The guns spell money's ultimate reason
In letters of lead on the spring hillside.
But the boy lying dead under the olive trees
Was too young and too silly
To have been notable to their important eye.
He was a better target for a kiss.
When he lived, tall factory hooters never summoned him.
Nor did restaurant plate-glass doors revolve to wave him in.
His name never appeared in the papers.
The world maintained its traditional wall
Round the dead with their gold sunk deep as a well,
Whilst his life, intangible as a Stock Exchange rumour, drifted outside.
O too lightly he threw down his cap
One day when the breeze threw petals from the trees.
The unflowering wall sprouted with guns,
Machine-gun anger quickly scythed the grasses;
Flags and leaves fell from hands and branches;
The tweed cap rotted in the nettles.
Consider his life which was valueless
In terms of employment, hotel ledgers, news files.
Consider. One bullet in ten thousand kills a man.
Ask. Was so much expenditure justified
On the death of one so young and so silly
Lying under the olive tree, O world, O death?
Τα κανόνια συλλαβίζουν τον έσχατο λόγο του χρήματος
Με μολυβένια γράμματα στην ανοιξιάτικη λοφοπλαγιά,
Όμως τ’ αγόρι που πλαγιάζει νεκρό κάτω απ’ τις ελιές
Ήταν πολύ νέο και πολύ αφρόντιστο
Για να ξεφύγει το σπουδαίο τους μάτι.
Ήταν καλύτερο σημάδι για φιλί.
Σαν ζούσε, οι φάμπρικες ποτέ τους δεν τον κάλεσαν με τις ψηλές τους καμινάδες.
Μήτε οι κρυστάλλινες πόρτες των εστιατορίων στριφογύρισαν για να τον σπρώξουν μέσα.
Τ’ όνομά του δε δημοσιεύτηκε ποτέ σ’ εφημερίδες.
Ο κόσμος όρθωνε τον πανάρχαιο τοίχο του γύρω απ’ το νεκρό
Με το χρυσό του θαμμένο βαθιά σαν ένα πηγάδι,
Καθώς ή ζωούλα τον ανάλαφρη, όπως η φήμη του Χρηματιστήριου, πέταξε ψηλά.
Αχ! πόσο χαρούμενο πέταξε χάμω το σκούφο του
Μια μέρα που η αύρα έριχνε τούς ανθούς απ’ το δέντρα.
Στο γυμνό από λούλουδα τοίχο φύτρωσαν τουφέκια,
Η οργή του πολυβόλου θέρισε γοργά το χορτάρι.
Φύλλα και λάβαρα έπεσαν από χέρια και κλαριά.
II τραγιάσκα του σάπισε μες στις τσουκνίδες.
Λογάριασε πόσο ασήμαντη στάθηκε ή ζωή του
Μήτε δουλειά, μήτε ξενοδοχεία, μήτ’ ένα απόκομμα εφημερίδας.
Λογάριασε. Μια σφαίρα μέσα σε δέκα χιλιάδες σκοτώνει έναν άντρα.
Ρώτησε: Άξιζε τόση πολύ δαπάνη
Για το θάνατο ενός τόσο νέου και τόσο αφρόντιστου
Που κάτω απ’ τις ελιές πλαγιάζει, ω Κόσμε, ω θάνατε;
*Ultima Ratio Regum: Η έσχατη λύση των βασιλέων. Αναφέρεται στον πόλεμο ως την έσχατη λύση όταν αποτυγχάνουν οι διαπραγματεύσεις. Ο βασιλιάς τής Γαλλίας Λουδοβίκος ο ΙΔ’ είχε διατάξει να χαραχθεί στα κανόνια του.
Ο Stephen Spender, 28.02.1909 – 16.07.1995, ήταν Άγγλος ποιητής, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, το έργο τού οποίου επικεντρώθηκε σε θέματα κοινωνικής αδικίας και ταξικής πάλης. Αναλυτικά: en.wikipedia.org/Stephen Spender.

































































