Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα t.s. eliot. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα t.s. eliot. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Ιανουαρίου 2023

Το πρώτο ποίημα από το East Coker τού Τ.S. Eliot σε μετ. Γιάννη Υφαντή.

East Coker

I

Στην αρχή μου είναι το τέλος μου. Στη σειρά
Σπίτια σηκώνονται και πέφτουν, θρυματίζονται, επεκτείνονται,
Μετακινούνται, καταστρέφονται, ανακτίζονται ή στη θέση τους
Είναι έν’ ανοιχτό χωράφι, ή μια φάμπρικα, ή μια διάβαση.
Πέτρα παλιά σε κτίριο νέο, ξύλο παλιό σε νέες φωτιές
Παλιές φωτιές σε στάχτες κ’ οι στάχτες προς τη γη
Που είναι ήδη σάρκα, προβιά και κόπρανα,
Κόκκαλο από άνθρωπο και χτήνος, καλαμποκιά και φύλλο.
Σπίτια ζουν και πεθαίνουν: είναι ένας καιρός για χτίσιμο
Καιρός ζωής καιρός παραγωγής,
Καιρός να σπάσει ο άνεμος το τζάμι που χαλάρωσε
Να τρανταχτεί το φάτνωμα εκεί, όπου ο αρουραίος τριποδίζει
Και να σειστεί ο κουρελιασμένος τάπητας
             Που ‘χ’ υφανθεί με σιωπηλό ένα ρητό.

Στην αρχή μου είναι το τέλος μον. Τώρα το φως πέφτει
Στο πλάτος του ανοιχτού αγρού, αφήνοντας, το βαθύ δρόμο
Κλεισμένο από βάντες σκοτεινό στο απόγιομα,
Όπου ακουμπάς στον όχτο σαν περνά ένα φορτηγό
Κι ο δρόμος επιμένει στην κατεύθυνση
Προς το χωριό, στην ηλεκτρική θέρμη
Υπνωτισμένο. Το φως πνιχτό στη χλια ομίχλη απορροφήθηκε
Δίχως να επιστραφεί απ’ τη γκρίζα πέτρα.
Ο ύπνος της ντάλιας στην άδεια σιωπή.
Περίμενε την πρώιμη κουκουβάγια.

Αν δεν πλησιάσεις πολύ, αν δεν πλησιάσεις πολύ
Μπορείς κάποια μεσάνυχτα του θέρους, ν’ ακούσεις
Τη μουσική, του σιγανού αυλού και του μικρού ταμπούρλου
Και να τους δεις που να χορεύουν γύρω απ’ τη φωτιά
Την τελετουργική. Του άντρα και της γυναίκας η συνάφεια
Μες το χορό, δηλώνοντας συντροφικότητα —
Ένα μυστήριο αξιόπρεπο κι αρμόζον.
Δύο και δύο, σύζευξη αναγκαία
Πιασμένοι από τα χέρια ή τα μπράτσα
Που ‘ναι ενδεικτικό της συμφωνίας. Γύρω και γύρω απ’ τη φωτιά
Πηδώντας μες τις φλόγες ή πιασμένοι κύκλο,
Χοντρόπρεπα σεμνοί μ’ αγροίκο γέλιο, σηκώνοντας
Βαριά ποδάρια σε ποδήματα τραχιά,
Ποδάρια από γη, από χώμα παχύ,
Στης εξοχής το γλέντι σηκωμένα,
Γλέντι από κείνους που όταν μακριά κάτω απ’ τη γη
Θρέφαν το αραβοσίτι. Προσέχοντας το χρόνο
Κρατώντας το ρυθμό μες το χορό τους
Όπως και στη ζωή τους μες τις ζώσες εποχές
Μες τον καιρό των εποχών και των αστερισμών
Μες τον καιρό του θέρου και του αρμέγματος
Καιρό του ζευγαρώματος του άντρα και της γυναίκας
Και κείνου των χτηνών. Πόδια σηκώνονται και πέφτουν
Τρώγοντας, πίνοντας. Κοπριά και θάνατος.

Φαίνεται η αυγή και μι' άλλη μέρα
Τοιμάζει για ζέστα και για σιωπή.
Έξω στη θάλασσα ο αγέρας της αυγής
Ζαρώνει και γλιστρά. Εγώ είμ’ εδώ
Ή εκεί ή αλλού. Στην αρχή μου.


23 Απριλίου 2020

The Burial of the Dead [T.S. Eliot, μετ. ΦΚ]

Η ΤΑΦΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

  Ο πιο αντίξοος μήνας είν’ ο Απρίλης, βλασταίνουν 
Πασχαλιές μέσα απ’ τα σάπια χώματα, ταιριάζοντας
Τη μνημοσύνη και τον καημό, αναδεύοντας
Ρίζες αργές με τη βροχή της άνοιξης.
Μας ζέσταινε ο κρύος χειμώνας σκεπάζοντας
Το έδαφος με το ξεχασιάρικο χιόνι, ταΐζοντας
Μικρές ζωές με τους ξερούς βολβούς.
Το καλοκαίρι μάς κατέπληξε, διαβαίνοντας
Πάνω απ’ τη λίμνη του Σταρνμπέργκερ
Μ’ ένα καταιγισμό βροχής. Σταθήκαμε στο περιστύλιο
Και βγήκαμε στο φως του ήλιου, στον κήπο του Χοφγκάρτεν,
Πίνοντας τον καφέ μας, μιλώντας κάπου για μιαν ώρα.
«Δεν είμαι εγώ Ρωσίδα, απ’ την Λιθουανία κατάγομαι,
Γνήσια Γερμανίδα. Σαν είμαστε παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέλφου μου, κι εκείνος με πήρε βόλτα με το έλκηθρο.
Κι εγώ τα χρειάστηκα. Είπε, Μαρία,
Μαρία, γερά κρατήσου. Τότε το έλκηθρο γλίστρησε στο χιόνι
Και πήραμε γοργά να κατεβαίνουμε ως κάτω.
Ω, στα βουνά, εκεί στ’ αλήθεια είν’ η λευτεριά.
Τη νύχτα πάντα μελετάω και πάω στο νότο το χειμώνα».

  Ποιες είναι τούτες  οι ρίζες που σφύζουν και ποια κλωνάρια 
Μεγαλώνουν από τα πέτρινα αυτά σκουπίδια; Υιέ του Ανθρώπου,
Για να μιλήσεις δεν μπορείς, ούτε για να μαντέψεις, αφού 
Ό,τι ξέρεις είναι μονάχα ένας σωρός ραγισμένων εικόνων, που
Ο ήλιος τις χτυπάει, και το ξεραμένο δέντρο δε δίνει
Καταφύγιο σε κανέναν, ο γρύλλος καμμιά ανακούφιση,
Και το ξερό λιθάρι κανέναν ήχο του νερού. Μονάχα
Στέκει μια σκιά κάτω από κείνο τον κόκκινο βράχο
(Έλα και συ μες τη σκιά κείνου του κόκκινου βράχου)
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό κι από τα δυο,
Τη σκιά σου το πρωί, που τρέχει πίσω σου
Ή τη σκιά σου το απόβραδο που υψώνεται για να σε συναντήσει.
Θα σου δείξω το φόβο σε μια χούφτα σκόνη.
             Αέρας δροσερός φυσάει
             Προς την πατρίδα
             Παιδί μου Ιρλανδέ,
             Πού μένεις;
             Και ποιο είναι το κατάλυμά σου;
«Μού έδωσες υάκινθους πρώτη φορά τον περασμένο χρόνο.
Με λένε κόρη του υάκινθου».
«Ακόμη κι όταν γυρίσαμε, αργά, από τον κήπο με τους υάκινθους,
Με την αγκάλη σου γεμάτη  και τα μαλλιά σου υγρά,
Δεν μπορούσα να μιλήσω, τα μάτια μου δεν έβλεπαν, δεν ήμουν
Μήτε ζωντανός, μήτε και πεθαμένος, και τίποτα δεν ήξερα,
Κοιτάζοντας την καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Έρημη κι άδεια η θάλασσα.

  Η Μαντάμ Σέσωστρις, περίφημη οραματίστρια,
Είχε αρπάξει κρύωμα, κι εντούτοις
Είναι γνωστή σαν η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια φθαρμένη τράπουλα. Εδώ, είπε, 
Αυτό είναι το φύλλο σου, ο πνιγμένος Ναυτικός απ’ τη Φοινίκη,
(Εκείνα τα μαργαριτάρια είναι τα μάτια του. Κοίτα!)
Εδώ είν’ η Μπελλαντόνα, η Κυρά των Βράχων,
Η κυρά των περιστάσεων.
Εδώ είναι ο ρήγας με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορος, κι αυτό το φύλλο,
Που είναι άγραφο, είναι αυτό το κάτι που κουβαλάει στην πλάτη του,
Που δεν μου επιτρέπεται να δω. Δεν βρισκω
Τον κρεμασμένο. Να φοβάσαι το θάνατο στα νερά.
Βλέπω τα πλήθη των ανθρώπων, να κάνουν κύκλο γύρω από ένα δαχτυλίδι.
Ευχαριστώ. Αν δείτε την αγαπητή κυρία Έκουιτον,
Πείτε της να φέρει το ωροσκόπιο σε μένα:
Πρέπει κανείς να είναι πολύ προσεκτικός στις μέρες μας.

  Πόλη ανύπαρκτη,
Κάτω απ’ την καφετιά ομίχλη μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Το πλήθος περνούσε τη Γέφυρα του Λονδίνου, κι ήταν πολλοί,
Δεν το είχα φανταστεί, ότι ο θάνατος θα έπαιρνε μαζί του τόσους πολλούς.
Αναστεναγμοί, σύντομοι κι αραιοί, βγαίναν από όλους
Κι ο καθένας κάρφωνε το βλέμμα του μπρος τα πέλματά του.
Περνούσαν πάνω από το λόφο κι ύστερα
Κατέβαιναν την οδό του Βασιλέα Γουλιέλμου,
Όπου η Αγία Μαρία Γούλνοθ κρατούσε τις ώρες 
Μ’ έναν ήχο νεκρό στον τελευταίο χτύπο των εννέα.
Τότε είδα κάποιο γνωστό, και τον σταμάτησα, φωνάζοντάς του «Στέτσον!
Εσύ, που ήσουνα μαζί μου στους Μύλους στα καράβια!
Αυτό το κουφάρι που φύτεψες πέρσι στον κήπο σου,
Έχει αρχίσει να βλασταίνει; Θα ανθίσει εφέτος;
Ή μήπως και το πάγωσε ο φετινός αιφνίδιος παγετός;»

» Ω! κράτα το σκύλο μακριά, γιατί είναι φίλος των ανθρώπων.
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι!
Εσύ! Υποκριτή αναγνώστη! - Όμοιέ μου, - αδερφέ μου!»



THE BURIAL OF THE DEAD

 April is the cruellest month, breeding
Lilacs out of the dead land, mixing
Memory and desire, stirring
Dull roots with spring rain.
Winter kept us warm, covering
Earth in forgetful snow, feeding
A little life with dried tubers.
Summer surprised us, coming over the Starnbergersee
With a shower of rain; we stopped in the colonnade,
And went on in sunlight, into the Hofgarten,
And drank coffee, and talked for an hour.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
And when we were children, staying at the arch-duke’s,
My cousin’s, he took me out on a sled,
And I was frightened. He said, Marie,
Marie, hold on tight. And down we went.
In the mountains, there you feel free.
I read, much of the night, and go south in the winter.

  What are the roots that clutch, what branches grow
Out of this stony rubbish? Son of man,
You cannot say, or guess, for you know only
A heap of broken images, where the sun beats,
And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief,
And the dry stone no sound of water. Only
There is shadow under this red rock,
(Come in under the shadow of this red rock),
And I will show you something different from either
Your shadow at morning striding behind you
Or your shadow at evening rising to meet you;
I will show you fear in a handful of dust.
                      Frisch weht der Wind
                      Der Heimat zu
                      Mein Irisch Kind,
                      Wo weilest du?
“You gave me hyacinths first a year ago;
“They called me the hyacinth girl.”
—Yet when we came back, late, from the Hyacinth garden,
Your arms full, and your hair wet, I could not
Speak, and my eyes failed, I was neither
Living nor dead, and I knew nothing,
Looking into the heart of light, the silence.
Oed’ und leer das Meer.

  Madame Sosostris, famous clairvoyante,
Had a bad cold, nevertheless
Is known to be the wisest woman in Europe,
With a wicked pack of cards. Here, said she,
Is your card, the drowned Phoenician Sailor,
(Those are pearls that were his eyes. Look!)
Here is Belladonna, the Lady of the Rocks,
The lady of situations.
Here is the man with three staves, and here the Wheel,
And here is the one-eyed merchant, and this card,
Which is blank, is something he carries on his back,
Which I am forbidden to see. I do not find
The Hanged Man. Fear death by water.
I see crowds of people, walking round in a ring.
Thank you. If you see dear Mrs. Equitone,
Tell her I bring the horoscope myself:
One must be so careful these days.

  Unreal City,
Under the brown fog of a winter dawn,
A crowd flowed over London Bridge, so many,
I had not thought death had undone so many.
Sighs, short and infrequent, were exhaled,
And each man fixed his eyes before his feet.
Flowed up the hill and down King William Street,
To where Saint Mary Woolnoth kept the hours
With a dead sound on the final stroke of nine.
There I saw one I knew, and stopped him, crying: “Stetson!
“You who were with me in the ships at Mylae!
“That corpse you planted last year in your garden,
“Has it begun to sprout? Will it bloom this year?
“Or has the sudden frost disturbed its bed?
“Oh keep the Dog far hence, that’s friend to men,
“Or with his nails he’ll dig it up again!
“You! hypocrite lecteur!—mon semblable,—mon frère!”

Πηγή πρωτότυπου: poetryfoundation.org/the-waste-land.

02 Απριλίου 2016

Οι κούφιοι ανθρώποι [T.S. Elliot, μετ. Γιώργος Σεφέρης]


Οι κούφιοι άνθρωποι.

"Κύριο Κουρτς - πέθανε"

Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάη

Α'


Είμαστε οι κούφιοι ανθρώποι

Είμαστε οι παραγεμισμένοι ανθρώποι
Που σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ’ άχερα γεμάτα, αλίμονο!
Οι στεγνές μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες και ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μες στο ξερό μας το κελάρι

Μορφή χωρίς σχήμα,

Σκιά  δίχως χρώμα,
Παραλυμένη Δύναμη 
Γνέψιμο χωρίς κίνηση

Εκείνοι που ταξίδεψαν

Με  ίσιες ματιές στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται - α! θυμούνται -
όχι σα να ‘μαστε χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Οι κούφιοι ανθρώποι
Οι παραγεμισμένοι ανθρώποι

Β'


Μάτια που δεν μπορώ 

ν' αντικρίσω στα όνειρα 
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Αυτά δεν φανερώνονται:
Εκεί, τα μάτια είναι
Ήλιος σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σείεται
Και οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιο απόμακρες… πιο επίσημες
Από τ’ άστρο που σβήνει

Ας μην έρθω κοντύτερα

Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί,
σταυρωτά ραβδιά
Σ’ ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα -

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα

στη δειλινή βασιλεία

Γ'


Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα 

Τούτη είναι του κάκτου  η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχονται
Την ικεσία του χεριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει

Έτσι είναι τα πράγματα

Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη 
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα

Δ'


Δεν είναι εδώ τα μάτια

Εδώ δεν είναι μάτια
Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν
Στο κούφιο αυτό λαγκάδι
Τούτη η σπασμένη σιαγών 
απ’ τις χαμένες βασιλείες μας

Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα

Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη 
του φουσκωμένου ποταμού

Χωρίς βλέμμα, εκτός 

Αν ξαναφανούν τα μάτια 
Σαν τ’ άστρο το αιώνιο 
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου 
Η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων 

Ε'


Γύρω-γύρω όλοι

Στη μέση το Φραγκόσυκο
Φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή

Ανάμεσα στην ιδέα

Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στη πράξη
Η Σκιά πέφτει

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία


Ανάμεσα στη Σύλληψη

Και της δημιουργίας
Ανάμεσα στη Συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σκιά πέφτει

Η ζωή είναι μακριά πολύ


Ανάμεσα στον πόθο 

και στον σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σκιά πέφτει

Ότι Σου εστίν η Βασιλεία


Ότι Σου εστίν

Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η…

Έτσι τελειώνει ο κόσμος

Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν βρόντο 
μα μ’ ένα λυγμό