20 Οκτωβρίου 2026

«Οδός Ονείρων – dreams» - ποιητική συλλογή τού Ντέμη Κωνσταντινίδη

Μέσω τής ιστοσελίδας "Ανοιχτή Βιβλιοθήκη", εκδόθηκε η ποιητική συλλογή «Οδός Ονείρων – Dreams», του Ντέμη Κωνσταντινίδη:
























...η οποία διατίθεται ελεύθερα σε μορφή pdf: openbook.gr - Οδός Ονείρων - Dreams.
Ακολουθεί, με τις ευχές μου να είναι καλοτάξιδι, ένα ποίημα από τη συλλογή

Τα πρωινά

Τα πρωινά των σκοτωμένων ωρών
πού ονομάζονται "παραγωγικές",
τα πρωινά των υποκριτικών συμβιβασμών
για ένα μεροκάματο του κώλου,
ευγνωμονείς τον Θεό γι' αυτά
τα μακρά διαστήματα ανεργίας.
Τότε μαζεύεις το ακατέργαστο υλικό σου
βοτσαλάκι - βοτσαλάκι,
για να χτίσεις κάποτε
μια ονειρεμένη ψαροκαλύβα
στην έρημη ακροθαλασσιά.

   
 

19 Οκτωβρίου 2026

[στην Πάρνηθα, 18.10.2026]

Στο παρόν παρουσιάζονται λίγες εικόνες από την κυκλική διαδρομή την οποία ακολούθησα το πρωινό τής Κυρiακής 18 Οκτώβρη 2026, στην Πάρνηθα, στα πλαίσια τής ορειβατικής – πεζοπορικής εκδήλωσης τής Περιπατητικής Ομάδας Υμηττού, την οποία ακολούθησα. Η διαδρομή, η οποία πέρασε από σημεία από τα οποία έχουνε παρουσιαστεί εικόνες και παλαιότερα στο παρόν ιστολόγιο*, κάλυψε μιαν απόσταση 14,5 περίπου χλμ. και κινήθηκε, μεταξύ ελάχιστου υψ. 967 μ. και μέγιστου 1.288 μ. ενώ η αθροιστικά οι άνοδοι ανήλθανε σε 480 περίπου μ. Η διαδρομή, η οποία διασχίζει πανέμορφα τοπία με κατά τόπους όμορφη θέα, είναι αρκετά απαιτητική και το συγκεκριμένο πρωινό, λόγω των έντονων βροχοπτώσεων των προηγούμενων ημερών, πολλά μονοπάτια ήτανε μες στη λάσπη και οι ρεματιές κατεβάζανε νερό. Στην τέταρτη κατωτέρω εικόνα διακρίνεται το ένα από τα δύο κύρια ρέματα, που σχηματίζουνε τη Χούνη, να έχει μετατραπεί σε μικρό ποτάμι.
Η διαδρομή: Casino – Μπάφι – διάσελο Λυκοποριάς Αγ. Γεώργιος – Αγ. Πέτρος Μόλα – Μεσιανό Νερό – Πηγή Κορομηλιά – Πηγή Κυράς – Φλαμπούρι – Θέριζα – Casino) έχει σημειωθεί στο χάρτη από τη wikimapia:






























Στην πρώτη εικόνα, η πάντοτε όμορφη άποψη τής Πεντέλη, από την Πάρνηθα:






































Στην επόμενη, από τη Λυκοποριά, στο βάθος, μεταξύ των ελάτων, διακρίνεται η Χαλκίδα:  




































Ο Αγ. Πέτρος στη Μόλα, τού οποίου το πέτρινο στέγαστρο κατέρρευσε πρόσφατα – στο τέταρτο link, από ανάρτηση τού 2017, στο τέλος τού παρόντος, διακρίνεται.:






























Οι επόμενες δύο από το Μεσιανό Νερό: 






Στην επόμενη, η Πηγή Κορομηλιά:






























* Σχετικές αναρτήσεις (ενδεικτικά) στο παρόν ιστολόγιο:
Casino – Μπάφι:
 
Διάσελο Λυκοποριά – Αγ. Γεώργιος:

Aγ. Πέτρος (2017):

Μεσιανό Νερό – Πηγή Κορομηλιά – Πηγή Κυρά:

Φλαμπούρι – Θέριζα – Casino:

18 Οκτωβρίου 2026

Πέντε (5) haiku τού Nozawa Bonchō

Ο Nozawa Bonchō, 野沢 凡兆, 1640 – 1714, ήταν Ιάπωνας ποιητής τού χαϊκού. Γεννήθηκε στην πρωτεύουσα τής νομαρχίας Ishikawa, την Kanazawa, αλλά το μεγαλύτερο μέρος τής ζωής του το πέρασε στο Kyoto όπου εργάστηκε ως γιατρός. Ο Nozawa Bonchō ήταν ένας από τους κορυφαίους μαθητές τού Matsuo Bashō και, μαζί με τον Mukai Kyorai, επιμεληθήκανε την ανθολογία τής σχολής Bashō Monkey's Raincoat (Sarumino) τού 1689. Συμμετείχε σε πολλά Renku με τον Matsuo Bashō και άλλα μέλη τής σχολής τού Shōmon. Το renku είναι παραδοσιακή μορφή ιαπωνικής αλυσιδωτής ποίησης που γράφεται συνεργατικά από μια ομάδα ποιητών. Ο πρώτος απαγγέλει ένα 17σύλλαβο, 5-7-5, ο επόμενος ένα 14σύλλαβο, 7-7 (στην ουσία οι δυο τους δημιουργούν ένα τάνκα), ο επόμενος ένα 17σύλλαβο, 5-7-5, ο επόμενος ένα 14σύλλαβο, 7-7, και συνεχίζουν έτσι. 

Το χαϊκού που ακολουθεί από την στοσελίδα en.wikipedia.org, από όπου και οι ανωτέρω πληροφορίες. 

Downtown
the smells of things…
summer moon

κέντρο τής πόλης
η οσμή των πραγμάτων –
θέρος, σελήνη 

Σχόλιο: Δεν ξέρω αν μπορώ να συλλάβω, και θα έλεγα όχι, τις σκέψεις ή μάλλον τα συναισθήματα τού ποιητή, στην «άλλη άκρη τής γης», πριν 300 και χρόνια, όταν έγραφε σε μια τόσο διαφορετική γλώσσα, αυτό το εξαιρετικό χαϊκού. Πόσο μάλλον όταν, υπό το βάρος των προσωπικών βιωμάτων, είδα δύο διαφορετικά πράγματα σε δύο αναγνώσεις. Αρχικά μια αντίφαση ανάμεσα αφενός στο κέντρο τής πόλης και τις διάχυτες έντονες μυρωδιές λόγω τής ζέστης, αφετέρου την ηρεμία ενός καλοκαιρινού φεγγαριού από πάνω της. Κατόπιν, όταν ξαναγύρισα σε αυτό, δεν είδα παρά, ή μάλλον ανακάλεσα από τη μνήμη μου, αυτήν τη μία εικόνα ενότητας φύσης και πόλης, από τις φορές που έτυχε να βρεθώ, περαστικός πάντως και ό,τι σημαίνει αυτό, σε κάποιες, λίγες, μικρές, ανθρώπινες – αλλά αυτό εξαρτάται και από τα ήθη και τα έθιμά και  δεν αναφέρομαι σε αυτά που απορρίψαμε, να ζεις πόλεις και το φεγγάρι να προχωρά στο ρυθμό του, φωτίζοντας, από πάνω, από τον καθαρό ουρανό, την πλατεία της.                

Τα επόμενα τέσσερα από τη συλλογή: An Anthology of Haiku, Ancient and Modern τού Asataro Miyamori, εκδ. Maruzen Company, LTD, 1932, Tokyo. Να σημειωθεί ότι στην εν λόγω συλλογή όλα τα χαϊκού φέρουνε τίτλο, ο οποίος φυσικά δεν υπολογίζεται στον συλλαβικό κανόνα. Το τελευταίο αποδίδεται στη μορφή τάνκα. 

Scarecrow

A sound of something! the scarecrow
Has fall’n down of itself.

Σκιάχτρο

ένας θόρυβος
πεσμένο σκιάχτρο
θα έπεσε μόνο του


The Wind and the Moon

The tempest’s one comrade —
The bright moon in the sky.

Ο Άνεμος και το Φεγγάρι

μόνος σύντροφος
της καταιγίδας:
το λαμπερό φεγγάρι

Σχόλιο: Πραγματικά υπέροχο χαϊκού. Μπορούμε να δούμε τον ποιητή να κάθεται σε σημείο από το οποίο μπορούσε να βλέπει μπροστά του, στο βάθος, μια μανιασμένη θύελλα ενώ από πάνω του, ή κάπου αντίθετα από την περιοχή στην οποία εξελίσσεται η θύελλα, στον ουρανό να λάμπει το φεγγάρι, σε μια εικόνα που συμφιλιώνει δύο φαινομενικά αντίθετα πράγματα, αναδεικνύοντας την ενότητα τού κόσμου.        


Paulownia Leaves

The paulownia leaves drop down
Without a breath of wind.

Τα Φύλλα τής Παυλώνιας

τα φύλλα τής παυλώνιας
πέφτουνε χωρίς
αγέρα πνοή 


An Eagle’s Nest

The sun has set in the bare bough
Of a camphor-tree, with an eagle’s nest.

Η Φωλιά τού Αετού

αετοφωλιά
στο γυμνό κλαδί ενός
καμφορόδεντρου

επάνω της έδυσε,
λίγο προτού, ο ήλιος

17 Οκτωβρίου 2026

Ο Ματσούκας ή ο αυτοδίδαχτος γιατρός [Ιωάννης Βηλαράς]

Ο Ματσούκας ή ο αυτοδίδαχτος γιατρός

Σ’ ένα μέρος, σ’ έναν τόπο
Με πολύ θαυμάσιον τρόπο,
Με ξαπόρεσι* κοινή
Και σε διάστημα ημέρας,
Εγεννήθηκε ένα τέρας.
Σπάνιο άλλο να φανεί!

Δίχως να 'χει υποψία
Αν ευρίσκονταν βιβλία,
Επιστήμες και σπουδή,
Ό Ματσούκας ωχ τα γίδια,
Εξημέρωσε στα ίδια
Του Ασκληπιού παιδί!

Όσοι ακούν αυτό, θιαμάζουν
Και έχουν δίκιο να φωνάζουν
Πως διηγούμαι υπερβολή.
Λέω μονάτη* την αλήθεια,
Δεν προβάνω* παραμύθια,
Μαρτυράν σ’ αυτό πολλοί.

Oχ* τη φύση διδαγμένος
Και γιατρός ξετελειωμένος
Στης μητρός του την κοιλιά,
Κι ό Ματσούκας αποράει!
Το χωριό του τον τηράει
Για σοφίας τη φωλιά.

Κι όχι τέχνες φαρμακίας
Και μυστήρια της χημείας,
Σε πολλούς κοινά κι απλά.
Μόνε ξέρει το ρεπάνι*,
Μες στο σώμα, ως πόσα κάνει
Κακοσύνες και καλά.

Σκόρδο, πράσο και κρομμύδι
θεραπευτικά τα δίδει,
Όπου η χρεία το καλεί.
Και με μέθοδο δική του
Πασαέναν* ασθενή του
Προχειρότατα ωφελεί.

Μήτε θέλει να ηξεύρει
Ν' αγωνίζεται να εύρει
Αρετές στα ξενικά•
Του χωρίου οι κήποι όλοι
Πατρικό του περιβόλι,
Πού φυτρώνουν γιατρικά.

Τα σταφύλια, τ’ αγγουράκια,
Σύκα, μήλα, πεπονάκια.
Που δροσίζουν το λαιμό.
Δίχως άνοστες πικράδες,
Γιατρικίσιες φαρμακάδες,
Περετούν* στο διορισμό*

Όλα αυτά με πλούσιο χέρι
Τα μοιράζει καλοκαίρι,
Σαν πολύ δροσιστικά.
Τα χειμώνα έχει πάλι
Στο σοφό του το κεφάλι
Όλα τα πυρωτικά*.

Όθεν όλους τους γιατρεύει,
Πάσα νόσο θεραπεύει
Με μια χάρη χωριστή.
Κι όποιον τούτος θα σηκώσει,
Πλιο* ο Χάρος να σκοτώσει
Νους να μην το φανταστεί!

Μόν' η άκρα του σοφία
Κάθαρση, φλεβοτομία
Έχει για άρματα κοινά,
Και μ’ αυτά πρωταρχινάει,
Κάθε πάθος κυνηγάει
Σταθερός παντοτινά.

Του Ματσούκα μας την πράξη
Ποιος ειν’ άξιος να ξετάξει*,
Ή την άλλη προκοπή!
Ως σε ποιό βαθμό και στάση
Της σοφίας έχει φτάσει,
Σφάλλει όποιος να το ειπεί.

Τα ρωτήματα δε θέλει•
Για σφυγμό μηδέ τον μέλει.
Τέτοια ο φίλος τα γελά!
Σ’ άλλο ύψος μέγα πάνει.
Τη διάγνωσή του κάνει
Με αλλιώτικα μυαλά.

Με τη μυρουδιά και μόνον,
Στου αρρώστου του τον πόνον.
Της κοιλιάς το περιττό,
Ή το ούρος* με τη γέψη
Λίγο τι να σημαδέψει,
Του είναι πάρα αρκετό.

Με παρόμοιας γνώσης φώτα,
Υστερνά* γι αυτόν και πρώτα,
Άκοπα θαυματουργεί.
Τόσα κατορθώματά του,
Οχ τα πλιο καθημερνά του,
Δε χωράει ακέρια γη!

Τα παχιά κορμιά αχαμναίνει*,
Τ’ αχαμνά σού τα παχαίνει.
Δίνει μάτια των στραβών,
Τους ψηλούς ευθύς χαμλώνει,
Τούς κοντούς, κι αυτούς, ψηλώνει,
Βάνει γλώσσα των βουβών !

Στα μικρά τα πάθια όμως,
Το νοητό του είναι τρόμος,
Κάθε νους τον απορεί!
Ένα σύμπτωμα ν’ ακούσει,
Μη φοβάσαι να προσκρούσει﮲
Μες στη ρίζα πάει, βαρεί.

Πες του, βήχω. – Πήρες κρύο,
Ένα κ’ ένα κάνουν δύο,
Αίμα, αίμα παρευτύς
Και την κάθαρσιν αντάμα,
Να ιδείς της τέχνης θιάμα,
Θιάμα τέχνης σαν κι αυτής!

– Ανεμοβροντώ αποκάτω. 
– Είναι κρύο και μονάτο*,
Αίμα και καθαρτικό.
Τις χολές να ελαττώσουν,
Τ' άντερά σου ν' αλαφρώσουν
Απ’ αυτό τ’ ανεμικό.

Νοιώθω κάψη στο κορμί μου.
– Πήρες κρύο, στη ζωή μου,
Και το πήρες την αυγή.
Κάμε αρχή, φλεβοτομήσου,
Και κατόπι καθαρίσου•
Σου περνάει, δεν αργεί.

Αμ τα τεχνικά του χέρια.
Για βεντούζες, για μαχαίρια.
Πού ειμ’ άξιος να ειπώ!
Τα αφήνω, τι απεικάζω*,
Σε κεφάλι δεν τα βάζω﮲
Όμως δυο δεν τα σιωπώ.

Το πιστό του το νυστέρι.
Που χιμάει σαν το ξεφτέρι
Και βουτάει ως το λαιμό,
Και το μέγα του αγκλυστήρι*
Όπου δεν κρατάει χατίρι
Κι αναβράει* κατακλυσμό,

Είναι αμίμητα εργαλεία.
Και σαν τούτα η χειρουργεία
Σε κανένα της καιρό,
Σ’ όσους έλαβε οπαδούς της,
Και μεγάλους και μικρούς της
Να τα είδε δε θαρρώ.

Μόνε τέτοιο προκομμένο,
Όχ τή φύση προικισμένο,
Νά τόν λέγουν μερικοί
Πώς εΐναι άδειος, κούφιος όλος.
Καί ψευτιάς μονάτης δόλος . . . ’
Πόσο οί άνθρωπ’ εϊν' κακοί !

Λεν αυτοί, ένας να προφτάσει
Στους πενήντα να μη σκάσει.
Άπ’ εκείνους που τηράει,
Είναι απόρεμα* μεγάλο !
Μόν' αυτό, εγώ αν δε σφάλλω,
Μες στο νου μου δε χωράει.

Ο Ματσούκας τάχα φταίγει.
Του αρρώστου του άντα λέγει
Να ρουφήσει αυγό ψητό
Και ό άρρωστος πεθαίνει.
Αφορμής παραχορταίνει
Απ’ αυγό σφιχτά βραστό;

Αν τον αστενή διορίσει*
Το καθάρσιο να στραγγίσει,
Μη μπορώντας, ο εμπαθής,
Να το καταπιεί, τ’ αφήνει
Και λαβαίνει κακοσύνη,
Ποιος του είπε μη το πιεις;

Αν ο τρίτος του πηγαίνει,
Επειδή και δεν προσμένει
Να τού κάμει ο γιατρός
Όσα η τέχνη υπαγορεύει,
Ο Ματσούκας μας λαθεύει,
Ή του φταίγει ο καιρός ;

Μόν' αυτά των σύντεχνών του
Λόγια ενάντια στον σκοπόν του
Δεν τα βάνει παντελώς﮲
Και είναι άνθρωπος με γνώση,
Να δανείσει και καμπόση,
Και όχι, ως λεν αυτοί, ζουρλός!..

Σας παρακινάω, φίλοι,
Με αληθοσύνης χείλη,
Κατηγόρια ν' αφεθεί﮲
Κι όπου τύχη να τον βρείτε.
Πρόθυμα όλοι να τον φτύτε*,
Για να μην αβασκαθεί!


Γλωσσάρι

Αγκλυστήρι: κλύσμα
Αναβράω: αναβράζω
Απεικάζω: καταλαβαίνω
Απόρεμα: απορία
Αχαμναίνω: αδυνατίζω
Διορίζω: βάζω σκοπό
Διορισμός: ο σκοπός
Μονάτη/ο: μονάχη, μόνη / μονάχο, μόνο
Ξαπόρεσι: έκπληξη, απορία, ξάφνιασμα ή θαυμασμός
Ξετάξει: εξετάσει
Ούρος, το: τα ούρα
Οχ: από
Πασαέναν: τον καθέναν
Περετούν: υπηρετούν
Πλιο: πια, πλέον
Προβάνω: προβάλλω 
Πυρωτικά: που ανεβάζουνε τη θερμοκρασία
Ρεπάνι: το λαχανικό ραπάνι
Υστερνά: τα ύστερα, τα στερνά
Φτύτε: φτύσετε

16 Οκτωβρίου 2026

A Stone I Died [Mewlana Jalaluddin Rumi]


Πέτρα πέθανα και σηκώθηκα φυτό﮲
Φυτό πέθανα και σηκώθηκα ζώο﮲
Πέθανα ζώο και γεννήθηκα άνθρωπος.
Γιατί να φοβάμαι; Tι έχασα πεθαίνοντας;


A stone I died and rose again a plant;
A plant I died and rose an animal;
I died an animal and was born a man.
Why should I fear? What have I lost by death?

Πηγή (ενδεικτικά): poemhunter.com

Το ανωτέρω ποίημα, βρίσκεται στον πυρήνα τής φιλοσοφίας τού σουφισμού καθώς περιγράφει την πορεία τής ύπαρξης να αναγεννιέται και να ανεβαίνει σε ανώτερη πνευματικά βαθμίδα, μετά από κάθε θάνατο. Στους πρώτους τρεις στίχους παραμένει προσανατολισμένο στον υλικό κόσμο και την ενότητά του, αλλά στον τέταρτο, τα δύο ερωτήματα ανοίγουνε το δρόμο για μια δυϊστική θεώρηση σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος, πεθαίνοντας, μπορεί να αναγεννιέται σε κάτι ανώτερο, το οποίο όμως δεν το γνωρίζουμε μέσω των αισθήσεων. Βέβαια, αυτός ο δρόμος προετοιμάζεται ήδη από τον τρίτο στίχο, με τη χρήση τής λέξης «γεννήθηκα» αντί «σηκώθηκα». Αυτή η διαφοροποίηση υπονοεί πως ο άνθρωπος είναι κάτι διαφορετικό, μια κορύφωση τής πορείας. Από την εξελικτική κορυφή, εντός ή στο όριο τού υλικού κόσμου, το επόμενο βήμα πού οδηγεί; σε κάτι ανώτερο πέρα από το υλικό απτό πλαίσιο;
Ως αναγνώστης όμως, διατηρώ το δικαίωμα να το δω στο μονιστικό υλιστικό πλαίσιο, το οποίο προσωπικά παραδέχομαι για τον κόσμο, με την απάντησή μου να αναφέρεται σε επιστροφή στο χώμα και την πέτρα για να ξεκινήσει ο επόμενος κύκλος. Και αυτή μου η ανάγνωση ισχυροποιείται – υποθέτοντας ότι η ανωτέρω αγγλική μετάφραση μένει πιστή στο πρωτότυπο – από τη διατύπωση τού δεύτερου ερωτήματος στον τέταρτο στίχο. Αντί τού αναμενόμενου: «What do I have to lose by dying?: Τι έχω να χάσω πεθαίνοντας;», ρωτάει: «What have I lost by death?: Τι έχασα πεθαίνοντας; ή Τι έχω χάσει με το θάνατο;» υπονοώντας ότι έχει ήδη προηγηθεί θάνατος (σε προηγούμενο κύκλο).

15 Οκτωβρίου 2026

[στη Μακρόνησο, 11.10.2026] – ΙΙ

Το παρόν είναι το 2ο μέρος τού αφιερώματος στο χώρο Μνήμης και Βασανισμού στη Μακρόνησο (εδώ το 1ο μέρος), και αφορά εικόνες από την πεζοπορική διαδρομή – της εκδήλωσης τού ΕΟΣ Κορίνθου, την οποία ακολούθησα – από το ύψος τού χωματόδρομου πάνω από την Προβλήτα μέχρι το Φάρο, στο νότιο άκρο τού νησιού και πίσω, και τεσσάρων ασβεστοκάμινων, τα οποία πρόσεξα δίπλα στο χωματόδρομο και για τα οποία θα γίνει ειδική αναφορά στο τέλος τού παρόντος.
Η διαδρομή δεν παρουσιάζει δυσκολίες, εκτός να έχει ζεστό καιρό και ηλιοφάνεια που σε κουράζει, αφού στο μεγαλύτερο μέρος της γίνεται σε βατό χωματόδρομο χωρίς υψομετρικές διαφορές εκτός από τα τελευταία 900 περίπου μ., στα οποία κινείται σε πλαγιά σε υποτυπώδες μονοπάτι και κατσικόδρομους, που απαιτούνε λίγη προσοχή αλλά δεν προβληματίζουν.
Η διαδρομή την οποία ακολουθήσαμε (αφορά και την προηγούμενη ανάρτηση) έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:





































Ακολουθούνε λίγες εικόνες από
-την ανωτέρω διαδρομή:





















Στις τέσσερις επόμενες οι εγκαταστάσεις τού διοικητηρίου:





























































-τα ασβεστοκάμινα:
Κατ’ αρχάς να πω ότι δεν περίμενα να συναντήσω ασβεστοκάμινα στη Μακρόνησο – άσε που τα κατωτέρω τέσσερα τα είδα απλά βηματίζοντας, δίπλα στο χωματόδρομο που περάσαμε, κάτι που σημαίνει ότι θα υπάρχουνε περισσότερα. Δεδομένων ότι
--επί τουρκοκρατίας και αργότερα μέχρι και το 19ο αι. ήταν ακατοίκητη ή το πολύ-πολύ κάποιοι βοσκοί να αφήνανε τα κοπάδια τους,
--σε ολόκληρη τη δυτική πλαγιά, στην οποία περπατήσαμε, δεν υπάρχουν εμφανείς ασβεστόπετρες ή ασβεστολιθικά πετρώματα να τα σπάσει κανείς και να φτιάξει ασβεστόπετρες,
και το πρώτο που πρόσεξα για μένα ήταν έκπληξη!
Να ήτανε παλαιότερα, δηλαδή μεσαιωνικά και πίσω, αποκλείεται, άρα η μόνη περίοδος κατασκευής και λειτουργίας τους ήτανε το πρώτο μισό τού 20ου αι. Και όπως γίνεται αυτονόητο, αυτοί που τα χτίσανε και αυτοί που τα λειτουργήσανε ήταν οι εξόριστοι - και ποιος ξέρει από πόσο μακριά θα κουβαλούσανε τις ασβεστόπετρες;.
Στην ιστοσελίδα haniotika-nea.gr, μας περιγράφει ένας εξόριστος και θύμα βασανισμών στη Μακρόνησο: Η καθημερινότητα ήταν εφιαλτική για τους χιλιάδες κρατούμενους στην ουσία που έμεναν σε σκηνές στο αφιλόξενο νησί που δεν έχει δέντρα, παρά μόνο άμμο και πέτρα. «Υπήρχε ένα βάρβαρο σύστημα τιμωριών, πέρα από το καθημερινό ξύλο και τα βασανιστήρια για ασήμαντη αφορμή, κυρίως τα βράδια στις χαράδρες του νησιού. Προσπαθούσαν για την ηθική και σωματική εξόντωσή μας», θυμάται ο κ. Μεντάκης. Πολλά τα χαρακτηριστικά συμβάντα που έχουν παραμείνει στη μνήμη του συνομιλητή μας. «Φτιάχναμε ασβεστοκάμινα για τα κτήρια που θα φιλοξενούσαν το στρατόπεδο. Κάθε ομάδα έπρεπε να μαζέψει ξύλα. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έπρεπε να βρεις ξύλα, δεν έβρισκες οι αλφαμίτες, οι ραβδούχοι σε ξυλοφόρτωναν άγρια. Είχαμε πάλι τενεκεδάκια με τα οποία μαζεύαμε άμμο από τις παραλίες για να τη χρησιμοποιήσουν για λάσπη για τα κτήρια που φτιάχναμε. Οι ακτές της Μακρονήσου είναι γεμάτες βράχια, δύσκολα έβρισκες την άμμο. Αν δεν γύριζες με γεμάτο το τενεκάκι, σε έβγαζαν από τη γραμμή οι αλφαμίτες και σε έδερναν. Το πιο γνωστό από τα βασανιστήρια ήταν το κουβάλημα της πέτρας. Καθημερινά μας έβαζαν να κουβαλάμε τεράστιες πέτρες από τη μια πλευρά του νησιού στην άλλη. Τις ρίχναμε λέει στη θάλασσα για να γίνει δρόμος προς το Λαύριο. Τρίχες! Καθαρό βασανιστήριο για να μας εξοντώσουν. Όσο ήσουν βέβαια στη Μακρόνησο απαγορεύονταν να μιλάς στον διπλανό σου. Αλίμονό σου αν σε έβλεπαν οι φύλακες, οι αλφαμίτες. Πήγαινες κατευθείαν στις χαράδρες…

Ακολουθούν εικόνες τους, με τυχαία σειρά:
37°39'19''N 24°06'16''E


















37°40'59''N 24°06'41''E




















37°41'02''N 24°06'38''E



















37°41'27''N 24°06'46''E