Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Σταλαγμίτες.






























[παραλία Λεχαίου 16.04.2017 10.07/ 22.04.2017]


Απ’ τον ήλιο στάζει τη σκιά
Απ’ τ’ αλάτι τη σκουριά

Τα λόγια μέσα στάζουν
Τα λόγια τα εφήμερα.

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

[Το φράγκικο Κάστρο στο λόφο Πεντεσκούφι 19.04.2017]

Το φράγκικο Κάστρο στο λόφο Πεντεσκούφι το πιθανότερο είναι ότι διαφεύγει της προσοχής τού επισκέπτη τού μεγαλοπρεπούς γειτονικού του κάστρου, του Ακροκορίνθου, αλλά με την κατασκευή του, μετά το 1205 και πιθανότερα το 1209, οι Φράγκοι πολιορκητές των βυζαντινών, που κρατούσαν το τότε κάστρο του Ακροκορίνθου, εξασφαλίσανε πλήρη εποπτεία των μερών δυτικά του κάστρου του Ακροκορίνθου και, σε συνδυασμό με οχυρωματικά έργα που κατασκευάσανε ανατολικά του κάστρου τού Ακροκορίνθου αλλά και του δικής τους κατασκευής κάστρου Μοντ Εσκουβέ, που βρίσκεται νοτιότερα, ήτοι 3 περίπου χιλιόμετρα ανατολικότερα του χωριού Άγιος Ιωάννης, το οποίο βρίσκεται 8,5 περίπου χιλιόμετρα νότια των Αθικίων, αποτρέπανε κάθε προσπάθεια τροφοδοσίας των πολιορκημένων από έξω, που σύντομα παραδόθηκαν. Πάντως πολλοί ταυτίζουνε το κάστρο στο λόφο Πεντεσκούφι με το Μοντ Εσκουβέ, αλλά το πιθανότερο είναι να είναι διαφορετικά κάστρα και το Μοντ Εσκουβέ να είναι στο σημείο που αναφέρθηκε ανωτέρω.    
Για να φτάσει κάποιος στο κάστρο Πεντεσκούφι, που βρίσκεται στα 454 μέτρα υψόμετρο, θα πρέπει να κινηθεί πεζή σε έναν αγροτικό χωματόδρομο που ξεκινάει 320 μέτρα πριν το χώρο στάθμευσης του κάστρου του Ακροκορίνθου, προς τα δεξιά στο δρόμο που οδηγεί στο Κάστρο του Ακροκορίνθου. Μετά από 810 μέτρα πορεία συναντάμε ένα εγκαταλελειμμένο κτίσμα. Από εκεί η πορεία γίνεται ανηφορική και μέσω ενός μονοπατιού πλέον μετά από 550 με 600 μέτρα βρισκόμαστε ακριβώς κάτω από τη βόρεια πλευρά του κάστρου. Κατόπιν σχεδόν σκαρφαλώνοντας βρίσκουμε στο βορειοανατολικό μέρος του κάστρου την είσοδο. Η θέα αποζημιώνει τον επισκέπτη.
Μες στο χώρο του κάστρου ξεχωρίζουν ο πύργος και η δεξαμενή νερού με τα δυο ανοίγματα στην οροφή της. 
Σημειώνουμε τέλος ότι την άνοιξη (όπως και όλες τις υπόλοιπες εποχές πλην του χειμώνα) ο επισκέπτης καλό είναι να επιλέξει πρωινές ώρες (και ιδίως το καλοκαίρι τις πολύ πρωινές) προκειμένου να αποφύγει κάποια συνάντηση με οχιά. Το πρόβλημα όμως τότε είναι ότι η φωτογράφιση προς τα ανατολικά δυσκολεύεται από τη θέση του ήλιου.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικές με το κάστρο στο λόφο Πεντεσκούφι, μπορείτε να δείτε το άρθρο του κ. Γιώργου Λόη και το άρθρο από το kastra.eu.  
















Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

[Στη λίμνη Δόξα 18.04.2017]

Η τεχνητή λίμνη Δόξα βρίσκεται στο δυτικό μέρος του οροπεδίου / κάμπου του Φενεού στην Κορινθία, στους πρόποδες των Αροάνιων ορέων, στα 900 μέτρα υψόμετρο. Δημιουργήθηκε το 1990 όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή φράγματος στο χείμαρρο Δόξα. Με την κατασκευή του φράγματος και την επακόλουθη δημιουργία της λίμνης ελέγχονται καλύτερα οι ροές των όμβριων νερών που κυλούσαν μέσω του εν λόγω χειμάρρου και αποτρέπονται πλέον τα συνήθη τα παλαιότερα χρόνια και καταστροφικά για τις καλλιέργειες πλημμυρίσματα του κάμπου του Φενεού. Στο κέντρο της λίμνης βρίσκεται ο Ι.Ν. του Αγίου Φανουρίου, στο άκρο μιας τεχνητής λεπτής χερσονήσου που φτιάχτηκε για να συνδέει τις όχθες της λίμνης με την κορυφή του λόφου, που έγινε νησάκι, πάνω στον οποίο βρίσκεται ο υπόψη Ι.Ν.











Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

[Στο φράγκικο Κάστρο του Αγίου Βασιλείου 17.04.2017]

Το φράγκικο κάστρο του Αγίου Βασιλείου, βρίσκεται σε μια έκταση 30 περίπου στρεμμάτων και υψόμετρο που ποικίλει από τα 553 μέτρα μέχρι τα 480 μέτρα, στις βόρειες πλαγιές του όρους Δαφνιά, δεσπόζει του ομώνυμου χωριού στην Κορινθία, το οποίο βρίσκεται 7,6 περίπου χιλιόμετρα μετά την κωμόπολη του Χιλιομοδίου στην Π.Ε.Ο. Κορίνθου - Άργους. Χτίστηκε στις αρχές του 13ου αιώνα μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους (1205 μ.Χ.) και περιλάμβανε σημαντικό στην εποχή του οικισμό. Αρχές του 15ου αιώνα πέρασε στην εξουσία των Παλαιολόγων ενώ το 1460 μ.Χ. καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς και καταστράφηκε χωρίς ποτέ να επισκευαστεί. Παρ’ όλα αυτά ο οικισμός εξακολούθησε να υφίσταται μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οπότε εγκαταλείφθηκε.
Σήμερα σώζονται ελάχιστα τμήματα του κάστρου, το οποίο δυτικά δεν είχε τείχη καθόσον η οποιαδήποτε προσέγγισή του από εκεί ήταν αδύνατη λόγω των απόκρημνων πλαγιών τού όρους Δαφνιά, που καταλήγουνε στο φαράγγι της Χούνης.     









Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

[Στο Κάστρο Αγιονόρι 17.04.2017]

Το φράγκικο Κάστρο Αγιονόρι βρίσκεται στην κορυφή του ομώνυμου λόφου (που καλείται και Άγιο όρος), στα 680 μέτρα υψόμετρο, στις νότιες πλαγιές του οποίου βρίσκεται και το χωριό Αγιονόρι. Απέχει 8,8 περίπου χιλιόμετρα από την κωμόπολη του Χιλιομοδίου, στο δρόμο προς Κλένια - Αγιονόρι - Λίμνες, και γεωγραφικά ανήκει στο βορειοδυτικό μέρος του Αραχναίου όρους στο νομό Κορινθίας, στα όρια Κορινθίας και Αργολίδας. Χτίστηκε τέλη 14ου αρχές 15ου αιώνα και έλεγχε το πέρασμα της Κλεισούρας ή Δερβενάκι, που ήταν τότε και από τα αρχαία χρόνια ο δρόμος που συνέδεε την Κορινθία με την Αργολίδα. Στη μάχη των Δερβενακίων, στις 22.07.1822, στο κάστρο Αγιονόρι, είχε στρατοπεδεύσει  ο Παπαφλέσσας όπου μάλιστα μια από τις μάχες είχε συμβεί στο χώρο γύρω από το Κάστρο.

















Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

... αφαιρέσεις ...






























[παραλία Βραχατίου 14.04.2017 16.38 / 16.04.2017]

Σπέρνει αφαιρέσεις στους παλιούς κορμούς με το αρχαίο ριζικό.
Να επικοινωνήσει, στον ορίζοντα του νοήματος, τα φουντώματα που θαρρεί πως μέλλονται.
Τα κλωνάρια όμως κατά πως θέλουνε θ’ απλωθούν.

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Un Voyage à Cythère [Charles Baudelaire, μετ. Κωστής Παλαμάς]


Un Voyage à Cythère.

Mon coeur, comme un oiseau, voltigeait tout joyeux
Et planait librement à l'entour des cordages;
Le navire roulait sous un ciel sans nuages;
Comme un ange enivré d'un soleil radieux.

Quelle est cette île triste et noire? - C'est Cythère,
Nous dit-on, un pays fameux dans les chansons
Eldorado banal de tous les vieux garçons.
Regardez, après tout, c'est une pauvre terre.

- Île des doux secrets et des fêtes du coeur!
De l'antique Vénus le superbe fantôme
Au-dessus de tes mers plane comme un arôme
Et charge les esprits d'amour et de langueur.

Belle île aux myrtes verts, pleine de fleurs écloses,
Vénérée à jamais par toute nation,
Où les soupirs des coeurs en adoration
Roulent comme l'encens sur un jardin de roses

Ou le roucoulement éternel d'un ramier!
- Cythère n'était plus qu'un terrain des plus maigres,
Un désert rocailleux troublé par des cris aigres.
J'entrevoyais pourtant un objet singulier!

Ce n'était pas un temple aux ombres bocagères,
Où la jeune prêtresse, amoureuse des fleurs,
Allait, le corps brûlé de secrètes chaleurs,
Entrebâillant sa robe aux brises passagères;

Mais voilà qu'en rasant la côte d'assez près
Pour troubler les oiseaux avec nos voiles blanches,
Nous vîmes que c'était un gibet à trois branches,
Du ciel se détachant en noir, comme un cyprès.

De féroces oiseaux perchés sur leur pâture
Détruisaient avec rage un pendu déjà mûr,
Chacun plantant, comme un outil, son bec impur
Dans tous les coins saignants de cette pourriture;

Les yeux étaient deux trous, et du ventre effondré
Les intestins pesants lui coulaient sur les cuisses,
Et ses bourreaux, gorgés de hideuses délices,
L'avaient à coups de bec absolument châtré.

Sous les pieds, un troupeau de jaloux quadrupèdes,
Le museau relevé, tournoyait et rôdait;
Une plus grande bête au milieu s'agitait
Comme un exécuteur entouré de ses aides.

Habitant de Cythère, enfant d'un ciel si beau,
Silencieusement tu souffrais ces insultes
En expiation de tes infâmes cultes
Et des péchés qui t'ont interdit le tombeau.

Ridicule pendu, tes douleurs sont les miennes!
Je sentis, à l'aspect de tes membres flottants,
Comme un vomissement, remonter vers mes dents
Le long fleuve de fiel des douleurs anciennes;

Devant toi, pauvre diable au souvenir si cher,
J'ai senti tous les becs et toutes les mâchoires
Des corbeaux lancinants et des panthères noires
Qui jadis aimaient tant à triturer ma chair.

- Le ciel était charmant, la mer était unie;
Pour moi tout était noir et sanglant désormais,
Hélas! et j'avais, comme en un suaire épais,
Le coeur enseveli dans cette allégorie.

Dans ton île, ô Vénus! je n'ai trouvé debout
Qu'un gibet symbolique où pendait mon image...
- Ah! Seigneur! donnez-moi la force et le courage
De contempler mon coeur et mon corps sans dégoût!



Ταξίδι στα Κύθηρα.

Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ' τα ξάρτια.
Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.

Το μαυρονήσι ποιο είν' αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
- Τα Κύθηρα· των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
παράδεισο· και μ' όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!

Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
νησί, η καρδιά, νά! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.

Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
κι απ' όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
που σ' εσέ φέρνουν οι καρδιές τ' αναστενάσματά τους,
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από 'να κήπο

ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.

Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.

Μα νά! Καθώς πλευρώνοντας άκρη-άκρη το ερμονήσι,
ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ' άσπρα τα πανιά μας,
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους·
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.

Όρνια άγρια στο ταΐνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο·
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ' στη σαπίλα.

Τρύπες τα μάτια του, κι απ' την αδιάντροπη κοιλιά του
βαριά τ' άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.

Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.

Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
Ω κρεμασμένε

ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ώς απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.

Μπροστά σ' εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.

- Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και νά! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ' αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.

Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν' αντικρύσω
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν' αηδιάσω.



Πηγή πρωτότυπου: εδώ.
Πηγή μετάφρασης: εδώ.

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ανάσταση [Τάσος Λειβαδίτης]


Ανάσταση.

«Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν,
κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
κι αυτό το κάθαρμα ο αμαξάς προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του,
έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος,
γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Ποιος Θάνατος;






























[Κοκκώνι Κορινθίας, 14.04.2017 09.20 Μεγ. Παρασκευή]

Ασταθείς ισορροπίες στα όρια της βροχής.
Ποιος Θάνατος;
Συννέφιασε.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Από το Μικρό Ναυτίλο: "Και με Φως και με Θάνατον" [Οδυσσέας Ελύτης]

15

Αυτό το πέτρινο κεφάλι και οι σπασμένες γλάστρες
Βασιλεύοντας ο ήλιος την ώρα που ποτίζουνε
Στην Αίγινα ή στη Μυτιλήνη - το χαρμάνι αυτό
Από γιασεμί λουίζα και αρμπαρόριζα
Που κρατάει τον ουρανό σε απόσταση
Εάν είσαι αλήθεια εκείνος που την ίδια
Στιγμή περνά ψηλά πάνω απ' τις στέγες
Απαράλλαχτο καΐκι μ' ανοιχτά πανιά

Τα γεμάτα χώμα κοριτσιών τραγούδια
Όπου τα δάκρυα λάμπουν σαν την Άρκτο
Και το περισσευούμενο χορτάρι τ' ουρανού που πάτησες
Κάποτε μια φορά και μια για πάντα υπάρχει
Προσαρτημένο στη δική σου ελληνική επικράτεια
Εάν είσαι αυτός που αλήθεια ζει και ζει εναντίον
Των περιττών πραγμάτων και ημερών
Ο αριστερός Ιησούς ω

                                    τότε θα με καταλάβεις.