσης, ίσως υποδηλώνει σκεπτικισμό ή και εχθρότητα απέναντι σε μια ποίηση που καθορίζεται από την ψυχολογία. Σε κάθε περίπτωση, η φόρμα τού χαϊκού, ανάμεσα στην αισθητική της και την ιδεολογία της, φαίνεται να αποτελεί τον ισχυρότερο ποιητικό σύμμαχο τού Tranströmer στην αναμέτρησή του με το σωφρονιστικό σύστημα και τα χαϊκού τής ενότητας «Φυλακή» στρέφουν όλα ένα κριτικό βλέμμα στο ομώνυμο ίδρυμα.

συνεχίζεται

10 Οκτωβρίου 2026

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής τού Tomas Tranströmer [Alexander B. Joy] - I

Το παρόν είναι το 1ο μέρος (από τα τέσσερα, όπως εκτιμώ, συνολικά, τα οποία θα αναρτώνται σταδιακά) από την απόδοση, στα ελληνικά, του εξαιρετικού δοκιμίου τού Alexander B. Joy, με τίτλο: «Aesthetics of Discipline» και υπότιτλο «Tranströmer’s Prison Haiku», το οποίο έχει δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα τού «The Haiku Foundation»: 
Δημοσιεύεται κατόπιν άδειας τού συγγραφέα, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα για την τιμή και την άδεια όπως και το «The Haiku Foundation» για τη θετική αποδοχή τού αιτήματος και τη μεσολάβηση. 

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι πρώτες απόπειρες τού Tomas Tranströmer στη φόρμα τού χαϊκού εμφανίζονται το 1959, στη σειρά εννέα ποιημάτων χαϊκού με τίτλο «Fangelse» (Φυλακή). Σε αυτά τα μικρά ποιήματα, ο Tranströmer παρατηρεί τούς τροφίμους τού Κέντρου Κράτησης Νέων Hällby, καταγράφοντας την καθημερινότητα τους στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιεί αυτές τις στιγμιαίες ματιές στις καθημερινές όψεις τού εγκλεισμού τους για να ασκήσει δριμεία κριτική στο σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα. Αξιοποιώντας τη φόρμα τού χαϊκού, και την ευεργετική πειθαρχία που αυτή συνεπάγεται, ο Tranströmer, αντιπαραβάλει την έντονη αντίθεση τής καταστροφικής πειθαρχίας των μηχανισμών σωφρονισμού, αμφισβητώντας τον ρόλο τού σωφρονιστικού συστήματος στη σύγχρονη κοινωνία. Αντιπαραθέτοντας την προσέγγιση τού Tranströmer με την ανάλυση τού Foucault, για τη σύγχρονη φυλακή, το παρόν δοκίμιο αναλύει τα ποιήματα τής εν λόγω ποιητικής συλλογής, διαυγάζοντας την κριτική η οποία εμπεριέχεται σε καθένα από αυτά και αναδεικνύοντας την αισθητική τού χαϊκού, η οποία καθιστά δυνατή την άσκηση αυτής τής κριτικής.

---

Ασφαλώς αποτελεί θετικό οιωνό για το ακαδημαϊκό και ποιητικό κύρος τού χαϊκού το γεγονός ότι ο Σουηδός ποιητής Tomas Tranströmer, κάτοχος τού βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας τού 2011, ο οποίος είναι ο πιο πρόσφατος ποιητής που τιμήθηκε με αυτήν την κορυφαία λογοτεχνική διάκριση, έχει καταπιαστεί κατ’ επανάληψη με τη φόρμα τού χαϊκού. Ο Tranströmer εξερευνά αυτή τη σύντομη ποιητική μορφή στις συλλογές του «Sorgegondolen» (Η Θλιμμένη Γόνδολα, 1996) και «Den Stora Gåtan» (Το Μεγάλο Αίνιγμα, 2004), ενσωματώνοντας σειρές από αυτά τα μικρά ποιήματα ανάμεσα στα εκτενέστερα έργα του, για τα οποία είναι αδιαμφισβήτητα περισσότερο γνωστός. Επιπλέον, ο Tranströmer, έχει δημιουργήσει μια συλλογή, η οποία περιλαμβάνει αποκλειστικά χαϊκού: τη σειρά εννέα ποιημάτων με τίτλο «Fängelse» (Φυλακή), η οποία, αν και εκδόθηκε το 2011, γράφτηκε το 1959 κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε έναν φίλο και συνάδελφο ψυχολόγο ο οποίος εργαζότανε στο Κέντρο Κράτησης Νέων Hällby [Σημ. Ο ίδιος ο Tranströmer εργάστηκε επίσης με νέους που αντιμετωπίζανε προβλήματα, αναλαμβάνοντας θέση ψυχολόγου στο κέντρο κράτησης νέων Roxtuna το 1960]. Τα χαϊκού αυτής τής τελευταίας σειράς αποτελούνε το αντικείμενο τής παρούσας μελέτης. Υποστηρίζω ότι τα χαϊκού τής συλλογής «Φυλακή» του Tranströmer εμπεριέχουν ισχυρή κριτική τού σωφρονιστικού συστήματος και ότι η αποτελεσματικότητα αυτής τής κριτικής συνδέεται με τις αισθητικές και φιλοσοφικές ρίζες τής φόρμας τού χαϊκού. Η αισθητική τού χαϊκού διέπεται από την αρχή τής πειθαρχίας και όταν χρησιμοποιείται για να εξετάσει μια άλλη μορφή πειθαρχίας αποκαλύπτει – εκθέτει τα ελαττώματα τού αντικειμένου τής κριτικής της.

Όπως αρμόζει σε έναν ποιητή το συγκεντρωτικό έργο τού οποίου φέρει τον τίτλο «Το Μεγάλο Αίνιγμα», η κριτική προσέγγιση των χαϊκού τού Tranströmer χαρακτηρίζεται είτε από σάστισμα είτε από παραγνώριση. Η Joanna Bankier, στο λήμμα για τον Tranströmer, «Dictionary of Literary Biography» (2002) αναφέρει τα χαϊκού του μόλις μία φορά και αυτό μονάχα για να επισημάνει την αυξανόμενη τάση του να γράφει μικρότερα, ως προς τον αριθμό λέξεων, ποιήματα μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 1990. Ο Anatoly Kudryavitsky, στο έργο του «Tranströmer and his haikudikter» (2007), θεωρεί τα έργα τού Tranströmer ως «ένα πείραμα πάνω στο χαϊκού». Αν και ο Kudryavitsky, στο δοκίμιό του, έχει μια κατά βάση ευνοϊκή προσέγγιση στα σύντομα ποιήματα τού Tranströmer, με αυτή τη φράση τα υποβιβάζει σε κάτι που δεν είναι ακριβώς χαϊκού. Ο Robin Fulton, ο οποίος μετέφρασε το έργο τού Tranströmer στα αγγλικά, προσεγγίζει τα χαϊκού του με παρόμοια επιφύλαξη. Στην εισαγωγή τής συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων τού Tranströmer, ο Fulton γράφει: «Δεν έχω ιδέα, αν ένας Ιάπωνας δάσκαλος τού χαϊκού θα ένιωθε ότι μοιράζεται το ίδιο πνεύμα με αυτό που διέπει αυτά τα σουηδικά δείγματα τής εν λόγω φόρμας. Προτιμώ να τα θεωρώ απλώς ως μια σειρά ποιημάτων με συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών (των οποίων τον αριθμό συλλαβών έχω διατηρήσει στη μετάφραση), τα οποία διαθέτουνε μια ικανότητα να εκπλήσσουνε και να προβληματίζουν, υπερβαίνοντας κατά πολύ ό,τι θα περίμενε κανείς από τις μικροσκοπικές τους διαστάσεις». Και εδώ, επίσης, διαφαίνεται μια κριτική στάση απέναντι στα τρίστιχα ποιήματα τού Tranströmer, η οποία δυσανασχετεί στην ιδέα να χαρακτηριστούν ως χαϊκού. Πώς λοιπόν, πρέπει να τα διαβάζουμε; Πρόκειται όντως για χαϊκού με την παραδοσιακή αισθητική έννοια τού Ζεν ή μήπως για κάτι διαφορετικό;

Προτείνω, τα χαϊκού του Tranströmer, να διαβαστούν ως έχουν: στις ρίζες, ως ένα σημείο, αυτού τού ποιητικού είδους: στη φιλοσοφία Ζεν. Ο ποιητής χρωματίζει τα χαϊκού του με έντονες ψυχολογικές διαστάσεις, οι οποίες αρχικά ίσως φαντάζουν αντίθετες προς τη συνείδηση Ζεν, την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί το χαϊκού. Υποστηρίζω, ωστόσο, ότι η ψυχολογική προσέγγιση τού Tranströmer στο χαϊκού λειτουργεί ακριβώς λόγω τής επίγνωσης και της αξιοποίησης των παραδοσιακών τεχνικών τού είδους, κεφαλαιοποιώντας τούς αυστηρούς μετρικούς περιορισμούς, τους οποίους αυτό επιβάλλει. Η μέθοδος του Tranströmer γίνεται ίσως πιο εμφανής στη συλλογή του με χαϊκού: «Φυλακή», όπου αντιπαραθέτει δημιουργικά δύο είδη πειθαρχίας: την αυστηρή καθημερινότητα στο διαλογισμό Ζεν και τους περιοριστικούς κανόνες τού σύγχρονου σωφρονιστικού συστήματος. Ο Tranströmer χρησιμοποιεί τη φόρμα τού χαϊκού ειρωνικά, επιστρατεύει την αισθητική τής πειθαρχίας Ζεν για να δομήσει το προφίλ των μηχανισμών τής φυλακής αναδεικνύοντας  πώς το σωφρονιστικό σύστημα φαίνεται να στρεβλώνει τη στοχαστική στάση, την οποία προάγει η αισθητική τού Ζεν. Συνεπώς, η ενότητα των χαϊκού τού Tranströmer, «Φυλακή», υιοθετεί μια κριτική στάση, επιπλήττοντας ένα σωφρονιστικό σύστημα – μηχανισμό, το οποίο μοιάζει περισσότερο επιζήμιο παρά ευεργετικό.

Προτού εμβαθύνουμε στην κριτική τού Tranströmer για το σωφρονιστικό σύστημα, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι το σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα διαφέρει σημαντικά από εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Ηνωμένου Βασιλείου – καθώς και από την εικόνα τής φυλακής, όπως παρουσιάζεται σε τηλεοπτικές σειρές όπως το «Oz» ή το «Orange Is the New Black». Ενώ στις φυλακές των ΗΠΑ παρατηρείται υπερπληθυσμός και φαίνεται να κατασκευάζονται συνεχώς νέες εγκαταστάσεις, στη Σουηδία ο αριθμός των φυλακών στην πραγματικότητα μειώνεται. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «The Guardian», το 2013, ο Richard Orange αναφέρει ότι ο συνολικός πληθυσμός των φυλακισμένων, στη Σουηδία, μειώθηκε κατά 6% μεταξύ 2011 και 2012, με παρόμοια μείωση να αναμένεται και τα επόμενα χρόνια• ως εκ τούτου, η Σουηδία σχεδιάζει να κλείσει – ή έχει ήδη κλείσει – τέσσερις από τις φυλακές της. Αυτή η δραστική μείωση τού αριθμού των εγκλείστων στη Σουηδία πιθανότατα συνδέεται με την κουλτούρα που περιβάλλει το σωφρονιστικό σύστημα. Για να το πούμε ωμά, οι Σουηδοί έχουνε διαφορετική – και πολύ πιο ήπια – στάση απέναντι στις φυλακές και τους κρατούμενους συγκριτικά με τους Αμερικανούς ή τους Βρετανούς. Ο Doran Larson συνοψίζει εύστοχα τη σουηδική πολιτική σχετικά με το έγκλημα και την τιμωρία σε ένα άρθρο τού 2013, για το περιοδικό «The Atlantic»:
Σε ολόκληρη τη Σκανδιναβία, η πολιτική για την ποινική δικαιοσύνη σπάνια αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι αποφάσεις σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές επαφίενται σε επαγγελματίες τού κλάδου, οι οποίοι συνήθως είναι αναγνωρισμένοι εγκληματολόγοι που συνεργάζονται στενά με ακαδημαϊκούς. Στηρίζοντας το φράγμα ανάμεσα στο λαϊκισμό και την πολιτική σωφρονισμού και τα απτά αποτελέσματα, τα μέσα ενημέρωσης δεν μεγαλοποιούνε τα εγκλήματα – αν επιλέξουνε καν να τα προβάλουν. Και όλα αυτά συμβαίνουνε σε χώρες με μακρά παράδοση πολιτικής συναίνεσης, σχετικά μικρούς και ομοιογενείς πληθυσμούς και τα κορυφαία δίκτυα κοινωνικών υπηρεσιών παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης τής δημόσιας εκπαίδευσης.

Ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η ποινική δικαιοσύνη εξαρτάται από τα καπρίτσια των πολιτικών και των ψηφοφόρων τους, στη Σουηδία και τις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες τα ζητήματα κράτησης και συμμόρφωσης αφήνονται σε πιο εξειδικευμένα άτομα. Πράγματι, η σουηδική κουλτούρα δεν προσφέρει στους πολιτικούς την ευκαιρία να εκμεταλλευτούνε πολιτικά τα θέματα εγκληματικότητας και τιμωρίας, καθόσον αυτά καταλαμβάνουνε πολύ μικρότερο μέρος τής δημόσιας συνείδησης – τα ΜΜΕ αποφεύγουνε τον εντυπωσιασμό και εμποδίζουνε τούς εγκληματίες να μετατραπούνε σε διασημότητες ή μπαμπούλες όπως συνηθίζεται στις ΗΠΑ, μειώνοντας έτσι το πολιτικό όφελος το οποίο θα προέκυπτε από την υποστήριξη υιοθέτησης αυστηρότερων ποινών. Βοηθάει επίσης το γεγονός ότι η Σουηδία δεν έχει βιώσει την ιστορία φυλετικών εντάσεων, καθιερωμένης – θεσμοθετημένης ανισότητας και ακραίου πολιτικού διχασμού, τα οποία συναντάμε στις ΗΠΑ. Είναι σαφώς ευκολότερο να οικοδομηθεί ένα λειτουργικό σύστημα δικαιοσύνης όταν οι καθημερινές συστημικές αδικίες έχουνε σε μεγάλο βαθμό επιλυθεί από τον κοινωνικό ιστό τής χώρας.

Παρά τις προόδους του, ωστόσο, το σουηδικό σωφρονιστικό σύστημα εξακολουθεί να έχει τη σκοτεινή του πλευρά. Κατ’ αρχάς, όπως παρατηρεί ο Larson, τα ζητήματα τής ποινικής δικαιοσύνης δεν αποτελούνε μέρος τού δημόσιου διαλόγου. Αν και το αποτέλεσμα είναι ένα λιγότερο ευμετάβλητο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, αυτό γίνεται σε βάρος τής δημόσιας συζήτησης για το σύστημα. Συζητήσεις για τις φυλακές δεν γίνονται παρά μόνο από όσους διαθέτουνε τα κατάλληλα προσόντα, τα οποία συχνά καθορίζονται από την κατοχή πτυχίου το οποίο χορηγείται από ίδρυμα εγκεκριμένο από το κράτος – αδιαφορώντας για το γεγονός ότι το ίδιο αυτό κράτος ελέγχει και τις φυλακές! Το αν αυτή η σχέση συνιστά πραγματική σύγκρουση συμφερόντων υπερβαίνει κατά πολύ το πλαίσιο τού δοκιμίου μου.

συνεχίζεται

09 Οκτωβρίου 2026

Στο κατώφλι του χειμώνα [Ντέμης Κωνσταντινίδης]

Στο κατώφλι του χειμώνα

Σαρώνει με τη σκούπα της τα φύλλα
και βρίζει τα περαστικά αυτοκίνητα.
Θέλουνε, μου είπε, να τη διώξουν.
Ο άντρας της έχει χρόνια πεθαμένος.
Το σπίτι της ερείπιο.
Τα ρούχα της απροσδιόριστα ράκη.
Η φάτσα της αγριεμένη και μελαγχολική.
Την έχω δει να περπατά στα πιο απίθανα μέρη
με βήμα γοργό κι ανάλαφρο
μιλώντας μόνη.
Στη δημοσιά, στο γεφύρι, στο δάσος, στο νεκροταφείο.
Είναι μια μεταμφιεσμένη μάγισσα
στο κατώφλι του χειμώνα.

08 Οκτωβρίου 2026

Πέντε ποιήματα τού Κώστα Στεργιόπουλου

Ας πέφτει η νύχτα

Ας πέσει λοιπόν η νύχτα, κι απόψε κι αύριο•
ας πέφτει η νύχτα•
όταν γύρω τα κλειστά περιγράμματα
τόσο σκληρά σου χτυπούν τα μάτια,
και δεν έχεις πια μια στάλα ψυχή να πάρεις ανάσα.

Καθώς τώρα και πάντα και σ' άλλους καιρούς,
ας πέφτει η νύχτα•
με υπόγειους ρόχθους απ’ τη θάλασσα,
με το ξεμανταλωμένο παραθυρόφυλλο,
έρμαιο στην οργή του αέρα.

Τους ήξερες όλους• δεν υπάρχει έλεος.
Τώρα πια τους ξέρεις όλους τους έναν – ένα.


Του Πυρός Γέεννα* 

Σας γνώρισα από την απληστία στο βλέμμα,
απ' τ' αδηφάγο στόμα•
τα δάχτυλά σας έχουν τη δίψα του αίματος και του χρήματος.

Του Πυρός Γέεννα, αμαρτωλή σπορά του ανθρώπου.

Η κόλαση άγρυπνη παράστεκε στη γέννησή σας,
κι άγρυπνη χάσκει, παραστέκοντας το κάθε βήμα σας.

Και δε λέει ν’ αστράψει κανένας κεραυνός.


Ο ανθισμένος Μάιος

Χρόνια και χρόνια αυτός ο ανθισμένος Μάιος!

Φτάσαμε περίπου στο κλείσιμο των ισολογισμών.
Κι ωστόσο, ακόμα
όλα είναι πιθανά κι όλα αποκλείονται.
Χτυπώντας κι αντιχτυπώντας.
Στον αγώνα απάνω δε ρωτάει κανείς,
αν πέφτει ή αν σηκώνεται,
όταν το ξέρει πως αλλιώς είναι χαμένος.
Τόσον καιρό που πάλευα με την απελπισία,
πάλευα με το μαύρο χέρι, το τραγίσιο πόδι ή την ουρά,
αυτό που ρίχνει μαύρο σύννεφο στα μάτια
και δεν τολμάει να ξεμυτίσει η ελπίδα.
Ξανά στη μετάνοια και ξανά στην αλαζονεία.
Με την καταστροφή τη δική του
να λυτρωθώ.

Αν τσακίστηκα,
χάθηκα παλεύοντας ν’ ανέβω,
μπλεγμένος στου βυθού τα χόρτα•
να βγάλω το κεφάλι απ’ το νερό.
Δεν καταδέχτηκα
της σαύρας το αποκάρωμα στον ήλιο,
τα πολύχρωμα φώτα, τα πλουμιστά φτερά.
Μια στο βυθό, μια στον αφρό.
Χρόνια και χρόνια, χτυπώντας κι αντιχτυπώντας,
μ ’ έγδαραν άγριες ερημιές.

Ο ανθισμένος Μάιος, ο δροσερός Σεπτέμβριος.

Οι ζωντανοί γύρω μου έγιναν φυτά και ζώα.
Τα αισθήματά μου εκπέμπονται προς τους νεκρούς.


Δε μπόρεσα να καταλάβω ...

Δε μπόρεσα να καταλάβω την αταραξία των δέντρων,
αυτή τη χάρη του Θεού.

Ποιος είναι βέβαιος πια για τίποτα ;
Το σώμα δεν κουράζεται μόνον, αλλά κι εκδικείται,
σαν του στερείς του ζώου τη βεβαιότητα.

Εμάς ακόμα
μας ψήνουν τα λιοπύρια πάνω από τους τάφους,
βροχές μας μαστιγώνουνε και κρύοι βοριάδες
μας σβήνουν τα κεριά.
Και πάλι έχουμε κι άλλα δάκρυα,
πού κάποτε κι αυτά στερεύουν.

Άμα έχεις αφήσει πίσω σου όλη την έρημο κι η έρημος συνεχίζεται.
Όταν αλλάξει πια η ψυχή το δέρμα της,
και χάσει το πρώτο της χνούδι.

(Έπαιζε πάντα ο δαίμονας σκληρά μαζί μου,
κι ο άγιος σήκωνε το σπαθί, όταν είχα πια γδαρθεί.)


Σας μίλησα για ό,τι ξέρω

Σας μίλησα για ό,τι ξέρω.
Αλλά στο μεταξύ αποσύρθηκαν
όλα τα παλιά νομίσματα.

Έτσι, έγινα πλούσιος
μ’ ένα σωρό χαρτιά, που δεν
περνάν για τίποτα,
κι όμως κοστίζουν πάντοτε ακριβά.

Εγώ δεν παίρνω τίποτ’ απ' αυτά,
μήτε που αγγίζω.
Αθέατος τα μοιράζω,
κι ανάμεσά τους περνώ σαν άγνωστος, σαν ξένος.

Πληρωμένα οπωσδήποτε με ό,τι είχα να πληρώσω.
- Τι να τα λέμε τώρα ξανά! -
Και τα σημάδια τάχω ακόμα απάνω μου.


Πηγή: Τα ανωτέρω ποιήματα (που υπάρχουνε στην ποιητική του συλλογή «Έκλειψη», εκδ. «Βάκων», 1974), από τη «Δοκιμασία – περιοδική έκδοση λογοτεχνικού προβληματισμού, τεύχος 8-9 (1974)», μεταφερμένα στο μονοτονικό.

* Η Γέεννα, σύμφωνα με την el.wikipedia.org, είναι μια ιστορική γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται στα νότια της Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για μια στενή και βαθιά κοιλάδα που κείτεται στα δυτικά και νοτιοδυτικά της σημερινής Παλαιάς Πόλης Ιεροσολύμων, νότια του όρους Σιών. Συναντά την κοιλάδα Κέδρων, που ξεκινά βορειοανατολικά της Παλαιάς Πόλης, κοντά στην Κολυμβήθρα του Σιλωάμ, στη νοτιοανατολική μεριά της Αρχαίας Ιερουσαλήμ.
Η ονομασία της κοιλάδας προέρχεται εκ του εβραϊκού Γκε Χιννώμ ή Γκε μπεν Χιννώμ που σημαίνει «Κοιλάδα του Εννώμ» ή «Κοιλάδα του υιού του Εννώμ». 
Η κοιλάδα μνημονεύεται για πρώτη φορά στην Εβραϊκή Βίβλο (Ιησούς του Ναυή, 15:8) ως σύνορο μεταξύ της επικράτειας των Φυλών του Ιούδα και του Βενιαμίν. Η Γέεννα (ελληνοποιημένη μορφή του ονόματος της κοιλάδος του Εννώμ) αναφέρεται επίσης στην Καινή Διαθήκη και σύμφωνα με τις αφηγήσεις είναι ο τόπος της αιώνιας πύρινης Κόλασης, όπου θα τιμωρηθούν, μετά θάνατο, οι αμαρτωλοί και αμετανόητοι άνθρωποι.
Κατά την αρχαιότητα, επί της κοιλάδας του Εννώμ είχε εγκατασταθεί το χάλκινο άγαλμα του Μολώχ, Εθνικού θεού των Ιουδαίων, στον οποίο προσφέρονταν ως θυσία ολοκαυτώματα ζώων και ανθρώπινα παιδιά. Ο Ιωσίας αχρήστεψε τον ιερό τόπο του Τοφέθ, που πιθανότατα βρισκόταν στην κοιλάδα του Εννώμ, ο δε Ιερεμίας διακήρυξε ότι θα τιμωρηθούν όλοι οι Ισραηλίτες που βεβήλωσαν την κοιλάδα με θυσίες αθώων, εξ ου και χρησιμοποιήθηκε ο όρος «γέεννα» ή «γέεννα του πυρός» για να υποδηλώσει έναν τόπο απονέκρωσης. 
Εκεί επίσης γίνονταν θανατικές εκτελέσεις, απέθεταν τα νεκρά σώματα των παραβατών και έκαιγαν τα απορρίμματα της πόλης της Ιερουσαλήμ.



07 Οκτωβρίου 2026

Stehen im Schatten [Paul Celan]


Stehen im Schatten
Des Wundenmals in der Luft.

Für-niemand-und-nichts-Stehn.
Unerkannt,
für dich
allein.

Mit allem, was darin Raum hat,
auch ohne
Sprache.

Πηγή πρωτότυπου: babelmatrix.org. 


To stand in the Shadow
of the Wound’s-Mark in the Air.

For no-one and nothing to Stand.
Unknown,
for you
alone.

With all, that within finds Room,
even without
Speech.

Πηγή αγγλικής μετάφρασης: poemhunter.com


Να στέκεσαι στη Σκιά
της Ουλής στον Αέρα.

Για κανέναν και τίποτα να Στέκεσαι.
Απαρατήρητος,
για σένα
μόνο.

Με όλα όσα βρίσκουν Χώρο μέσα,
ακόμα και χωρίς
Λόγο.

06 Οκτωβρίου 2026

Ιωάννα Κουτσουράδη

Η Ιωάννα Κουτσουράδη, 04.10.1936 – 02.10.2026, ήτανε κορυφαία, διεθνώς αναγνωρισμένη, τουρκάλα φιλόσοφος και πανεπιστημιακός, ρωμιά ως προς την καταγωγή, με κύριο αντικείμενο τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Διετέλεσε πρόεδρος τής Φιλοσοφικής Εταιρίας τής Τουρκίας και για το έργο της έχει τιμηθεί δεόντως:
Μετάλλιο Γκαίτε (1996)
Επίτιμη διδάκτορας τού Πανεπιστημίου Κρήτης (1996)
Βραβείο Τουρκικής Ακαδημίας Επιστημών (1996)
Βραβείο Επιστημονικού Επιτεύγματος τού Πανεπιστημίου Χασετέπε (Ακαδημαϊκές χρονιές 1994-1995 και 1995–1996)
Επίτιμη διδάκτορας Πανεπιστημίου «Ρικάρντο Πάλμα», Λίμα, Περού (2000)
Βραβείο Ελευθερίας τού Τύπου από την Ένωση Δημοσιογράφων Τουρκίας (2000)
Μέγας Σταυρός Αξίας τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας (2001)
Βραβείο UNESCO Εκπαίδευσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (2002)
Διακεκριμένη Επισκέπτρια τής Πόλης τής Αβάνα (2002)
Βραβείο Επιστημονικού Επιτεύγματος Μουσταφά Ν. Παρλάρ (2003)
Μετάλλιο Αριστοτέλης τής UNESCO (2003)
Βραβείο Ιατρικού Συλλόγου Ντιγιαρμπακίρ για την Ειρήνη, τη Φιλία και τη Δημοκρατία (2004)
Πλανητικό Βραβείο Ανθρωπιστών Φιλοσόφων τού Συμβουλίου Κοσμικού Ανθρωπισμού (2005)
Στις 25 Μαΐου 2023 αναγορεύθηκε σε επίτιμη διδάκτορας τού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το πρώτο φιλοσοφικό βιβλίο που εξέδωσε, το Nıetzsche ve İnsan (Νίτσε και Άνθρωπος) – δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά όπως και κανένα έργο της – θεωρείται κλειδί στην προσέγγιση του φιλοσοφικού της έργου, το οποίο είναι εστιασμένο στην ηθική, τις αξίες και την προστασία τής ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Στην παρουσίασή του, στην ιστοσελίδα kitapyurdu.com, αναφέρεται (η μετάφραση μέσω τού google translate): 
Για να κατανοήσει κανείς σωστά όσα είπε ο Νίτσε - πριν από εκατόν είκοσι ή τριάντα χρόνια - σχετικά με τους ανθρώπους και τις αξίες, καθώς και για τη δική του εποχή και τη δική μας, οφείλει να διαβάσει το σύνολο τού έργου του έχοντας κατά νου τις διασυνδέσεις μεταξύ των γραπτών του. Μια τέτοια προσέγγιση μάς επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι οι ιδέες και οι έννοιες που ωθούν την ανθρωπότητα μπροστά επηρεάζουν συχνά τον κόσμο μας πολύ καιρό αφότου πρωτοεμφανίστηκαν, και ότι αυτή η επιρροή εξαρτάται συχνά από την καθαρή σύμπτωση. Ωστόσο, αυτού τού είδους η ανάγνωση μάς βοηθά επίσης να αντιληφθούμε πόσο εύκολα οι ιδέες και οι έννοιες ενός φιλοσόφου μπορούν να παρερμηνευθούν ή να χρησιμοποιηθούν μηχανικά, όταν αποσπώνται από τα συγκεκριμένα προβλήματα με τα οποία συνδέονται• για όσους από εμάς απασχολεί η εννοιολογική σύγχυση που εκδηλώνεται σε κάθε τομέα της ζωής - και η οποία αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας - αυτό προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για το πώς θα μπορούσε να ξεπεραστεί μια τέτοια σύγχυση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1962 είχε εκδώσει την ποιητική συλλογή «Perdenin Arkası» (Πίσω από την κουρτίνα), η οποία ήταν και το πρώτο έργο και μοναδικό ποιητικό που εξέδωσε. Η ίδια μάλιστα θεωρούσε ότι η ποίηση προηγείται τής φιλοσοφίας.

Στο video που ακολουθεί, η συνέντευξή της στην Δρ. Κορνηλία Τσεβίκ στο πλαίσιο τής εκπομπής – Σειράς Συνεντεύξεων «Πρόσωπα και Άνθρωποι»:



05 Οκτωβρίου 2026

Θυμάσαι;

 
Όταν οι θύμησες σύννεφο από κεi που πέρασες θα σαι κάτι άλλο που θα επιμένουν να θυμούνται το πριν.

Τα Γεράνεια όρη από τον Πευκιά Ξυλοκάστρου, 01.10.2026

04 Οκτωβρίου 2026

Τέσσερα (4) haiku τής Tsanka Shishkova

Η Tsanka Shiskova είναι διεθνώς αναγνωρισμένη και βραβευμένη ποιήτρια χαϊκού από τη Βουλγαρία. Γεννήθηκε στις 9 Φλεβάρη 1944 στην Αλεξανδρούπολη και ζει στη Σόφια. Έχει PhD στο Computer Science.
Τα κατωτέρω από τη δίγλωσση συλλογή με ποιήματα χαϊκού: Tsanka Shishkova - Red Crowned Crane Feather 

ροζέ φεγγάρι
πάνω σε μια κερασιά
φτερό γερανού

pink moon
crane feather
on a cherry tree


ζεστοί άνεμοι
σε χαοτικό χορό
συννεφόκαμα 

clouds
in a chaotic dance
warm winds


ουράνιο τόξο
πόσο σύντομα
τα παιδικά μας χρόνια

rainbow
how sort
our childhood is


χειμώνας - απόβροχο
σε μια λακκούβα
φώτα τής πόλης

winter
in a puddle
city lights

03 Οκτωβρίου 2026

It feels a shame to be Alive [Emily Dickinson]

Νιώθει τη ντροπή να Ζει –
Όταν τόσο γενναίοι Άντρες – είναι νεκροί –
Ζηλεύει κανείς την Εξέχουσα Σκόνη –
Που δέχτηκε – τέτοιο Πρόσωπο –

Η Πέτρα – που μαρτυρά υπερασπιζόμενος Ποιον
Τον Σπαρτιάτη αυτόν έβαλε στην άκρη
Ότι λίγο απ’ αυτόν – κατέχουμε
Ένα Πιόνι για την Ελευθερία –

Βαρύ το τίμημα – Μεγαλειωδώς πληρωμένο –
Άραγε αξίζουμε – Κάτι –
Όταν ζωές — σαν τα Δολάρια – πρέπει να σωρευτούν
Προτού τ’ αποκτήσουμε; 

Είμαστε εμείς που περιμένουμε – αρκετά άξιοι –
Ώστε ένα τόσο Τεράστιο Μαργαριτάρι
Όπως η ζωή – να διαλυθεί – για Μας —
Στης Μάχης – τη φρικτή Αρένα*;

Μπορεί να δίνει – Δόξα να ζεις –
Νομίζω πως οι Άνδρες που πεθαίνουν –
Οι χωρίς στήριγμα εκείνοι – Σωτήρες –
Ενσαρκώνουν Θεϊκή Υπόσταση –


It feels a shame to be Alive –
When Men so brave – are dead –
One envies the Distinguished Dust –
Permitted – such a Head –

The Stone – that tells defending Whom
This Spartan put away
What little of Him we – possessed
In Pawn for Liberty –

The price is great – Sublimely paid –
Do we deserve – a Thing –
That lives – like Dollars – must be piled
Before we may obtain?

Are we that wait – sufficient worth –
That such Enormous Pearl
As life – dissolved be – for Us –
In Battle's – horrid Bowl?

It may be – a Renown to live –
I think the Men who die –
Those unsustained – Saviors –
Present Divinity –
                                       
444


*Όταν η Emily Dickinson έγραψε το ποίημα αυτό, στα 1863 – εν μέσω τού αμερικανικού εμφύλιου πολέμου όπου ένα από τα ζητούμενα των βόρειων (σ.σ. η Emily Dickinson γεννήθηκε και έζησε στη Μασαχουσέτη στο βορειοανατολικό άκρο των ΗΠΑ) ήταν η κατάργηση τής δουλείας και των νότιων η διατήρησή της, η λέξη Bowl δεν σήμαινε και Αρένα, μια σημασία που απόκτησε αργότερα, αλλά εννοούσε μια λεκάνη ή κοίλωμα μες στην οποία άνθρωποι θα ανακατευόντουσαν, θα πολεμούσανε και θα γέμιζε αίμα. Τη χρησιμοποίησα όμως γιατί παραπέμπει στη ρωμαϊκή αρένα, που ήταν ένα κοίλωμα, τουλάχιστον όπως το έβλεπαν οι θεατές, στο οποίο δεν υπήρχε διαφυγή και οι άνθρωποι μάχονταν και χάνανε τις ζωές τους με φρικτούς τρόπους. 

02 Οκτωβρίου 2026

[στον Πευκιά Ξυλοκάστρου, 30.09.2026]

Ο Πευκιάς Ξυλοκάστρου (εφεξής «Πευκιάς»), ανήκει σε εκείνες τις παραθαλάσσιες ζώνες, πυκνές ως προς τη βλάστηση, μικρής έκτασης, δασικές εκτάσεις, οι οποίες καλύπτονται κυρίως με πεύκα και μάλιστα ψηλά, είναι ιδανικές για πεζοπορία ή τρέξιμο, ενίοτε υπό τους ήχους των κυμάτων και του αέρα, αλλά και της πόλης, και μπάνιο, τις οποίες έχουμε ανάγκη και μάλιστα για πολύ περισσότερες από όσες υπάρχουν.
Στο χάρτη από το Google earth, που ακολουθεί,


















...έχουνε σημειωθεί οι κύριες διαδρομές που μπορεί κάποιος να ακολουθήσει στον Πευκιά και το πεζοδρόμιο νότια του, το οποίο, συνίσταται για τους μοναχικούς νυχτερινούς πεζοπόρους. Με κόκκινο η κυκλική διαδρομή, την οποία ακολουθούσα φέτος το καλοκαίρι, δύο ή τρεις φορές τη βδομάδα, μήκους 3.600 περίπου μ. (σ.σ. για τις τρεις φορές που τη διέσχιζα κάθε φορά χρειαζόμουνα από 1 ώρα και 50 λεπτά μέχρι 2 ώρες και 10 λεπτά ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες). Ξεκινούσα από τη βορειοδυτική του είσοδο, στην οποία και επέστρεφα, ακολουθούσα το χωματόδρομο, ο οποίος διασχίζει τον «Πευκιά», ενώ περί τα 200 μ. πριν τον Ι.Ν. Αγ. Βαρβάρας έπαιρνα το μονοπάτι δεξιά, το οποίο περνά από τον ανωτέρω Ι.Ν. και συνεχίζει μέχρι την νοτιοανατολική του είσοδο και λίγο μετά μέχρι τα όρια τού Πευκιά, στη βίλα Eva Palmer – Άγγελου Σικελιανού, από όπου γυρίζει και βρίσκει τον ανωτέρω χωματόδρομο στο ύψος μια κρήνης.
Οι λίγες εικόνες που ακολουθούν από τη σχεδόν μοναχική πορεία, το ετοιμόβροχο πρωινό τής 30ης Σεπτέμβρη 2026.:

























 Η βίλα Eva Palmer – Άγγελου Σικελιανού.