20 Σεπτεμβρίου 2026

[στη Λίμνη Δόξα, 18.09.2026]

Στο παρόν παρουσιάζονται λίγες εικόνες, από τη Λίμνη Δόξα, λίγο πριν την δύση τού Ήλιου. Δεν ληφθήκανε στο πλαίσιο πεζοπορίας. Περάσαμε από εκεί οικογενειακά, κάνοντας μια παράκαμψη, πηγαίνοντας για τη Γκούρα. Οι περισσότερες από το ανάχωμα που οδηγεί στο εκκλησάκι Αγ. Φανουρίου. Να σημειωθεί ότι προτού φτιαχτεί το φράγμα στον ποταμό Δόξα και τη δημιουργία τής ομώνυμης τεχνητής λίμνης, το εκκλησάκι βρισκότανε στην κορυφή μικρού λόφου. Αυτό που σήμερα μοιάζει με μικρή χερσόνησο που οδηγεί στο εκκλησάκι, είναι ανάχωμα και φτιάχτηκε για να επικοινωνεί το εκκλησάκι με την όχθη.





























Η δεύτερη ψηλότερη κορυφή τού όρους Ντουρντουβάνα ή Πεντέλεια, Ντουρντουβάνα, στα 2.086 μ. υψ.:
















Η κορυφογραμμή «Νησί», του ορεινού συγκροτήματος Χελμού ή Αροάνια όρη, με δύο κύριες κορυφές: 2.042 μ. υψ., αριστερά, και 2.108 μ. υψ. δεξιά.:
















Η κορυφή «Μαδερό», του ορεινού συγκροτήματος Χελμού ή Αροάνια όρη, στα 2.140 μ. υψ.:
















Η μεγάλη Ζήρεια ή Κυλλήνη, στα 2.375. μ. υψ., από δυτικά. Ξεχωρίζει η ρεματιά «Φαρμακίλας», στην οποία ανεβαίνει κακοτράχαλο μονοπάτι από τη Γκούρα και το κτηνοτροφικό οροπέδιο Σκαφιδιά (σ.σ. Το πέρασμα από τη Σκαφιδιά, δεν συνίσταται, εκτός από όταν η περιοχή είναι καλυμμένη με χιόνια, για μεμονωμένους ορειβάτες ή ολιγομελείς ομάδες προς την ψηλότερη κορυφή, λόγω των διάσπαρτων κοπαδιών με τσοπανόσκυλα. Επίσης υπάρχουνε και αγέλες ημιάγριων αλόγων.):




















---

























Ο Ήλιος δύει μεταξύ Ντουρντουβάνας και Νησιού, στο Διάσελο Κυνηγού.:

 
       

   













Σχετικές αναφορές:

19 Σεπτεμβρίου 2026

[στα Γεράνεια όρη, 18.09.2026]

Στο παρόν παρουσιάζονται λίγες εικόνες από τη σύντομη κυκλική διαδρομή την οποία ακολούθησα στα Γεράνεια όρη, από σημεία από τα οποία δεν έχουνε παρουσιαστεί παλαιότερα εικόνες. Η διαδρομή έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google eartrh.:




























Αφετηρία και σημείο επιστροφής ήταν η διακλάδωση τής οδ. Ιβύκου που έρχεται από το Λουτράκι και δεξιά (ανατολικά) συνεχίζει ως «Γερμανική οδός» και αριστερά (δυτικά) ως «Περιφερειακή οδός».
Το μέρος τής διαδρομής που ξεκινά από τον τσιμεντόδρομο που οδηγεί σ’ ένα κτίριο – αντλιοστάσιο και από εκεί ανεβαίνει ως μονοπάτι, έχουνε παρουσιαστεί παλαιότερα στο παρόν ιστολόγιο*.
Φτάνοντας στο δρόμο που δεξιά οδηγεί στη, Ι.Μ. Πρ. Ηλία Λουτρακίου, ακολούθησα ένα μονοπάτι, το οποίο ξεκινά λίγα μέτρα αριστερά – δυτικά – από το σημείο που βγήκα στο δρόμο και κατεβαίνει ομαλή πλαγιά:
-ανάμεσα στο μονοπάτι που ανέβηκα και αυτό υπάρχει ρεματιά,
-διασχίζεται κατά μήκος του, σε μεγάλο του μέρος, από μπλε σωλήνα νερού,
-παλαιότερα ήτανε χωματόδρομος, αλλά πλέον μονοπάτι. Υποθέτω μετά τη μεγάλη φωτιά τού 1986 εγκαταλείφθηκε και η βλάστηση επεκτάθηκε καλύπτοντας τα όρια του και περιορίζοντάς το ενώ ως μονοπάτι πια θα συντηρείται από ορειβάτες. Τα σημάδια επίσης από την αποσάθρωση τού εδάφους είναι εμφανή,
-διάσπαρτα διακρίνονται, σε κλαδιά, κορδέλες – σημάδια του,
-στο «topoguide.gr» φαίνεται να βγαίνει σ’ ένα πέταλο δρόμου που ανεβαίνει στον Όσιο Πατάπιο, αλλά στις εφαρμογές «Hellas Path» και «OsmAnd» δείχνει τυφλό και σταματά πάνω από το ανωτέρω πέταλο.
Ακολουθούνε λίγες εικόνες από το ανωτέρω μονοπάτι, το οποίο κατέβηκα:



Πέρα από τη ρεματιά, η πλαγιά στην οποία βρίσκεται
το μονοπάτι, το οποίο ανέβηκα.



















Στις τρεις επόμενες είναι το σημείο [στο οποίο ξεχωρίζουνε καφεκόκκινες πέτρες πλούσιες σε μέταλλα όπως σίδηρος ή αλουμίνιο κ.λπ. – ας μην ξεχνάμε ότι τα Γεράνεια όρη πέρα από ασβεστολιθικά είναι και ηφαιστειογενή ενώ λίγο ανατολικότερα υπάρχουνε οι πηγές των ιαματικών λουτρών Λουτρακίου], πέρα από το οποίο δεν είδα άλλα σημάδια και το μονοπάτι φαίνεται να σταματά, επαληθεύοντας τις δύο εφαρμογές, που ανέφερα ανωτέρω. Αν και ο δρόμος φαινότανε πολύ κοντά, δεν είδα πέρασμα προς αυτόν – υποθέτω θα υπήρχε παλαιότερα για αυτό και αναφέρεται στο topoguide.gr. Η βλάστηση αν και πυκνή δεν ήταν πρόβλημα, όσο ότι εκεί η πλαγιά γινόταν πολύ επικλινής ενώ διακρινόντουσαν και σκουριασμένες περιφράξεις.:


























Από εκεί η κατευθείαν μπροστά έξοδος στο δρόμο δεν ήταν εφικτή λόγω αρκετών κρημνών. Προτίμησα να κινηθώ προσεκτικά, λόγω τής πυκνής βλάστησης και των κατά τόπους απόκρημνων όχθων, προς τη ρεματιά, ανατολικά, και να βγω στο δρόμο μέσω αυτής. Οι τρεις επόμενες από την κοίτη τής ρεματιάς. Στην τρίτη διακρίνεται μικρό πέτρινο φράγμα.:




      
















*
 

18 Σεπτεμβρίου 2026

Κομπογιαννίτες [Δημήτρης Γρ. Καμπούρογλου]

Το κατωτέρω εξαιρετικό, και δραματικά επίκαιρο με βάση αυτά που μαθαίνουμε με αφορμή το θάνατο τού Γιώργου Μαζωνάκη, κείμενο είναι μεταφορά στη νεοελληνική γλώσσα τού κειμένου για τους Κομπογιαννίτες, το οποίο υπάρχει στον τρίτο τόμο τής Ιστορίας των Αθηνών τού Δημήτρη Καμπούρογλου. Να προσθέσω μόνον ότι, όσον αφορά την ετυμολογία της λέξης κομπογιαννίτης, μπορεί να σχετίζεται και με τα μαντήλια με κόμπους, τα οποία δένανε στο λαιμό τους οι περιφερόμενοι πλανόδιοι εμπειρικοί θεραπευτές. 

Κομπογιαννίτες

Εκτός από τους εγκατεστημένους στην πόλη γιατρούς, επιστήμονες ή εμπειρικούς, υπήρχαν και αυτοί που ταξιδεύανε, οι ευρέως γνωστοί με το όνομα Κομπογιαννίτες. Αυτοί δεν είναι άξιοι τής ήδη επικρατούσας περιφρόνησης γι’ αυτούς διότι ως προς τη αγυρτεία ήτανε ταμίες, με λίγα λόγια, ιατρικών κατά παράδοση γνώσεων, οι οποίες ήτανε πολύ συνδεδεμένες με τη φύση τού τόπου και τα βότανα: «Δεν είναι τόσο κουτός ο Θεός, μου έλεγε ένας γέροντας, απόγονός τους πωλητής βοτάνων, να έχει τον πυρετό στην Αθήνα και το γιατρικό της στην Κίνα.»
Ο Κομπογιαννίτης περιφερότανε στους δρόμους σοβαρότατος, κρατώντας μικρό κιβώτιο γεμάτο με φάρμακα, ο δε βοηθός του (το κοπέλι) φώναζε «γιατρός! γιατρικά! βότανα για κάθε αρρώστια!».
Οι αρχαιότεροι κομπογιαννίτες φορούσαν αντεριά (σ.σ. μακρύ φόρεμα, μέχρι τον αστράγαλο, με μακριά μανίκια) και τζουμπέδες (σ.σ. είδος μακριού παλτού ή μπέρτας), τον χειμώνα από τσόχα και το καλοκαίρι από σαλί (σ.σ. σαλί < περσικό shãl: πολύ λεπτό, συνήθως μεταξωτό, ύφασμα.), φαρδύ ζωνάρι και καλπάκι (σ.σ. καπέλο σα σκούφος τούρκικης προέλευσης) ειδικού σχήματος∙ ο κόλπος τους (σ.σ. εννοεί την εσωτερική πτύχωση ενός ενδύματος, στο ύψος τής κοιλιάς) ήτανε πάντοτε φουσκωμένος, διότι μέσα του υπήρχε μεταλλικό κουτί γεμάτο με διάφορες αλοιφές∙ το παράδοξο είναι ότι στο κάλυμμα τού κουτιού αυτού υπήρχε συνήθως ο δικέφαλος αετός τού Βυζαντίου.
Υπήρχαν όμως και εγχώριοι (σ.σ. όταν εκδόθηκε η Ιστορία των Αθηνών, τού Δημήτρη Καμπούρογλου, τα σύνορα τού ελληνικού κράτους ήτανε νότια τού Ολύμπου) βοτανοπώλες, οι οποίοι προμηθεύονταν τα βότανα από τη μεγάλη φαρμακαποθήκη των Αθηνών, τον Υμηττό.
Αργότερα στο κεφάλι φέρανε τσόχινο κασκέτο, το οποίο μπροστά είχε το λεγόμενο κεραμίδι, το οποίο προεξείχε υπερβολικά και σκίαζε το πρόσωπο.
Οι κομπογιαννίτες κρατούσανε μεγάλη και χονδρή ράβδο, η οποία είχε στη λαβή ένα στρογγυλό και λευκό κόκκαλο, ή ανάγλυφο φίδι περιπλεγμένο σε όλο της το μήκος.
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα το κομπογιαννίτης παράγεται εκ του κομπόνω (απατώ)∙ τούτο αν και όχι τελείως απίθανο, δεν μπορεί κάποιος να το δεχθεί ως οριστικά σωστό. Σύμφωνα με τον ίδιο οι περισσότεροι ήταν από το Ζαγόρι, μιλούσανε μάλιστα, όποτε συνεννοούνταν με συνάδελφό τους, ή μάλλον με τούς βοηθούς τους, τα κορακίστικα, απελπίζοντας έτσι τον ασθενή, όπως τα σημερινά γαλλικά των γιατρών.
Στη διατριβή τού κ. Σάθα, σχετικά με τους έλληνες γιατρούς, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κλειώ» (σ.σ. εκδιδότανε στη Λειψία, στη Γερμανία), το 1883, στο οποίο αναφέρονται αρκετά για τους γιατρούς και τους κομπογιαννίτες επί Τουρκοκρατίας, σημειώνονται τα σχετικά με την κακή δίαιτα των τότε Ελλήνων, τα οποία εκτίθενται κάπως υπερβολικά, μάλιστα δεν εξαιρούνται οι μη ορεινές και πολυάνθρωπες ελληνικές πόλεις, στις οποίες οι άρχοντες αλλά και οι νοικοκυραίοι με παραπανίσια και παροιμιώδη φαγητά θα μπορούσε να πει κανείς τρεφόντουσαν, είχαν μάλιστα φαγητά τα οποία θα ζήλευε και ο τελειότερος σήμερα γαστρίμαργος.
Ο όρος Καλογιατρός και το είδος του, δεν ήτανε γνωστά στην Αθήνα.

17 Σεπτεμβρίου 2026

[στον Ακροκόρινθο, 16.09.2026]

O Ακροκόρινθος είναι ένας χαρακτηριστικής μορφής και σύστασης βράχος, που δεσπόζει τού νοτιοανατολικού Κορινθιακού κόλπου και των περί αυτόν ακτών αλλά και ενδότερων περιοχών, ο οποίος ανήκει στα μέρη για τα οποία με ενδιαφέρει οτιδήποτε σχετίζεται με αυτόν. Μαζί με την παρούσα έχουνε γίνει για τον Ακροκόρινθο, στο παρόν ιστολόγιο, 19 αναρτήσεις.
Στο παρόν ακολουθούνε λίγες εικόνες από το νοτιοδυτικό του τμήμα, μεταξύ τής βάσης τού απόκρημνου βράχου και προσβάσιμων, χωρίς καθαρή αναρρίχηση, σημείων του πάνω από την ανωτέρω βάση και το περιμετρικό μονοπάτι (σ.σ. το υπόψη μονοπάτι, το οποίο είχα διασχίσει πριν 5 χρόνια, ξεκινά από το χώρο πάρκινγκ δίπλα στο χώρο αναψυχής και δυστυχώς στα πρώτα του μέτρα έχει μετατραπεί σε σκουπιδότοπο ενώ παραδίπλα, 4-5 μέτρα όλα κι όλα, βρίσκονται κάδοι τού δήμου.).
Σκοπός δεν ήτανε να κάνω πεζοπορία αλλά να προσεγγίσω όσες καρστικές ή προϊόντα σεισμών σχισμές ή κοιλώματα μού ήταν εφικτό, από το περιμετρικό μονοπάτι, και να δω αν στο νοτιοδυτικό του άκρο, λίγο πάνω από τους πρόποδες τού βράχου, σε περιοχές που θα ήταν εφικτό, παλαιότερα, σε κάποια εκπαιδευμένη στρατιωτική μονάδα να σκαρφαλώσει, προσεγγίσει τα τείχη και επιχειρήσει να εισβάλει μέσα στο κάστρο, υπήρχαν αμυντικές οχυρώσεις. Από τη μία σε πολλά σημεία, γύρω – γύρω από το βράχο, σε επικίνδυνα για την ασφάλεια τού κάστρου, υπάρχουν ερείπια οχυρώσεων ή και τειχών (σ.σ. σχετικές εικόνες έχουνε παρουσιαστεί ανά καιρούς στο παρόν ιστολόγιο) από την άλλη στο νοτιοδυτικό άκρο τού βράχου δεν φαινόντουσαν από κάτω να υπάρχουνε.
-Ακολουθούν εικόνες από χαρακτηριστικές σχισμές στο βράχο, στην υπόψη περιοχή, και τη διαδρομή:































---


















---


























---


























---


























---




















Στην επόμενη, η προσέγγιση περιορίστηκε μέχρι λίγα μέτρα κάτω από τη σχισμή, διότι το ρήγμα – πέρασμα προς αυτήν ήτανε στενό και δεν ήταν εφικτό να το ανέβω. Ξεχωρίζουν οι επίπεδες μεριές τής υπόψη σχισμής.:

























-Συνέχισα λίγο ανατολικά, πάνω από το μονοπάτι, εκτός μονοπατιού σε σχετικά κακοτράχαλη περιοχή, και σύντομα πρόσεξα τα σπασμένα κεραμικά ανάμεσα στις πέτρες:
























Ήτανε σαφές ότι εκεί, προς τα πάνω, θα υπήρχανε παλαιότερα, στα χρόνια τής οθωμανικής κυριαρχίας, της ενετοκρατίας και ίσως παλαιότερα, οχυρώσεις, από τις οποίες σήμερα έχουνε μείνει ίχνη.
Ανεβαίνοντας λίγο, πάνω και αριστερά από τον κούκο, τον οποίο θα έχουνε τοποθετήσει ορειβάτες που ανεβαίνουν από εδώ στο κάστρο, συνάντησα αρκετά ίχνη, μη χαρτογραφημένα, κατά πάσα πιθανότητα μεσαιωνικών, κτισμάτων: πρόχειρων οχυρώσεων, ξερολιθιές – στηρίγματα μονοπατιών κ.λπ.: