Το κατωτέρω εξαιρετικό, και δραματικά επίκαιρο με βάση αυτά που μαθαίνουμε με αφορμή το θάνατο τού Γιώργου Μαζωνάκη, κείμενο είναι μεταφορά στη νεοελληνική γλώσσα τού κειμένου για τους Κομπογιαννίτες, το οποίο υπάρχει στον τρίτο τόμο τής Ιστορίας των Αθηνών τού Δημήτρη Καμπούρογλου. Να προσθέσω μόνον ότι, όσον αφορά την ετυμολογία της λέξης κομπογιαννίτης, μπορεί να σχετίζεται και με τα μαντήλια με κόμπους, τα οποία δένανε στο λαιμό τους οι περιφερόμενοι πλανόδιοι εμπειρικοί θεραπευτές.
Κομπογιαννίτες
Εκτός από τους εγκατεστημένους στην πόλη γιατρούς, επιστήμονες ή εμπειρικούς, υπήρχαν και αυτοί που ταξιδεύανε, οι ευρέως γνωστοί με το όνομα Κομπογιαννίτες. Αυτοί δεν είναι άξιοι τής ήδη επικρατούσας περιφρόνησης γι’ αυτούς διότι ως προς τη αγυρτεία ήτανε ταμίες, με λίγα λόγια, ιατρικών κατά παράδοση γνώσεων, οι οποίες ήτανε πολύ συνδεδεμένες με τη φύση τού τόπου και τα βότανα: «Δεν είναι τόσο κουτός ο Θεός, μου έλεγε ένας γέροντας, απόγονός τους πωλητής βοτάνων, να έχει τον πυρετό στην Αθήνα και το γιατρικό της στην Κίνα.»
Ο Κομπογιαννίτης περιφερότανε στους δρόμους σοβαρότατος, κρατώντας μικρό κιβώτιο γεμάτο με φάρμακα, ο δε βοηθός του (το κοπέλι) φώναζε «γιατρός! γιατρικά! βότανα για κάθε αρρώστια!».
Οι αρχαιότεροι κομπογιαννίτες φορούσαν αντεριά (σ.σ. μακρύ φόρεμα, μέχρι τον αστράγαλο, με μακριά μανίκια) και τζουμπέδες (σ.σ. είδος μακριού παλτού ή μπέρτας), τον χειμώνα από τσόχα και το καλοκαίρι από σαλί (σ.σ. σαλί < περσικό shãl: πολύ λεπτό, συνήθως μεταξωτό, ύφασμα.), φαρδύ ζωνάρι και καλπάκι (σ.σ. καπέλο σα σκούφος τούρκικης προέλευσης) ειδικού σχήματος∙ ο κόλπος τους (σ.σ. εννοεί την εσωτερική πτύχωση ενός ενδύματος, στο ύψος τής κοιλιάς) ήτανε πάντοτε φουσκωμένος, διότι μέσα του υπήρχε μεταλλικό κουτί γεμάτο με διάφορες αλοιφές∙ το παράδοξο είναι ότι στο κάλυμμα τού κουτιού αυτού υπήρχε συνήθως ο δικέφαλος αετός τού Βυζαντίου.
Υπήρχαν όμως και εγχώριοι (σ.σ. όταν εκδόθηκε η Ιστορία των Αθηνών, τού Δημήτρη Καμπούρογλου, τα σύνορα τού ελληνικού κράτους ήτανε νότια τού Ολύμπου) βοτανοπώλες, οι οποίοι προμηθεύονταν τα βότανα από τη μεγάλη φαρμακαποθήκη των Αθηνών, τον Υμηττό.
Αργότερα στο κεφάλι φέρανε τσόχινο κασκέτο, το οποίο μπροστά είχε το λεγόμενο κεραμίδι, το οποίο προεξείχε υπερβολικά και σκίαζε το πρόσωπο.
Οι κομπογιαννίτες κρατούσανε μεγάλη και χονδρή ράβδο, η οποία είχε στη λαβή ένα στρογγυλό και λευκό κόκκαλο, ή ανάγλυφο φίδι περιπλεγμένο σε όλο της το μήκος.
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα το κομπογιαννίτης παράγεται εκ του κομπόνω (απατώ)∙ τούτο αν και όχι τελείως απίθανο, δεν μπορεί κάποιος να το δεχθεί ως οριστικά σωστό. Σύμφωνα με τον ίδιο οι περισσότεροι ήταν από το Ζαγόρι, μιλούσανε μάλιστα, όποτε συνεννοούνταν με συνάδελφό τους, ή μάλλον με τούς βοηθούς τους, τα κορακίστικα, απελπίζοντας έτσι τον ασθενή, όπως τα σημερινά γαλλικά των γιατρών.
Στη διατριβή τού κ. Σάθα, σχετικά με τους έλληνες γιατρούς, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κλειώ» (σ.σ. εκδιδότανε στη Λειψία, στη Γερμανία), το 1883, στο οποίο αναφέρονται αρκετά για τους γιατρούς και τους κομπογιαννίτες επί Τουρκοκρατίας, σημειώνονται τα σχετικά με την κακή δίαιτα των τότε Ελλήνων, τα οποία εκτίθενται κάπως υπερβολικά, μάλιστα δεν εξαιρούνται οι μη ορεινές και πολυάνθρωπες ελληνικές πόλεις, στις οποίες οι άρχοντες αλλά και οι νοικοκυραίοι με παραπανίσια και παροιμιώδη φαγητά θα μπορούσε να πει κανείς τρεφόντουσαν, είχαν μάλιστα φαγητά τα οποία θα ζήλευε και ο τελειότερος σήμερα γαστρίμαργος.
Ο όρος Καλογιατρός και το είδος του, δεν ήτανε γνωστά στην Αθήνα.