Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Ψαμμίτες.




























[Μετέωρα 15.01.2017 16.20]

Αιώνες αμέτρητους συγκολλούσε
το αρχαίο ποτάμι
τους αρχαίους κόκκους
στις αρχαίες εκβολές του
στην αρχαία θάλασσα.
Και τους συγκόλλησε γερά.
Τόσο που να μπορώ, από κει ψηλά, ν' αγναντεύω το λευκό, σ' αυτόν τον κάμπο, ν' αντέχει πιότερο του λευκού των πρανών που τον περιβάλλουν.
Τι να περιμένω άλλο εκεί;
Πώς το άπειρο να μικρύνει κάτι περικόπτοντας απτό;

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

... του χιονιά το γέλιο.





























[λίμνη Πλαστήρα 16.11.2017 11.25]

Κι όταν η κουβέντα για τα χρώματα αρχίνησε, βροντερά αντήχησε του χιονιά το γέλιο.  

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Τρέχοντας

Χώρος: Περί το ασανσέρ που συνδέει το πρώτο υπόγειο ενός σταθμού Μετρό με την έξοδο, στην οποία υπάρχει τερματικός σταθμός αστικών λεωφορείων. Η σκηνή χωρίζεται σε δύο επίπεδα. Το κάτω επίπεδο, το πρώτο υπόγειο του σταθμού, είναι ο χώρος μπροστά στο ασανσέρ εισόδου-εξόδου από τους χώρους του Μετρό, το οποίο βρίσκεται προς το αριστερό μέρος της σκηνής με τις πόρτες του στραμμένες ώστε κάποιος να βγαίνει ή μπαίνει σε αυτό παράλληλα προς την σκηνή. Οι τοίχοι, που περιβάλουνε το θάλαμο του ασανσέρ καθώς και οι πλευρικοί τοίχοι του θαλάμου του ασανσέρ, είναι από διάφανο γυαλί. Το πάνω επίπεδο είναι η έξοδος του ασανσέρ σε τερματικό σταθμό αστικών λεωφορείων. Περί τα δύο με τρία μέτρα από την είσοδο-έξοδο του ασανσέρ στο πάνω επίπεδο υπάρχει πεζοδρόμιο, δέκα περίπου πόντους υπερυψωμένο από το χώρο που σταθμεύουνε τα λεωφορεία. Στο βάθος και στο μέσο της σκηνής διακρίνεται μια σκάλα, που επίσης συνδέει τα δύο επίπεδα. Η σκάλα στρίβει έτσι ώστε κάποιος που την ανεβαίνει στο κάτω επίπεδο να φαίνεται η πλάτη του και στο πάνω να βγαίνει με το πρόσωπό του μπροστά. 
Ανοίγοντας η αυλαία διακρίνουμε στο κάτω επίπεδο έναν άντρα με καπαρντίνα και την πλάτη του στραμμένη προς το χώρο των θεατών, ο οποίος στο αριστερό του χέρι κρατά ένα λευκό μπαστούνι κατάλληλο για τυφλούς, να βρίσκεται μες στο θάλαμο του ασανσέρ, να πατάει με το δεξί του χέρι – ψάχνοντας και λίγο – το κουμπί ανόδου, τις πόρτες του θαλάμου να κλείνουνε και το θάλαμο να κατευθύνεται προς τα πάνω. Τη στιγμή που αυτός πατάει το κουμπί ανόδου αφενός ακούγεται από το χώρο της αφετηρίας ο θόρυβος ενός λεωφορείου που ξεκινάει το δρομολόγιο του (ο ήχος δεν ακούγεται ή ακούγεται ελάχιστα στο κάτω επίπεδο) αφετέρου, στο κάτω επίπεδο, μια μεσόκοπη, ευτραφής, αλλά βασταγερή, γυναίκα εμφανίζεται να βαδίζει όσο πιο γρήγορα μπορεί από τα δεξιά (όπως φαίνεται από το χώρο των θεατών) προς το ασανσέρ, κουνώντας τα χέρια της προς τον άντρα να την περιμένει και φωνάζοντας ασθμαίνοντας: «περίμενε με, περίμενέ με!». Μέχρι να φτάσει στο ασανσέρ ο θάλαμος έχει ξεκινήσει. Αυτή σταματά, βρίζει και κατευθύνεται προς τη σκάλα, την οποίο ανεβαίνει, αλλά με σχετική δυσκολία. Στο μεταξύ ο τυφλός άντρας φτάνει επάνω, βγαίνει από το θάλαμο, προχωρά λίγο με το μπαστούνι του προσεκτικά και στέκεται να περιμένει στην άκρη του πεζοδρομίου Όταν αυτή, λίγα δευτερόλεπτα μετά, φτάνει επάνω βλέπει τον τυφλό άντρα λίγα μέτρα μπροστά της, και υπό τέτοια γωνία ως προς αυτήν ώστε να μην μπορεί να διακρίνει το πρόσωπό του, να περιμένει ακίνητος στην άκρη του πεζοδρομίου. Η ίδια στη βιασύνη της δεν φαίνεται να έχει καταλάβει ότι πρόκειται περί τυφλού και αφού πρώτα ρίξει μια ματιά προς τα αριστερά της και διαπιστώσει ότι έχει χάσει το λεωφορείο, ορμάει επάνω του φωνάζοντας: «Ηλίθιε! πώς να περιμένω τώρα μία ώρα;». Αυτός ακούει τις φωνές, αλλά δεν προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει ότι τον αφορούνε και η γυναίκα, στον ελάχιστο χρόνο που χρειάστηκε μέχρι να τον φτάσει, να τον σπρώξει βίαια, να πέσει αυτός άγαρμπα σπάζοντας το κεφάλι του και μένοντας νεκρός, δεν βλέπει ότι ήτανε τυφλός.


(12.01.2017)                         

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Malagueña [Elpidio Ramírez y Pedro Galindo, μετ. ΦΚ]


Malagueña

Que bonitos ojos tienes
Debajo de esas dos cejas
Debajo de esas dos cejas
Que bonitos ojos tienes.

Ellos me quieren mirar
Pero si tu no los dejas
Pero si tu no los dejas
Ni siquiera parpadear.

Malagueña salerosa
Besar tus labios quisiera
Besar tus labios quisiera.
Malagueña salerosa
Y decirte niña hermosa.

Que eres linda y hechicera,
Que eres linda y hechicera
Como el candor de una rosa.

Si por pobre me desprecias
Yo te concedo razón
Yo te concedo razón
Si por pobre me desprecias.

Yo no te ofrezco riquezas
Te ofrezco mi corazón
Te ofrezco mi corazón
A cambio de mi pobreza.

Malagueña salerosa
Besar tus labios quisiera
Besar tus labios quisiera.
Malagueña salerosa
Y decirte niña hermosa.

Que eres linda y hechicera,
Que eres linda y hechicera
Como el candor de una rosa.
Y decirte niña hermosa.



Κόρη απ’ τη Μάλαγα

Τι ωραία ματάκια πούχεις
Κάτω απ’ τα δυο βλέφαρά σου
Κάτω απ’ τα δυο βλέφαρά σου
Τι ωραία ματάκια πούχεις

Όλο θέλουν να με βλέπουν
Αλλά εσύ δεν τα αφήνεις
Αλλά εσύ δεν τα αφήνεις
Ούτε ακόμα και να παίξουν.

Νοστιμούλα Μαλαγκιένια
Θάθελα να σου φιλήσω τα χείλη
Θάθελα να σου φιλήσω τα χείλη.
Νοστιμούλα Μαλαγκιένια
Κι εγώ να σε πω ομορφούλα. 

Είσαι όμορφη και μαγισούλα
Είσαι όμορφη και μαγισούλα
Σαν του ρόδου την ασπράδα.

Κι αν με υποτιμάς το φτωχό
Εγώ  δίκιο σου δίνω
Εγώ  δίκιο σου δίνω
Κι αν με υποτιμάς το φτωχό

Δεν σου δίνω εγώ τα πλούτη
Εγώ σου δίνω την καρδιά μου
Εγώ σου δίνω την καρδιά μου
Αντί για τη φτώχεια μου.

Νοστιμούλα Μαλαγκιένια
Θάθελα να σου φιλήσω τα χείλη
Θάθελα να σου φιλήσω τα χείλη.
Νοστιμούλα Μαλαγκιένια
Κι εγώ να σε πω ομορφούλα. 

Είσαι όμορφη και μαγισούλα
Είσαι όμορφη και μαγισούλα
Σαν του ρόδου την ασπράδα.
Κι εγώ σε λέω ομορφούλα.

La Historia De Un Amor [Carlos Eleta Almarán, μετ. ΦΚ]


La Historia De Un Amor

Ya no estás más a mi lado, corazón
En el alma solo tengo soledad
Y si ya no puedo verte
Porque Dios me hizo quererte
Para hacerme sufrir más
Siempre fuiste la razón de mi existir
Adorarte para mí fue religión
Y en tus besos yo encontraba
El calor que me brindaba
El amor, y la pasión
Es la historia de un amor
Como no hay otro igual
Que me hizo comprender
Todo el bien, todo el mal
Que le dio luz a mi vida
Apagándola después
Ay que vida tan obscura
Sin tu amor no viviré...



Η ιστορία μιας αγάπης

Δεν σ’ έχω πια στο πλάι μου,
Καρδιά μου
Και στην ψυχή μου νιώθω μοναξιά
Τώρα πια δεν γίνεται να σε βλέπω
Αφού ο Θεός μ’ έκανε να σ’ αγαπήσω
Για να με κάνει να υποφέρω πιο πολύ
Πάντα ήσουν ο λόγος της ύπαρξής μου
Η λατρεία μου για σένα ήταν θρησκεία
Και στα φιλιά σου εύρισκα
Τη θέρμη που μου πρόσφερε
Την αγάπη και το πάθος
Είν’ η ιστορία μιας αγάπης
Όπως δεν υπάρχει όμοιό της
Που μ’ έκανε να καταλάβω 
Όλα τα καλά και τ’ άσχημα
Που έδωσε φως στη ζωή μου
Κι ύστερα τόσβησε
Αχ! τι ζωή μαύρη
Που θα ζήσω δίχως εσένα…


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ερωτηματικά - XIX


πόσα βήματα
δεν πέρα πάνε
του άστεγου στο χιόνι;
(11.01.2017)

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

The Sound Of Silence [Paul Simon - Simon & Garfunkel, μετ. ΦΚ]


The Sound Of Silence

Hello darkness, my old friend
I've come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left it's seeds while I was sleeping
And the vision that was planted
In my brain still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
'Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of
A neon light that split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never share and no one dared
Disturb the sound of silence

Fools said I, you do not know
Silence like a cancer grows
Hear my words that I might teach you
Take my arms that I might reach you
But my words like silent raindrops fell
And echoed in the wells of silence

And the people bowed and prayed
To the neon God they made
And the sign flashed out it's warning
In the words that it was forming
And the signs said, 'The words of the prophets
Are written on the subway walls and tenement halls'
And whispered in the sound of silence


Ο ήχος της σιωπής

Γεια σου, χαρά σου σκοτεινιά παλιά μου ερωμένη,
Νάμαι και πάλι μόνος μου να σου μιλήσω ήρθα,
Αφού στον ύπνο μου απαλά
Μια οπτασία έρπει, αφήνοντας 
Το σπόρο της κι αφού στο νου φυτρώνει, 
Ακόμα εκεί απόμεινε μες της σιωπής τον ήχο.

Σε όνειρα ατέλειωτα μόνος εγώ διαβαίνω 
Μες σε στενά λιθόστρωτα σοκάκια  
Πάω εγώ
Κάτω απ’ το φως των φαναριών του δρόμου όλο περνάω
Με το γιακά μου γυριστό
Στο κρύο και την πάχνη 
Ενώ τα δυο τα μάτια μου ένα φανάρι σκίζει 
Χωρίζοντάς τη τη νυχτιά  μια λάμπα φθορισμού
Τώρα τον ήχο της σιωπής, αυτόν πια τώρα αγγίζει
Κι έτσι στο φως της το γυμνό να! που τα είδα τώρα
Δέκα χιλιάδες πρόσωπα 
Μπορεί και πιο πολλά
Αυτοί λοιπόν φλυαρούσανε δίχως να ομιλούνε
Να! που λοιπόν ακούγανε δίχως να κρυφακούν
Αυτοί λοιπόν εγράφανε τραγούδια για τη λάμψη
Όπου φωνές δεν έλεγαν
Ούτε κανείς τολμούσε
Να σπάσει και να παραβεί τον ήχο της σιωπής

«Ανόητοι, αχ!» ψέλλισα, «κανείς δεν το κατέχει
Πως η σιωπή αυξάνεται σαν νάτανε χτικιό.
Ακούστε αυτά τα λόγια μου οπού θα σας διδάξω
Πιάστε με, αγκαλιάστε με, που τόσο εγώ αγαπώ»
Αλλά τα λόγια μου έπεφταν σαν σιγαλές ψιχάλες
Κι όλο αντηχούσανε βαριά στα φρέατα της σιωπής
Να! που εκείνοι σκύβανε κι όλο παρακαλούσαν
Ένα θεό  που είχανε φτιάξει  από κάποιο φως
Κι έτσι η λάμψη σήμαινε ένα δικό της νόημα
Και με τα λόγια  που άρμοζε
Η λάμψη έλεγε πια
Πως «τα στιχάκια της αυτά τα λέγαν οι προφήτες, 
Γραμμένα στον υπόγειο
Και τους συνοικισμούς 
Όπου ψιθύρους έβγαζαν
Στον ήχο της σιωπής».

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

[Τα ιταλικά πολυβολεία στην παραλία Μαρίκες και το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου (όπου βρισκότανε το πρώην γερμανικό πολυβολείο) στο λιμάνι της Ραφήνας 08-09.01.2017]

Τα ιταλικά παράκτια πολυβολεία στο βόρειο άκρο της παραλίας Μαρίκες στη Ραφήνα (το χιονισμένο πρωινό της 8ης Γενάρη 2017):



















Το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που δεσπόζει του λιμανιού της Ραφήνας (το ίδιο παγωμένο πρωινό πλην της τελευταίας, όπως φαίνεται από το λιμάνι, που είναι της επομένης):









































και η ιστορία του από το site: mixanitouxronou.gr.:

Το μπλόκο της Ραφήνας.

Στη Ραφήνα την περίοδο της Κατοχής τα γερμανικά και ιταλικά στρατεύματα επέβαλαν διάφορες απαγορεύσεις και στερήσεις στους κατοίκους. Οι κάτοικοι αντέδρασαν και οργανώθηκαν στο ΕΑΜ. Στις 12 Ιουλίου 1944 σε ενέδρα στο Πικέρμι, σκοτώθηκε ο Γερμανός Διοικητής του «Οχυρού» (*) της Ραφήνας και ο Γερμανός Λιμενάρχης. Η ενέδρα είχε στόχο ένα γερμανικό όχημα που μετέφερε Έλληνες αιχμαλώτους και αποστολή ήταν η απελευθέρωσή τους. Τα αντίποινα δεν άργησαν να έρθουν. Τετάρτη 17 Ιουλίου, ανήμερα της Αγίας Μαρίνας, οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στη Ραφήνα και οδήγησαν όλους τους άνδρες στην πλατεία. Τελικά συνέλαβαν 20 Ραφηνιώτες και τον πρόεδρο της κοινότητας, ενώ αναζητούσαν οργανωτικά στελέχη του ΕΑΜ. Για όσους δεν βρήκαν, έπιασαν μέλη των οικογενειών τους. Συνέλαβαν μέχρι και την έγκυο γυναίκα του γραμματέα του ΕΑΜ Ραφήνας. Οδήγησαν τους συλληφθέντες στο κτήμα Λεβίδη στην Παλλήνη και τους έστησαν στον τοίχο της μάντρας. Περίμεναν απλά το τελικό παράγγελμα. Λίγο πριν να δοθεί η εντολή να ανοίξουν πυρ, εμφανίστηκε ο Γερμανός υποδιοικητής του Ναυτικού και ματαίωσε την εκτέλεση. Οι άνθρωποι δεν εκτελέστηκαν, αλλά στη συνέχεια βασανίστηκαν και οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι, στις φυλακές Αβέρωφ και στου Γουδή. Σε ανάμνηση της ιστορίας ένα πολυβολείο μετατράπηκε σε εκκλησάκι τιμώντας την Αγία Μαρίνα, καθώς ανήμερα της γιορτής της έγινε το μπλόκο. Ακριβώς από πάνω χτίστηκε το ξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου (έργο του αρχιτέκτονα Σόλωνα Κυδωνιάτη), σήμα κατατεθέν της πόλης. 

(*) ακολουθούνε φωτογραφίες, της 09.01.2016, των εξωτερικών σωζώμενων τμημάτων του οχυρού, που βρίσκεται στο λόφο του Οχυρού στη Ραφήνα, στον οποίο γίνονται εργασίες ανάδειξης χώρων των υπόγειων εγκαταστάσεων του οχυρού:












Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

... εγκατασπείρεται λευκό ...






































[Λ. Αλεξάνδρας 10.01.2017 08.12]

Κάποιες φορές στον κύκλο του εγκατασπείρεται λευκό, απ’ το μεγάλο βουνό μέχρι το άφυλλο κορμί του φυλλοβόλου στην πόλη, που ίσως τα μάτια προσπερνούνε βιαστικά. Σύντομα, καθώς τα ριζικά και τ’ αλάτι της θάλασσας διψούν, οι κρύσταλλοί του θα ρευστοποιήσουνε την πρόσκαιρη μοναδικότητά τους.