I
Abandon worship in the mosque and shrink
From idle prayer, from sacrificial sheep,
For Destiny will bring the bowl of sleep
Or bowl of tribulation – you shall drink.
Τη λατρεία στο τζαμί εγκαταλείψτε κι αποσυρθείτε
Απ’ την ανούσια προσευχή, απ’ τα θυσιαστικά πρόβατα,
Γιατί η Μοίρα το κύπελλο τού ύπνου θα φέρει
Ή το κύπελλο των βασάνων – που θα πιείτε.
IV
Behold, my friends, there is reserved for me
The splendour of our traffic with the sky:
You pay your court to Saturn, whereas I
Am slain by One far mightier than he.
Ιδού, φίλοι μου, με περιμένει
Το μεγαλείο τής πορείας μας προς τον ουρανό:
Εσείς εξοφλείτε την καταδίκη σας στον Κρόνο, ενώσω εγώ
Σφαγιάζομαι από Έναν πολύ ισχυρότερο από αυτόν.
VI
So shall you find all armour incomplete
And open to the whips of circumstance,
That so shall you be girdled of mischance
Till you be folded in the winding – sheet.
Έτσι ανεπαρκή θα βρίσκετε όλη την αρματωσιά
Κι ανοιχτή στα μαστίγια των περιστάσεων,
Έτσι, από κακοτυχίες περικυκλωμένοι θα είστε
Μέχρι να βρεθείτε τυλιγμένοι στο νεκρικό σεντόνι.
XI
Myself did linger by the ragged beach,
Whereat wave after wave did rise and curl;
And as they fell, they fell – I saw them hurl
A message far more eloquent than speech:
Εγώ ο ίδιος στην άθλια ακτή χαζολογούσα,
Όπου το ένα κύμα μετά το άλλο ερχόντουσαν και φεύγαν•
Και καθώς πέφτανε και πάλι πέφτανε – τα είδα να πετάνε
Ένα μήνυμα πολύ πιο εύγλωττο απ’ τα λόγια:
XII
“We that with song our pilgrimage beguile,
With purple islands which a sunset bore,
We, sunk upon the sacrilegious shore,
May parley with oblivion awhile”.
«Εμείς που με τραγούδια, το ταξίδι μας για προσκύνημα, ξεγελάμε,
Με μωβ νησιά που ένα ηλιοβασίλεμα έκανε,
Εμείς, βυθισμένοι στην ιερόσυλη ακτή,
Μπορούμε, για λίγο, να διαπραγματευτούμε με τη λήθη».
XIII
I would not have you keep nor idly flaunt
What may be gathered from the gracious land,
But I would have you sow with sleepless hand
The virtues that will balance your account.
Δεν θα ήθελα να κρατάτε ούτε να επιδεικνύετε χαλαρά
ό,τι μπορεί να μαζευτεί απ’ την ευγενική γη,
Αλλά θα ήθελα να σπέρνετε με άυπνα χέρια
Τις αρετές που θα εξισορροπήσουν το λογαριασμό σας.
XVI
Now to the Master of the World resign
Whatever touches you, what is prepared,
For many sons of wisdom are ensnared
And many fools in happiness recline.
Τώρα μπρος στον Άρχοντα τού Κόσμου παραιτηθείτε
Απ’ ό,τι σας αγγίζει κι ό,τι είναι ετοιμασμένο,
Γιατί πολλά παιδιά τής σοφίας παγιδεύονται
Και πολλοί ανόητοι στην ευτυχία ξαπλώνουν.
XVII
Long have I tarried where the waters roll
From undeciphered caverns of the main,
And I have searched, and I have searched in vain,
Where I could drown the sorrows of my soul.
Πολύ καιρό έμεινα εκεί που κυλάνε τα νερά
Απ’ τις ανερμήνευτες, απ’ το κύριο ρεύμα, υπόγειες σπηλιές ,
Κι έψαξα κι έψαξα μάταια,
Πού θα μπορούσα να πνίξω τις λύπες τής ψυχής μου.
Πηγή: gutenberg.org























































