28 Σεπτεμβρίου 2026

Το παράδοξο με τις οχυρώσεις των Γερανείων ορέων

Η εξαιρετική ιστοσελίδα τού Καστρολόγου, πληροφορίες από την οποία έχουνε αντληθεί πολλές φορές για αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο, είναι μια ιστοσελίδα εστιασμένη στα κάστρα και τις πάσης φύσεως οχυρώσεις, οι οποίες χτιστήκανε από τον 5ο μ.Χ. μέχρι το 19ο μ.Χ. αι. ή ήταν αρχαιότερες, αλλά χρησιμοποιηθήκανε το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (εφεξής, για λόγους οικονομίας των λέξεων, «οχυρώσεις»).
Παρατηρώντας το χάρτη τού Καστρολόγου, με τη γεωγραφική κατανομή αλλά και το είδος των «οχυρώσεων» διαπιστώνει κανείς ότι η γεωγραφική τους κατανομή είναι αλλού πυκνότερη και αλλού αραιότερη έως σε ορισμένες περιοχές ανύπαρκτη. Κάτι τέτοιο δεν προκαλεί έκπληξη και είναι αναμενόμενο για την οροσειρά τής Πίνδου μέχρι και τα βουνά τής Ευρυτανίας και τους ορεινούς όγκους Βαρδουσίων ορέων, Γκιώνας και Παρνασσού, αφού τα όποια περάσματα ελέγχονταν από χαμηλά ενώ ψηλά, στο τραχύ ανάγλυφο των περιοχών αυτών, με τα πάμπολλα φαράγγια και τα κρυφά περάσματα, το χτίσιμο οχυρού δεν θα προσέφερε τίποτα.
Εκεί όμως που προκαλεί έκπληξη και δεδομένου τού πυκνού δικτύου των αρχαίων οχυρών είναι τα Γεράνεια όρη μέχρι και χαμηλά, τις εκατέρωθεν ακτές τους, στον Κορινθιακό και το Σαρωνικό κόλπο.
Στον κατωτέρω χάρτη, από τον Καστρολόγο, είναι σημειωμένες οι ταυτοποιημένες «οχυρώσεις», της περιοχής που ενδιαφέρει το παρόν (σ.σ. έχω σημειώσει επιπλέον τη θέση Παλαιόκαστρο Μεγάρων, στην οποία, σύμφωνα με τον κ. Μανώλη Παπαθανασίου, υπεύθυνο τού Καστρολόγου, υπήρχε μεσαιωνικό οχυρό αλλά δεν το έχει περιλάβει στον Καστρολόγο διότι καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς από τους ναζί. Όπως και να έχει βρίσκεται αρκετά ανατολικότερα από την επίμαχη περιοχή. Στο ίδιο σημείο έχουνε βρεθεί και ίχνη προϊστορικής οχύρωσης.):


















Στον κατωτέρω χάρτη, από το Google earth, έχουνε σημειωθεί οι ταυτοποιημένες θέσεις αρχαίων φρουρίων και οχυρώσεων (σ.σ. συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Κρομμυώνα και Παγών οι οποίες ήταν οχυρωμένες και ανήκανε αφενός στα Μέγαρα αρχικά και την Κόρινθο μετά ο Κρομμυώνας αφετέρου στα Μέγαρα οι Παγές οι οποίες αργότερα ενταχτήκανε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία), που εποπτεύανε τούς αρχαίους δρόμους* και ιδίως αυτόν που περνούσε βόρεια των Γερανείων, που λόγω τού κακοτράχαλου περάσματος τής Κακιάς Σκάλας, ήταν ο σημαντικότερος, στα αρχαία χρόνια, από Πελοπόννησο προς Αττική και Βοιωτία και αντίστροφα. Μάλιστα αυτή στον Αέρα Γερανείων βρίσκεται σε διάσελο ψηλά, μεταξύ 840 και 880 περίπου μ. υψ. στην κορυφογραμμή. Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί πως από την περιοχή τής Κακιάς Σκάλας περνούσε η Σκιρωνίδα οδός, για την οποία ο Παυσανίας, στα Αττικά του (κεφ. 1.44.6), αναφέρει: «ἡ δὲ ὁδὸς ἡ Σκιρωνὶς ὀνομαζομένη καὶ ἐς τόδε, Σκίρωνος, ὡς Μεγαρεῖς λέγουσι, πολεμαρχοῦντος σφίσι ποιήσαντος, τὸ μὲν ἐξ ἀρχῆς εὐζώνοις ἀνδράσιν ἐγένετο, Ἀδριανὸς δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ ἅρμασιν ἐναντίοις ἐλαύνεσθαι πεποιήκεναι πλατεῖαν καὶ ἐπιτηδείαν.» […ο δρόμος που ονομάζεται Σκιρωνίς ακόμη και στις μέρες μας, και πήρε το όνομά του από τον Σκίρωνα, κατασκευάστηκε από αυτόν όταν ήταν πολέμαρχος των Μεγαρέων• αρχικά, όπως λένε, φτιάχτηκε για να εξυπηρετεί πεζούς και ευκίνητους άνδρες. Όμως, ο αυτοκράτορας Αδριανός τον πλάτυνε και τον έκανε κατάλληλο ώστε να μπορούν να περνούν ακόμη και άρματα που κινούνταν σε αντίθετες κατευθύνσεις].

















Σύμφωνα με τον κ. Μανώλη Παπαθανασίου, τον οποίο ευχαριστώ ιδιαίτερα, για την απάντησή του όταν τον ρώτησα μέσω email, σχετικά, ειδικά για την επίμαχη περιοχή, απάντησε:
Το θεωρώ απίθανο να μην υπήρχαν στην περιοχή κατά το παρελθόν κάποιοι πύργοι (και ίσως και κάστρα). Μια  πιθανή εξήγηση είναι ότι ίσως έχουν καταστραφεί ακριβώς επειδή η περιοχή ήταν πολυσύχναστη, με πολλούς στρατούς να πηγαινοέρχονται κατά καιρούς. Μια άλλη εξήγηση είναι ότι δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί γιατί κανένας δεν φαίνεται να έχει ασχοληθεί συστηματικά με το αρχαιολογικό παρελθόν της περιοχής (εξάλλου σε όλη την  Ελλάδα υπάρχουν άγνωστα και ανεξερεύνητα σημεία).
Ας ελπίσουμε να γίνουν έρευνες από τις αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες και να αποδειχτεί αν όντως υπήρξανε κάστρα και οχυρωματικές θέσεις στην επίμαχη περιοχή μετά τα αρχαία χρόνια μέχρι το 19ο μ.Χ. αι.. Μέχρι τότε πάντως η εικόνα είναι αυτή που αποτυπώνεται στον 1ο χάρτη ανωτέρω και κατά την άποψή μου (σ.σ. ως μη αρχαιολόγος δεν μπορώ να έχω γνώμη), ίσως, αυτό το κενό «οχυρώσεων» να σχετίζεται με την τεράστια, ιστορικά, μεταβολή που έφερε η καταστροφή, από τους μακεδόνες, όταν καταλάβανε τη νότια Ελλάδα, του θεσμού τής Πόλης Κράτους.
Όλα τα αρχαία φρούρια και οχυρώσεις αφορούσανε τις ανάγκες Πόλεων Κρατών, εν προκειμένω τής Κορίνθου και των Μεγάρων. Αργότερα οι στρατηγικές αλλάξανε και υποθέτω ότι η προστασία τής περιοχής μεταξύ Ισθμού Κορίνθου και Μεγαρίδας θα θεωρούταν ως μια άσκοπη δαπάνη πόρων.
Αυτό άρχισε να φαίνεται όταν επί ελληνιστικών χρόνων χτίστηκαν οι οχυρώσεις στην κορυφογραμμή των Ονείων ορέων (οι οποίες δεν φαίνεται να χρησιμοποιηθήκανε ποτέ όπως και οι πολύ μεταγενέστερες ενετικές στις βόρειες παρυφές τους) ώστε μαζί με τις οχυρώσεις στον Ακροκόρινθο (σ.σ. το σημερινό κάστρο πήρε την τελική του μορφή επί 2ης ενετοκρατίας, αλλά οι πρώτες οχυρώσεις εκεί ανάγονται από τα μυκηναϊκά χρόνια.) να αποτελούνε την κύρια γραμμή άμυνας στην Πελοπόννησο από εισβολές από βορρά ενώ φάνηκε ξεκάθαρα επί Ιουστινιανού όταν χτίστηκε το Εξαμίλιον Τείχος**, για να αποτραπεί η κάθοδος των σλάβων, που δεν αποτράπηκε αφού απλά το παρακάμψανε περνώντας με πλοία. 
Μια στρατηγική που από ό,τι φάνηκε ακολουθήθηκε και τους επόμενους αιώνες.

*Ενδεικτικά:

**

27 Σεπτεμβρίου 2026

Τέσσερα (4) haiku τού Hori Bakusui

Ο Hori Bakusui 堀麦水,1718 – 1783, ήτανε σημαντικός Ιάπωνας ποιητής χαϊκού. Πέρα από το ποιητικό του έργο, ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή τού Hori Bakusui. Καταγόταν από την πρωτεύουσα τής περιφέρειας Ishikawa, την Kanazawa, και μαθήτευσε στον Nakagawa Otsuyu, 1675–1739, ο οποίος ήτανε διακεκριμένος Ιάπωνας ποιητής χαϊκού τής περιόδου Edo και μαθητής τού Matsuo Bashō. 
Συνδέθηκε με την αναβίωση τού έργου τού Matsuo Bashō, γράφοντας στο παραδοσιακό ύφος τού Matsuo Bashō, όπως αυτό αποτυπώνεται στο βιβλίο «Minashiguri». Το «Minashiguri» 虚栗 («Συρρικνωμένο Κάστανο» ή «Άδειο Κέλυφος Κάστανου») είναι μια ποιητική ανθολογία σταθμός τού χαϊκού. Εκδόθηκε το 1683 και περιλαμβάνει μερικά από τα πρώτα σημαντικά ποιήματα τού Matsuo Bashō και των μαθητών του.
Το 1770 συνέγραψε ένα βιβλίο με λακωνικά σχόλια πάνω στα χαϊκού τού Matsuo Bashō, με τίτλο «Στίχοι με κριτικό σχολιασμό».

Το πρώτο από τα χαϊκού που ακολουθούν, όπως και τα ανωτέρω, από την en.wikipedia.org.

Dyeing his body
autumn—
the dragonfly.

βάφοντας το σώμα της
στο φθινόπωρο –
η λιβελούλα

Τα επόμενα τρία, που αποδοθήκανε στη μορφή τάνκα, από τη συλλογή: An Anthology of Haiku, Ancient and Modern τού Asataro Miyamori, εκδ. Maruzen Company, LTD, 1932, Tokyo. 

Enjoying the Evening

Cool While I cooled myself over the stream, 
Lo! the moon flowed in beneath my couch.

δροσιζόμουνα
πάνω από το ρυάκι
όταν ξαφνικά

το  φεγγάρι κύλησε
κάτω απ’ την κλίνη μου


The Spring Moon 

While I gazed up at the spring moon, 
Many asked what I was looking at.

γύρω μου πολλοί,
βλέποντάς με, τι κοιτώ
με ρωτούσανε

ενόσω τής άνοιξης  
το φεγγάρι κοιτούσα


The Spring Night 

It is a sweet spring night! 
Who sits up all night besides me?

Αυτή τη γλυκιά
ανοιξιάτικη νύχτα
υπάρχει άλλος 

που στέκεται δίπλα μου
όλη νύχτα άγρυπνος; 

25 Σεπτεμβρίου 2026

[στη μυκηναϊκή ακρόπολη τής αρχαίας Αιγείρας, 24.09.2026]

Το παρόν είναι το δεύτερο μέρος για την αρχαία Αιγείρα.

Νοτιοδυτικά τής θέσης «Παλιόκαστρο» όπου βρίσκεται το αρχαίο Θέατρο Αιγείρας, στην κορυφή τού λόφου, βρίσκονται ερείπια μυκηναϊκής ακρόπολης, εικόνες από την οποία παρουσιάζονται στο παρόν.
Προτού όμως τις εικόνες ας δούμε λίγα στοιχεία, ενδεικτικά από το διαδίκτυο, για την Αιγείρα.

Από την el.wikipedia.org:     

Η Αιγείρα (αρχ. Αιγείρα ή Αίγειρα) είναι παραλιακό χωριό, ουσιαστικά κωμόπολη, στα ανατολικά του νομού Αχαΐας και στα όρια με το νομό Κορινθίας. Από το 1999 έως το 2010 ήταν πρωτεύουσα του ομώνυμου δήμου. Μετά το 2011 ανήκει διοικητικά στο νεοπαγή Δήμο Αιγιαλείας. Είναι έδρα ομώνυμης τοπικής κοινότητας και δημοτικής ενότητας. Η τοπική κοινότητα Αιγείρας είναι χαρακτηρισμένη ως αγροτικός πεδινός οικισμός, με έκταση 4,085 χμ² (2011). Το 2021 είχε πληθυσμό 1.309 κατοίκων. Απέχει 26 χλμ. από το Αίγιο, 55 χλμ. από την Κόρινθο και 55 χλμ. από την Πάτρα.

Αρχαία Ιστορία
Η Αίγειρα ή Αίγιρα είναι αρχαία πόλη της Αχαΐας (με επίνειο που λεγόταν επίσης Αίγειρα) και βρίσκεται πλησίον στη βορειότερη άκρη του όρους Ευρωστίνης, δηλαδή στα σύνορα μεταξύ Κορινθίας και Αιγιαλείας και ακριβέστερα στη σημερινή θέση Παλαιόκαστρο, όπου βρέθηκαν ίχνη αρχαίων ερειπίων. Επίσης, τα ερείπια του λιμανιού της Αίγειρας έχουν βρεθεί στα Μαύρα Λιθάρια (σ.σ. εικόνες από το αρχαίο λιμάνι στα Μαύρα Λιθάρια είχανε παρουσιαστεί στο παρόν ιστολόγιο πριν από 7 περίπου χρόνια) .
Πρώτος ερευνητής (1836) υπήρξε ο Ουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, Άγγλος αρχαιολόγος του περασμένου αιώνα. Άλλος αρχαιολόγος, ο Αυστριακός Όττο Βάλτερ, έχοντας ως οδηγό το βιβλίο Αχαϊκά από το έργο Ελλάδος περιήγησις του Παυσανία (κεφ. 26, παρ. 4), ανακάλυψε τα θεμέλια μικρού ναού του Διός, καθώς και την κεφαλή του καθήμενου αγάλματος του θεού, που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας (1916-25).
Τη μεγάλη εκπολιτιστική και εμπορική ακμή της Αίγειρας μαρτυρούν πολλά μνημεία, που περιγράφονται από τον Παυσανία το 2o αιώνα π.Χ. Χαρακτηριστικότερο μνημείο ήταν το άγαλμα της θεάς Τύχης, που κρατούσε με το ένα χέρι το κέρας της Αμάλθειας και με το άλλο χέρι το φτερωτό Έρωτα. Ο συμβολισμός του μνημείου έγκειται στο γεγονός ότι η ανάπτυξη του ερωτικού συναισθήματος ευνοείται από την άνεση και την καλοζωία.
Σύμφωνα με βάσιμες υποθέσεις η Αίγειρα ταυτίζεται με την ομηρική πόλη «Υπερησίη», ενώ η μετονομασία της έλαβε χώρα στις αρχές του 7ου αιώνα π.X.. Κατά μία παράδοση, η Υπερησίη μετονομάσθηκε σε Αίγειρα, επειδή καλυπτόταν με δάση δένδρων αιγείρου, δηλαδή, του δέντρου «λεύκα».
Άλλη παράδοση αναφέρει ότι στον πόλεμο μεταξύ της Υπερησίης και της Σικυώνας, οι κάτοικοι της Υπερησίης, που ήταν σε μειονεκτική θέση επινόησαν το ακόλουθο τέχνασμα. Μάζεψαν τις «αίγες» της περιοχής και στα κεφάλια τους τοποθέτησαν δάδες, που τις άναψαν τη νύχτα. Οι Σικυώνιοι νόμισαν ότι τους επιτίθενται πολυπληθή στρατεύματα και έλυσαν αμέσως την πολιορκία. Τότε, οι κάτοικοι της Υπερησίης ονόμασαν την πόλη Αίγειρα, προς τιμή των αιγών.
Υπάρχει, βέβαια, και μια άλλη εκδοχή για την προέλευση του ονόματος της αρχαίας Αιγείρας. Στο βιβλίο του Νικόλαου Παπανδρεάδη με τίτλο Ιστορία και Λαογραφία της Ζαχόλης γίνεται αναφορά στο όνομα του Αίγειρου, ενός ευγενή από την Πάτρα, ο οποίος αφού την κατέλαβε, έγινε βασιλιάς και της έδωσε το όνομά του. Στο χώρο που βόσκησε η καλύτερη από τις αίγες ιδρύθηκε το ιερό της Αγροτέρας Αρτέμιδος και τα αναφερόμενα μνημεία από τον Παυσανία (σ.σ. O Παυσανίας πάντως, και αυτό είναι παράξενο, δεν κάνει αναφορά στο αρχαίο θέατρο, το οποίο υπήρχε όταν αυτός επισκέφτηκε την περιοχή.).
Παρά την προηγούμενη παράδοση, η επικρατέστερη εκδοχή της ονοματοθεσίας της Αίγειρας αναφέρει ότι η σημασία της ρίζας μαρτυρά ότι επρόκειτο για πόλη που βρισκόταν σε περιοχή με άφθονα νερά. Το τωρινό όνομα δόθηκε, όταν ακόμα οι Ίωνες ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή. Κατά την 23η Ολυμπιάδα, το 688 π.Χ., ολυμπιονίκης στο αγώνισμα του σταδίου ήταν ο Ικάριος (ή Ίκαρος) ο Υπηρεσιεύς. Κατά την 126η Ολυμπιάδα, το 272 π.Χ., ολυμπιονίκης στο αγώνισμα της πάλης παίδων ήταν ο Κρατίνος ο Αιγειράτης, τα ονόματα των οποίων έχουν δοθεί σε οδούς της παραλιακής κοινότητας.
Η καταστροφή της πόλης συντελέσθηκε σε άγνωστη χρονική περίοδο και πιθανό μετά από πλημμύρα.

Αρχαίο Θέατρο της Αίγειρας
Τον Αύγουστο του 1972, μετά από διακοπή 45 ετών, άρχισαν οι ανασκαφές στα ερείπια της αρχαίας Αίγειρας από το Βίλχελμ Άλτσινγκερ και το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Αθήνας. Οι ανασκαφές έγιναν σε τέσσερα σημεία, στο χώρο της Ακρόπολης, το αρχαίο θέατρο, στα ερείπια του Ναού του Δία και στο χώρο μεταξύ του θεάτρου και του Ναού του Δία.
Στο χώρο της Ακρόπολης βρέθηκαν αρχαία κτίσματα και πολυάριθμα όστρακα, που χρονολογούνται από τη Μυκηναϊκή περίοδο μέχρι τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Επίσης, αποκαλύφθηκε τμήμα του θεάτρου με τις κερκίδες του, που είναι λαξευμένες σε επικλινή βράχο. Στο χώρο του θεάτρου ανοίχθηκαν δύο μεγάλες τομές, μέσα στις οποίες διαφαίνονται αρχαία κτίσματα.
Πλησίον του θεάτρου αποκαλύφθηκε αρχαίο κτίσμα στη δεξιά πλευρά του οποίου και σε όλο το μήκος του υπάρχουν λαξευμένοι λάκκοι, που μοιάζουν με ποτίστρες ζώων. Βορειοδυτικά του θεάτρου αποκαλύφθηκε κεραμικός κλίβανος και περισυλλέγησαν αγγεία, πολλά από τα οποία χρονολογούνται στη Γεωμετρική περίοδο. Επίσης, βρέθηκαν τμήματα σίμης με έντονο χρωματισμό, σπασμένα πήλινα πιάτα και όστρακα. Στη δεξιά πλευρά του κλιβάνου βρέθηκε αγωγός νερού. Δυτικά του θεάτρου αποκαλύφθηκε μωσαϊκό από χαλίκια ποταμού με διάφορες παραστάσεις. Επίσης, πλησίον του μωσαϊκού βρέθηκε κιονόκρανο ιωνικού ρυθμού και πολύ αρχιτεκτονικό υλικό, που ανήκε στο Ναό του Δία.

…και από την ιστοσελίδα τής archaiologia.gr.  

Αιγείρα: Η εξέλιξη ενός προϊστορικού κέντρου στην Ανατολική ΑχαΐαΟμιλία, του δρος Walter R. Gauss

Η Αιγείρα κατέχει μία ιδιαίτερα οχυρή θέση, στην κορυφή απόκρημνου λόφου που επιστέφεται από ακρόπολη, πολύ κοντά στον Κορινθιακό κόλπο. H ακρόπολη αυτή ήταν το κέντρο ενός προϊστορικού οικισμού και ενός ιερού, από τους ύστερους γεωμετρικούς χρόνους και εξής. Η κατοίκηση της Αιγείρας ξεκινά στη Μέση Νεολιθική περίοδο και καλύπτει, με ενδιάμεσα κενά, όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.
«Αιγείρα: Η εξέλιξη ενός προϊστορικού κέντρου στην Ανατολική Αχαΐα» («Aigeira: The Development of a Prehistoric Centre in Eastern Achaia») είναι ο τίτλος ομιλίας του δρος Walter R. Gauss (Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών) η οποία διοργανώνεται στο πλαίσιο του Μυκηναϊκού Σεμιναρίου.
Στην ομιλία του ο δρ Gauss θα δώσει μια συνολική εικόνα της ιστορίας της θέσης από τη Νεολιθική εποχή μέχρι τις ύστατες φάσεις της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, με έμφαση στην έρευνα και τις ανασκαφές που αφορούν την μυκηναϊκή εποχή και πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2011 και 2016.
«Ήδη οι ανασκαφές της δεκαετίας του 1970 και του 1980 είχαν κάνει φανερή τη σημασία της θέσης στην Πρώιμη και κυρίως στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού» αναφέρει σχετικά ο δρ Gauss. «Οι ανασκαφές κατά το διάστημα 2011-2016 ανέδειξαν τη σημασία της κατά τις τελευταίες ιδίως φάσεις της Εποχής του Χαλκού. Κατάλοιπα ενός συμπαγούς τείχους, τμήματα του οποίου είχαν έλθει στο φως τη δεκαετία του 1970, αποκαλύφθηκαν στην ανατολική και νοτιανατολική πλαγιά της ακρόπολης και χρονολογήθηκαν στην ΥΕΙΙΙΓ μέση – ΥΕΙΙΙΓ ύστερη περίοδο. Αυτή η χρονολόγηση τοποθετεί την Αιγείρα ανάμεσα στις ελάχιστες θέσεις στις οποίες κτίζονται τείχη σε μία τόσο όψιμη περίοδο, έργο επίπονο, που προϋπέθετε την ύπαρξη κάποιας ιεραρχίας, οργάνωσης, εξειδίκευσης και κινητοποίησης ανθρώπινου δυναμικού από ευρέα στρώματα του πληθυσμού.
»Επιπλέον, οι πρόσφατες ανασκαφές απέδωσαν για πρώτη φορά αναμφισβήτητα στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη μετανακτορικού οικισμού στο χαμηλότερο πλάτωμα. Εδώ στρωματογραφημένες αποθέσεις πάχους άνω των δύο μέτρων κατά τόπους έκαναν δυνατή τη λεπτομερή παρακολούθηση της ΥΕΙΙΙΓ κεραμικής ακολουθίας. Από αυτή την άποψη, η πιο εντυπωσιακή ενδεχομένως διαπίστωση είναι η ύπαρξη ποικίλων κεραμικών παραδόσεων και κυρίως η χρήση της τεχνικής της κουλούρας για την κατασκευή αγγείων πολλών τυπικών σχημάτων. Η προκαταρκτική μελέτη της στρωματογραφικής και κεραμικής ακολουθίας από τον οικισμό στα χαμηλότερα άνδηρα υποδεικνύει παρόμοια, αν όχι παράλληλη, εξέλιξη με αυτή της ακρόπολης.
»Τα αποτελέσματα των νεότερων ανασκαφών σε συνδυασμό με τη μελέτη των ευρημάτων της δεκαετίας του 1970 και της γεωφυσικής έρευνας οδηγούν τεκμηριωμένα στο συμπέρασμα ότι η ΥΕΙΙΙΓ Αιγείρα ήταν ένας σημαντικός οικισμός έκτασης 12 στρεμμάτων, του οποίου η ακρόπολη αποτελούσε το κέντρο» καταλήγει ο ομιλητής.

Η άνοδος στην κορυφή τού λόφου, στα 409 μ., γίνεται από το νοτιοανατολικό άκρο τού λόφου – υπάρχει και ενημερωτική πινακίδα – από σημείο που βρίσκονται ερείπια κτιρίων νεώτερων χρόνων ή λίγο παλαιότερα και κάποια τού 20ου αι. Ειδικότερα για ένα από αυτά θα γίνει αναφορά στο τέλος τού παρόντος. Είναι το σημείο που ο λόφος ενώνεται μέσω αυχένα με τους ορεινούς όγκους ανατολικά και νοτιοανατολικά του, πάνω στον οποίο συνεχίζει ο δρόμος προς Αίγες Αχαΐας ή Ροζενά Κορινθίας κ.λπ.:



















Δίπλα στα ερείπια μια δεξαμενή νερού, πέτρινη με κεραμοτεμάχια. Η συγκεκριμένη είναι κατά πάσα πιθανότητα κατασκευή των μεσαιωνικών ή των ύστερων βυζαντινών χρόνων. Εξάλλου η κατοίκιση τής περιοχής δεν διακόπηκε ποτέ οριστικά.:


















Ανεβαίνοντας προς την μυκηναϊκή ακρόπολη, με την εξαιρετική θέα!:




















Ακολουθούν εικόνες από το δεξιό ύψωμα, της προηγούμενης εικόνας.:



















Στην επόμενη το πέρασμα – μονοπάτι προς τα ερείπια τού μυκηναϊκού οικισμού κάτω από την κορυφή, σε έκταση 12 περίπου στρεμμάτων.:






















Οι επόμενες από το αριστερό ύψωμα με τα ερείπια των μυκηναϊκών αλλά και νεότερων χρόνων.: 










































Στην επόμενη, τα ερείπια τού μυκηναϊκού οικισμού ενώ μεταξύ άλλων διακρίνεται και η σημερινή παραθαλάσσια πόλη Αιγείρα.:




















Κατεβαίνοντας πρόσεξα προς τα νότια, πάνω στον αυχένα, ερείπια οικίας, της σύγχρονης εποχής, πάνω σε αρχαίο τείχος. Μόνο που φτάνοντας διαπίστωσα ότι πρόκειται για μεσαιωνικό ή λίγο παλαιότερο (σ.σ. έχει ενσωματωμένα κεραμικά) υδραύλακα! Μπορεί (βλέπε ανωτέρω) το όνομα Αιγείρα να σχετίζεται με τα πολλά νερά τής ευρύτερης περιοχής, αλλά είναι σίγουρο ότι ψηλά στο λόφο το νερό μόνο προσιτό δεν θα ήτανε και ο αυχένας πρόσφερε ιδανικό έδαφος να περάσει υδραύλακας που θα έφερνε νερό από πηγές στους ανατολικούς και νοτιοανατολικούς ορεινούς όγκους.:






24 Σεπτεμβρίου 2026

[στο αρχαίο Θέατρο Αιγείρας, 24.09.2026]

Η παρούσα είναι η πρώτη από τις δύο αναρτήσεις για την αρχαία Αιγείρα και αφορά στο πιο εντυπωσιακό από τα αρχαία, λιγοστά γενικότερα, σωζόμενα μνημεία της: το αρχαίο της θέατρο.
Βρίσκεται στη θέση Παλαιόκαστρο Αιγών, στην ανατολική Αχαΐα, σε υψόμετρο 350 περίπου μ., το μεγαλύτερο μέρος του είναι σμιλευμένο στο βράχο, έχει πεταλόσχημο κοίλο, χωρούσε 3.000 θεατές, θεμελιώθηκε στο πρώτο μισό τού 3ου π.Χ. αι., στα χρόνια τής Αχαϊκής Συμπολιτείας, ανακατασκευάστηκε τον 2ο π.Χ. αι. επί ρωμαϊκής κυριαρχίας (μεταξύ άλλων η σκηνή έγινε τριώροφη) ενώ η θέα προς τον κορινθιακό κόλπο και τις απέναντι ακτές τής Φωκίδας και της Βοιωτίας και τους ορεινούς όγκους Ελικώνα, Παρνασσού και Γκιώνας είναι μαγευτική. Πολλά αρχαία θέατρα στον ελλαδικό χώρο είναι κοντά και ψηλότερα από τη θάλασσα, με θέα προς αυτήν, αλλά σε αυτό το θέατρο, όπως και στου Θορικού στο Λαύριο, η εμπειρία θέασης παραστάσεων με φόντο τη θάλασσα, θα πρέπει να ήτανε κάτι μοναδικό!
Είναι επισκέψιμο, αλλά εάν κάποιος θέλει να το επισκεφτεί καλό είναι να συνεννοηθεί πρώτα με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αχαΐας – Αρχαιολογικό Μουσείο Αιγίου.
Από το σημείο τής επόμενης εικόνας, στο δρόμο που ανεβαίνει από τη σημερινή παραθαλάσσια πόλη Αιγείρα, με το πεσμένο μέλος κίονα, ο επισκέπτης μπορεί είτε να κινηθεί δεξιά στο μονοπάτι που ακολουθεί την περίφραξη και βγαίνει στην είσοδο τού αρχαιολογικού χώρου ή να ακολουθήσει το χωματόδρομο που επίσης βγάζει σε αυτήν.


Ακολούθησα το σύντομο μονοπάτι και η εικόνα που ακολουθεί είναι τού αρχαίου θεάτρου από την περίφραξη.


















Οι επόμενες από το εσωτερικό τού αρχαιολογικού χώρου και του θεάτρου και ίσως μεταφέρουνε και μια μικρή αίσθηση τού να κάθεσαι στο σμιλευμένο βράχο και να απλώνεται μπροστά σου η θεατρική σκηνή, η θάλασσα, μέχρι πέρα τα χώματα τού Μαντείου των Δελφών.















23 Σεπτεμβρίου 2026

-λβ-


πόσο ήσυχα
μέσα στο άλσος –
η βροχή που άργησε


22 Σεπτεμβρίου 2026

[στο Μεγάλο Βάλτο, 20.09.2026]

Ανατολικά τού πανέμορφου Δρυοδάσους Μογγοστού, στα 2 περίπου χλμ. κάτω και ανατολικά, στα ανάντη στενής κοιλάδας, την οποία κατεβαίνει ο ποταμός (σ.σ. σήμερα ρέμα γιατί τα νερά του κρατιούνται ψηλά για αρδευτικές ανάγκες των εκτεταμένων αμπελώνων τής περιοχής) Σελίανδρος, ο οποίος εκβάλλει στον οικισμό «Παραλία» στα βορειοδυτικά όρια τού χωριού «Κάτω Διμηνιό», βρίσκεται το χωριό «Μεγάλος Βάλτος» ή «Μεγάλη Βάλτσα». Στα βόρεια καθώς και στα νότια όρια τού υπόψη χωριού βρίσκονται οι πηγές τού ανωτέρω ποταμού. Από αυτές στο παρόν θα μας απασχολήσουν αυτές στο βόρειο μέρος του, στην είσοδο τού χωριού, δίπλα στο δρόμο που έρχεται από το χωριό «Λαλιώτη», κάτω από την εκκλησία Αγ. Παρασκευή:


















Κατεβαίνοντας προς το χώρο, όπου υπάρχουνε δύο ταβέρνες, εντυπωσιάζουν οι αιωνόβιοι πλάτανοι ένας εκ των οποίων σχηματίζει γέφυρα!:





















Σύμφωνα με το topoguide.gr, ανατολικότερα σημειώνονται τρεις παλιοί υδρόμυλοι. Ψάχνοντας λίγο – η περιοχή εκεί, όπου δεν καλλιεργείται, έχει πολύ πυκνή βλάστηση κατά τόπους αδιάβατη από τα αγκάθια – μπόρεσα να προσεγγίσω τον έναν, κοντά σε ένα εξωκκλήσι…


















…από τον οποίο έχουνε μείνει λιγοστά ερείπια: