17 Μαρτίου 2026

[στο όρος Κλωκός, 16.03.2026]

Εικόνες από το όρος Κλωκός είχανε παρουσιαστεί, στο παρόν ιστολόγιο, την 1η Αυγούστου 2024, αλλά τότε, ελέω ζέστης, είχα ανέβει και κατέβει το χωματόδρομο, από νοτιοανατολικά, από το ύψος τού Αχαϊκού Χωριού.
Το πρωινό τής 15ης Μάρτη 2026, με το Χρήστο Καραμήτσο, ακολουθήσαμε την κλασσική απαιτητική διαδρομή, από το χωριό Πτέρη ή Φτέρη (εφεξής Πτέρη) μέχρι την κορυφή, όπου υπάρχει το εκκλησάκι Παναγία Κλωκιώτισσα. Η διαδρομή δεν είναι εύκολη – σύμφωνα με το www.topoguide.gr είναι στην κατηγορία 3 (δύσκολη) – καθώς μετά την κεραία τής ΕΡΤ κινείται σε μονοπάτι, λίγο ως πολύ σαφές με διάσπαρτους κούκους, που ακολουθεί, με κάποιες αποκλίσεις, τη ράχη μέχρι την κορυφή, από τα 1.293 μ. υψ. στα 1.779 μ. υψ., με μέση κλίση γύρω στο 23 με 24% (ή 14μοίρες γωνία).
Η διαδρομή που ακολουθήσαμε έχει σημειωθεί στο χάρτη από το Google earth:
























Προτού τις εικόνες αξίζει να σημειωθούνε λίγα πράγματα για το μικρό όμορφο και ιδιαίτερα προσεγμένο χωριό, την Πτέρη.
Στην πετρόχτιστη πλατεία, ξεχωρίζει ένας μεγάλος πλάτανος, από το 1836, ενώ υπάρχει και ταβέρνα που λειτουργεί όλο το χρόνο.  
Στο χωριό βρίσκεται ο ιστορικός, ιδρύθηκε το 1904, περιβαλλοντολογικός σύλλογος «Φιλοδασικός Σύλλογος Φτέρης», ο οποίος συντηρεί και μικρό μουσείο για το δάσος.
Οι πλαγιές τού Κλωκού καλυπτόντουσαν με πυκνό ελατοδάσος, το οποίο χάθηκε την καταραμένη για την Πελοπόννησο χρονιά τού 2007.
Όπως μάθαμε από συζητήσεις στην ταβέρνα μ’ ένα δυο κατοίκους, τη φωτιά την είχε βάλει μια ηλικιωμένη, που έχει φύγει πια από τη ζωή, με ψυχολογικά προβλήματα, η οποία ζούσε στο χωριό, για να εκδικηθεί τούς συγχωριανούς της (σ.σ. αυτό βέβαια δεν ακυρώνει την αδυναμία των αρχών να τη σβήσουν έγκαιρα αφού αυτή είχε επεκταθεί και στο γειτονικό Ρούσκιο και παραπέρα προς Ακράτα) ενώ οι πιθανότητες αποκατάστασης τού ελατοδάσους ελαχιστοποιήθηκαν από έναν κτηνοτρόφο, τον οποίο έχουνε καταγγείλει, μάταια δυστυχώς, ότι παρά τη ρητή απαγόρευση βόσκησης τού κοπαδιού του, όπως και κάθε κοπαδιού, στις καμένες περιοχές, αυτός το κατευθύνει εκεί και τα ζωντανά τρώνε τις φύτρες των ελάτων μηδενίζοντας τις όποιες πιθανότητες να ξαναγεννηθεί (σ.σ. Το ελατοδάσος αναγεννιέται πάρα πολύ δύσκολα μετά από φωτιά, αλλά υπάρχουνε περιπτώσεις που οι ευρύτερες συνθήκες μιας περιοχής – όπως σε ορισμένα σημεία στον Κλωκό εν προκειμένω – επιτρέπουνε τη γρήγορα αναγέννησή του τοπικά και θέτουνε τις βάσεις για εξάπλωσή του στο μέλλον).

Ξεκινήσαμε από την πλατεία με τον πλάτανο…
























…και πήραμε το δρόμο (άσφαλτο) προς τα νότια. 
Στην επόμενη, μεταξύ άλλων, διακρίνεται ο ποταμός Κερυνίτης και στο βάθος, στη Στερεά Ελλάδα, ο χιονισμένος Παρνασσός.


















Λίγο μετά το νεκροταφείο στρίψαμε δεξιά, σχεδόν 180μοίρες, και πήραμε το χωματόδρομο μέχρι την κεραία της ΕΡΤ.
Στην πρώτη εικόνα, το χωριό Πτέρη από νότια.






















Από το ύψος τής κεραίας τής ΕΡΤ, ήδη η θέα προς τη ράχη που θα ανεβούμε, το Παναχαϊκό όρος, την Αιγιαλεία, απέναντι τις ακτές τής Στερεάς Ελλάδας (σ.σ. μάλιστα από τα δυτικά προς τα ανατολικά διακρίνονται στο βάθος και ο Τυμφρηστός ή Βελούχι Ευρυτανίας, τα Βαρδούσια όρη, ο Παρνασσός και  ο Ελικώνας) και το όρος Ρούσκιο ανατολικά αρχίζει να διαγράφεται πάρα πολύ όμορφη και σε προϊδεάζει για την κορυφή. 

Ανεβαίνοντας:

Στο βάθος αριστερά η Ζήρεια και στο κέντρο και δεξιά τα Αροάνια όρη.

























Στην κορυφή – σε κάποια ανήλιαγα σημεία κρατούσε και λίγο χιόνι – όπου η καλή ορατότητα επέτρεπε, εκτός των άλλων, τη θέα προς τους ορεινούς όγκους:
αφενός Τυμφρηστού, Βαρδουσίων ορέων, Γκιώνας, Παρνασσού και Ελικώνα στη Στερεά Ελλάδα
αφετέρου Παναχαϊκού όρους, Ερυμάνθου, Ταΰγετου, Μαίναλου, Χελμού ή Αροάνιων ορέων, Ζήρειας ή Κυλλήνης και Μαύρου όρους στην Πελοπόννησο.
Ήτοι τα επτά (7) βουνά τής ηπειρωτικής Ελλάδας, πάνω από τα 2.300 μ. υψ. (όλα τα ανωτέρω πλην Ερύμναθου, Παναχαϊκού, Ελικώνα, Μαίναλου και Μαύρου όρους) νότια τού Ολύμπου!


Ο Ερύμανθος.

Το Ρούσκιο με τις ανεμογεννήτριες.




























Επιστρέψαμε ακολουθώντας την αντίθετη πορεία, μόνο που φτάνοντας πάνω από το χωριό, πάνω από μια τσιμεντένια δεξαμενή νερού, κόψαμε δρόμο μέσ’ απ’ αυτό:

 

16 Μαρτίου 2026

Eis, Eden [Paul Celan]

Eis, Eden

Es ist ein Land Verloren,
da wächst ein Mond im Ried,
und das mit uns erfroren,
es glüht umher und sieht.
 
Es sieht, denn es hat Augen,
die helle Erden sind.
Die Nacht, die Nacht, die Laugen.
Es sieht, das Augenkind.
 
Es sieht, es sieht, wir sehen,
ich sehe dich, du siehst.
Das Eis wird auferstehen,
eh sich die Stunde schließt
 

Από την ποιητική συλλογή Atemwende (στα ελληνικά μεταφράστηκε ως «Καμπή Πνοής»), 1967

Η πρώτη μετάφραση στα αγγλικά, από τα γερμανικά, από: 
ενώ η δεύτερη μετάφραση από το αρχικό link:  
Για την απόδοση στα ελληνικά, προσπάθησα να συγκεράσω τις δύο αγγλικές μεταφράσεις.  


Ice, Eden

There is a Land that’s Lost,
Moon waxes in its Reeds,
and all that’s turned to frost
with us, burns there and sees.

It sees, for it has Eyes,
Earths they are, and bright.
Night, Night, Alkalis.
It sees, this Child of Sight.

It sees, it sees, we see,
I see you, you too see.
Ice will rise again before
This Hour shall cease to be.


Ice, Eden

This land is called Forsaken,
a moon grows in its trees;
and all the ice has taken –
it glows, like us, and sees.

It sees, with eyes far-reaching,
each one a shining earth. 
The night, the night, the leaching.
The eyechild's brought to birth.

It sees, our eyes reflected, 
I you, you me, here one.
The ice is resurrected
before the hour is done.


Πάγος, Εδέμ

Υπάρχει ένας Τόπος που ‘ναι Χαμένος,
Το Φεγγάρι μεγαλώνει στα Καλάμια του,
κι αυτό που σε πάγο έχει μετατραπεί
μαζί μας, λάμπει εκεί και βλέπει.

Βλέπει γιατί Μάτια έχει,
Όπως η Γη μας είναι, και φωτεινά,
Νύχτα, Νύχτα, Αλκαλική,
Βλέπει, το Παιδί τού Ματιού.

Βλέπει, βλέπει, βλέπουμε,
Εγώ βλέπω εσένα, εσύ βλέπεις.
Ο πάγος θα εγερθεί ξανά
Προτού την εσχάτη Ώρα.

15 Μαρτίου 2026

[στη Λιβαδόστρατα ή Λιβαδόστρα, 14.03.2026]

Ανατολικά, στις παρυφές του, του όρους Κορομπίλι, το οποίο βρίσκεται στα νοτιοανατολικά όρια τού νομού Βοιωτίας και δεσπόζει τού βορειοανατολικού Κορινθιακού κόλπου, βρίσκεται ο παραθαλάσσιος οικισμός Λιβαδόστρατα ή Λιβαδόστρα (από παραφθορά τού ονόματος «Riva d’ ostria», δηλαδή «Το πέρασμα του Λίβα», όπως την είχαν ονομάσει, γύρω στο 1.300 μ.Χ., οι Καταλανοί, όταν ήταν κύριοι τής Βοιωτίας) στον οποίο υπάρχουν ερείπια των τειχών, του 4ου π.Χ. αι., του επίνειου τής αρχαίας πόλης Θεσπιές και αργότερα τής αρχαίας Θήβας: της Κρεύσεως ή Κρεύσιδος, αλλά και ερείπια μεσαιωνικού φράγκικου Πύργου τού 14ου αι., στο ύψωμα Σίζι (λεπτομέρειες: kastra.eu.).
Στις πρώτες δύο εικόνες διακρίνονται το Κορομπίλι από βορειοανατολικά και η μικρή λεκάνη στην οποία βρίσκεται ο παραθαλάσσιος οικισμός Λιβαδόστρα.:






























Ακολουθούνε λίγες εικόνες από τους δύο ανωτέρω αρχαιολογικού χώρους:

Από τα αρχαία τείχη τής Κρεύσιδος ή Κρεύσεως:





































...και
Από το μεσαιωνικό Πύργο (σ.σ. οι 2η και 3η από το τέλος λήφθηκαν από το χώρο τού μικρού Ι.Ν. Αγ. Σπυρίδωνα):