Ο KÁNAGSSUAQ
Ο Kánagssuaq, κατά πώς λένε, έφυγε απ’ τον τόπο του για να ζήσει σ’ ένα μικρό νησί. Εκεί πήρε για σύζυγο του τη μοναδική αδελφή πολλών αδελφών. Κι ενώ ζούσε εκεί μαζί της, συνέβη κάποτε το ψύχος να γίνει τόσο δριμύ ώστε η θάλασσα, ανάμεσα στα νησιά, πάγωσε. Έτσι δεν ήτανε δυνατό να πάνε για κυνήγι. Τελικά, αφού κατανάλωσαν όλα τα διαθέσιμα αποθέματα τροφής και καθώς κανείς τους δεν μπορούσε να πάει για κυνήγι, έπεσαν όλοι κατάκοιτοι από την πείνα και την εξάντληση.
Κάποτε, όταν στα νότια εμφανίστηκε νερό, εκεί που συνήθως κυνηγούσανε φώκιες, ο Kánagssuaq πήρε το καγιάκ του, το σήκωσε στηρίζοντάς το στο κεφάλι του και πήγε για κυνήγι. (Φτάνοντας εκεί που υπήρχε θάλασσα, έριξε το καγιάκ του στο νερό και) αφού κωπηλάτησε μες σε χιονόπτωση και φουρτουνιασμένη θάλασσα, σύντομα συνάντησε μερικές μαύρες φώκιες. Κωπηλάτησε προς αυτές, για να βρεθεί σε απόσταση βολής, αλλά κατάφερε να χτυπήσει μόνο μια μικρή φώκια των φιόρδ, η οποία είχε εμφανιστεί ανάμεσα σε αυτόν και τις άλλες. Αυτή θα είναι ευκολότερο να τεμαχιστεί, είπε αυτός.
Αφού τακτοποίησε να μεταφέρει τη φώκια, πήρε ξανά το καγιάκ του στο κεφάλι του και επέστρεψε στο σπίτι διασχίζοντας τον πάγο. Οι συγκάτοικοί του ξεσπάσανε σε ζητωκραυγές χαράς όταν είδανε το μικρό πλάσμα καθώς το έσπρωξε να γλιστρήσει προς το μέρος τους. Την επόμενη μέρα βγήκε πάλι και έπιασε δύο μαύρες φώκιες. Από τότε, όποτε έβγαινε για κυνήγι, επέστρεφε έχοντας πάντα πιάσει κάτι.
Ο βοριάς, το χιόνι και το δριμύ ψύχος επέμεναν. Καθώς παραφύλαγε υπομονετικά για φώκιες, όπως είχε πια συνηθίσει, συχνά ευχότανε να συναντήσει τον Kilitêraq, τον σπουδαίο κυνηγό από έναν άλλον τόπο, ο οποίος ήτανε και ο μόνος που τολμούσε να βγει έξω για κυνήγι με τέτοιον καιρό. Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ.
Ταυτόχρονα όμως, μεγάλη έλλειψη τροφής επικρατούσε και στον τόπο στον οποίο ζούσε ο Kilitêraq. Έτσι λοιπόν, ο Kilitêraq, πήρε το καγιάκ του, το σήκωσε στηρίζοντάς το στο κεφάλι του και ξεκίνησε, διασχίζοντας τον πάγο, για να κυνηγήσει φώκιες. Προχωρώντας, πρόσεξε τον Kánagssuaq, ο οποίος είχε ήδη πετύχει το θήραμά του κι ετοιμαζότανε να τραβήξει το σχοινί ρυμούλκησης. Με το που βγήκε στην επιφάνεια, ο Kánagssuaq, έκοψε όλο το δέρμα από την κοιλιά της και του το έδωσε. Ο Kilitêraq, νιώθοντας τώρα έντονη επιθυμία για λίπος, πήρε μερικά μεγάλα κομμάτια για να τα μασήσει.
Ενόσω βρισκόταν εκεί, εμφανιστήκανε μερικές μαύρες φώκιες και ο Kánagssuaq είπε: «Κωπηλάτησε προς το μέρος τους».
Εκείνος τότε τις πλησίασε κωπηλατώντας. Χτύπησε μια με το καμάκι του και τη σκότωσε ακαριαία μ’ εκείνο το μοναδικό χτύπημα. Πήρε το φουσκωμένο του ασκί για να στερεώσει το σχοινί ρυμούλκησης και άρχισε να μαζεύει το σχοινί τού καμακιού. Αλλά, πριν προλάβει να φτάσει στη μέση, ένα κύμα που έσπαγε, κι έμοιαζε να κυλά, έπεσε κατά πάνω του και τον σκέπασε τελείως που φαινότανε σα να μην υπήρχε καθόλου καγιάκ εκεί. Στη συνέχεια, επιτέλους, φάνηκε το φουσκωμένο ασκί πίσω από το καγιάκ και λίγο μετά αναδύθηκε και το ίδιο το καγιάκ, με τα κουπιά κρατημένα σε θέση ισορροπίας. Κατόπιν, για δεύτερη φορά, έπιασε το φουσκωμένο ασκί και το σχοινί του, αλλά ακριβώς τη στιγμή που έφτανε στο σημείο που έπρεπε να δέσει το σχοινί ρυμούλκησης, ήρθε ένα άλλο κύμα και τον σκέπασε, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί. Μετά, βγήκε ξανά στην επιφάνεια και μόλις βγήκε είπε: «Έχω απομακρυνθεί τόσο πολύ, που δεν μπορώ να δέσω το σχοινί ρυμούλκησης. Θα μπορούσες να το κάνεις εσύ για μένα;»
Και τότε ο Kánagssuaq στερέωσε το σχοινί ρυμούλκησης και, αφού τού έδεσε τη φώκια να τη ρυμουλκήσει, ο Kilitêraq απομακρύνθηκε κωπηλατώντας μες στην πυκνή χιονόπτωση, μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τού Kánagssuaq. Όταν, ο Kilitêraq, επέστρεψε στο σπίτι του, οι πολλοί σύντροφοί του στο χωριό νιώσανε βαθιά ευγνωμοσύνη απέναντί του. Από τότε, τα πράγματα συνέχισαν όπως και πριν: δεν γυρνούσε ποτέ στο σπίτι χωρίς κάποιο θήραμα.
Λίγες μέρες αργότερα, στο χωριό τού Kánagssuaq, ξυπνήσανε και είδαν ότι το χιόνι δεν έπεφτε πια κοντά τους, παρά μόνο μακριά, στον ορίζοντα. Μετά από αυτό, ο καιρός έφτιαξε ξανά. Κι όταν ήρθε η άνοιξη, αρχίσανε να κυνηγάνε θαλασσοπούλια. Τα οδηγούσανε να σχηματίζουνε σμήνη και τα εξολοθρεύανε. Αυτό συνηθίζανε να κάνουν εκείνη την εποχή.
Κάποια μέρα που είχανε ρίξει τα βέλη τους ενάντια στα θαλασσοπούλια και αυτά είχανε πέσει σα βροχή ανάμεσα και πάνω στα θαλασσοπούλια, εκείνοι ήταν απασχολημένοι να μαζεύουνε τα θηράματα και να τα τοποθετούνε στα καγιάκ τους. Ξαφνικά τότε, ένα καγιάκ φάνηκε στην πλευρά που πέφτανε οι ακτίνες τού ήλιου. Καθώς ο άγνωστος πλησίαζε, εκείνοι κοιτάζανε με ανυπομονησία, προσπαθώντας να διακρίνουνε ποιος θα μπορούσε να είναι. Όταν ο Kilitêraq πλησίασε περισσότερο, γιατί ήταν πράγματι αυτός, έριξε μια ματιά γύρω, ανάμεσα στα καγιάκ. Μόλις είδε τον Kánagssuaq ανάμεσά τους, άνοιξε δρόμο ανάμεσα στα καγιάκ τους, πλησίασε κοντά του και κάρφωσε το κουπί του ανάμεσα στα λουριά που ήτανε δεμένα πάνω στο καγιάκ του Kánagssuaq. Κατόπιν, χαλάρωσε το δέρμα που κάλυπτε το άνοιγμα τού καγιάκ του, έβαλε το χέρι του μέσα και έβγαλε ένα υπέροχο σχοινί ρυμούλκησης, φτιαγμένο από δέρμα θαλάσσιου ίππου και περίτεχνα διακοσμημένο με πολλές χάντρες από δόντι θαλάσσιου ίππου. Ξανάβαλε το χέρι του μέσα κι έβγαλε ένα κομμάτι δέρμα αρκούδας, κομμένο κατάλληλα για να στρωθεί στο κάθισμα ενός καγιάκ. Πρόσφερε αυτά τα δώρα στον Kánagssuaq και του είπε: «Κάποτε, την άνοιξη, όταν δεν μπορούσα να στερεώσω το σχοινί ρυμούλκησής μου πάνω σε μια φώκια, με βοήθησες εσύ και το στερέωσες. Ορίστε, λοιπόν, κάτι για να σε ευχαριστήσω για εκείνη τη βοήθεια».
Και ύστερα, απομακρύνθηκε κωπηλατώντας.
KÁNAGSSUAQ
Kánagssuaq, men say, went out from his own place to live on a little island, and there took to wife the only sister of many brothers. And while he lived there with her, it happened once that the cold became so great that the sea between the islands was icebound, and they could no longer go out hunting. At last they had used up their store of food, and when that store of food was used up, and none of them could go out hunting, they all remained lying down from hunger and weakness.
Once, when there was open water to the south, where they often caught seal, Kánagssuaq took his kayak on his head and went out hunting. He rowed out in a northerly wind, with snow falling, and a heavy sea. And soon he came upon a number of black seal. He rowed towards them, to get within striking distance, but struck only a little fjord seal, which came up between him and the others. This one was easier to cut up, he said.
Now when he had got this seal, he took his kayak on his head again and went home across the ice. And his house-fellows shouted for joy when they saw the little creature he sent sliding in. Next day he went out again, and caught two black seal, and after that, he never went out without bringing home something.
The north wind continued, and the snow and the cold continued. When he lay out waiting for seal, as was now his custom, he often wished that he might meet with Kilitêraq, the great hunter from another place, who was the only one that would venture out in such weather. But this did not come about.
But now there was great dearth of food also in the place where Kilitêraq lived. And therefore Kilitêraq took his kayak on his head and went out across the ice to hunt seal. And coming some way, he sighted Kánagssuaq, who had already made his catch, and was just getting his tow-line out. As soon as he came up, Kánagssuaq cut away the whole of the belly skin and gave to him. And Kilitêraq felt now a great desire for blubber, and took some good big pieces to chew.
And while he lay there, some black seal came up, and Kánagssuaq said: "Row in to where they are."
And he rowed in to them and harpooned one, and killed it on the spot with that one stroke. He took his bladder float, to make a tow-line fast, and wound up the harpoon line, but before he had come to the middle, a breaking wave came rolling down on him. And it broke over him, and it seemed indeed as if there were no kayak there at all, so utterly was it hidden by that breaking wave. Then at last the bladder showed up behind the kayak, and a little after, the kayak itself came up, with the paddles held in a balancing position. Now for the second time he took his bladder and line, and just as he came to the place where the tow-line is made fast, there came another wave and washed over him so that he disappeared. And then he came up a second time, and as he came up, he said: "I am now so far out that I cannot make my tow-line fast. Will you do this for me?"
And then Kánagssuaq made his tow-line fast, and as soon as he had taken the seal in tow, he rowed away in the thickly falling snow, and was soon lost to sight. When he came home, his many comrades in the village were filled with great thankfulness towards him. And thereafter it was as before; that he never came home without some catch.
A few days later, they awoke and saw that the snow was not falling near them now, but only far away on the horizon. And after that the weather became fine again. And when the spring came, they began hunting guillemots; driving them together in flocks and killing them so. This they did at that time.
And now one day they had sent their bird arrows showering down among the birds, and were busy placing the killed ones together in the kayaks. And then suddenly a kayak came in sight on the sunny side. And when that stranger came nearer, they looked eagerly to see who it might be. And when Kilitêraq came nearer–for it was Kilitêraq who came–he looked round among the kayaks, and when he saw that Kánagssuaq was among them, he thrust his way through and came close up to him, and stuck his paddle in between the thongs on Kánagssuaq's kayak, and then loosened the skin over the opening of his own kayak, and put his hand in behind, and drew out a splendid tow-line made of walrus hide and beautifully worked with many beads of walrus tooth. And a second time he put in his hand, and took out now a piece of bearskin fashioned to the seat of a kayak. And these things he gave to Kánagssuaq, and said: "Once in the spring, when I could not make my tow-line fast to a seal, you helped me, and made it fast. Here is that which shall thank you for that service."
And then he rowed away