Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jean moreas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα jean moreas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Ιουνίου 2021

Προς την Σελήνην [Jean Moréas]


ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΕΛΗΝΗΝ

Ενώ το άρμα της νυκτός ζοφώδες σκότος χύνει,
Ενώ συρίζει ο βορράς και η ανεμοζάλη,
Η πνευστιώσα λάμψις σου, παρθενική σελήνη,
Ωσεί ακτίς παρήγορος εκ των νεφών προβάλλει.

Ω! πόσον σε ηγάπησα εις ρέμβην αφειμένος
Υπό το φως σου το γλυκύ φαιδρόν παιδίον έτι,
Το μέγα σου μυστήριον εζήτουν εσκεμμένος,
Και ήσο συ η μόνη μου διηνεκής μελέτη.

Ποσάκις αθυμών μακράν ψυχής πεφιλημένης,
Και φέρων αιματόρρυτον το έλκος της οδύνης,
Σε είδον εις τα στήθη μου δειλή να καταβαίνεις, 
Και βάλσαμον λυσίπονον εκεί να μοι εγχύνης.

Και όταν, βλέπων όλους μου τους πόθους εσβεσμένους 
Εις την σκιάδα της νυκτός εζήτησα γαλήνην,
Υπό τους θολούς τ’ουρανού τους ερρυτιδωμένους, 
Σε μόνην εύρον σύντροφον εις της ζωής την δίνην.

Ωχρά καθώς η λάμψις σου, αλλ’ ως αυτή αιμύλη, 
H ύπαρξίς μου φθισιά εν μέσω της σκοτίας, 
Θάρρει, σελήνη, συμπαθής ποιητική μου φίλη,
Θα ευρεθή και δι’ ημάς σταγών ευδαιμονίας.

1871

06 Ιουνίου 2020

Stances - Poémes [Jean Moréas, μετ. ΦΚ]

Ι
Ne dites pas: la vie est un joyeux festin;
Ou c'est d'un esprit sot ou c'est d'une âme basse.
Surtout ne dites point : elle est malheur sans fin;
C'est d'un mauvais courage et qui trop tôt se lasse.

Riez comme au printemps s'agitent les rameaux,
Pleurez comme la bise ou le flot sur la grève,
Goûtez tous les plaisirs et souffrez tous les maux;
Et dites: c'est beaucoup et c'est l'ombre d'un rêve.

Le coq chante là-bas; un faible jour tranquille

Blanchit autour de moi;
Une dernière flamme aux portes de la ville

Brille au mur de l'octroi.

O mon second berceau,
Paris, tu dors encore

Quand je suis éveillé
Et que j'entends le pouls de mon grand cœur sonore

Sombre et dépareillé.

Que veut-il, que veut-il, ce cœur? malgré la cendre

Du temps, malgré les maux,
Pense-t-il reverdir, comme la tige tendre
Se couvre de rameaux?


Ι
Μη λέτε: είναι η ζωή συνέχεια πανηγύρι,
Ή πνεύμα επιπόλαιο, ασθενικής ψυχής.
Κυρίως μη λέτε: ατέλειωτο ότι είναι χαρακίρι.
Ισχνό είναι θάρρος και λειψό και σβήνει από νωρίς.

Γελάστε σαν στην άνοιξη, που τα κλαριά χορεύουν,
Κλάψτε όπως η αύρα ή η παλίρροια στο γιαλό.
Γευθείτε όλες τις χαρές ή ως τα δεινά παιδεύουν.
Πείτε: σκιά ονείρου είναι αυτό κι είναι πολύ παλιό.

Να, κάπου εκεί  κάτω λαλεί πάλι το κοκοράκι,
Μέρα χλωμή θαμπίζει και με πολιορκεί.
Μια φλόγα  στης πόλης τις πύλες  λάμπει λιγάκι

Στο τείχος του χαρατσιού ή κάπου εκεί.

Ω δεύτερη μου κούνια,
Παρίσι, ακόμη κοιμάσαι

Σαν ξύπνησα κι ακούω
Τους χτύπους της καρδιάς.
Καρδιά ηχηρή, μεγάλη,
Ακόμα με θυμάσαι;

Ή πας και λες, πως είσαι,
Φάλτσο της σκοτεινιάς.

Μα τι στ’ αλήθεια θέλει, 
Τούτη η φτωχή καρδιά μου;

Παρά τη στάχτη του χρόνου,
Παρά τα τόσα δεινά
Θέλει να πρασινίσει ξανά, 
Σαν το κοτσάνι της άμμου
Τί τρυφερό που είναι
Και το σκεπάζουν κλαριά;



ΙΙ
Quand reviendra l'automne avec les feuilles mortes
Qui couvriront l'étang du moulin ruiné,
Quand le vent remplira le trou béant des portes
Et l'inutile espace où la meule a tourné,

Je veux aller encor l'asseoir sur cette borne,
Contre le mur tissé d'un vieux lierre vermeil,
Et regarder longtemps dans l'eau glacée et morne
S'éteindre mon image et le pâle soleil.

ΙΙ
Σαν θάρθει το φθινόπωρο με τα νεκρά τα φύλλα,
Που  ο βάλτος του νερόμυλου γεμάτος είν’ απ’ αυτά,
Ερείπια, πέτρες και νερά, τις τρύπες του περνάνε,
Στις πόρτες οπού χάσκουνε, κι ο αγέρας φυσά δυνατά
Στο μέρος, που οι μυλόπετρες κάπου εκεί γυρνάνε,

Θέλω να πάω να ξαπλωθώ ξανά μέσα στις πέτρες,
Όπου ο τοίχος πλέκεται στον πορφυρό κισσό,
Παλιός κισσός κι εγώ παλιός για χρόνια να ατενίζω
Μες στο νερό το παγερό, το θλιβερό νερό
Να σβήνω τη μορφή μου και τη μορφή την κάτωχρη
Του παγωμένου ήλιου πάλι να χαιρετίζω.



ΙΙΙ
Les roses que j'aimais s'effeuillent chaque jour;
Toute saison n'est pas aux blondes pousses neuves;
Le zéphyr a soufflé trop longtemps; c'est le tour
Du cruel aquilon qui condense les fleuves.

Vous faut-il Allégresse, enfler ainsi la voix,
Et ne savez-vous point que c'est grande folie,
Quand vous venez sans cause agacer sous mes doigts
Une corde vouée à la mélancolie?


ΙΙΙ
Τα ρόδα που αγαπούσα μαδούσαν κάθε μέρα.
Δεν έχει πάντα ο καιρός ξανθούς, φρέσκους βλαστούς.
Πολύ καιρό ο ζέφυρος φυσούσε, κάπου εκεί στην ξέρα 
Που σμίγει τα ποτάμια μ’ άγριους χαρταετούς, 

Σας πρέπει μήπως η Χαρά, που τη φωνή φουσκώνει,
Και δεν το ξέρετε πια εσείς, πόσο που είναι τρελή,
Που αναίτια πειράζετε κάτω απ’ τα δάχτυλά μου
Πόσο που είναι μια χορδή στη μελαγχολία πιστή;

14 Απριλίου 2020

Autrefois je tirais...Jean Moreas, μετ. ΦΚ]

Jean Moreas, Autrefois je tirais...
Recueil : Enone au Clair visage

Ζαν Μορεας, Άλλοτε έπαιζα...
Συλλογή: Οινώνη, με το φωτεινό πρόσωπο
(Είναι η Αίγινα, αρχαία θεότητα, Ναϊάδα, ερωμένη του Δία).

Άλλοτε έπαιζα στους απαλούς αυλούς μου
Λογιών - λογιών ρυθμούς, που αρέσαν στους βοσκούς,
Διεγείροντας την προσοχή κυρίως στους δικούς μου
Ακροατές. Μα να ο ψαράς, τάχα απ' αυτούς ρίχνει τα δίχτυα του
Βαριά, κάπου στο πέλαγο μακριά κι άλλος στον αέρα
Αόρατη παγίδα στήνει, και να που μέσα στα λιβάδια εκείνοι,
Οι άλλοι με τις βουκέντρες τους τα βόδια
Στων αυλακιών τις γούβες και στη δίνη
Σπρώχνουν να οργώσουνε το χώμα τους βαθιά.

Ο ίδιος, τότε, ο Πρίαπος, στων περβολιών την εμπασιά
Μοιάζει να με ενθαρρύνει. Ναι, θεός αυτός των ξωτικών,
Στο ξύλο χαραγμένος, με ζέση περισσή σ' αυτό με παρεκίνη.
Τώρα πια, αλλοίμονο! με τον αυλό μου δεν μπορώ
Τη ζήση να χαρώ. Καρδιά μου εσύ ταλαίπωρη  από φόβο και καημό.

Αντίο, καλαμιές, παλιές μου φίλες, που οι παλάμες μου
Ξέρουν να ενοχλούν, πρώτα από όλες μόνο εσάς!
Πάνω σας θέλω να σκαλίσω το μίσχο του λωτού
Και να σιγήσω με το λουλούδι του την πείνα και τον πόνο,
Πίνοντας τον αρχαίο κυκεώνα, που βρέθηκα ο πλάνος
Στον αφρισμένο Ποσειδώνα, κι έτσι πατρίδα και θεούς
Πια να ξεχάσω. Τότε αυλέ μου θα φυσήξω, ώσπου 
Με την ανάσα μου ίσως τον πόνο μου να σβήσω.


Autrefois je tirai...

Autrefois je tirais de mes flûtes légères
Des fredons variés qui plaisaient aux bergères
Et rendaient attentifs celui qui dans la mer
Jette ses lourds filets et celui qui en l'air
Dresse un piège invisible et ceux qui d'aiguillons
Poussent parmi les champs les boeufs creuse-sillons.
Priape même, alors, sur le seuil d'un verger,
En bois dur figuré, semblait m'encourager.
Ma flûte ne sait plus, hélas ! me réjouir,
Mon coeur est travaillé de crainte et de désir.

Adieu, roseaux amis que savait pertuiser,
Pour être les premiers, ma main ! je veux creuser
La tige du lotus ; s'il est vrai que sa fleur,
En apaisant la faim, apaise la douleur
Et fait à l'homme errant sur Neptune écumeux
Oublier sa patrie et ses antiques dieux ;
Lorsque j'y soufflerai, avecque mon haleine

Peut-être envolera ma peine.

20 Ιουλίου 2019

Le Cap Sunium [Jean Moréas, μετ. ΦΚ]


LE CAP SUNIUM

Sunium, Sunium, sublime promontoire
Sous le ciel le plus beau,
De l’âme et de l’esprit, de toute humaine gloire
Le berceau, le tombeau;

Jadis, bien jeune encor, lorsque le jour splendide
Sort de l’ombre vainqueur,
Ton image a blessé, comme d’un trait rapide,
Les forces de mon Cœur.

Ah! Qu’il saigne, ce coeur! et toi, mortelle vue
Garde toujours doublé,
au-dessus d’une mer azurée et chenue,
un temple mutilé. 


ΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ ΣΟΥΝΙΟ

Σούνιο, Σούνιο, θεσπέσιο ακρωτήρι,
κάτω απ' τον πιο όμορφο ουρανό,
του πνεύματος και της ψυχής το κοιμητήρι
και λίκνο κάθε δόξας για τον κοινό θνητό.

Στην πρώτη νιότη μου άλλοτε, σαν η ολόφωτη μέρα
νικούσε κάθε σκοτεινή σκιά,
η εικόνα σου γοργά σαν τον αγέρα
πλήγωνε τη λεπτή μου την καρδιά.

Τούτη η καρδιά, αχ! πώς ματώνει και συ, όψη φθαρτή,
κράτησε για παντοτινά το πέρασμά σου
πάνω απ' τη θάλασσα γκρίζα και γαλανή,
κι είν' ο ερειπωμένος ναός τ' ανάστημά σου.


Από τη συλλογή "Les Stances" (Οι Στροφές)

07 Μαΐου 2017

Οι Τάφοι [Ζαν Μορεάς (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος)]


Οι Τάφοι.
Παρά τον κόλπον της Γενούης

Μόλις εν νέφος κυανούν το βλέμμα διακρίνει
Να στίζει του ορίζοντος ακτήν μεμακρυσμένην,
Σαπφείου κύμα μυστικούς ψιθυρισμούς αφήνει,
Και έρχεται να συντριβεί εις πέτραν μαυρισμένην.

Αφθόνως εις τους πρόποδας μακράς γραμμής ορέων,
Τάπης μυρσίνης και ροδής το έδαφος στολίζει,
Και ζέφυρος από της γης του Λαμαρτίνου πνέων,
Της πεύκης της Ιταλικής την κορυφήν λικνίζει.

Και όταν σχίζει πένθιμος η Φοίβη τας σκοτίας,
Όπου των βράχων η μακρά γωνία καταβαίνει,
Το φως της το αμφίβολον μετά μελαγχολίας,
Εις μάρμαρα και εις σταυρούς μνημείων ολισθαίνει.

Τι είσθε σεις, ω άγνωστοι νεκροί, την ευτυχίαν
Εδέχθειτε ως έπαθλον τών επί της γης αγώνων,
Ή μη ωχροί κατάδικοι, με πάσχουσαν καρδίαν,
Εδώ ανεζητήσατε ανάπαυλαν των πόνων;

Και τώρα τι εγίνατε, εσίγησαν οι στόνοι;
Είν’ ελευθέρα η ψυχή εντός των Ηλυσίων;
Μη είσθε τ’ άνθη των αγρών, αυτή η ανεμώνη
Ήτις βλαστάνει πένθιμος της λάρνακος πλησίον;

Πλην άφες λύρα, τους νεκρούς, κοιμώνται εν ειρήνη·
Εάν ο χους δεν έγινε πυλών αθανασίας,
Αν εις σκορίον η ψυχή τας πτέρυγας αφήνει,
Εκεί το κύμα έσπασε της λύπης, της πικρίας.

Κοιμώνται· είναι σκοτεινή πλην ελαφρά η κλίνη,
Και μόνον υπό των πεύκων τας δροσεράς θολίας,
Ο πλάνης, τ’ όνομα τινός ζητών να διακρίνει,
Ξέει την κόνιν των πετρών μετ’ αδιαφορίας.

Κοιμώνται· φύεται χλωρόν το κλήμα εις το χώμα,
Και όταν έλθει ο χειμών μετά τριγμού αγρίου,
Εις τας ερήμους πλάκας των, εις χιονώδες στρώμα,
Λεπτά τα ίχνη φαίνονται γυμνόποδος παιδίου.

Και όταν πάλι μαύρη νυξ την κόμην της σκορπίζει,
Ως φόρον εις του λύχνου των την αμυδράν ακτίνα,
Ο αλιεύς μ’ εν άσμα του γλυκύ τους βαυκαλίζει,
Προσπλέων τα απότομα παράλια εκείνα.

(1872)

05 Απριλίου 2017

Πάρνη, Υμηττέ περήφανε ... [Ζαν Μορεάς (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος)]


Πάρνη, Υμηττέ περήφανε, που διώχνεις τα σκοτάδια
κρατώντας στις ροδοπλαγιές της μέρας τη λαμπράδα,
δέντρα, βουνά κι ορίζοντες, ωραίοι γιαλοί, ρημάδια,
πιότερο σας αγάπησα τώρα που σας ξανάδα.


Από την ενότητα ποιημάτων "Αττική" της σειράς "Στροφές".
Υπάρχει στην "Ανθολογία Γαλλικής ποίησης" του Γιώργου Σημηριώτη





















Ευχαριστώ τον φίλο ποιητή Ντέμη Κωνσταντινίδη που μου έστειλε το ποίημα και τις πληροφορίες.