Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Τρία ποιήματα του Gabriel José García Márquez σε μετάφραση ΦΚ


La muerte de la rosa

Murió de mal aroma.
Rosa idéntica, exacta.
Subsistió a su belleza,
Sucumbió a su fragancia.
No tuvo nombre: acaso
la llamarían Rosaura,
O Rosa-fina, o Rosa
del amor, o Rosalba;
o simplemente Rosa,
como la nombra el agua.
Más le hubiera valido
ser siempreviva, Dalia,
pensamiento con luna
como un ramo de acacia.
Pero ella será eterna:
fue rosa; y eso basta;
Dios la guarde en su reino
a la diestra del alba.

Ο θάνατος τού Ρόδου

Πέθανε απ’ το μαράζι του μύρου.
Γνήσιο ρόδο, αρχετυπικό.
Άντεξε στην εμορφιά του,
Υπέκυψε στο άρωμά του.
Δεν είχε ένα όνομα: άλλοτε
Το λέγαν Ροδαύρα,
Ροδαφίνα, Ρόδο του έρωτα,
Ή Ροδαυγή.
Ή απλά Ρόδο,
Όπως το λένε τα νερά.
Συχνότερο όνομά του
Όπου για πάντα κρατούσε,
Ντάλια, σκέψη του φεγγαριού
Σαν το κλωνάρι της ακακίας.
Μα ήτανε παντοτινό:
Ήταν το ρόδο κι αυτό αρκεί.
Ο Κύριος ας το καθίσει
Στα δεξιά της αυγής στη
Βασιλεία του.


Si alguien llama a tu puerta

Si alguien llama a tu puerta, amiga mía,
y algo en tu sangre late y no reposa
y en tu tallo de agua, temblorosa,
la fuente es una líquida de armonía.
Si alguien llama a tu puerta y todavía
te sobra tiempo para ser hermosa
y cabe todo abril en una rosa
y por la rosa desangra el día
Si alguien llama a tu puerta una mañana
sonora de palomas y campanas
y aún crees en el dolor y en la poesía
Si aún la vida es verdad y el verso existe.
Si alguien llama a tu puerta y estás triste,
abre, que es el amor, amiga mía.

Αν κάποιος σού χτυπάει την πόρτα

Αν κάποιος σου χτυπάει την πόρτα, φιλενάδα μου,
Και το αίμα σου χτυπάει για κάτι και δεν αναπαύεται
Και στο μίσχο του νερού, η κρήνη
Ορμητική βγάζει νερά σε αρμονία.
Αν κάποιος σού χτυπάει την πόρτα κι ακόμη
Σού δίνει άπλετο χρόνο για νάσαι ακόμη όμορφη
Και κάθε Απρίλη σου ταιριάζει ένα ρόδο
Και με το ρόδο αιμορραγεί η μέρα
Αν κάποιος σού χτυπάει την πόρτα ένα πρωί
Γεμάτο πέταγμα περιστεριών και κωδωνοκρουσίες
Κι ακόμα πιστεύεις στον καημό και την ποιητική
Αν ακόμα η ζωή είναι αλήθεια κι ο στίχος υπάρχει.
Αν κάποιος σού χτυπάει την πόρτα κι εσύ
Λυπάσαι, άνοιξέ του, φιλενάδα μου,
Γιατί είναι ο έρωτας.


Soneto matinal a una colegiala ingrávida

Al pasar me saluda y tras el viento
que da al aliento de su voz temprana
en la cuadrada luz de una ventana
se empaña, no el cristal, sino el aliento
Es tempranera como una campana.
Cabe en lo inverosímil, como un cuento
y cuando corta el hilo del momento
vierte su sangre blanca la mañana.
Si se viste de azul y va a la escuela,
no se distingue si camina o vuela
porque es como la brisa, tan liviana
que en la mañana azul no se precisa
cuál de las tres que pasan es la brisa,
cuál es la niña y cuál es la mañana.

Πρωινό σονέτο σε μια αιθέρια μαθήτρια

Περνώντας με χαιρετάει και μετά ο αγέρας
Που σκορπάει την ανάσα της πρωινής φωνής
Στο τετράγωνο φως ενός παραθύρου
Θολώνει, όχι το κρύσταλλο, αλλά η ανάσα
Είναι εωθινή σαν την καμπάνα.
Περνάει στο απίθανο, σαν ιστορία
Και σαν κόψει την κλωστή της στιγμής
Αδειάζει το λευκό της αίμα με την αυγή.
Αν φορέσει τα μπλε και πάει σχολείο,
Δεν φαίνεται καθαρά αν περπατάει ή πετάει
Αφού είναι σαν την αύρα, τόσο φωτεινή
Που το γαλάζιο πρωινό δεν προσδιορίζει
Ποια απ’ τις τρεις που περνάνε είναι η αύρα,
Ποια η κοπέλα και ποια η αυγή.


Πηγή πρωτότυπων: zendalibros.com/5-poemas-gabriel-garcia-marquez/


Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

(χωρίς)


Τα λυσίπονα
Γεράνεια όρη, Ω!
Γεμάτα πόνο.
17.09.2019

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

Αυτοβιογραφία ενός ξεδιάντροπου [Μπάμπης Χαραλαμπόπουλος]


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΞΕΔΙΑΝΤΡΟΠΟΥ
                    Στη μνήμη Νάνου Βαλαωρίτη

Τη σιωπή της νύχτας υπηρετώ
καθώς τριζόνι βραχνιασμένο

Ένδοξος σαν Ιησούς
στο φεγγάρι απαγορεύω
τη σκοτεινή πλευρά του

Άθεος σωστός στις ανάγκες μου
υπερβάλλω και τον θάνατο

Μοιάζω περισσότερο με άνθρωπο
παρά με γεγονός

Ούτε χρόνος στον κόρφο μου!

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

[σε ένα πέτρινο παλιό γεφύρι στο Κρυονέρι Κορινθίας 15.09.2019]

Πρόκειται για το βορειότερο, βορειοανατολικότερο από τα δύο παλιά πέτρινα γεφύρια (χτίστηκαν επί οθωμανικής κυριαρχίας), στην περιοχή τού Κρυονερίου Κορινθίας, πάνω από τον Ελισσώνα ποταμό (ο οποίος κινείται δυτικά τού Ασωπού ποταμού και εκβάλει στην παραλία τής πόλης τού Κιάτου, δυτικά τού λιμανιού), τα οποία συνέδεαν το Κρυονέρι αφενός (το παρόν γεφύρι) με το χωριό Βασιλικό (σήμερα Αρχαία Σικυώνα) αφετέρου το άλλο με τα χωριά Παραδείσι, Γονούσα, Τιτάνη, Μποζικά κ.α.
Για να φτάσουμε σε αυτό ακολουθούμε πεζή τον χωματόδρομο / δασικό δρόμο σήμερα δεξιά του νεκροταφείου τού Κρυονερίου. Βρίσκεται κοντά στο τέρμα τού χωματόδρομου, μετά από 1.000 περίπου μ. κατηφορική διαδρομή, χωμένο μες σε πυκνή βλάστηση.











Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019

Δύο ποιήματα του Gabriel José García Márquez σε μετάφραση ΦΚ

Canción
Llueve en este poema
Eduardo Carranza.

Llueve. La tarde es una
hoja de niebla. Llueve.
La tarde está mojada
de tu misma tristeza.
A veces viene el aire
con su canción. A veces
Siento el alma apretada
contra tu voz ausente.
Llueve. Y estoy pensando
en ti. Y estoy soñando.
Nadie vendrá esta tarde
a mi dolor cerrado.
Nadie. Solo tu ausencia
que me duele en las horas.
Mañana tu presencia regresará en la rosa.
Yo pienso cae la lluvia
nunca como las frutas.
Niña como las frutas,
grata como una fiesta
hoy está atardeciendo
tu nombre en mi poema.
A veces viene el agua
a mirar la ventana
Y tú no estás
A veces te presiento cercana.
Humildemente vuelve
tu despedida triste.
Humildemente y todo
humilde: los jazmines
los rosales del huerto
y mi llanto en declive.
Oh, corazón ausente:
qué grande es ser humilde

Τραγούδι
Βρέχει σε τούτο το ποίημα
Εντουάρντο Καρράνσα

Βρέχει. Τούτο τ’ απόβραδο
Είναι ένα φύλλο στην ομίχλη. Βρέχει.
Υγρό τ’ απόβραδο, στην ίδια του
Τη θλίψη.
Κάπου-κάπου φτάνει η μελωδία
Του τραγουδιού. Κάπου-κάπου
Νιώθω την ψυχή μου σφιγμένη
Στην απούσα φωνή σου.

Βρέχει. Κι εγώ σε στοχάζομαι.
Κι ύστερα ονειρεύομαι.
Κανείς δεν θάρθει απόψε
Στον κλειδωμένο μου καημό.
Κανείς.  Μονάχα η απουσία σου
Που με πονάει στις ώρες.
Αύριο η παρουσία σου θα γυρίσει στα ρόδα.

Και λέω μέσα μου, νάτη! η βροχή που πέφτει
Μα ποτέ σαν τα φρούτα.
Κοριτσάκι σαν τα φρούτα,
Ποθητό σαν τη γιορτή
Απόψε τ’ όνομά σου βασιλεύει
Στο ποίημά μου.

Πού και πού το νερό τρέχει
Πάνω στο παράθυρο
Αλλά εσύ δεν είσαι εδώ
Κι όμως σε νιώθω πού και πού κοντά.

Δειλά-δειλά γυρνάει
Το θλιμμένο σου αντίο.
Δειλά-δειλά και τόσο
Αδύναμα: τα γιασεμιά
Και οι τριανταφυλλιές του κήπου

Κι εγώ θρηνώ δίχως αίγλη.
Αχ! απούσα καρδιά:
Πόσο μεγάλο είναι να είσαι ταπεινή.


Poema desde un caracol

Yo he visto el mar. Pero no era
el mar retórico con mástiles
y marineros amarrados
a una leyenda de cantares.
Ni el verde mar cosmopolita
-mar de Babel- de las ciudades,
que nunca tuvo unas ventanas
para el lucero de la tarde.
Ni el mar de Ulises que tenía
siete sirenas musicales cual siete islas rodeadas
de música por todas partes.
Ni el mar inútil que regresa
con una carga de paisajes
para que siempre sea octubre
en el sueño de los alcatraces.
Ni el mar bohemio con un puerto
y un marinero delirante
que perdiera su corazón
en una partida de naipes.
Ni el mar que rompe contra el muelle
una canción irremediable
que llega al pecho de los días
sin emoción, como un tatuaje.
Ni el mar puntual que siempre tiene
un puerto para cada viaje
donde el amor se vuelve vida
como en el vientre de una madre.
Que era mi mar el mar eterno,
mar de la infancia, inolvidable,
suspendido de nuestro sueño
como una Paloma en el aire.
Era el mar de la geografía,
de los pequeños estudiantes,
que aprendíamos a navegar
en los mapas elementales.
En el mar de los caracoles,
mar prisionero, mar distante,
que llevábamos en el bolsillo
como un juguete a todas partes.
El mar azul que nos miraba,
cuando era nuestra edad tan frágil
que se doblaba bajo el
peso de los castillos en el aire.
Y era el mar del primer amor
en unos ojos otoñales.
Un día quise ver el mar
-mar de la infancia- y ya era tarde.

Ποίηση από ένα κάστρο

Είδα τη θάλασσα. Μα δεν ήταν
Η θάλασσα η ρητορική με τα κατάρτια
Και τους δεμένους ναύτες
Σ’ ένα μύθο τραγουδιών.
Μήτε κι η πράσινη θάλασσα η 
Κοσμοπολίτικη – θάλασσα της Βαβέλ-
Των πόλεων,
Που ποτέ δεν είχε παράθυρα
Για τον έσπερο του απόβραδου.
Ούτε η θάλασσα του Οδυσσέα που είχε
Εφτά σειρήνες τραγουδίστριες ή εφτά
Νησιά από παντού κυκλωμένα απ’ τη μουσική.
Ούτε το ασύμφορο πέλαγο που επιστρέφει
Κατάφορτο από τοπία
Για νάναι πάντα Οχτώβρης
Στον ύπνο των πελεκάνων.
Μήτε η τσιγγάνικη θάλασσα με το λιμάνι
Και το ναύτη που παραμιλάει
Χάνοντας την ψυχή του σε χαρτοπαίγνιο.

Μήτε κι η θάλασσα που σκάει στην αποβάθρα
Ένα τραγούδι αγιάτρευτο
Που φτάνει στο στέρνο των ημερών
Χωρίς συναίσθημα, σαν τατουάζ.
Μήτε κι η θάλασσα στην ώρα της, που πάντα έχει
Ένα λιμάνι για κάθε ταξίδι
Όπου ο έρωτας γίνεται ζωή
Όπως μέσα στην κοιλιά μιας μάνας.
Αχ! τί ήταν θάλασσά μου, θάλασσα αιώνια,
Θάλασσα της παιδικής μου ηλικίας, αξέχαστη,
Αιωρούμενη μες το όνειρό μας,
Σαν ένα περιστέρι στον αέρα.
Ήταν η θάλασσα της γεωγραφίας,
Των μικρών φοιτητών,
Που πάνω της, σε κείνους τους χάρτες πάνω
Μάθαμε να αρμενίζουμε.
Στη θάλασσα των κάστρων, 
Τη θάλασσα των φυλακών, τη μακρινή θάλασσα,
Που φέραμε στην τσέπη
Σαν παιχνιδάκι παντού.
Η θάλασσα η γαλάζια που μας έβλεπε,
Τότε που ήμαστε μικρά παιδάκια
Σε μια ηλικία τόσο εύθραυστη
Και που όλο λύγιζε κάτω απ’ το βάρος
Των φρουρίων στον αέρα.
Κι ήταν η θάλασσα της πρώτης αγάπης
Σε κείνα τα φθινοπωρινά μάτια.
Μια μέρα θέλησα να δω τη θάλασσα
-θάλασσα από τα παιδικά μου χρόνια-
Μα ήταν ήδη αργά.


Πηγή πρωτότυπων: zendalibros.com/5-poemas-gabriel-garcia-marquez/

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Ζώα με σφαιρικό σχήμα [Jorge Francisco Isidoro Luis Borges Acevedo (σντμ. Jorge Luis Borges), μετ. Γιώργος Βέης]



Η σφαίρα είναι το πιο ομοιογενές από τα στερεά σώματα, γιατί κάθε σημείο της επιφάνειάς της απέχει εξίσου απ’ το κέντρο της. Εξαιτίας του φαινομένου αυτού και λόγω της ικανότητάς της να στρέφεται γύρω από έναν άξονα χωρίς να εκτρέπεται από ένα σταθερό σημείο, ο Πλάτων (Τιμαίος, 33) επιδοκίμασε την κρίση του Δημιουργού, που έδωσε στον κόσμο σφαιρικό σχήμα. Ο Πλάτων θεωρούσε ότι ο κόσμος ήταν ένα ζωντανό πλάσμα και στους Νόμους (898) διατύπωσε την άποψη ότι οι πλανήτες και τ’ αστέρια ήταν, επίσης, ζωντανοί οργανισμοί. Έτσι, εμπλούτισε τη φανταστική ζωολογία με κολοσσιαία σφαιρικά ζώα και επέκρινε τους αργόστροφους αστρονόμους, που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι η κυκλική τροχιά των θεϊκών σωμάτων γινόταν με τη θέλησή τους.
Στην Αλεξάνδρεια, ύστερα από πέντε και παραπάνω αιώνες, ο Ωριγένης, ένας από τους Πατέρες της Εκκλησίας, δίδασκε ότι οι ευλογημένοι θα ξαναγυρίσουν στη ζωή με σφαιρικό σχήμα και θα μπουν στον Παράδεισο περιστρεφόμενοι.
Στην Αναγέννηση η έννοια του Ουρανού, σαν ζώου, έκανε ξανά την εμφάνισή της στο έργο του Λουτσίλο Βανίνι. Ο νεοπλατωνικός Μαρτσίλιο Φιτσίνο μίλησε για το τρίχωμα, τα δόντια και τα οστά της γης κι ο Τζιορντάνο Μπρούνο πίστευε ότι οι πλανήτες ήταν μεγάλα φιλήσυχα ζώα, θερμόαιμα, με φυσιολογικές συνήθειες και προικισμένα με λογική. Στην αρχή του δέκατου έβδομου αιώνα ο Γερμανός αστρονόμος Γιοχάνες Κέπλερ ήρθε σε σύγκρουση με τον Άγγλο μυστικιστή Ρόμπερτ Φλαντ, για το ποιος από τους δυο είχε συλλάβει πρώτος την έννοια της γης σαν ζωντανού τέρατος «που η ανάσα του, που μοιάζει με την ανάσα της φάλαινας και που αλλάζει μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, δημιουργεί την άμπωτη και την παλίρροια της θάλασσας». Η ανατομία, ο τρόπος που γίνεται η θρέψη, το χρώμα, η μνήμη κι οι φανταστικές ιδιότητες του σχήματος του τέρατος μελετήθηκαν επιστημονικά απ’ τον Κέπλερ.
Το δέκατο ένατο αιώνα, ο Γερμανός ψυχολόγος Γκούσταβ Τέοντορ Φέσνερ (πρόσωπο που εγκωμίασε ο Ουίλλιαμ Τζέιμς στο έργο του «Πολυαρχικό Σύμπαν») επανεξέτασε τις προηγούμενες θεωρίες με τη ζέση ενός παιδιού. Όποιος δεν υποτιμά την υπόθεσή του ότι η Γη, η μάνα μας, είναι ένας οργανισμός — ένας οργανισμός ανώτερος από φυτά, ζώα κι ανθρώπους — μπορεί ν’ ανατρέξει στις ευλαβικές σελίδες του έργου του Φέσνερ Zend-Avesta. Εκεί διαβάζουμε, π.χ., ότι το σφαιρικό σχήμα της γης είναι το σχήμα του ανθρώπινου ματιού, που είναι το ευγενέστερο όργανο του σώματός μας. Επίσης, ότι «αν ο ουρανός είναι πράγματι η κατοικία των αγγέλων, οι άγγελοι αυτοί είναι ολοφάνερο πώς είναι τ’ άστρα μια κι ο Ουρανός δεν έχει άλλους κατοίκους».


Από το εξαιρετικό βιβλίο: El libro de los seres imaginarios (Το Βιβλίο των φανταστικών όντων) σε μετάφραση Γιώργου Βέη, 1983 - επανέκδοση 1991, εκδόσεις LIBRO και το 2016 από τις εκδόσεις Πατάκη.
Όπου βέβαια αναδεικνύεται πως η υπόθεση τής Γαίας (James Lovelock, Ελισάβετ Σαχτούρη κ.α.) που αναπτύχθηκε στη δεκαετία τού 1970, έχει τελικά πολύ βαθιές ρίζες.

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2019

(ρουμπαγιάτ)


Έτσι όπως όλοι, φεύγουνε μόνοι
Όπως ακριβώς και το αηδόνι
- που τι καιροί!, και πιο σπανίζει όλο -
Ως τη ζωή του στο κλαδί τελειώνει.
10.09.2019

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2019

Μέλλων ο υποτακτικός [ΦΚ]


ΜΕΛΛΩΝ Ο ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΣ

Πιασμένος στο δίχτυ της ευφράδειας, πεσμένος
Στην παγίδα της υστεροφημίας, ο ρήτορας δεν ήτανε
Ποτέ γραφτό να γίνει ποιητής.

[στον πρώην Σ.Σ. Λεονταρίου 05.09.2019]

Ήταν ο τελευταίος Σ.Σ. προτού αυτόν στο Λεύκτρο Αρκαδίας, μετά τον οποίο η παλιά σιδηροδρομική διακλαδιζότανε αφενός σε αυτήν που πήγαινε στη Μεγαλόπολη αφετέρου σε αυτήν που διέτρεχε τη Μεσσηνία και κατέληγε στην Καλαμάτα. Τα ερειπωμένα με γκρεμισμένες τις σκεπές κτίρια συνιστούνε μια φωτογραφική πρόκληση.
Σημείωση: φωτογραφικό αφιέρωμα για τους πρώην Σ.Σ. Ρουτσίου, Λεονταρίου, Λεύκτρου και Μεγαλόπολης θα δημοσιευθεί στις "φωτογραφίες ακολουθίας" μόλις θα είναι έτοιμο.


















    

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2019

Το γυάλινο ποίημα [ΦΚ]



ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Άνθος κρυστάλλου, γυάλινο ποίημα,
Σαν νάναι η ρίμα πολύ στρυφνή.
Χρόνια γραφιάδες, με μιας χαλκιάδες
Γίναμε όλοι οι στιχοποιοί.