Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Αποανάπτυξη






































[οδός Αισώπου, Ψυρρή, 05.12.2016 07.57]

Ο μύθος, χαμένος στα βάθη των αιώνων, μιλάει για πόλεις που περπάταγες απ’ άκρη σ’ άκρη και μπαλκόνια σου οι αυλές κι οι ρούγες. Κάποτε συναντάς εικόνες, ασφαλώς ωραιοποιημένες και αποστασιοποιημένες από τον πόνο της ζήσης, του κόσμου εκείνου. Απομεινάρια μιας μνήμης, που άκουσες, που συναντά το μέλλον, το μόνο μέλλον, του κόσμου που κανιβάλισε πια, σε ελάχιστο χρόνο, της μητέρας του τα σωθικά.

Αριστερά ή δεξιά; [Γιώργος Παπαδόπουλος]


ΑΡΙΣΤΕΡΑ Ή ΔΕΞΙΑ;

Όποια πολιτική και να προσπαθήσει κάποιος να εφαρμόσει, χρειάζεται κεφάλαια. Εδώ υπάρχει μια «σκόπιμη» παραπλάνηση. «Κεφάλαιο» θεωρείται μόνο το χρήμα, το συνάλλαγμα, που διαθέτει κάποιος. Το χρήμα όμως σαν κεφάλαιο είναι μόνο ένα εργαλείο με το οποίο ασκείται η πολιτική. Πραγματικό κεφάλαιο είναι η ιδιοκτησία που κατέχει κάποιος (είτε ζώα είτε επιχείρηση). Ποιος όμως κατέχει το «κεφάλαιο» και ποιος είναι αυτός που το παράγει; Το «ΚΡΑΤΟΣ» ή τα «ΑΤΟΜΑ» που αποτελούν το κράτος, δηλαδή οι πολίτες με τις δραστηριότητές τους; Το κράτος δεν παράγει «Κεφάλαιο», παράγει και καθορίζει όμως τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους θα παραχθεί το «Κεφάλαιο». 
Εδώ τίθεται ένα σημαντικό ερώτημα. Πρέπει να δίδεται η δυνατότητα στα «Άτομα» να παράγουν απεριόριστο «Κεφάλαιο»;
Αν ΝΑΙ ποιος θα πρέπει να το ελέγχει (να το διανέμει), να το χρησιμοποιεί, και με ποιους κανόνες;
Εδώ κατά τη γνώμη μου «μπαίνει» το «Κράτος». Είτε Αριστερής είτε Δεξιάς ιδεολογίας. Άλλωστε τι θα πει «ΑΡΙΣΤΕΡΑ» και τι «ΔΕΞΙΑ»; Όποιος και όπως να κυβερνήσει θα αναγκαστεί να επιβληθεί του Κεφαλαίου. Ή θα το ζητήσει ή θα το «κατασχέσει». Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτε. Εδώ τίθεται ένα άλλο ζωτικό ερώτημα. Έχει το κράτος (δηλαδή οι πολίτες, οι μη κατέχοντες «ΚΕΦΑΛΑΙΟ») το δικαίωμα να το «πάρει»; Ποιος επέτρεψε στους πολίτες να δημιουργήσουν απεριόριστο «Κεφάλαιο» και γιατί αυτός που το κατέχει είναι «αναγκαστικά» υποχρεωμένος να μοιράζει τον πλούτο που δημιουργεί; 
Η θεωρία ότι ο «Πλούτος» ανήκει σ’ αυτούς που τον «παράγουν», δεν ευσταθεί, γιατί αυτός που εργάζεται για να αυξηθεί το κεφάλαιο (ο πλούτος) πληρώνεται γι’ αυτή του την εργασία. Λίγα ή πολλά είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης (εδώ έχει ευθύνη «το Κράτος»). 
Το «κράτος» σαν «οντότητα» πρέπει να παραλληλιστεί με την οικογένεια. Πρέπει να λειτουργεί με τους κανόνες μιας οικογένειας. Να «ζει» με αυτά που παράγει και όχι με «δανεικά». Η πρόσφατη ιστορία της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ το αποδεικνύει. 
Η Ελλάδα κυβερνήθηκε από όλες σχεδόν τις ιδεολογίες . Ο Λαός πάλεψε με τους Δαίμονές του μέχρι να αποδεχτεί την «αριστερίζουσα» «σοσιαλιστική Δημοκρατία» του Ανδρέα Παπανδρέου. 
«Ανάσανε» , ο Λαός για μερικά χρόνια γιατί η Κυβερνητική «φιλολαϊκή» πολιτική διεξαγόταν με δανεικά χρήματα. Η χώρα σταμάτησε να παράγει.
Το «λάθος» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, να παραδώσει την ανεξαρτησία της Ελλάδος στα Ξένα Κέντρα εξουσίας, το συνέχισε και ο Ανδρέας Παπανδρέου, αν και κέρδισε την εξουσία με το σύνθημα η ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΗΚΕΙ στους ΕΛΛΗΝΕΣ και ΕΥΡΩΠΗ και ΝΑΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ. Πολύ γρήγορα άρχισε να διαφαίνεται (σε όσους αντιλαμβάνονταν) η ολίσθηση και η παράδοση της εξουσίας στους Ευρωπαίους. Τα εργοστάσια που παρήγαγαν αγαθά και είχαν μάλιστα εξαγωγές φέρνοντας συνάλλαγμα, άρχισαν να κλείνουν, ένα-ένα. Η αποβιομηχάνιση της χώρας που υπογράφηκε το 1979 με την συμφωνία εισόδου της χώρας στην τότε ΕΟΚ από τον Κ. Καραμανλή, λάβαινε «σάρκα και οστά». Οι γεωργοί έστελναν την παραγωγή τους στις χωματερές αφού η «Ευρώπη» τους αποζημίωνε! Σιγά –σιγά «εκπαιδεύτηκαν» όλοι οι εργαζόμενοι στην ήσσονα προσπάθεια αλλά στις μεγάλες απαιτήσεις. Οι εισαγωγές ακόμη και τροφίμων που παραδοσιακά παράγονταν στην Ελλάδα, γιγαντώθηκαν. Οι εξαγωγές συρρικνώθηκαν και οι αυξανόμενες ανάγκες του Λαού καλύπτονταν με Δανεικά.
Όλα αυτά έγιναν με την δικαιολογία και τον μανδύα της Δημοκρατίας. Ο ΛΑΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ φώναζαν οι υποψήφιοι των κομμάτων πριν από τις εκλογές. «Ψήφιζε» ο λαός την κυβέρνηση της «πλειοψηφίας» κάθε φορά με την ελπίδα να δει άσπρη μέρα. Ο εκλογικός νόμος όμως, κόβονταν και ράβονταν ανάλογα με την κατάσταση που υπήρχε, με αποτέλεσμα να εκλέγεται ΠΑΝΤΑ κυβέρνηση της ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ.
Αυτό γιατί από την στιγμή που εκλεγόταν μια κυβέρνηση, η διακυβέρνηση της χώρας κάθε άλλο παρά δημοκρατική ήταν. Η πλαστή «πλειοψηφία» πέρναγε από τα θεσμικά όργανα της δημοκρατίας (Βουλή, Δικαιοσύνη κλπ.) ό,τι Νόμους ήθελε χωρίς να μπορεί να την σταματήσει η Αντιπολίτευση. Άρα ο Λαός απ’ έξω. Ο Λαός τότε μόνο «είχε φωνή» όταν θίγονταν τα κακώς εννοούμενα συμφέροντα της «ΤΑΞΗΣ» του. Κατέβαιναν οι διακόπτες της ΔΕΗ, έκλειναν οι δρόμοι από τα τρακτέρ και τα φορτηγά, έκλειναν τα δικαστήρια από την αποχή των δικαστικών, δικηγόρων κα, έκλειναν τα Τελωνεία κλπ και όλα αυτά στο όνομα του κακώς εννοούμενου συμφέροντος του λαού. Ακόμη και ένας απορριφθείς σπουδαστής των οικονομικών με στοιχειώδεις γνώσης αριθμητικής του Δημοτικού, έβλεπε τη Λαίλαπα. Πολλοί οικονομολόγοι τα φώναζαν αλλά το «σύστημα» τους απέρριπτε. ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΓΕ ΚΑΝΕΙΣ. 
Όλοι και όλα δούλευαν για τα αυτιά του κυρίαρχου λαού που άκουγε μόνο όσα του άρεσαν. Άδικο έβλεπε, μόνο εκεί που δεν είχε ατομικό συμφέρον.
Κάθε κυβέρνηση, εκπαίδευε (μη μας τρομάζει η λέξη ) τον λαό στον «ΦΙΛΟΤΟΜΑΡΙΣΜΟ». Όποιος είχε «Μπάρμπα» στην Κορώνη, βόλευε τα πάντα κατά τα προσωπικά του συμφέροντά. Με τη βοήθεια του κρατικού κομματικού παράγοντα, «άνοιγε» μια τρύπα στη βάρκα «ΕΛΛΑΣ», χωρίς να βλέπει ότι αν θα βουλιάξει είναι κι αυτός μέσα. Πάντα είχε την άποψη ότι όλα τα κακά είναι και γίνονται για τους άλλους. 
Αυτή η εκπαίδευση απέδωσε για σαράντα και πλέον χρόνια. Όσο βρισκόταν δανεικό χρήμα, όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Οι μεν γιατί πλούτιζαν οι δε γιατί εύρισκαν όσα δανεικά ζητούσαν. 
Έφθασε όμως η ώρα που αυτοί που δάνειζαν, αφού εξυπηρέτησαν το σκοπό τους (έβαλαν τη θηλιά στο λαιμό του λαού), ζητούν τα λεφτά τους πίσω. Τι μπορεί όμως να επιστρέψει ο «εκπαιδευμένος» καταναλωτής που δεν έχει φράγκο; Η εκπαίδευσή του ήταν σχεδιασμένη και στοχευμένη. Έπρεπε να τρώει ό,τι του δίνανε. 
ΤΩΡΑ ΜΑΣ ΞΕΒΡΑΚΩΝΟΥΝ. ΕΙΣ ΥΓΕΙΑΝ ΤΟΥΣ. Τώρα όλοι οι Έλληνες αντί να μέμφονται τους εαυτούς τους βρίζουν και προσπαθούν να αποδείξουν την Ελληνική νοοτροπία ότι... 
ΦΤΑΙΝΕ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ.
Το αποδεικνύει η Ιστορία. Αν έχεις κουράγιο διάβασε...
Κι εγώ που τα γράφω αυτά είμαι το ίδιο συνυπεύθυνος για την κατάντια μας. 

Αθήνα 6/2015


Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Η ταινία «Πολίτης Κέιν»: Ερμηνευτική Δοκιμή [Εύα Γαλατσάνου]





Ο «Πολίτης Κέιν» που γυρίστηκε από τον Όρσον Ουέλς το 1941 με σεναριογράφους τον ίδιο και τον Χέρμαν Μάντιεβιτς, οπερατέρ τον Γερμανό εξπρεσιονιστή Γκρέγκ Τόλαντ, σημαντικούς ηθοποιούς και με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Όρσον Ουέλς, προκάλεσε θετικές και αρνητικές αντιδράσεις στην εποχή του αλλά παραμένει μια κλασική ταινία στην ιστορία του σινεμά, που θεωρείται η καλύτερη όλων των εποχών. Αυτό το πολυεπίπεδο Γουελσικό έργο αποτελεί μια αμφισβήτηση ιδεολογική και εκφραστική στο μέχρι τότε Αμερικανικό σινεμά. Εισάγει καινούριες λέξεις και φράσεις στην γραμματική του κινηματογράφου οι οποίες θα σημαδέψουν την καταγωγή των νέων καλλιτεχνικών ρευμάτων που σε συνδυασμό με το δυναμικό σενάριο που με αφορμή την ζωή του μεγιστάνα του Τύπου της εποχής Ρούντολφ Χιρστ, περιγράφει την άνοδο και την πτώση του τραγικού ήρωα Τσάρλς Φόστερ Kέιν θα δημιουργήσει μια ταινία με αλληλένδετα και αναπόσπαστα στοιχεία φόρμας και περιεχομένου.
Πιο συγκεκριμένα, η αφήγηση της ταινίας δεν ακολουθεί την κλασική δομή αρχή-μέση-τέλος, αντίθετα αρχίζει από το τέλος. Με την επιγραφή «Notrespassing» που αποτελεί σύμβολο αδυναμίας διείσδυσης στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου και συγκεκριμένα του ήρωα Τσάρλς Φόστερ Κέιν. Προετοιμάζει τον θεατή για μία ταινία στην οποία η «λύση» του δράματος δεν θα δοθεί από τον σκηνοθέτη αλλά θα κάνει μέτοχο αυτού του μυστηρίου και τον θεατή. Στη συνέχεια δείχνει την ώρα του θανάτου τον ήρωα που ξεστομίζει την αινιγματική λέξη Ροουζμπαντ (μπουμπούκι). Αυτό αποτελεί τον αφηγηματικό μίτο για την εξέλιξη της ταινίας.
Με την προβολή μιας ταινίας επικαίρων από μια ομάδα δημοσιογράφων για τη ζωή του αποθανόντα μεγιστάνα γίνεται η ανάθεση από το αφεντικό Ρόουλσον στον ρεπόρτερ Τόμσον της εύρεσης της σημασίας της λέξης Ροουζμπαντ. Με αυτό το τρόπο τίθεται η αιτιώδης σχέση ανάμεσα στους ερευνητές δημοσιογράφους και τους χαρακτήρες που γνώρισαν τον μεγιστάνα Κέιν, το νήμα πλοκής το οποίο θα ακολουθήσει η ταινία μέχρι το τέλος παίρνοντας μια μορφή τόσο βιογραφική όσο και μυστηρίου. Ο Τόμσον ξεκινά την έρευνά του και προσεγγίζει πέντε σημαντικά πρόσωπα της ζωής του μεγιστάνα, τον Θάτσερ κηδεμόνα του, τον Bernstein διαχειριστή και φίλο του, τον Λίλαντ παλιό του φίλο, τη Σούζαν δεύτερη σύζυγό του και τέλος τον μπάτλερ Ρέυμοντ που διαχειριζόταν τις υποθέσεις του τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο κάθε ένας θα προσθέσει  ένα κομματάκι στο πορτραίτο του Kane όμως κανένας δεν θα μπορέσει να απαντήσει για την σημασία του Rosebad για να συμπληρώσει το παζλ της πολύπλοκης προσωπικότητας του Κέιν ο οποίος επηρέασε τους περισσότερους ανθρώπους που τον πλαισίωναν. Με την έναρξη των αφηγήσεων εκτός από το γεγονός ότι είναι πολλές οι απόψεις για το τι τελικά ήταν ο πολίτης Κέιν, γίνεται έντονη η παρουσία κινηματογραφικών τεχνικών που βοηθούν στο εικαστικό αποτέλεσμα. Κατ’ αρχάς με το έντονο contrast που υιοθετεί ο οπερατέρ Τόλαντ σε όλα τα πλάνα εκφράζει με την οπτική γλώσσα τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις στον ψυχισμό του Kane αλλά και των γύρω του αλλά και ούτως ή άλλως ο κόσμος είναι ένα τραγικό παιχνίδι αντιθέσεων που δεν χρειάζεται λύτρωση ούτε σωτηρία όπως θα φανεί στο τέλος της ταινίας.
Μέσω του ημερολογίου τού Θάτσερ μαθαίνουμε για την αρχή της ζωής του ήρωα και την απόφαση που λήφθηκε γι’ αυτήν χωρίς ο ίδιος να μπορεί να την κρίνει. Αυτό φαίνεται με την σκηνή όπου οι υπεύθυνοι του ιδρύματος συνομιλούν με τους γονείς τού μικρού Κέιν μέσα στο σπίτι και στη συνέχεια η μητέρα του υπογράφει την συμφωνία ενώ ο Κέιν βρίσκεται έξω από το σπίτι και παίζει ανέμελα με το έλκηθρο. Είναι μια σκηνή όπου γίνεται η χρήση της τεχνικής βάθους πεδίου, πρωτοποριακή για την εποχή της και φαίνεται ξεκάθαρα η λειτουργική και αισθητική του σημασία. Ο χώρος αξιοποιείται προς το βάθος με αποτέλεσμα τη συνένωση δύο πλάνων σε μια σκηνή. Ταυτόχρονα βλέπουμε τους γονείς σε πρώτο πλάνο και τον Κέιν σε δεύτερο. Με αυτήν την αξονική σκηνοθεσία παράγονται και έντονα νοήματα τονίζοντας τον αποφασιστικό ρόλο που είχε η μητέρα του στη ζωή του – πρώτο πλάνο – ενώ αυτός φαίνεται μικρός, ανυπεράσπιστος στο βάθος του κάδρου.
Στη συνέχεια η κινηματογράφηση είναι γρήγορη με καθαρά πληροφοριακό χαρακτήρα όπου μαθαίνουμε την αγορά της εφημερίδας «Inquier» από τον Κέιν, την διεύθυνσή της και τέλος την πώλησή της λόγω της οικονομικής κρίσης.
Ο ρεπόρτερ Τόμσον προχωρά την έρευνά του συναντώντας τον Μπερνστιν. Η αφήγησή του δεν είναι τυπική, είναι χαρούμενη με θαυμασμό για την προσωπικότητα του Κέιν αλλά και για εκείνη την χρυσή εποχή που πέρασε.
Αυτό φαίνεται από την ποικιλία τεχνικών που χρησιμοποιούνται. Η χρήση contre-plonge σε πολλά πλάνα, όπως εκεί που ο Κέιν γράφει στηριζόμενος στο τζάμι του παραθύρου τις αρχές της εφημερίδας Ιnquier τραβώντας τον από χαμηλά του δίνει όγκο τονίζοντας τη «θέληση για δύναμη» για χρήμα και εξουσία του Κέιν.
Σκηνές με μεγάλη δράση και πολλά πρόσωπα όπως η σκηνή με το πάρτι της εφημερίδας όπου σε βάθος χώρου δείχνει το πλήθος των συνεργατών του και στη συνέχεια σε πρώτο πλάνο δείχνει τη συζήτηση των Μπέρνστιν-Λίλαντ και στο βάθος τον Κέιν που πετά το σακάκι του στον Λίλαντ πριν χορέψει με τα κορίτσια. Με τη χρήση του βάθους πεδίου δίνεται ένα οπτικό πεδίο ατεμάχιστο, καθαρό και δημιουργεί «ψευδαίσθηση της πραγματικότητας». Όπως και στη σκηνή με τη τζαμαρία της ανταγωνίστριας εφημερίδας όπου σε πρώτο πλάνο είναι η τζαμαρία, σε δεύτερο ο αντικατοπτρισμός των Κέιν, Λίλαντ και Μπέρνστιν και τέλος στο  βάθος κρεμασμένη η φωτογραφία των συντακτών της Cronicles. Αλλά και της σκηνής με τους δημοσιογράφους στο γραφείο του Κέιν στην εφημερίδα Inquier με πλούσια στοιχεία δράσης. Ο θεατής είναι ελεύθερος να επιλέξει το σημείο που θα επικεντρώσει στην εικόνα που βλέπει.
Έπειτα ακολουθεί ο Λίλαντ που αφηγείται την έγγαμη ζωή του Κέιν με ουδέτερο τρόπο που αποτυπώνεται και στην κινηματογράφηση. Οι σκηνές από τον πρώτο γάμο παρουσιάζονται με την τεχνική του φιλάζ, δείχνει την σχέση άνδρα-γυναίκας να οξύνεται, να φθείρεται και ο έρωτας να γίνεται συνήθεια, αδιαφορία, και τέλος εχθρότητα με απανωτές μικρές σκηνές που η μία περνά στην άλλη μέσω ενός πανοραμικού πλάνου. Επίσης,το πλάνο contre-plonge κατά τη διάρκεια της προεκλογικής ομιλίας του Κέιν δείχνει τις φιλοδοξίες του αλλά και την αλαζονεία του που τον οδηγούν στην «ύβρι» με αποτέλεσμα μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου η μηχανή να τραβά τα πρόσωπα από κάτω δείχνοντας τα τεράστια σαν γίγαντες όπως για παράδειγμα η σκηνή όπου συνομιλεί ο Κέιν με τον Λίλαντ στο γραφείο του Inquier ενώ είναι μεθυσμένος, αλλά τα ταβάνια πιέζουν έντονα. Δείχνει, λοιπόν, την πτώση σιγά-σιγά αυτού του εκατομμυριούχου άνδρα από την πίεση των καταστάσεων με αποτέλεσμα να επέρχεται η «νέμεση». Ο τρόπος λήψης δείχνει την κριτική που ασκεί ο Λίλαντ στο φίλο του και ιδιαίτερα στη σκηνή όπου η Σούζαν τραγουδά στην όπερα και η κάμερα ακολουθεί τη φωνή της προς τα πάνω μέχρι που παρουσιάζει δύο τεχνικούς που δείχνουν εμφανώς τη δυσαρέσκειά τους.
Ακολουθεί η σημαντική αφήγηση της δεύτερης γυναίκας του Κέιν, Σούζαν στην οποία περιλαμβάνεται το στάδιο της ζωής του Κέιν όπου η πορεία προς την καταστροφή του είναι σίγουρη, η διάσταση από το περιβάλλον οδηγεί στην απόλυτη απομόνωσή του γεγονός που εκφράζεται με αριστουργηματικά πλάνα αντιθέσεων, έντονης δράσης, πολλές φορές κλειστοφοβικά. Πρώτα η λάμπα της σκηνής που σβήνει σ’ ένα σπαρακτικό κρεσέντο της Σούζαν εκφράζοντας τον μηδενισμό και την κατάπτωσή της ανήμπορη να υποφέρει τη ζωή της αποτυχημένης τραγουδίστριας που της επιβάλλει ο άντρας της. Μετά η σκηνή της απόπειρας αυτοκτονίας της Σούζαν, σε πρώτο πλάνο το ποτήρι με το κουτάλι, σε δεύτερο το σκοτεινό πρόσωπο της Σούζαν και στο βάθος η φωτεινή πόρτα απ’ όπου μπαίνει ο Κέιν. Εδώ χρησιμοποιείται το βάθος πεδίου, το πλάνο σεκάνς και συνθέτονται τρία οπτικά πεδία σ’ ένα πλάνο δημιουργώντας μία «εικαστική σύγκρουση» ανάμεσά τους. Όπως αναφέρει ο Γάλλος θεωρητικός Αντρέ Μπαζέν, το πλάνο σεκάνς δημιουργεί «ψυχολογικές συνέπειες», διαφυλάσσοντας τη χωροχρονική ενότητα της σκηνής και οδηγώντας σε μια αντικειμενική θέαση της ταινίας. Επίσης η σκηνή υστερίας όπου η Σούζαν διαβάζει τις αρνητικές κριτικές και θυμώνει, ο Κέιν σηκώνεται την πλησιάζει και τη σκιάζει δείχνοντας καθαρά τη σχέση εξουσίας. Στη συνέχεια οι σκηνές που δείχνουν τη Σούζαν να φτιάχνει παζλ συνέχεια. Με τη τεχνική του φιλάζ τονίζει την έντονη επαναληπτικότητα και το «βάλτωμα» της σχέσης τους ενώ οι έντονες αντιθέσεις φωτός, σκοταδιού και η δημιουργία σκιών στον πύργο του Ζαναντού εκφράζουν τις εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων αλλά και την επικείμενη μεταξύ τους. Τέλος, στη δεύτερη σκηνή υστερίας στο αντίσκηνο όπου ο Κέιν την χαστουκίζει, δεν τη σκιάζει δείχνοντας την αλλαγή των ισορροπιών στη σχέση τους ενώ ταυτόχρονα το ηχητικό στοιχείο της γυναικείας κραυγής έξω από τη σκηνή του πικνικ προσθέτει στοιχεία που συμβολοποιούν την τραγικότητα της στιγμής.
Η αφήγηση του μπάτλερ αναφέρεται στη τελευταία περίοδο της ζωής του Κέιν μετά το χωρισμό του από τη Σούζαν. Η ανάμνηση είναι σχετικά αδιάφορη και επαγγελματική – αφού ήταν ο μπάτλερ του – ωστόσο χρησιμοποιούνται έντονες τεχνικές για να νοηματοδοτήσουν το τραγικό τέλος του ήρωα.
Η αφήγηση ξεκινά με μία εικόνα – σοκ που ενώνει τη σκηνή αυτή με τις προηγούμενες δείχνοντας τον παπαγάλο που ουρλιάζει, για να προκαλέσει το ενδιαφέρον για το τελευταίο μέρος της ταινίας. Στη συνέχεια το τεράστιο βάθος του διαδρόμου που αντικρύζει ο μπάτλερ μέχρι τη πόρτα που στέκεται ο Κέιν τονίζει την έντονη αποστασιοποίηση και απομόνωσή του από τα πάντα. Δηλώνει πλέον το «χάσιμό» του μέσα στον εαυτό του. Μετά από μία σκηνή ορυμαγδού καταστρέφει το δωμάτιο της Σούζαν και κατ’ επέκτασιν γκρεμίζει αυτό που ήταν η ζωή του μέχρι τότε. Μ’ ένα γκρο πλαν επικεντρώνεται στη μπάλα με το χιονισμένο σπιτάκι που αποτελεί σύμβολο και το έχουμε δει ήδη στη πρώτη σκηνή με το θάνατο του Κέιν και στη συνέχεια με ένα πλάνο από τη μέση του προς το πρόσωπό του βλέπουμε να έχει βουρκώσει και για πρώτη φορά να έχει έρθει σε επαφή με τα συναισθήματά του, να γίνεται σαν μικρό παιδί. Είναι η πρώτη φορά όπου το πλάνο από κάτω προς τα πάνω δεν τον δείχνει σαν Θεό αλλά σαν απλό άνθρωπο τονίζοντας τα συναισθήματά του. Τέλος το πλάνο με το πολλαπλό είδωλό του στον καθρέφτη δηλώνει την πολυπλοκότητα της προσωπικότητάς του, το βάθος του αλλά και τη δυσκολία ακόμα και του ίδιου να ελέγξει και να αντιληφθεί τι του συμβαίνει.
Οι πέντε αφηγήσεις έχουν τελειώσει, οι δημοσιογράφοι τραβούν τις τελευταίες φωτογραφίες από τον πύργο του Ζαναντού και όταν ρωτούν τον Τόμσον τι ήταν τελικά το Ροουζμπαντ δεν το γνωρίζει. Ένας άνθρωπος είναι πολύ σύνθετος για να εξηγεί τη ζωή του μία λέξη απαντά. Ο θεατής στη τελευταία σκηνή με το μεγάλο τράβελινγκ που καδράρει στο έλκηθρο το πεταμένο στο τζάκι, τη λέξη Ροουζμπαντ, εξηγεί αυτό που συνέβη σε όλη τη ταινία, πως το νόημα της λέξης μάταια αναζητήθηκε δίνει ίσως μόνο ένα έναυσμα για περισσότερη σκέψη από το θεατή. Με σχήμα κύκλου τελειώνει η ταινία, ξεκινάει και κλείνει με τη πινακίδα «Notrespassing» αποδεικνύοντας τη δυσκολία να μπεις στα άδυτα της ψυχολογίας ενός ατόμου αλλά ταυτόχρονα προειδοποιώντας τους περαστικούς θεατές να μην εγκλωβίσουν τον εαυτό τους σε μία φυλακή. Όπως λέει και ο Καβάφης στο ποίημά του «τείχη», «…μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη…Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμο έξω».
Ο «Πολίτης Κέιν» αποτελεί την πρώτη ταινία του ομιλούντος κινηματογράφου που δίνει στην εικόνα τη δύναμη που είχε την εποχή του βωβού, με τις τεχνικές που χρησιμοποιεί και τα νοήματα ο Ουέλς δημιουργεί την εικονοποίηση ενός λογοτεχνήματος που περιγράφει τη ζωή του μεγιστάνα Κέιν. Ιδιαίτερος χαρακτήρας ο Κέιν, γίνεται ποιητής της ζωής του, όπως αναφέρει ο Νίτσε, αναμετράται με την τότε κοινωνία αμφισβητεί το σύστημα αξιών, βαδίζει ολομόναχος σε επικίνδυνους δρόμους και τελικά η ίδια του η ζωή ειρωνεύεται το status quo της αμερικάνικης κοινωνίας του νεοπλουτισμού, είναι ο «Υπεράνθρωπος» που είναι ιερός και μίασμα έχει άπειρες αρετές αλλά και μεγάλα ελαττώματα, δημιουργεί το μέλλον του αλλά δεν λυτρώνεται ποτέ από το παρελθόν του. Ο ίδιος ως ύπαρξη διαθέτει αντιθετικά γνωρίσματα με αποτέλεσμα να αμφισβητεί την αξία της αλήθειας και να υποστηρίζει την ύπαρξη μόνο ερμηνειών σύμφωνα με το νιτσεϊκό προοπτικισμό .Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με  τον όρο καλός ή κακός ακριβώς γιατί τα όρια είναι δυσδιάκριτα, ο ήρωας έχει πολύπλευρο χαρακτήρα που εντέλει γίνεται συμπαθής και τονίζεται τεχνικά και νοηματικά ότι η αλήθεια είναι σύνθετη και μπορείς να αποδεχτείς τον όρο αλήθεια στη ζωή σου μόνο αν θέσεις τον εαυτό σου πέρα από το καλό και το κακό όπως λέει ο Νίτσε. Ξεπερνά τον ίδιο του τον εαυτό λόγω της θέλησής του για δύναμη και τυφλωμένος από τη λάμψη της δόξας προχωρά σταθερά στην αναπόφευκτη πτώση του. Θεωρεί ότι μπορεί να έχει τα πάντα αλλά τελικά πεθαίνει μόνος του. Όλη του η ζωή χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις πότε εσωτερικές πότε με τους ανθρώπους γύρω του πότε με τη ευρύτερη κοινωνία. Ζει δυναμικά, ωφελιμιστικά, πολλές φορές προάγει το ιδιωτικό του «θέλω» σε σχέση με το δημόσιο «πρέπει», καταπατά τις θεμελιώδεις αρχές του, χάνει σημαντικά πρόσωπα από γύρω του λόγω της συμπεριφοράς του. Δεν έχει τη δυνατότητα να αφουγκραστεί τα αληθινά συναισθήματά του. Τελικά η φιγούρα του Κέιν είναι ένας άλλος Εμπενίζερ Σκρουτζ ο οποίος όμως δεν μπόρεσε να δει τα τρία πνεύματα που θα τον αφυπνίζαν και θα τον ωθούσαν να αλλάξει τον τρόπο ζωής του και καταστρέφεται. Ο κινηματογράφος αποτελεί μία γλώσσα που διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, αυτή η ταινία μπορεί να αποτελέσει ταινία πυξίδα στη σκέψη και τη ψυχή του θεατή. Μέσω της ταύτισής του με τον τραγικό ήρωα ζει μία εικονική πραγματικότητα, «βιώνει» το τρίτο όραμα του Σκρουτζ δηλαδή τον θάνατο του Κέιν. Είναι λοιπόν στο χέρι του θεατή να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες στη ζωή του και να την επανεκτιμήσει προς το καλύτερο.

Βιβλιογραφία

Γουδέλης Τάσος,  Όρσον Ουέλς, εκδόσεις Αιγόκερως.
Ραφαηλίδης Βασίλης,12 μαθήματα για τον κινηματογράφο, από τα σεμινάρια του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου ΩΡΑ.
Bordwell David, Thomson Kristin, Εισαγωγή στην τέχνη του κινηματογράφου, εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Marchel Martin, Η γλώσσα του κινηματογράφου, εκδόσεις Κάλβος
Γιάννης Ζουμπουλάκης, Ο σκηνοθέτης που λάτρεψε ο Τύπος, εφημερίδα Το Βήμα, 2-1-2011.

Σημειώσεις από τις παραδόσεις του μαθήματος για την ταινία «Πολίτη Κέιν» στις  11/3 και 18/3/2011. Υπεύθυνη καθηγήτρια  κ. Αθανασάτου

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Refugees [Peter Hammill]



Πρόσφυγες 

Ο Βορράς κάπου, χρόνια πριν, ήτανε και παγωμένος
Ο πάγος κλείδωσε των ανθρώπων τις καρδιές και τους γέρασε πρόωρα
Ο Νότος γέννηση ήτανε σ’ ευχάριστα μ’ άνυδρα χώματα
Πορευόμουνα των νερών τα βάθη παίζοντας με τα όρια του μυαλό μου.

Η Ανατολή χάραμα ήτανε, στη ζωή ερχομός υπό ήλιο χρυσαφί
Οι άνεμοι ευγενικά φτάνανε και πολλά κεφάλια το καλοκαίρι γινόντουσαν ένα
Αν και τον Αύγουστο οι άνθρωποι μορφάζανε
Σε ειρήνη βρισκόμασταν κι επευφημούσαμε

Μονάχοι μας βαδίζαμε αν και κάποτε χέρι με χέρι
Μεταξύ των λεπτών τρεμάμενων ορίων θάλασσας και άμμου
Χαμογελώντας πολύ ειρηνικά
Ξεκινήσαμε να σημειώνουμε ότι ελεύθεροι θα μπορούσε να ‘μαστε
Και πορευόμασταν μαζί
Για τη Δύση

Η Δύση βρίσκεται εκεί που όλες οι μέρες κάποτε θα τελειώσουν
Εκεί που τα χρώματα από γκρι χρυσίζουνε
Και μπορείς με τους φίλους να είσαι
Κι οι φωτεινές ακτίνες τα χρυσαφένια σύννεφα ξεφλουδίζουνε πάνω απ’ όλα
Η Δύση είναι ο Mike και η Susie
Η Δύση είναι εκεί που αγαπώ

Εκεί τις έσχατες μέρες των ζωών μας θα σπαταλήσουμε
Τις ίδιες να λέμε παλιές ιστορίες
Ναι καλά, τουλάχιστον προσπαθήσαμε
Έτσι στη Δύση, με το χαμόγελο στα πρόσωπά μας, να μείνουμε θα πάμε
Ω! ναι, και οι συγγνώμες μας σε κείνους
Που ποτέ τους δεν θα γνωρίσουνε το δρόμο

Πρόσφυγες είμαστε, φεύγοντας μακριά απ’ τη ζωή
Που ‘χαμε μάθει κι αγαπούσαμε
Τίποτα να κάνουμε ή να πούμε, πουθενά να μείνουμε
Είμαστε μονάχοι τώρα
Πρόσφυγες είμαστε, όλα τα υπάρχοντα μας μεταφέροντας
Σε καφετιές βαλίτσες, με κορδόνια δεμένες
Τίποτα να σκεφτούμε, αφού χωρίς νόημα είναι  
Αλλά μπορούμε να ‘μαστε μόνοι μας ευτυχισμένοι
Η Δύση είναι ο Mike και η Susie
Η Δύση είναι ο Mike και η Susie
Η Δύση είναι εκεί που αγαπώ
Η Δύση είναι το σπίτι των προσφύγων



Refugees
(πηγή πρωτότυπων στίχων: genius.com/Van-der-graaf-generator.)

North was somewhere years ago and cold
Ice locked the people's hearts and made them old
South was birth to pleasant lands, but dry
I walked the waters' depths and played my mind

East was dawn, coming alive in the golden sun
The winds came gently, several heads became one
In the summertime, though august people sneered
We were at peace, and we cheered

We walked along, sometimes hand in hand
Between the thin lines marking sea and sand
Smiling very peacefully
We began to notice that we could be free
And we moved together
To the West

West is where all days will someday end
Where the colours turn from grey to gold
And you can be with the friends
And light flakes the golden clouds above
West is Mike and Susie
West is where I love

There we shall spend our final days of our lives
Tell the same old stories
Yeah, well, at least we tried
So into the West, smiles on our faces, we'll go
Oh, yes, and our apologies to those
Who'll never really know the way

We're refugees, walking away from the life
That we've known and loved
Nothing to do nor say, nowhere to stay
Now we are alone
We're refugees, carrying all we own
In brown bags, tied up with string
Nothing to think, it doesn't mean a thing
But we can be happy on our own
West is Mike and Susie
West is Mike and Susie
West is where I love
West is refugees' home

Ακούστε το εδώ.


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Man-erg [Peter Hammill]

Απλά άνθρωπος είμαι (*)

Ο δολοφόνος μέσα μου ζει: Ναι, τον νοιώθω να κινείται.
Στη γαλήνη κάποιες φορές
Του δώματός του λαγοκοιμάται,
Αλλά κατόπιν τα μάτια του θα σηκώσει να με κοιτάξει κατάματα·
Τις λέξεις μου θα μιλήσει και το μυαλό μου κατάβαθα θα σκίσει
Ναι ο δολοφόνος ζει.
Άγγελοι ζούνε μέσα μου: Το χαμόγελό τους νοιώθω
Η παρουσία τους χαϊδεύει
Και τη θύελλα στο μυαλό μου μετριάζει
Και η αγάπη τους μπορεί να θεραπεύσει τις πληγές
Που έχω σφυρηλατήσει.
Με προσέχουνε καθώς πάω να πέσω
Καλά, το ξέρω πως θα με πιάσουνε,
Καθ’ ον χρόνο οι άγγελοι ζούνε.
Πώς θα μπορέσω να ελευθερωθώ;
Πώς θα μπορέσω να βοηθηθώ;
Είμαι πράγματι εγώ;
Είμαι κάποιος άλλος;
Αλλά το κυνηγητό στις σκήτες μου τους ακολούθους αναρτά
Της μελαγχολίας
Και ο Θάνατος το μανδύα του ρίχνει
Στου δωματίου μου τη γωνιά
Και καταδικασμένος είμαι
Αλλά γελώντας στην αυλή μου παίζω τους φαρσέρ
Της νιότης μου
Κι αγέλαστος, το Γέρο περιμένω
Στης στέγης τ’ αετώματα:
Την αλήθεια μου λέει
Κι εγώ, μέσα μου ζω και πολύ συχνά
Δεν γνωρίζω ποιος είμαι:
Γνωρίζω πως ήρωας δεν είμαι, αλλά
Στην αθανασία ελπίζω.
Απλά άνθρωπος είμαι, και δολοφόνοι και άγγελοι,
Είμαι όλοι τους εγώ:
Δικτάτορας, σωτήρας, πρόσφυγας σε καιρούς πολέμου και ειρήνης
Όσο ο Άνθρωπος θα υπάρχει
Απλά άνθρωπος είμαι, και δολοφόνοι και άγγελοι,
Είμαι όλοι τους εγώ:
Δικτάτορας, σωτήρας, πρόσφυγας

(*) ο όρος erg παραπέμπει αφενός στη φυσική καθώς είναι ο συμβολισμός του εργίου (της μονάδας ενέργειας στο σύστημα CGS) αφετέρου στην έρημο καθώς erg ονομάζονται περιοχές στην έρημο Σαχάρα με κινούμενους αμμόλοφους. Αντίθετα με την πρώτη εικόνα τους, φιλοξενούνε πολλά είδη ζωής. Ο Peter Hammill παίζει στον τίτλο με τις δύο έννοιες αν και μάλλον ο δεύτερος δικαιολογείται περισσότερο. Επειδή πάντως αυτό το ποιητικό παιχνίδι με τις έννοιες δεν μεταφράζεται, επέλεξα για τίτλο μια απόδοση στα ελληνικά του «I'm just a man» από τους τρίτο και έβδομο από το τέλος στίχους.


Man-erg
(πηγή πρωτότυπων στίχων: metrolyrics.com/manerg.)

The killer lives inside me: yes, I can feel him move.
Sometimes he's lightly sleeping
In the quiet of his room,
But then his eyes will rise and stare through mine;
He'll speak my words and slice my mind inside.
Yes the killer lives.
Angels live inside me: I can feel them smile
Their presence strokes
And soothes the tempest in my mind
And their love can heal the wounds
That I have wrought.
They watch me as I go to fall
Well, I know I shall be caught,
While the angels live.
How can I be free?
How can I get help?
Am I really me?
Am I someone else?
But stalking in my cloisters hang the acolytes
Of gloom
And Death's Head throws his cloak into
The corner of my room
And I am doomed
But laughing in my courtyard play the pranksters
Of my youth
And solemn, waiting Old Man
In the gables of the roof:
He tells me truth
And I too, live inside me and very often
Don't know who I am:
I know I'm not a hero, but
I hope that I'll not die.
I'm just a man, and killers, angels,
Are all me:
Dictator, savior, refugee in war and peace
As long as Man lives
I'm just a man, and killers, angels,
Are all me:
Dictator, savior, refugee


Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Marcha Triunfal del Ejército Rebelde [Indio Naborí (Jesús Orta Ruiz), Θριαμβευτική Πορεία του Αντάρτικου Στρατού, μετ. ΦΚ]


Marcha Triunfal del Ejército Rebelde

¡Primero de Enero!
Luminosamente surge la mañana.
¡Las sombras se han ido! Fulgura el lucero
de la redimida bandera cubana.
El aire se llena de alegres clamores.
Se cruzan las almas saludos y besos,
y en todas las tumbas de nobles caídos
revientan las flores y cantan los huesos.
Pasa un jubiloso ciclón de banderas
y de brazaletes de azabache y grana.
Mueve el entusiasmo balcones y aceras,
grita desde el marco de cada ventana.
A la luz del día se abren las prisiones
y se abren los brazos: se abre la alegría
como rosa roja en los corazones
de madres enfermas de melancolía:
Jóvenes barbudos, rebeldes diamantes
con trajes olivo bajan de las lomas,
y por su dulzura los héroes triunfantes
parecen armadas y bravas palomas.

Vienen vencedores del hambre, la bala y el frío
por el ojo alerta del campesinado
y el amparo abierto de cada bohío.
Vienen con un triunfo de fusil y arado.

Vienen con sonrisa de hermano y amigo.
Vienen con fragancia de vida rural.

Vienen con las armas que al ciego enemigo
quitó el ideal.
Vienen con el ansia del pueblo encendido.
Vienen con el aire y el amanecer
y, sencillamente, como el que ha cumplido
un simple deber.
No importa el insecto, no importa la espina,
la sed consolada con parra del monte,
el viento, la lluvia, la mano asesina
siempre amenazando en el horizonte.

¡Solo importa Cuba! Solo importa el sueño
de cambiar la suerte.
¡Oh, nuevo soldado que no arruga el ceño
ni viene asombrado de tutear la muerte!

Los niños lo miran pasar aguerrido
y piensan, crecidos por la admiración,


que ven a un rey mago, rejuvenecido,
y con cinco días de anticipación.

Pasa fulgurante Camilo Cienfuegos.
Alumbran su rostro cien fuegos de gloria.
Pasan capitanes, curtidos labriegos
que vienen de arar en la Historia.

Pasan las Marianas sin otras coronas
que sus sacrificios: cubanas marciales,
gardenias que un día se hicieron leonas
al beso de doña Mariana Grajales.
Con los invasores, pasa el Che Guevara,
Alma de los Andes que trepó el Turquino,

San Martín quemante sobre Santa Clara,
Maceo del Plata, Gómez argentino.

Ya entre los mambises del bravío Oriente,
Sobre un mar de pueblo, resplandece un astro:
ya vemos... ya vemos la cálida frente,

el brazo pujante, la dulce sonrisa de Castro.
Lo siguen radiantes Almeida y Raúl,
Y aplauden el paso del Héroe ciudades quemadas,
Ciudades heridas, que serán curadas,
y tendrán un cielo sereno y azul.

¡Fidel, fidelísimo retoño martiano!,
asombro de América, titán de la hazaña,
que desde las cumbres quemó las espinas del llano,
y ahora riega orquídeas, flores de montaña.
Y esto que las hieles se volvieran miel,
se llama...
¡Fidel!
Y esto que la ortiga se hiciera clavel,
se llama...
¡Fidel!
Y esto que mi Patria no sea un sombrío cuartel,
se llama...
¡Fidel!
y esto que la bestia fuera derrotada por el bien del hombre,
y esto, esto que la sombra se volviera luz,
esto tiene un nombre, solo tiene un nombre...
¡Fidel Castro Ruz!



Θριαμβευτική Πορεία του Αντάρτικου Στρατού [Ίντιο Ναμπορί (Ιησούς Όρτα Ρουίς)]

Πρώτη του Γενάρη!
Ολόφωτη χαράζει η αυγή.
Χαθήκαν τα σκότη!
Αστράφτει το αστέρι της λυτρωμένης κουβανέζικης σημαίας.
Ο αγέρας γεμίζει χαρούμενους ήχους. 
Φιλιούνται, χαιρετίζονται οι ψυχές και σ’ όλους τους τάφους των ξεπεσμένων ευγενών
Σκάνε τα λούλουδα και τραγουδούν
Τα κόκκαλα των πεθαμένων.
Διαβαίνει ένας απίθανος  κυκλώνας από σημαίες και βραχιόλια από γαγάτη και κόκκο.
Τα μπαλκόνια και τα πεζοδρόμια
Σείονται από ενθουσιασμό.
Φωνάζουν όλοι απ’ τα παραθύρια
Στο φως της μέρας ανοίγουν οι φυλακές κι οι αγκάλες: ανοίγει
Η χαρά σαν κόκκινο ρόδο στις καρδιές των μανάδων, που τις έφαγε το σαράκι της μελαγχολίας:
Νέοι γενειοφόροι, διαμάντια αντάρτες με τα λαδιά τους ρούχα
Κατεβαίνουν απ’ τους λόφους,
Και με τη γλύκα τους οι ήρωες του θριάμβου
Βγαίνουν, οπλισμένα και γενναία περιστέρια.
Έρχονται νικητές της πείνας, του μπαρουτιού και του κρύου
Απ’ το άγρυπνο μάτι της αγροτιάς
Και  τ’ ανοιχτό αμπρί κάθε καλύβας.
Έρχονται με το θρίαμβο του ντουφεκιού και του αλετριού.
Έρχονται με το αδελφικό και φιλικό χαμόγελο.
Έρχονται με το άρωμα της αγροτικής ζωής.
Έρχονται οπλισμένοι με τα ιδανικά που έδιωξαν τον τυφλό εχθρό.

Έρχονται με τη λαχτάρα των καμένων χωριών.
Έρχονται με τον αέρα και την αυγή
Και, απλά, σαν  κάποιοι που κάνανε το χρέος τους.

Ούτε τα ζουζούνια, ούτε τ’ αγκάθια,

Η δίψα που έσβησε τ’ αμπέλι του βουνού, ο άνεμος, η βροχή, το χέρι του φονιά, που πάντα παραμόνευε στον ορίζοντα.
Μονάχη η Κούβα η έγνοια τους!
Μονάχα τ’ όνειρο να αλλάξουνε τη μοίρα.
Ο! ο νεαρός πολεμιστής δεν σμίγει τα φρύδια του,
Ούτε έρχεται σκιαγμένος που μιλεί στον ενικό με το θάνατο!
Τα παιδιά τον κοιτάζουν που περνάει αντρειωμένος και λένε,
Κι αυτά μεγαλωμένα απ’ το θαυμασμό,
Πώς να! ένας άρχοντας, ξανανιωμένος, πέντε μέρες πιο μπροστά.
Περνάει ο Καμίλο Σιενφουέγκος.
Λάμπουνε δόξας εκατό φωτιές στο πρόσωπο του.
Περνάνε οι καπετάνιοι, μαυρισμένοι αγρότες, που έρχονται να οργώσουν την Ιστορία.
Περνούν οι Μαριάνες δίχως άλλες κορώνες από τις θυσίες τους: στρατιωτίνες της Κούβας, γαρδένιες που μια μέρα θα γίνουν λέαινες

Με το φιλί της κυράς Μαριάνας Γραχάλες.
Με τους στρατιωτικούς, περνάει κι ο Τσε Γκεβάρα,
Ψυχή των Άνδεων που πάτησε το Τουρκίνο,
Ο φλογερός Σαν Μαρτίν της Σάντα Κλάρα,
Ο Μασέο ντελ Πλάτα, ο αργεντινός Γκόμες.
Κι ανάμεσα σε κείνους της γενναίας Ανατολής οπού χορεύουν μάμπο,
Στη λαοθάλασσα, να που αστράφτει ένα αστέρι:
Να που το βλέπουμε, ο! ναι το βλέπουμε το φλογερό μέτωπο,
Το στιβαρό μπράτσο, το γλυκό χαμόγελο του Κάστρο.
Τον ακολουθούν οι αστραποβόλοι
Αλμέιδα και Ραούλ,
Κι επευφημούν το πέρασμα του Ήρωα οι καμένες πόλεις,
Οι πληγωμένες πόλεις, που θα γιατρευτούν, και θα δουν ένα γαλήνιο, καταγάλανο ουρανό.
Φιντέλ, μεγάλε Φιντέλ, μάτι πολεμικό! Θαύμα της Αμερικής, τιτάνα της τέχνης,
Που απ’ τις κορφές έκαιγες τ’ αγκάθια του κάμπου,
Και τώρα ποτίζεις ορχιδέες, λουλούδια βουνίσια.
Κι έτσι οι πάγοι γίναν μέλι,
Σε λένε …
Φιντέλ!

Κι έτσι η τσουκνίδα έγινε γαρίφαλο,
Σε λένε…
Φιντέλ!
Κι έτσι η πατρίδα μου δε θάναι
Σκοτεινή έδρα του τυράννου,
Σε λένε …
Φιντέλ!
Κι έτσι θα νικούσαμε το κτήνος
Με την καλοσύνη του άνδρα,
Κι έτσι, να που το σκοτάδι θα γίνει φως,
Αυτό το έκανε ένας άνδρας, μονάχα ένας άνδρας…
Ο Φιντέλ Κάστρο Ρους!

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Paint It, Black [Mick Jagger, Keith Richards]


Στα μαύρα.

Μια πόρτα κόκκινη βλέπω και στα μαύρα βαμμένη τη θέλω
Όχι χρώματα πια, στα μαύρα να βαφτούνε τα θέλω

Τα κορίτσια βλέπω στα καλοκαιρινά τους να σεργιανάνε
Και στρίβω το κεφάλι μου αλλού μέχρι το σκοτάδι μου χαθεί

Μια γραμμή αυτοκινήτων βλέπω κι όλα μαύρα είναι βαμμένα
Με λουλούδια και την αγαπημένη μου αντάμα στο δρόμο τους χωρίς επιστροφή  

Ανθρώπους βλέπω να γυρίζουν τα κεφάλια τους μα γρήγορα τα βλέμματά τους στρέφουνε αλλού
Όπως ένα παιδί που γεννιέται κι αυτό συμβαίνει κάθε μέρα

Μέσα μου κοιτώ και μαύρη βλέπω την καρδιά μου
Την κόκκινη μου πόρτα βλέπω και πρέπει στα μαύρα να τη βάψω

Ίσως τότε να χαθώ για να μην έχω τα γεγονότα ν’ αντικρύζω
Δεν είν’ εύκολο να τ’ αντιμετωπίσεις όταν μαύρος σου είν’ ο κόσμος όλος

Η πράσινή μου θάλασσα δεν θα ξαναγίνει μπλε βαθύ – ποτέ πια!
Μου ‘ταν αδύνατο να προβλέψω αυτό που σου συνέβη

Αν στον ήλιο που δύει κατάματα μπορέσω να κοιτάξω
Η αγαπημένη μου, προτού την αυγή, θα μου γελά

Μια πόρτα κόκκινη βλέπω και στα μαύρα βαμμένη τη θέλω
Όχι χρώματα πια, στα μαύρα να βαφτούνε τα θέλω

Τα κορίτσια βλέπω στα καλοκαιρινά τους να σεργιανάνε
Και στρίβω το κεφάλι μου αλλού μέχρι το σκοτάδι μου χαθεί

Το πρόσωπό σου θέλω μαύρο να το δω βαμμένο
Σαν τη νύχτα μαύρο, μαύρο σαν το κάρβουνο

Τον ήλιο που ψηλά στον ουρανό πετά θέλω να δω
Βαμμένο θέλω να τον δω, κατάμαυρα βαμμένο!
Ναι!



Paint It, Black.

I see a red door and I want it painted black
No colors anymore I want them to turn black

I see the girls walk by dressed in their summer clothes
I have to turn my head until my darkness goes

I see a line of cars and they're all painted black
With flowers and my love both never to come back

I see people turn their heads and quickly look away
Like a new born baby it just happens every day


I look inside myself and see my heart is black
I see my red door, I must have it painted black

Maybe then I'll fade away and not have to face the facts
It's not easy facin' up when your whole world is black

No more will my green sea go turn a deeper blue
I could not foresee this thing happening to you

If I look hard enough into the settin' sun
My love will laugh with me before the mornin' comes

I see a red door and I want it painted black
No colors anymore I want them to turn black

I see the girls walk by dressed in their summer clothes
I have to turn my head until my darkness goes

I wanna see your face, painted black
Black as night, black as coal

I wanna see the sun flying high in the sky
I wanna see it painted, painted, painted, painted black
Yeah!

(Εδώ το επίσημο video και οι στίχοι)


Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Γαλλικός καφές ... [Δέσποινα Κουμαραδιού]


Γαλλικός καφές
Γράφοντας ποιήματα
Σαν να χιονίζει.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Χρήστος Νικόλης - Παράκαμψη


























Διαβάστε ή κατεβάστε (σε μορφή pdf), ακολουθώντας το σύνδεσμο εδώ, το εκατοστό εξηκοστό ένατο βιβλίο της σειράς "εν καινώ" των 24Γραμμάτων, την ποιητική συλλογή του Χρήστου Νικόλη με τίτλο: "Παράκαμψη".

----------------------------------------------

Όσες φορές δεν ακολούθησα 
την προκαθορισμένη πορεία,
είτε από δική μου ανάγκη αναζήτησης 
είτε από τύχη
το αποτέλεσμα απλόχερα με αποζημίωσε. 

Οι αισθήσεις με τους συνειρμούς περιελίχθηκαν
σε νου γεννήματα.

Μα το πιο σημαντικό, 
ακόμη και όταν δάκρυα με πήραν, 
ευτυχία μου έδωσε 
τις στιγμές πως έζησα 
στην κάθε παράκαμψη.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

El Ejército del Ebro [τραγούδι του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού, μετ. ΦΚ]


El Ejército del Ebro,
rumba la rumba la rumba la.
El Ejército del Ebro,
rumba la rumba la rumba la
una noche el río pasó,

¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
una noche el río pasó,
¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

Y a las tropas invasoras,
rumba la rumba la rumba la.
Y a las tropas invasoras,
rumba la rumba la rumba la
buena paliza les dio,

¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
buena paliza les dio,
¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

El furor de los traidores,
rumba la rumba la rumba la.
El furor de los traidores,
rumba la rumba la rumba la
lo
descarga su aviación,

¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
lo descarga su aviación,
¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

Pero nada pueden bombas,
rumba la rumba la rumba la.
Pero nada pueden bombas,
rumba la rumba la rumba la
donde
sobra corazón,

¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
donde sobra corazón,
¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

Contraataques muy rabiosos,
rumba la rumba la rumba la.
Contraataques muy rabiosos,
rumba la rumba la rumba la
deberemos resistir,

¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
deberemos resistir,
¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!

Pero igual que combatimos,
rumba la rumba la rumba la.
Pero igual que combatimos,
rumba la rumba la rumba la
prometemos resistir,

¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!
prometemos resistir,
¡Ay Carmela! ¡Ay Carmela!



Στο στρατό του Έβρου

Πάμε στο στρατό του Έβρου
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα.
Πάμε στο στρατό του Έβρου
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Που περνάει το ποτάμι

Άι Καρμέλα! Άι Καρμέλα!
Που περνάει το ποτάμι
Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!

Στη στρατιά των εισβολέων
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα.
Στη στρατιά των εισβολέων
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Έδωσε γερό χαστούκι,

Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!
Έδωσε γερό χαστούκι,
Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!

Οπλισμένοι οι προδότες
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Οπλισμένοι οι προδότες
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Βομβαρδίσαν μ’ αεροπλάνα,

Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!
Βομβαρδίσαν μ’ αεροπλάνα,
Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!

Μα δεν το μπορούν οι βόμβες
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Μα δεν το μπορούν οι βόμβες
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Όπου κυβερνάει η καρδιά

Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!
Όπου κυβερνάει η καρδιά
Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!

Με σφοδρές αντεπιθέσεις
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Με σφοδρές αντεπιθέσεις
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Πρέπει να αντισταθούμε,

Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!
Πρέπει να αντισταθούμε,
Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!

Πολεμάμε ίσοι με ίσους
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Πολεμάμε ίσοι με ίσους
Ρούμπα λα ρούμπα λα ρούμπα λα
Ω! μα ναι θα αντισταθούμε

Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!
Ω! μα ναι θα αντισταθούμε
Άι Καρμέλα!  Άι Καρμέλα!


Ακούστε το εδώ.