18 Οκτωβρίου 2026

Πέντε (5) haiku τού Nozawa Bonchō

Ο Nozawa Bonchō, 野沢 凡兆, 1640 – 1714, ήταν Ιάπωνας ποιητής τού χαϊκού. Γεννήθηκε στην πρωτεύουσα τής νομαρχίας Ishikawa, την Kanazawa, αλλά το μεγαλύτερο μέρος τής ζωής του το πέρασε στο Kyoto όπου εργάστηκε ως γιατρός. Ο Nozawa Bonchō ήταν ένας από τους κορυφαίους μαθητές τού Matsuo Bashō και, μαζί με τον Mukai Kyorai, επιμεληθήκανε την ανθολογία τής σχολής Bashō Monkey's Raincoat (Sarumino) τού 1689. Συμμετείχε σε πολλά Renku με τον Matsuo Bashō και άλλα μέλη τής σχολής τού Shōmon. Το renku είναι παραδοσιακή μορφή ιαπωνικής αλυσιδωτής ποίησης που γράφεται συνεργατικά από μια ομάδα ποιητών. Ο πρώτος απαγγέλει ένα 17σύλλαβο, 5-7-5, ο επόμενος ένα 14σύλλαβο, 7-7 (στην ουσία οι δυο τους δημιουργούν ένα τάνκα), ο επόμενος ένα 17σύλλαβο, 5-7-5, ο επόμενος ένα 14σύλλαβο, 7-7, και συνεχίζουν έτσι. 

Το χαϊκού που ακολουθεί από την στοσελίδα en.wikipedia.org, από όπου και οι ανωτέρω πληροφορίες. 

Downtown
the smells of things…
summer moon

κέντρο τής πόλης
η οσμή των πραγμάτων –
θέρος, σελήνη 

Σχόλιο: Δεν ξέρω αν μπορώ να συλλάβω, και θα έλεγα όχι, τις σκέψεις ή μάλλον τα συναισθήματα τού ποιητή, στην «άλλη άκρη τής γης», πριν 300 και χρόνια, όταν έγραφε σε μια τόσο διαφορετική γλώσσα, αυτό το εξαιρετικό χαϊκού. Πόσο μάλλον όταν, υπό το βάρος των προσωπικών βιωμάτων, είδα δύο διαφορετικά πράγματα σε δύο αναγνώσεις. Αρχικά μια αντίφαση ανάμεσα αφενός στο κέντρο τής πόλης και τις διάχυτες έντονες μυρωδιές λόγω τής ζέστης, αφετέρου την ηρεμία ενός καλοκαιρινού φεγγαριού από πάνω της. Κατόπιν, όταν ξαναγύρισα σε αυτό, δεν είδα παρά, ή μάλλον ανακάλεσα από τη μνήμη μου, αυτήν τη μία εικόνα ενότητας φύσης και πόλης, από τις φορές που έτυχε να βρεθώ, περαστικός πάντως και ό,τι σημαίνει αυτό, σε κάποιες, λίγες, μικρές, ανθρώπινες – αλλά αυτό εξαρτάται και από τα ήθη και τα έθιμά και  δεν αναφέρομαι σε αυτά που απορρίψαμε, να ζεις πόλεις και το φεγγάρι να προχωρά στο ρυθμό του, φωτίζοντας, από πάνω, από τον καθαρό ουρανό, την πλατεία της.                

Τα επόμενα τέσσερα από τη συλλογή: An Anthology of Haiku, Ancient and Modern τού Asataro Miyamori, εκδ. Maruzen Company, LTD, 1932, Tokyo. Να σημειωθεί ότι στην εν λόγω συλλογή όλα τα χαϊκού φέρουνε τίτλο, ο οποίος φυσικά δεν υπολογίζεται στον συλλαβικό κανόνα. Το τελευταίο αποδίδεται στη μορφή τάνκα. 

Scarecrow

A sound of something! the scarecrow
Has fall’n down of itself.

Σκιάχτρο

ένας θόρυβος
πεσμένο σκιάχτρο
θα έπεσε μόνο του


The Wind and the Moon

The tempest’s one comrade —
The bright moon in the sky.

Ο Άνεμος και το Φεγγάρι

μόνος σύντροφος
της καταιγίδας:
το λαμπερό φεγγάρι

Σχόλιο: Πραγματικά υπέροχο χαϊκού. Μπορούμε να δούμε τον ποιητή να κάθεται σε σημείο από το οποίο μπορούσε να βλέπει μπροστά του, στο βάθος, μια μανιασμένη θύελλα ενώ από πάνω του, ή κάπου αντίθετα από την περιοχή στην οποία εξελίσσεται η θύελλα, στον ουρανό να λάμπει το φεγγάρι, σε μια εικόνα που συμφιλιώνει δύο φαινομενικά αντίθετα πράγματα, αναδεικνύοντας την ενότητα τού κόσμου.        


Paulownia Leaves

The paulownia leaves drop down
Without a breath of wind.

Τα Φύλλα τής Παυλώνιας

τα φύλλα τής παυλώνιας
πέφτουνε χωρίς
αγέρα πνοή 


An Eagle’s Nest

The sun has set in the bare bough
Of a camphor-tree, with an eagle’s nest.

Η Φωλιά τού Αετού

αετοφωλιά
στο γυμνό κλαδί ενός
καμφορόδεντρου

επάνω της έδυσε,
λίγο προτού, ο ήλιος

17 Οκτωβρίου 2026

Ο Ματσούκας ή ο αυτοδίδαχτος γιατρός [Ιωάννης Βηλαράς]

Ο Ματσούκας ή ο αυτοδίδαχτος γιατρός

Σ’ ένα μέρος, σ’ έναν τόπο
Με πολύ θαυμάσιον τρόπο,
Με ξαπόρεσι* κοινή
Και σε διάστημα ημέρας,
Εγεννήθηκε ένα τέρας.
Σπάνιο άλλο να φανεί!

Δίχως να 'χει υποψία
Αν ευρίσκονταν βιβλία,
Επιστήμες και σπουδή,
Ό Ματσούκας ωχ τα γίδια,
Εξημέρωσε στα ίδια
Του Ασκληπιού παιδί!

Όσοι ακούν αυτό, θιαμάζουν
Και έχουν δίκιο να φωνάζουν
Πως διηγούμαι υπερβολή.
Λέω μονάτη* την αλήθεια,
Δεν προβάνω* παραμύθια,
Μαρτυράν σ’ αυτό πολλοί.

Oχ* τη φύση διδαγμένος
Και γιατρός ξετελειωμένος
Στης μητρός του την κοιλιά,
Κι ό Ματσούκας αποράει!
Το χωριό του τον τηράει
Για σοφίας τη φωλιά.

Κι όχι τέχνες φαρμακίας
Και μυστήρια της χημείας,
Σε πολλούς κοινά κι απλά.
Μόνε ξέρει το ρεπάνι*,
Μες στο σώμα, ως πόσα κάνει
Κακοσύνες και καλά.

Σκόρδο, πράσο και κρομμύδι
θεραπευτικά τα δίδει,
Όπου η χρεία το καλεί.
Και με μέθοδο δική του
Πασαέναν* ασθενή του
Προχειρότατα ωφελεί.

Μήτε θέλει να ηξεύρει
Ν' αγωνίζεται να εύρει
Αρετές στα ξενικά•
Του χωρίου οι κήποι όλοι
Πατρικό του περιβόλι,
Πού φυτρώνουν γιατρικά.

Τα σταφύλια, τ’ αγγουράκια,
Σύκα, μήλα, πεπονάκια.
Που δροσίζουν το λαιμό.
Δίχως άνοστες πικράδες,
Γιατρικίσιες φαρμακάδες,
Περετούν* στο διορισμό*

Όλα αυτά με πλούσιο χέρι
Τα μοιράζει καλοκαίρι,
Σαν πολύ δροσιστικά.
Τα χειμώνα έχει πάλι
Στο σοφό του το κεφάλι
Όλα τα πυρωτικά*.

Όθεν όλους τους γιατρεύει,
Πάσα νόσο θεραπεύει
Με μια χάρη χωριστή.
Κι όποιον τούτος θα σηκώσει,
Πλιο* ο Χάρος να σκοτώσει
Νους να μην το φανταστεί!

Μόν' η άκρα του σοφία
Κάθαρση, φλεβοτομία
Έχει για άρματα κοινά,
Και μ’ αυτά πρωταρχινάει,
Κάθε πάθος κυνηγάει
Σταθερός παντοτινά.

Του Ματσούκα μας την πράξη
Ποιος ειν’ άξιος να ξετάξει*,
Ή την άλλη προκοπή!
Ως σε ποιό βαθμό και στάση
Της σοφίας έχει φτάσει,
Σφάλλει όποιος να το ειπεί.

Τα ρωτήματα δε θέλει•
Για σφυγμό μηδέ τον μέλει.
Τέτοια ο φίλος τα γελά!
Σ’ άλλο ύψος μέγα πάνει.
Τη διάγνωσή του κάνει
Με αλλιώτικα μυαλά.

Με τη μυρουδιά και μόνον,
Στου αρρώστου του τον πόνον.
Της κοιλιάς το περιττό,
Ή το ούρος* με τη γέψη
Λίγο τι να σημαδέψει,
Του είναι πάρα αρκετό.

Με παρόμοιας γνώσης φώτα,
Υστερνά* γι αυτόν και πρώτα,
Άκοπα θαυματουργεί.
Τόσα κατορθώματά του,
Οχ τα πλιο καθημερνά του,
Δε χωράει ακέρια γη!

Τα παχιά κορμιά αχαμναίνει*,
Τ’ αχαμνά σού τα παχαίνει.
Δίνει μάτια των στραβών,
Τους ψηλούς ευθύς χαμλώνει,
Τούς κοντούς, κι αυτούς, ψηλώνει,
Βάνει γλώσσα των βουβών !

Στα μικρά τα πάθια όμως,
Το νοητό του είναι τρόμος,
Κάθε νους τον απορεί!
Ένα σύμπτωμα ν’ ακούσει,
Μη φοβάσαι να προσκρούσει﮲
Μες στη ρίζα πάει, βαρεί.

Πες του, βήχω. – Πήρες κρύο,
Ένα κ’ ένα κάνουν δύο,
Αίμα, αίμα παρευτύς
Και την κάθαρσιν αντάμα,
Να ιδείς της τέχνης θιάμα,
Θιάμα τέχνης σαν κι αυτής!

– Ανεμοβροντώ αποκάτω. 
– Είναι κρύο και μονάτο*,
Αίμα και καθαρτικό.
Τις χολές να ελαττώσουν,
Τ' άντερά σου ν' αλαφρώσουν
Απ’ αυτό τ’ ανεμικό.

Νοιώθω κάψη στο κορμί μου.
– Πήρες κρύο, στη ζωή μου,
Και το πήρες την αυγή.
Κάμε αρχή, φλεβοτομήσου,
Και κατόπι καθαρίσου•
Σου περνάει, δεν αργεί.

Αμ τα τεχνικά του χέρια.
Για βεντούζες, για μαχαίρια.
Πού ειμ’ άξιος να ειπώ!
Τα αφήνω, τι απεικάζω*,
Σε κεφάλι δεν τα βάζω﮲
Όμως δυο δεν τα σιωπώ.

Το πιστό του το νυστέρι.
Που χιμάει σαν το ξεφτέρι
Και βουτάει ως το λαιμό,
Και το μέγα του αγκλυστήρι*
Όπου δεν κρατάει χατίρι
Κι αναβράει* κατακλυσμό,

Είναι αμίμητα εργαλεία.
Και σαν τούτα η χειρουργεία
Σε κανένα της καιρό,
Σ’ όσους έλαβε οπαδούς της,
Και μεγάλους και μικρούς της
Να τα είδε δε θαρρώ.

Μόνε τέτοιο προκομμένο,
Όχ τή φύση προικισμένο,
Νά τόν λέγουν μερικοί
Πώς εΐναι άδειος, κούφιος όλος.
Καί ψευτιάς μονάτης δόλος . . . ’
Πόσο οί άνθρωπ’ εϊν' κακοί !

Λεν αυτοί, ένας να προφτάσει
Στους πενήντα να μη σκάσει.
Άπ’ εκείνους που τηράει,
Είναι απόρεμα* μεγάλο !
Μόν' αυτό, εγώ αν δε σφάλλω,
Μες στο νου μου δε χωράει.

Ο Ματσούκας τάχα φταίγει.
Του αρρώστου του άντα λέγει
Να ρουφήσει αυγό ψητό
Και ό άρρωστος πεθαίνει.
Αφορμής παραχορταίνει
Απ’ αυγό σφιχτά βραστό;

Αν τον αστενή διορίσει*
Το καθάρσιο να στραγγίσει,
Μη μπορώντας, ο εμπαθής,
Να το καταπιεί, τ’ αφήνει
Και λαβαίνει κακοσύνη,
Ποιος του είπε μη το πιεις;

Αν ο τρίτος του πηγαίνει,
Επειδή και δεν προσμένει
Να τού κάμει ο γιατρός
Όσα η τέχνη υπαγορεύει,
Ο Ματσούκας μας λαθεύει,
Ή του φταίγει ο καιρός ;

Μόν' αυτά των σύντεχνών του
Λόγια ενάντια στον σκοπόν του
Δεν τα βάνει παντελώς﮲
Και είναι άνθρωπος με γνώση,
Να δανείσει και καμπόση,
Και όχι, ως λεν αυτοί, ζουρλός!..

Σας παρακινάω, φίλοι,
Με αληθοσύνης χείλη,
Κατηγόρια ν' αφεθεί﮲
Κι όπου τύχη να τον βρείτε.
Πρόθυμα όλοι να τον φτύτε*,
Για να μην αβασκαθεί!


Γλωσσάρι

Αγκλυστήρι: κλύσμα
Αναβράω: αναβράζω
Απεικάζω: καταλαβαίνω
Απόρεμα: απορία
Αχαμναίνω: αδυνατίζω
Διορίζω: βάζω σκοπό
Διορισμός: ο σκοπός
Μονάτη/ο: μονάχη, μόνη / μονάχο, μόνο
Ξαπόρεσι: έκπληξη, απορία, ξάφνιασμα ή θαυμασμός
Ξετάξει: εξετάσει
Ούρος, το: τα ούρα
Οχ: από
Πασαέναν: τον καθέναν
Περετούν: υπηρετούν
Πλιο: πια, πλέον
Προβάνω: προβάλλω 
Πυρωτικά: που ανεβάζουνε τη θερμοκρασία
Ρεπάνι: το λαχανικό ραπάνι
Υστερνά: τα ύστερα, τα στερνά
Φτύτε: φτύσετε

16 Οκτωβρίου 2026

A Stone I Died [Mewlana Jalaluddin Rumi]


Πέτρα πέθανα και σηκώθηκα φυτό﮲
Φυτό πέθανα και σηκώθηκα ζώο﮲
Πέθανα ζώο και γεννήθηκα άνθρωπος.
Γιατί να φοβάμαι; Tι έχασα πεθαίνοντας;


A stone I died and rose again a plant;
A plant I died and rose an animal;
I died an animal and was born a man.
Why should I fear? What have I lost by death?

Πηγή (ενδεικτικά): poemhunter.com

Το ανωτέρω ποίημα, βρίσκεται στον πυρήνα τής φιλοσοφίας τού σουφισμού καθώς περιγράφει την πορεία τής ύπαρξης να αναγεννιέται και να ανεβαίνει σε ανώτερη πνευματικά βαθμίδα, μετά από κάθε θάνατο. Στους πρώτους τρεις στίχους παραμένει προσανατολισμένο στον υλικό κόσμο και την ενότητά του, αλλά στον τέταρτο, τα δύο ερωτήματα ανοίγουνε το δρόμο για μια δυϊστική θεώρηση σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος, πεθαίνοντας, μπορεί να αναγεννιέται σε κάτι ανώτερο, το οποίο όμως δεν το γνωρίζουμε μέσω των αισθήσεων. Βέβαια, αυτός ο δρόμος προετοιμάζεται ήδη από τον τρίτο στίχο, με τη χρήση τής λέξης «γεννήθηκα» αντί «σηκώθηκα». Αυτή η διαφοροποίηση υπονοεί πως ο άνθρωπος είναι κάτι διαφορετικό, μια κορύφωση τής πορείας. Από την εξελικτική κορυφή, εντός ή στο όριο τού υλικού κόσμου, το επόμενο βήμα πού οδηγεί; σε κάτι ανώτερο πέρα από το υλικό απτό πλαίσιο;
Ως αναγνώστης όμως, διατηρώ το δικαίωμα να το δω στο μονιστικό υλιστικό πλαίσιο, το οποίο προσωπικά παραδέχομαι για τον κόσμο, με την απάντησή μου να αναφέρεται σε επιστροφή στο χώμα και την πέτρα για να ξεκινήσει ο επόμενος κύκλος. Και αυτή μου η ανάγνωση ισχυροποιείται – υποθέτοντας ότι η ανωτέρω αγγλική μετάφραση μένει πιστή στο πρωτότυπο – από τη διατύπωση τού δεύτερου ερωτήματος στον τέταρτο στίχο. Αντί τού αναμενόμενου: «What do I have to lose by dying?: Τι έχω να χάσω πεθαίνοντας;», ρωτάει: «What have I lost by death?: Τι έχασα πεθαίνοντας; ή Τι έχω χάσει με το θάνατο;» υπονοώντας ότι έχει ήδη προηγηθεί θάνατος (σε προηγούμενο κύκλο).

15 Οκτωβρίου 2026

[στη Μακρόνησο, 11.10.2026] – ΙΙ

Το παρόν είναι το 2ο μέρος τού αφιερώματος στο χώρο Μνήμης και Βασανισμού στη Μακρόνησο (εδώ το 1ο μέρος), και αφορά εικόνες από την πεζοπορική διαδρομή – της εκδήλωσης τού ΕΟΣ Κορίνθου, την οποία ακολούθησα – από το ύψος τού χωματόδρομου πάνω από την Προβλήτα μέχρι το Φάρο, στο νότιο άκρο τού νησιού και πίσω, και τεσσάρων ασβεστοκάμινων, τα οποία πρόσεξα δίπλα στο χωματόδρομο και για τα οποία θα γίνει ειδική αναφορά στο τέλος τού παρόντος.
Η διαδρομή δεν παρουσιάζει δυσκολίες, εκτός να έχει ζεστό καιρό και ηλιοφάνεια που σε κουράζει, αφού στο μεγαλύτερο μέρος της γίνεται σε βατό χωματόδρομο χωρίς υψομετρικές διαφορές εκτός από τα τελευταία 900 περίπου μ., στα οποία κινείται σε πλαγιά σε υποτυπώδες μονοπάτι και κατσικόδρομους, που απαιτούνε λίγη προσοχή αλλά δεν προβληματίζουν.
Η διαδρομή την οποία ακολουθήσαμε (αφορά και την προηγούμενη ανάρτηση) έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:





































Ακολουθούνε λίγες εικόνες από
-την ανωτέρω διαδρομή:





















Στις τέσσερις επόμενες οι εγκαταστάσεις τού διοικητηρίου:





























































-τα ασβεστοκάμινα:
Κατ’ αρχάς να πω ότι δεν περίμενα να συναντήσω ασβεστοκάμινα στη Μακρόνησο – άσε που τα κατωτέρω τέσσερα τα είδα απλά βηματίζοντας, δίπλα στο χωματόδρομο που περάσαμε, κάτι που σημαίνει ότι θα υπάρχουνε περισσότερα. Δεδομένων ότι
--επί τουρκοκρατίας και αργότερα μέχρι και το 19ο αι. ήταν ακατοίκητη ή το πολύ-πολύ κάποιοι βοσκοί να αφήνανε τα κοπάδια τους,
--σε ολόκληρη τη δυτική πλαγιά, στην οποία περπατήσαμε, δεν υπάρχουν εμφανείς ασβεστόπετρες ή ασβεστολιθικά πετρώματα να τα σπάσει κανείς και να φτιάξει ασβεστόπετρες,
και το πρώτο που πρόσεξα για μένα ήταν έκπληξη!
Να ήτανε παλαιότερα, δηλαδή μεσαιωνικά και πίσω, αποκλείεται, άρα η μόνη περίοδος κατασκευής και λειτουργίας τους ήτανε το πρώτο μισό τού 20ου αι. Και όπως γίνεται αυτονόητο, αυτοί που τα χτίσανε και αυτοί που τα λειτουργήσανε ήταν οι εξόριστοι - και ποιος ξέρει από πόσο μακριά θα κουβαλούσανε τις ασβεστόπετρες;.
Στην ιστοσελίδα haniotika-nea.gr, μας περιγράφει ένας εξόριστος και θύμα βασανισμών στη Μακρόνησο: Η καθημερινότητα ήταν εφιαλτική για τους χιλιάδες κρατούμενους στην ουσία που έμεναν σε σκηνές στο αφιλόξενο νησί που δεν έχει δέντρα, παρά μόνο άμμο και πέτρα. «Υπήρχε ένα βάρβαρο σύστημα τιμωριών, πέρα από το καθημερινό ξύλο και τα βασανιστήρια για ασήμαντη αφορμή, κυρίως τα βράδια στις χαράδρες του νησιού. Προσπαθούσαν για την ηθική και σωματική εξόντωσή μας», θυμάται ο κ. Μεντάκης. Πολλά τα χαρακτηριστικά συμβάντα που έχουν παραμείνει στη μνήμη του συνομιλητή μας. «Φτιάχναμε ασβεστοκάμινα για τα κτήρια που θα φιλοξενούσαν το στρατόπεδο. Κάθε ομάδα έπρεπε να μαζέψει ξύλα. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έπρεπε να βρεις ξύλα, δεν έβρισκες οι αλφαμίτες, οι ραβδούχοι σε ξυλοφόρτωναν άγρια. Είχαμε πάλι τενεκεδάκια με τα οποία μαζεύαμε άμμο από τις παραλίες για να τη χρησιμοποιήσουν για λάσπη για τα κτήρια που φτιάχναμε. Οι ακτές της Μακρονήσου είναι γεμάτες βράχια, δύσκολα έβρισκες την άμμο. Αν δεν γύριζες με γεμάτο το τενεκάκι, σε έβγαζαν από τη γραμμή οι αλφαμίτες και σε έδερναν. Το πιο γνωστό από τα βασανιστήρια ήταν το κουβάλημα της πέτρας. Καθημερινά μας έβαζαν να κουβαλάμε τεράστιες πέτρες από τη μια πλευρά του νησιού στην άλλη. Τις ρίχναμε λέει στη θάλασσα για να γίνει δρόμος προς το Λαύριο. Τρίχες! Καθαρό βασανιστήριο για να μας εξοντώσουν. Όσο ήσουν βέβαια στη Μακρόνησο απαγορεύονταν να μιλάς στον διπλανό σου. Αλίμονό σου αν σε έβλεπαν οι φύλακες, οι αλφαμίτες. Πήγαινες κατευθείαν στις χαράδρες…

Ακολουθούν εικόνες τους, με τυχαία σειρά:
37°39'19''N 24°06'16''E


















37°40'59''N 24°06'41''E




















37°41'02''N 24°06'38''E



















37°41'27''N 24°06'46''E





14 Οκτωβρίου 2026

Αισθητική τού Σωφρονισμού – τα Χαϊκού τής Φυλακής τού Tomas Tranströmer [Alexander B. Joy] - III

…συνέχεια από το 2ο μέρος.

Η συλλογή [σ.σ. Όλες οι αγγλικές μεταφράσεις των χαϊκού τού Tranströmer για τη φυλακή ανήκουν στον Robin Fulton, από τη συλλογή «The Great Enigma: New Collected Poems», 2006. – σ.μ. Στα ελληνικά επέλεξα μια κατά γράμμα απόδοση] ξεκινά με την εικόνα μιας πολύ αγαπημένης τελετουργίας τής παιδικής ηλικίας, η οποία όμως γίνεται καταπιεστική και απογοητευτική εξαιτίας των στεγανών φραγμών τής φυλακής:

Ομάδες των έντεκα
ξαφνική απογοήτευση – η μπάλα πέρασε
πάνω από τον τοίχο.

Στον πρώτο στίχο, η αναφορά σε έντεκα παίκτες ανά πλευρά παραπέμπει σε αγώνα ποδοσφαίρου, ίσως σαν αυτόν που θα έβλεπε κανείς σε μια σχολική αυλή κατά τη διάρκεια τού διαλείμματος. Πέρα από το γεγονός ότι, στην Ευρώπη, αποτελεί δημοφιλή διασκέδαση μεταξύ των παιδιών αλλά και των ενηλίκων, η επιλογή αυτού τού αθλήματος είναι ιδιαίτερα εύστοχη λόγω τού τρόπου με τον οποίο το παιχνίδι αξιοποιεί τις γραμμές τού (αγωνιστικού) χώρου. Σ’ έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, όταν η μπάλα βγαίνει έξω από τις γραμμές, η απογοήτευση που προκαλείται διαφέρει από εκείνη που συναντάμε σε αθλήματα όπως το αμερικανικό ποδόσφαιρο ή το μπέιζμπολ, όπου το παιχνίδι διακόπτεται και η δράση πρέπει να ξεκινήσει ξανά. Στο ποδόσφαιρο, το πέταγμα τής μπάλας έξω από τις γραμμές, σηματοδοτεί μια πολύ πιο έντονη στιγμή, ανάλογα με το ποιος την άγγιξε τελευταίος. Προμηνύει μια μεταβολή στη ροή τού αγώνα, ανακόπτοντας την επίθεση τής μιας πλευράς και δίνοντας έναυσμα στην άλλη, ή αλλιώς υποδηλώνει την εκτέλεση κόρνερ (Για να προσθέσω και ένα ανεπίσημο στοιχείο, δε νομίζω να έχω παρακολουθήσει ποτέ αγώνα ποδοσφαίρου όπου το πέταγμα τής μπάλας εκτός γραμμής να μην προκάλεσε επευφημίες των θεατών.). Ωστόσο, η στιγμή την οποία αποτυπώνει ο Tranströmer διαλύει κάθε προσδοκία χαράς. Η τοποθέτηση τής φράσης «ξαφνική απογοήτευση» την καθιστά να αφορά και τις δύο ομάδες, παρόλο που υπό κανονικές συνθήκες η μία πλευρά θα είχε λόγο να πανηγυρίζει. Το υπόλοιπο τού χαϊκού εξηγεί γιατί στενοχωρήθηκαν όλοι: «η μπάλα πέρασε / πάνω από τον τοίχο». Η μπάλα, όχι μόνο βγήκε από τα όρια τού παιχνιδιού, αλλά ξεπέρασε και τα όρια τής φυλακής. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το παιχνίδι ουσιαστικά τελείωσε και αυτό που ξεκίνησε ως κάτι για να ξεφύγουνε για λίγο από τον εγκλεισμό διακόπτεται απότομα και το καταπιεστικό περιβάλλον τής φυλακής επιβάλλεται ξανά. Η τελική εικόνα τού χαϊκού είναι ο τοίχος, ο οποίος παίζει με την έννοια των ορίων. Εδώ, ο τοίχος αποτελεί το αδιαπέραστο όριο• το σημάδι ενός περίγυρου από τον οποίο δεν υπάρχει διαφυγή, ούτε σωματική ούτε νοητική. Η εμφάνιση τού σκηνικού τής φυλακής θρυμματίζει την εικόνα τής αθώας παιδικής διασκέδασης, την οποία υποδηλώνει ο πρώτος στίχος, και ακόμα η ξαφνική παρουσία του δεν αμφισβητεί ακριβώς την αθωότητα των νεαρών. Η διατύπωση τού χαϊκού δεν αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για σκληροπυρηνικούς εγκληματίες• απεναντίας, η διακοπή του παιχνιδιού τους τούς κάνει να φαντάζουν πιο παιδιάστικοι, πιο συμπαθείς.

Η στρατηγική τού Tranströmer να παρουσιάζει τούς κρατούμενους με όλη τους την παιδικότητά επανέρχεται επίσης και στο δεύτερο χαϊκού, απεικονίζοντας μιαν αντίδραση στην πλήξη η οποία είναι σαφώς παιδαριώδης. Αν το πρώτο χαϊκού σκόπευε να δείξει μια διαθέσιμη ευχάριστη απασχόληση για τους νεαρούς φυλακισμένους, το δεύτερο δείχνει τη θλιβερή έλλειψη εναλλακτικών τρόπων διαφυγής:

Περισσότερος θόρυβος απ’ όσο χρειάζεται
μόνο και μόνο για να τρομάξει ο χρόνος
και να προχωρήσει.

Εδώ συναντάμε το αιώνιο παράπονο γονέων, δασκάλων και όλων όσων μοιράζονται χώρους με πολύ νεότερά τους άτομα: τον ασταμάτητο, υπερβολικό θόρυβο. Ο Tranströmer ξεκινά το χαϊκού σα να πρόκειται να επιπλήξει τούς νεαρούς τροφίμους για να ησυχάσουν, θυμίζοντας το στερεότυπο τού επιτηρητή αίθουσας μελέτης. Ωστόσο, ο Tranströmer, στους επόμενους δύο στίχους, αντιστρέφει απότομα την αναμενόμενη αυστηρή στάση, προσφέροντας ένα κατανοητό κίνητρο για τη θορυβώδη συμπεριφορά. Ο θόρυβος γίνεται με την ελπίδα να «τρομάξουν το χρόνο», λες και πρόκειται για κάποιο ζώο, ώστε να τον αναγκάσουνε να πάρει μπρος και να «κουνηθεί». Με άλλα λόγια, οι έγκλειστοι βαριούνται στον περιορισμένο χώρο στον οποίο βρίσκονται. Ο θόρυβος τον οποίο παράγουν αποτελεί στρατηγική επιβίωσης: ίσως για να επιταχύνουνε το πέρασμα μιας ημέρας, ίσως για να επισπεύσουνε την ημέρα τής αποφυλάκισής τους. Σε κάθε περίπτωση, το χαϊκού υποδηλώνει ότι δεν γίνονται αρκετά ώστε αυτοί οι νέοι να διατηρήσουνε μια υγιή ψυχική κατάσταση. Επιπλέον, αφήνει να εννοηθεί ότι η ανάρμοστη συμπεριφορά των τροφίμων, είτε εντός είτε εκτός φυλακής, ίσως προέρχεται από την ανάγκη πνευματικών ερεθισμάτων. Αυτό μοιάζει με κριτική κατά τής δομής τού σωφρονιστικού συστήματος και στις δύο περιπτώσεις, καθώς η φυλάκιση και η επιβολή πλήξης σε ένα νεαρό παραβάτη δύσκολα αποτελούνε βιώσιμη στρατηγική αναμόρφωσης, όταν η πλήξη ήτανε το πρωταρχικό κίνητρο για τις αρχικές παραβάσεις του. Φυσικά, η προοπτική τού «κινήτρου» υπονοεί την ύπαρξη κάποιας βούλησης πίσω από κάθε πράξη. Ο Tranströmer περιπλέκει αυτή την αιτιώδη αντίληψη, στο επόμενό του χαϊκού, αμφισβητώντας το βαθμό ελεύθερης βούλησης τον οποίο διέθεταν εξαρχής οι έγκλειστοι:

Με λάθος ορθογραφία, εκείνες οι ζωές –
η ομορφιά παραμένει, όπως
τα σημάδια των τατουάζ παραμένουν.

Ο πρώτος στίχος φαίνεται να εισάγει το ζήτημα της μοίρας, υπονοώντας ότι οι έγκλειστοι είναι θύματα ενός ευρύτερου σχεδίου πάνω στο οποίο δεν έχουνε κανέναν έλεγχο. Αν κάθε πράξη είναι προδιαγεγραμμένη, οι δικές τους ήτανε γραμμένες με «λάθος ορθογραφία», καταδικάζοντάς τους σε μια ανεπιθύμητη μοίρα. Όποια ευτυχία κι αν απολαμβάνουν ακόμη, όποια «ομορφιά παραμένει», φαίνεται ωστόσο να είναι αλλοιωμένη από την άτυχη μοίρα τους. Η σύγκριση με τα «σημάδια τατουάζ», στον τρίτο στίχο, παρομοιάζει την παλιά τους χαρά με έναν λεκέ στο δέρμα που διακρίνεται από μακριά, υπογραμμίζοντας τις τωρινές τους συμφορές.

Ο Tranströmer συνεχίζει την τακτική του να αντιμετωπίζει με συμπάθεια τούς έγκλειστους, παρουσιάζοντάς τους με ανάλογα συμπονετικό τρόπο και στα υπόλοιπα ποιήματα. Σε ένα άλλο χαϊκού, ο Tranströmer παίζει με τις προκαταλήψεις που ενδέχεται να έχουν οι αναγνώστες του για τους έγκλειστους, ακυρώνοντας τις προσδοκίες τους περί εγκληματικής πρόθεσης. Με έναν εναρκτήριο στίχο που φαίνεται να προμηνύει μια προκλητική, έντονη αντιπαράθεση στη συνέχεια, ο Tranströmer, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη παρουσιάζοντας έναν πράο, υποτονικό νέο, του οποίου η πραγματική παραβατικότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση:

Όταν ο δραπέτης
πιάστηκε, είχε τις τσέπες του γεμάτες –
με βρώσιμα μανιτάρια.

Ο εναρκτήριος στίχος μάς συστήνει τον κεντρικό ήρωα: ένα δραπέτη. Αμέσως, ο Tranströmer μεταφέρει το φόβο ο οποίος ενυπάρχει σε κάθε είδηση για απόδραση από τη φυλακή: ότι ο δραπέτης θα επιστρέψει άμεσα στην εγκληματική του δράση. Ο δεύτερος στίχος χρησιμοποιεί αυτήν την υπόθεση για να κλιμακώσει την αγωνία. Ο δραπέτης έχει «γεμάτες τσέπες»• μήπως, άραγε, επιδόθηκε με μανία σε κλοπές; Ο τρίτος στίχος, ωστόσο, περιπλέκει την εικόνα τού στυγνού εγκληματία και μάλιστα τη διακωμωδεί. Ο φαινομενικός πορτοφολάς δεν έχει κλέψει τίποτα• το μόνο που έχει κάνει είναι ότι γέμισε τις τσέπες του με βρώσιμα μανιτάρια και μάλιστα κανθαρέλες, οι οποίες είναι μανιτάρια με έντονο χρώμα και γεύση και αφθονούνε στα σκανδιναβικά δάση, καθιστώντας απίθανο το ενδεχόμενο ο δραπέτης να τις έκλεψε από κάποια αγορά. Το ερώτημα είναι γιατί συνέλεξε τόσες πολλές. Ίσως να είχε δραπετεύσει πριν από αρκετές μέρες και να χρειαζότανε θρεπτικά συστατικά για να επιβιώσει. Ίσως απλά να είχε βαρεθεί το φαγητό τής φυλακής και να επιθυμούσε κάτι καλύτερο και αυτό να τον ώθησε στην απόδραση και την αναζήτηση τροφής στο δάσος. Όπως και να έχει, σε καμία περίπτωση δεν φαντάζει ως ο επικίνδυνος εγκληματίας τον οποίο περίμενε το κοινό τού Tranströmer και η σύλληψή του υποβαθμίζει περαιτέρω την όποια απειλή θα μπορούσε να συνιστά. Ο αναγνώστης καλείται να αναλογιστεί γιατί θεώρησε εξαρχής τον δραπέτη ως παρία – ειδικά αν τα κίνητρά του είναι τόσο αθώα όσο η αναζήτηση τροφής. Η αμφιβολία με την οποία διαποτίζεται ο αναγνώστης αυτού τού χαϊκού, δυσφημίζει τα όσα συμβαίνουνε στη φυλακή.

Η απεικόνιση τού σωφρονιστικού μηχανισμού γίνεται κάπως πιο αιχμηρή στα επόμενα τρία χαϊκού τής σειράς, όπου μια σειρά από λακωνικές, μετρημένες παρατηρήσεις παρουσιάζουνε τη φυλακή ως ένα είδος απόκοσμης μάστιγας. Σα να απαντούσε στους ήχους τού νερού τού Matsuo Bashō, ο Tranströmer μάς μεταφέρει τούς πολύ λιγότερο γαλήνιους ήχους τής φυλακής:

Ο θόρυβος από τα εργαστήρια
και τα βαριά βήματα στον πύργο φρουράς
μπερδέψανε το δάσος.

Η εικόνα φαίνεται αρκετά ουδέτερη, μέχρι τη στιγμή που ο Tranströmer ρίχνει τη λέξη «μπερδέψανε» στον τελευταίο στίχο. Το ρήμα μάς αποκαλύπτει ότι το δάσος – και ο φυσικός κόσμος τον οποίο συμβολίζει – δεν ξέρει πώς να ερμηνεύσει τούς θορύβους τής φυλακής. Κατ’ επέκταση, υποδηλώνεται επίσης ότι ο φυσικός κόσμος δεν μπορεί να αντιληφθεί την έννοια τής φυλακής. Εδώ, η φυλακή εμφανίζεται ως κάτι αφύσικο• όχι απλώς τεχνητό, αλλά μάλλον κάτι που αντιτίθεται ολοκληρωτικά στη φύση. Ο Tranströmer απομακρύνει τη φυλακή ακόμη περισσότερο από τη φύση, μέσα από μια ευφυή παραλλαγή τής «εποχικής λέξης», στο επόμενό του χαϊκού:

Οι ψηλές πόρτες ανοίγουν διάπλατα.
Βρισκόμαστε στην αυλή τής φυλακής,
σε μια νέα εποχή.

Το kigo ή «εποχική λέξη», αποτελεί ένα είδος ποιητικής σύμβασης στο χαϊκού καθώς λειτουργεί ως χρονικός δείκτης που βοηθά στον καθορισμό τού σκηνικού τού ποιήματος, αποκαλύπτοντας την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται το χαϊκού, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον συλλαβές. Το ανωτέρω ποίημα τού Tranströmer αξιοποιεί την έννοια των εποχών στον τρίτο στίχο του, αλλά αποφεύγει συνειδητά κάθε συγκεκριμένο εποχικό δείκτη, ανατρέποντας έτσι την τυπική λειτουργία τού kigo ως μέτρο τού χρόνου. Σε αυτό το χαϊκού, η φυλακή, μετατρέπεται σε ένα χώρο απομονωμένο από τη ροή τού χρόνου, όπου η αλλαγή τής εποχής αποκαλύπτεται μόνον όταν ανοίγουν οι πόρτες της. Κατά συνέπεια, η φυλακή επηρεάζει αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο οι έγκλειστοι βιώνουνε το χρόνο. Μέσα στη φυλακή, όλες οι εποχές μοιάζουν ίδιες, εξαλείφοντας την απόλαυση την οποία προσφέρει η εναλλαγή τους και ενισχύοντας έτσι τη μονοτονία, για την οποία, ο Tranströmer, από προηγούμενο χαϊκού, έδειξε ότι αποβαίνει επιζήμια. Ομοίως, χωρίς τις εποχές να βοηθούνε στη μέτρηση τής ροής τού χρόνου, οι έγκλειστοι μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε ένα αιώνιο παρόν, ανίκανοι να προσδιορίσουνε πόσο καιρό ακόμη έχουνε μέχρι να εκτίσουνε την ποινή τους. Στο επόμενο χαϊκού, ο εφιαλτικός αποχωρισμός τής φυλακής από τον κόσμο γίνεται τόσο εμφανής, ώστε μπορεί να παρατηρηθεί από απόσταση:

Τα φώτα τού τοίχου είναι αναμμένα –
ένας πιλότος τη νύχτα βλέπει μια κηλίδα
από μη πραγματική λάμψη.

Μετά τη δύση τού ήλιου, όταν τα φώτα έχουν ανάψει, κάποιος που πετά από πάνω και έχει πανοραμική θέα τής φυλακής βλέπει μια «κηλίδα» στο τοπίο – μια λέξη που παραπέμπει σε ατέλεια, λεκέ ή μια πληγή στο τοπίο. Παρόλο που αποτελεί πηγή φωτός – το οποίο συμβατικά συνδέεται με θετικές έννοιες όπως η καθοδήγηση, η γνώση ή η ελπίδα – η φυλακή παρουσιάζεται με αρνητικό πρόσημο. Επιπλέον, περιγράφεται ως μια πληγή «μη πραγματικής λάμψης», τονίζοντας για άλλη μια φορά τον αφύσικο χαρακτήρα τής φυλακής. Η μη πραγματική όψη που αποδίδει ο Tranströmer στη φυλακή σε αυτά τα τρία χαϊκού συνιστά μια αιχμηρή κριτική. Εφόσον η φυλακή υποτίθεται ότι αποσκοπεί στον σωφρονισμό και την καλύτερη προετοιμασία των έγκλειστων για την αλληλεπίδρασή τους με τον «πραγματικό κόσμο» έξω από αυτήν, πόσο ωφέλιμος μπορεί να είναι πραγματικά ο ερχομός (και η παραμονή) σε αυτήν, όταν η ίδια η φυλακή διαφέρει τόσο πολύ από εκείνον τον κόσμο;

Σ’ αυτό το πνεύμα, οι ανησυχίες για το μέλλον των έγκλειστων, ή για την απουσία μέλλοντος, διατρέχουνε τα δυο τελευταία χαϊκού τής συλλογής «Φυλακή», όπου ο Tranströmer μετατρέπει στιγμές μεγάλης ευαλωτότητας σε ειλικρινά ερωτήματα για το τι μπορεί να επιφυλάσσει το μέλλον. Το προτελευταίο ποίημα μάς επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον εσωτερικό κόσμο των κοιμισμένων φυλακισμένων κατά τη διάρκεια μιας σύντομης νυχτερινής σκηνής:

Ένα τεράστιο φορτηγό
κάνει πολύ θόρυβο περνώντας τη νύχτα. Τα όνειρα
των έγκλειστων τρέμουν.

(Πιθανώς μια αναφορά στο ποίημα τού Buson: «Το βαρύ βαγόνι / περνάει βροντερά∙ / Οι παιώνιες τρέμουν.» H μετάφραση είναι τού R. H. Blyth.)

Με την πρώτη ματιά, το χαϊκού, είναι μια εικόνα μεταφερόμενης κινητικής ενέργειας, όπου το σεισμικό πέρασμα ενός μεγάλου φορτηγού τραντάζει τα όνειρα των κοιμισμένων κρατουμένων σαν πιάτα σ’ ένα ντουλάπι. Συνορεύει με το παιχνιδιάρικο, παίζοντας με την αδυναμία ενός άυλου ονείρου να σειστεί από μια αλλαγή στον υλικό κόσμο. Ωστόσο, οι διφορούμενες επιλογές λέξεων, σε αυτό το ποίημα, περιπλέκουνε μια κατά τα άλλα απλή ερμηνεία. Τα «όνειρα» σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσανε να σημαίνουνε τα οράματα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια τού ύπνου, αλλά η λέξη θα μπορούσε το ίδιο εύκολα να υποδηλώνει τις ελπίδες και τις προσδοκίες για το μέλλον οι οποίες στηρίζουνε το πνεύμα κάποιου στο παρόν. Όποια και αν είναι αυτά τα «όνειρα», έχουνε μια αίσθηση ευθραυστότητας: «τρέμουν», σα να είναι κάτι που θα μπορούσε να πέσει και να θρυμματιστεί, ή σαν να είναι δειλά πλάσματα τα οποία τρέμουν από φόβο καθώς περνάει το γιγάντιο φορτηγό. Ο Tranströmer έτσι προσφέρει μια εικόνα εξασθενημένης ελπίδας, όπου οι στιγμιαίες αποδράσεις των έγκλειστων από τη ζωή τής φυλακής – στον ύπνο ή ατενίζοντας προς το μέλλον – αποδεικνύονται εύθραυστες και αδύναμες. Το τελευταίο χαϊκού τής συλλογής αποδίδει την ευθύνη για αυτήν την εύθραυστη κατάσταση στην ίδια τη φυλακή, καταλήγοντας σ’ έναν πίνακα με σκεβρωμένης γονεϊκότητας υπονοούμενα:

Το αγόρι πίνει γάλα και
κοιμάται με ασφάλεια στο κελί του,
μια πέτρινη μητέρα.

Από το ξεκίνημά του, το ποίημα μάς αναγκάζει να ξεχάσουμε ετικέτες όπως «έγκλειστος» ή «φυλακισμένος» ή «δραπέτης» – εδώ έχουμε μόνο ένα «αγόρι», μια ονομασία όσο το δυνατόν πιο παιδική και αθώα. Η νεανική του ευαλωτότητα γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν το βλέπουμε να πίνει γάλα πριν τον ύπνο, ένα παλιό γιατροσόφι για τα άυπνα παιδιά. Ο δεύτερος στίχος τού ποιήματος βάζει το αγόρι για ύπνο στο κελί του, αλλά εγείρει μερικά ερωτήματα με την επιρρηματική χρήση τού «με ασφάλεια». Για ποιον είναι ασφαλής η κατάσταση; Ο έξω κόσμος γίνεται ασφαλής από την απομόνωση τού αγοριού στο κελί του, ή μήπως αυτό είναι που αισθάνεται ασφαλές μέσα στο κελί; Ο τελευταίος στίχος υποδηλώνει ότι ισχύει το δεύτερο, καθώς η περιγραφή τού κελιού ως «πέτρινη μητέρα» υπονοεί ότι η φυλακή έχει αναλάβει έναν μητρικό ρόλο για το αγόρι. Η φυλακή έχει γίνει το σπίτι του και είναι το μέρος όπου αισθάνεται πιο ασφαλής. Ακόμα κι έτσι, είναι μια ψυχρή μητέρα, αφού η πέτρα δύσκολα υποδηλώνει τη ζεστασιά και την υποστήριξη που συνήθως συνδέονται με τη μητρική. Αν η φυλακή έχει αναλάβει ένα γονικό ρόλο για αυτό, η αναφορά τής πέτρινης μητέρας υποδηλώνει κάτι αφύσικο σχετικά με αυτό που έχει συμβεί. Όποια σχέση κι αν υπάρχει μεταξύ τού αγοριού και της φυλακής, δεν φαίνεται να είναι υγιής. Από αυτήν την άποψη, ορισμένες περαιτέρω παρατηρήσεις του Φουκώ είναι διδακτικές:
Ο παραβάτης δεν είναι εκτός νόμου∙ βρίσκεται, από την αρχή, μέσα στο νόμο, στην καρδιά τού νόμου, ή τουλάχιστον εν μέσω εκείνων των μηχανισμών που μεταφέρουνε το άτομο ανεπαίσθητα από την πειθαρχία στον νόμο, από την παρέκκλιση στο αδίκημα... Ο παραβάτης είναι ένα θεσμικό προϊόν.

Για τον Φουκώ, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο όπως «παράνομος», επειδή αυτή η ετικέτα προκύπτει μόνο ως συνέπεια τής ύπαρξης ενός νόμου που δηλώνει ότι το άτομο έχει κάνει κάτι παράνομο. Με άλλα λόγια, κανείς δεν είναι εγκληματίας, μέχρις ότου υπάρξει νόμος που να ποινικοποιεί τις πράξεις του. Κατά συνέπεια, η έννοια τού «μικροεγκληματία» – ενός νέου τού οποίου η συμπεριφορά υποδηλώνει τάση διάπραξης μικροαδικημάτων – είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου συστήματος πειθάρχησης. Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι το αγόρι στο τελευταίο χαϊκού τού Tranströmer θεωρεί τη φυλακή σπίτι του και το κελί μητέρα του. Αποτελούν υλικά σημάδια τού θεσμού ο οποίος καθόρισε την ύπαρξή του• είναι, ως εκ τούτου, το μόνο σπίτι που πραγματικά γνωρίζει.

Τελικά, τα χαϊκού τού Tranströmer τής συλλογής «Φυλακή» ίσως να μην λειτουργούν ακριβώς όπως τα συμβατικά χαϊκού, ωστόσο αυτό δεν μειώνει την ποιότητά τους ως χαϊκού. Αναμφίβολα, φαίνεται να ενδιαφέρονται λιγότερο για τον κόσμο πέρα από το δικό μας και να εστιάζουνε περισσότερο στην ερμηνεία τού κόσμου όπως ακριβώς είναι. Ωστόσο, οι περιεκτικές ερμηνείες που προσφέρουνε τα χαϊκού τού Tranströmer εμπεριέχουνε την ίδια διαπεραστική οξύνοια που χαρακτηρίζει τη στιγμή τού χαϊκού, και φθάνουνε με μια παρόμοια αστραπιαία λάμψη. Άλλωστε, μια στιγμή εύστοχης κοινωνικής κριτικής, που αφυπνίζει τον αναγνώστη απέναντι σε ένα ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα, είναι – με τον δικό της τρόπο – συγκρίσιμη με τη στιγμή τής αφύπνισης που συνοδεύει τα κορυφαία χαϊκού. Τα χαϊκού τού Tranströmer, λοιπόν, είναι ποιήματα με συγκεκριμένο σκοπό, που αξιοποιούνε μια αισθητική τής πειθαρχίας για να μας δείξουνε πώς o σωφρονισμός θα όφειλε να είναι.

ΤΕΛΟΣ

13 Οκτωβρίου 2026

[στη Μακρόνησο, 11.10.2026] - I

Το παρόν είναι το πρώτο μέρος με εικόνες από τη Μακρόνησο, από τη διαδρομή στα χώματα και την ιστορία της, την οποία οργάνωσε ο ΕΟΣ Κορίνθου και πραγματοποιήθηκε το πρωινό τής 11ης Οκτώβρη 2026, και ακολούθησα.
Είναι αυτονόητο ότι ένα νησί έκτασης 18.000 στρεμμάτων, μήκους 13 χλμ., μέγιστου πλάτους 2,5 χλμ. και 28 χλμ. ακτογραμμής, με μόνο ένα χωματόδρομο, να διατρέχει τη δυτική του πλευρά, και άλλους κάθετους, από αυτόν, να εξυπηρετούνε τους λιγοστούς βοσκούς, οι οποίοι αφήνουνε τα κοπάδια τους στο νησί, και ελάχιστους μελισσοκόμους, χρειάζεσαι αρκετές μέρες να το γνωρίσεις ενώ οι ανελαστικοί χρονικοί περιορισμοί τού εν λόγω πρωινού – μετά τις 2.30 μ.μ. λόγω απαγορευτικού δεν επιτρεπόταν ο απόπλους μικρών σκαφών όπως αυτό που μας μετέφερε – δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο την εκτέλεση τής εκδήλωσης.
Παρ’ όλα αυτά το πρόγραμμα βγήκε και περιλάμβανε αφενός περιήγηση σε μνημεία πάνω από την προβλήτα, στην οποία δένουνε τα ferry boat και τα πλοιάρια, που έρχονται στο νησί, αφετέρου πεζοπορία από εκεί μέχρι το φάρο στο νοτιότερο σημείο τού νησιού. Η συνολική διαδρομή την οποία διανύσαμε ανήλθε στα 17 περίπου χλμ. εκ των οποίων τα 12 αφορούσανε την πεζοπορία προς και από το φάρο.
Το παρόν, το 1ο μέρος, αφορά την περιήγηση σε ιστορικά και αρχαιολογικά μνημεία της, πάνω από την προβλήτα. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι από την 02.07.2019 η Μακρόνησος, εκτός από «Χώρος Ιστορικής Μνήμης», χαρακτηρίστηκε και «Αρχαιολογικός Χώρος» κάτι που απαγορεύει οποιαδήποτε μεταβολή των μνημειακών εγκαταστάσεων στο έδαφός της. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι εγκαταστάσεις, που απλώνονται στο μεγαλύτερο μέρος τής δυτικής ακτογραμμής, είναι σε δυσανάλογο βαθμό κατεστραμμένες, για τα χρόνια που έχουνε περάσει από όταν φτιαχτήκανε και το γεγονός ότι δεν υπήρξε κάποιο φυσικό φαινόμενο ικανό να προκαλέσει εκτεταμένες καταστροφές, και αυτό οφείλεται στην άδεια που δόθηκε επί χούντας, σε εργολάβους, να πάνε στο νησί και να πάρουν οτιδήποτε υλικό θέλανε για να το χρησιμοποιήσουνε σε έργα αλλού, π.χ. στην ηπειρωτική Αττική. Επίσης η συντριπτική πλειοψηφία των κτιρίων είναι ξερολιθιές με επίχρισμα σοβά και τα πάντα εκεί χτίστηκαν από τους εξόριστους, μετά το 2ο Π.Π., οι οποίοι εκτελούσανε καταναγκαστικά έργα.
Η ανθρώπινη παρουσία στο νησί χάνεται στα βάθη τής ιστορίας αλλά είναι γνωστή γιατί
αφενός μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκατασταθήκανε σε αυτό πρόσφυγες ενώ λειτούργησε και ως λοιμοκαθαρτήριο – καραντίνα όπου πεθάνανε περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι, από τους 25-30.000 περίπου που φιλοξενήθηκαν
αφετέρου για τη χρήση της ως τόπος εξορίας και βασανισμού, κυρίως το διάστημα 1947 – 1950 (οι τελευταίοι στρατιώτες πάντως φύγανε το 1961) στη συντριπτική κομμουνιστών αλλά και άλλων: μειονοτικοί κ.λπ.
Στην ιστοσελίδα el.wikipedia.org, διαβάζομε χαρακτηριστικά: 
Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ακολουθεί η αρχή του εμφυλίου πολέμου. Η Μακρόνησος αποτελεί μία από τις μελανότερες σελίδες της ιστορίας του. Το 1947 εξορίζονται εκεί όλοι οι νεοσύλλεκτοι στρατιώτες με «ύποπτα φρονήματα», επανδρώνοντας τα τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών (Α' ΕΤΟ, Β' ΕΤΟ, Γ' ΕΤΟ). Το 1948 δημιουργείται το 4ο τάγμα στο οποίο μεταφέρονται οι πολιτικοί εξόριστοι. Σαν «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», όπως ονόμαζαν το Μακρονήσι, ο τρόμος και τα βασανιστήρια ήταν η μέθοδος για ιδεολογική αναβάπτιση η οποία θα δηλωνόταν με τη δήλωση μετάνοιας. Έλληνες βασάνιζαν Έλληνες. «Πατριώτες» βασάνιζαν Πατριώτες. Σε σκηνές ενός ατόμου ζούσαν τρεις. Οι δοκιμασίες πολλές και κυρίως αυτή της δίψας. Όταν δεν μπορούσε να φτάσει το καΐκι που μετέφερε νερό, τους έδιναν αλμυρό μπακαλιάρο... Απειλές, ατομικοί και ομαδικοί βασανισμοί, βρίσκονταν στο καθημερινό πρόγραμμα με σκοπό να σκύψουν το κεφάλι, να καμφθεί το ηθικό. Όσοι δεν υπέγραφαν δήλωση μετάνοιας μεταφέρονταν στη χαράδρα του Α΄ ΕΤΟ κι από εκεί πέρναγαν στρατοδικείο. Όσοι υπέγραφαν, για να αποδείξουν την ανάνηψή τους, τους έβαζαν πέτρες στα χέρια και τους διέταζαν να λιθοβολήσουν τους αμετανόητους. Αυτούς που λίγο πριν μοιράζονταν τις ίδιες φοβίες.

O ΕΟΣ Κορίνθου μοίρασε, σε όσους συμμετείχανε στην εκδήλωση, φυλλάδια με το χάρτη τού χώρου στον οποίο βρισκότανε το Α ΕΤΟ και επιγραμματικές πληροφορίες ενώ στην ιστοσελίδα qrco.de ανέβασε αναλυτικότερο έντυπο pdf ελεύθερα προσβάσιμο:




























Πλούσιο πληροφοριακό και φωτογραφικό υλικό: makronissos.org. 

Ακολουθούνε λίγες εικόνες από
-πηγαίνοντας στη Μακρόνησο και το χώρο στην Προβλήτα:













































-το κτίριο με τους Αρτοκλίβανους και το παρακείμενο:






















-το κτίριο Θεάτρου με το Αμφιθέατρο:




















-έναν ανοιχτό θρησκευτικό χώρο (Παναγία):






















-το Μνημείο τού Μακρονησιώτη Αγωνιστή:

























-το Μνημείο «Σκιές»:

























-τη διαδρομή προς τα βόρεια, μέχρι και το εκκλησάκι πάνω σε μικρό λόφο (Αγ. Νικόλαος):