Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιάννης γρυπάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γιάννης γρυπάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Μαΐου 2019

Το ωραίο νησί [Γιάννης Γρυπάρης]


TO ΩPAIO ΝΗΣΙ

Το ωραίο νησί, που ο πόθος του με ανάβει, 
φαντάζομαι πως φεύγει κι αρμενίζει· 
σαν πλώρες στον αφρό σκιρτούνε οι κάβοι 
στων δέντρων τους ιστούς ο αγέρας τρίζει.

Το δρόμο που ξεκίνησε δεν παύει, 
κι αν ούτε πάει εμπρός ούτε ποδίζει, 
μα πάντα σαν ορθόπλωρο καράβι 
δίχως εμέ του Αιγαίου το κύμα σχίζει.

Δίχως εμέ! και μέσα τη χαρά μου 
σα νύφη από τα στέφανα του γάμου
πήρε το πλοίο και πάει και δε γυρνά,

Ενώ απ’ το βράχο, που έρημο και μόνο 
μ’ έριξε η μοίρα, βλέπω να περνά 
και μ’ άκρη απελπισιά τα χέρια απλώνω.

04 Αυγούστου 2012

Sonneto [Γιάννης Γρυπάρης]


Sonneto


Μια ζευγαριά αν είχα γη, σε πλαγί ή σε λαγκάδι
και μια σταλαματιά νερό ανάβρυσ' ή πηγάδι
ένα δεντρό θα φύτευα, λεύκη, ελιά ή ετιά
και μια καλύβα θάχτιζα με πέτρα ή καλαμιά.


Θάχε το δέντρο μια φωλιά, απ' άχερο ή χνούδι
και σπίνος μέσα ή κότσυφας γλυκά θα μου ετραγούδει.
Θάχε η καλύβα μου κουνιά, ψάθα ή κρεβάτι
για ένα παιδί με καστανό, μαύρο ή γαλάζιο μάτι.


Μια ζευγαριά με φτάνει γη˙ και για να την μετρήσω,
εμπρός στον ήλιο της αυγής την ώρα όπου βγαίνει
το πιο όμορφο παιδί της γης ολόρθο θε να στήσω.


"Όσο μακριάν ο ίσκιος σου στη λαγκαδιά πηγαίνει
τόσο ας βαστούν τα σύνορα και τα δικά μου μέρη.
Γιατί όνειρο είναι το καλό, που δεν το φτάνει χέρι".

07 Αυγούστου 2011

Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου [Γιάννης Γρυπάρης]



Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου


Σούγραφε ροδοθάνατον η τριμερούσω η μοίρα!
Πε το στερνό τραγούδι σου, αγλύκαντη καρδιά,
κι όλο ανεβαίνει ακράτητα η μυστικιά η πλημμύρα
που αφρίζει με ροδόφυλλα και πνίγει μ’ ευωδιά.

Ποιος σε είπε νεκροθάλασσα, ατάραγη και στείρα,
κύμα που σώνεται κρυφό στην άκαρπη αμμουδιά;
Και συ ΄σαι - στρώμα ενός φτωχού μιανής νυχτιάς πορφύρα,
για τη ζωή μου ολάκερη μια ερωτική βραδιά.

Ήρθε η αράθυμη ψυχή σ’ ακρογιαλιά κι εστάθη,
όπου φεγγάρι απόκρυφο τραβάει φυσονεριά
και την ξεσέρνει, ανίδεη, στης θάλασσας τα βάθη.

Μα δε σου βαρυγνώμησεν, Αγάπη, ουδ’ εκεί κάτου,
κι αν στην καρδιά της σκόρπισες με τόση απλοχεριά,
τα ρόδα του Ηλιογάβαλου, τα ρόδα του Θανάτου!