Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έλλη νεζερίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έλλη νεζερίτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιουλίου 2023

Εν ονόματι τινός [Έλλη Νεζερίτη]


Εν ονόματι τινός.

Υπάρχουν φορές
που αισθάνομαι κουρασμένη
να διανύσω
όλην αυτή την απόσταση
στο χώρο και στο χρόνο
για να φτάσω
ως το πνιγμένο στους κισσούς
καλύβι του Καρλ Χανς
του ξυλοκόπου.
Όμως
παίρνω το δρόμο και πηγαίνω.
Είμαστε φίλοι πολύ,
τον αγαπάω και μ αγαπάει.
Έχει γεννηθεί
την ίδια μέρα με τον Λούθηρο
και κατά σύμπτωση
στην ίδια περιοχή.
*Πιστεύεις στο θεό; τον ρώτησα ένα βράδυ.
*Πιστεύω, μου απαντάει.
*Έτυχε να τον δεις καμιά φορά;
*Το βρίσκεις να χρειάζεται;
*Κι ούτε τον άκουσες ποτέ;
*Ούτε κι αυτό χρειάζεται, και κόβοντας
ένα κλαρί μυρτιάς, μου το πετάει.
*Τότε;
*Έλα μαζί μου.
*Θα τον δω;
*Πρόσεχε μην  πατάς τις κρατερέλες . . .
*Θα τον δούμε;
*Τις υπολόμες πατάς. Πρόσεχε μην τις πατάς. . .
*Θα μου πεις αν θα τον δούμε;
*Δεν μπορείς να μην πατάς;
*Γιατί δεν μου απαντάς;
*Δεν μπορείς να πετάς; Ελεύθερη, δεν μπορείς 
να νοιώσεις;
*Καρλ Χανς!
*Προχώρει!
*Το χέρι μου γιατί το άφησες;
*Είναι βαρύ προχώρει.
*Και τα γεράκια που έφυγαν από τους ώμους σου
κι υψώθηκαν πάνω απ τις κορφές των κέδρων
κατά που πάνε;
*Ακολουθώντας τα θα βγεις στη δημοσιά.
*Θα τον δω;
*Δεν καρτερούνε τα πουλιά, προχώρει.
*Θα είναι εκεί;
*Όλο και κάποιος θα φανεί. Είναι η ώρα
που επιστρέφουν οι βουκόλοι.
*Χωρίς να το θες, σε συλλογισμούς με βάζεις. . .
*Μην απορείς.
*Με στέλνεις να βρω ποιον, μέσα στον κουρνιαχτό
και στα αργοκίνητα κοπάδια;
*Τον  ά ν θ ρ ω π ο.
*Γι άλλον. . . σε εκλιπαρούσα.
*Ο άνθρωπος είναι η δεσπόζουσα και ιερή μορφή.
*Και για τα κοπάδια που σου ανέφερα,
τι έχεις να πεις, φίλε από του ίσκιου 
την αέρινη ύλη;
*Πορεύεται ανάμεσα στα κτήνη... και προχωρεί.

Κείνο το βράδυ
μια λεπτή φέτα φεγγαριού
κρεμόταν απ το ράμφος ενός βία
πίσω από το τείχος του δάσους.
Ήταν το βράδυ
που ο άνθρωπος
πατώντας τόνα πόδι στη σελήνη
έριχνε με τ άλλο
τους τρούλους των θρησκειών
και τα σύμβολα
των κοινωνικών συστημάτων.
Ήταν το βράδυ
που ισοπεδώνονταν τα πάντα
(κι έγιναν όλα τόσο αθόρυβα... )
ενώ
στα πόδια μου οι πυγολαμπίδες
φώτιζαν το δρόμο
σε μια πομπή σαλιγκαριών
που μ ένα ανθό στο στόμα
πορεύονταν στην ακρολίμνη
στον τόπο της λατρείας.

Και τώρα, Λαοί, εν ονόματι τινός
μας απειλεί αυτή η χούφτα των  α χ ρ ε ί ω ν ;
Κι εμείς, εν ονόματι τινός
πατάμε με το βαρύ μας πέλμα
τις υπολόμες και τους σκαραβαίους;
 

24 Αυγούστου 2018

Μικρό απόσπασμα από τα «Άσματα του Μαλντορόρ» ...

 ... του Isidore Ducasse, Comte De Lautreamont (1846-1870) μεταφρασμένο από τον Νίκο Εγγονόπουλο, το 1944, στο υπόγειο τού σπιτιού τού Αντρέα Εμπειρίκου, κριμένου από τους Γερμανούς, εξαιτίας τού ποιήματός του Μπολιβάρ.


Έχω σκοπό, δίχως την παραμικρή συγκίνηση, ν' απαγγείλω μεγαλόφωνα το ψυχρό και σοβαρό ποίημα που πρόκειται ν' ακούσετε. Εσείς, πάλι, προσέξτε τι περιέχει και φυλαχτείτε από τη θλιβερή εντύπωση, που δεν μπορεί να μην προκαλέσει, όμοια μ' αισχρή κηλίδα, μέσα στις ταραγμένες σας φαντασίες. Μην πάει και βάλετε με το νου σας πως τούτη τη στιγμή βρίσκομαι στο κατώφλι του θανάτου, όχι, δεν βρικολάκιασα ακόμη, και τα γεράματα δεν μου έχουν κολλήσει στο μέτωπο...
Γέροντα ωκεανέ, είσαι το σύμβολο της μονιμότητας. Πάντα, ατέλειωτα, μένεις ο ίδιος. Δεν αλλάζεις ποτέ σημαντικά, κι αν κάποτες, εδώ να πούμε, είναι τα κύματά σου αγριεμένα, κάπου αλλού, πιο πέρα, είναι τελείως ήσυχα. Δεν είσαι σαν τον άνθρωπο, που σταματά στον δρόμο να χαζέψει δυο κοπρόσκυλα π' αρπάχτηκαν απ' τα λαρύγγια και δεν στέκεται ούτε στιγμή όταν τύχει και περνά κηδεία. Που το πρωί είναι ήσυχος και το βράδυ πνιγμένος στη γρουσουζιά, που γελά σήμερα κι αύριο κλαίει. Σε χαιρετώ γέροντα ωκεανέ!... 


Kαι το ίδιο απόσπασμα μεταφρασμένο από την Έλλη Νεζερίτη, στις αρχές της δεκαετίας του 1980.


Σκοπεύω ν' απαγγείλω ψύχραιμα και δυνατά την κυριότερη στροφή. Επειδή όμως είναι αποκαρδιωτική, σεις, ακούγοντας της δώστε στο νόημά της μόνο προσοχή, και φυλαχτείτε από τη θλιβερή εντύπωση, που σίγουρα θ αφήσει σαν σημάδι από καμένο σίδερο στα ταραγμένα πνεύματά σας. Και μη νομίσετε πως πρόκειται να βγει η ψυχή μου, δεν έγινα ακόμη σκελετός, κι ούτε και τα γεράματά άφησαν τη σφραγίδα τους στο μέτωπό μου...
Γέρο ωκεανέ, συ είσαι το σύμβολο, για να είναι κανείς αυτό που είναι. Πάντα ίδιος με τον εαυτόν σου. Συ, δεν αλλάζεις, έτσι που να γίνεσαι αγνώριστος. Κι αν τύχει κάπου τα κύματά σου να σηκώνονται βουνά, πιο μακριά, σε κάποια άλλη ζώνη, κυλάνε ήρεμα γαληνεμένα. Του λόγου σου, δεν είσαι σαν τον άνθρωπο, που σταματάει στο δρόμο, να δει δυο καπροδοντικά σκυλιά πιασμένα απ' το λαιμό να τρώγονται, και που δεν σταματάει όταν μπροστά του περνάει κηδεία, και που το πρωί είναι στα κέφια του, και το βράδυ στις ακεφιές του, και που σήμερα γελάει κι αύριο κλαίει. Χαίρε, ωκεανέ!...

02 Μαρτίου 2017

Homo Sapiens [Έλλη Νεζερίτη]


Homo Sapiens.

Είμαστε

το πιο αχαρακτήριστο είδος
της δημιουργίας.
Ω! Ύαινες...
Ω! Πάνθηρες...
Ω! Άγριοι γάτοι... 
Που είσαστε,
θηρία φοβερά,
υπάρξεις 
με την τόση αξιοπρέπεια
και αυτοσεβασμό;

Χθες τη νύχτα

μ' όλο κείνο
το ολόγιομο φεγγάρι
απιθωμένο ανάλαφρα
στο νήμα του ορίζοντα
μια ύαινα 
της ινδικής σαβάνας

αλαφροπερπατώντας

ήρθε και στάθηκε
μπροστά μου
κι αφού με κοίταξε
κατάματα
για κάμποση ώρα
με 'κείνο
το όλο ειλικρίνεια βλέμμα της,
μ'  έ φ τ υ σ ε!
και γυρίζοντας
περιφρονητικά τις πλάτες της
έφυγε.

Κι από κείνη τη στιγμή

το μισό μου πρόσωπο
το σκεπάζει
ένα μπλάβο βλαντί.
Μην επιμένετε
πως γεννήθηκα έτσι,
αυτό που σας λέω
είναι η αφορμή...

20 Οκτωβρίου 2013

Ecco, cani di mare tutti [Έλλη Νεζερίτη]


Ecco, cani di mare tutti.


Ποιανού παράδεισου
οι πύλες
ν' άνοιξαν
κι άφησαν να ξεφύγουν
αυτές οι οργισμένες ορδές της νιότης
με τα σφαλάγγια στα μαλλιά
τις αράχνες στα ματόκλαδα
και στην ψυχή
την άρνηση;
Σε ποια σύνορα εξωγήινα
σπρώχνει τα παιδιά της Γης
η πλήξη κι η αμφιβολία;

Γιατί
να πάρουνε το δρόμο
με τις ανθρώπινες καρκάσσες
για φανάρια;...
Τι να είδαν άραγε
κείνο το παγερό ξημέρωμα
που πρωτοπεταλούδισαν τα βλέφαρά τους
ανοίγοντας τα μάτια τους στη ζωή...

Τι να 'ναι κείνο
που τα έκανε να νιώσουν
μια τέτοια αποστροφή;

Γίνεται
στο παρθενικό τους κιόλας κύτταγμα
να πήρε το αητήσιο μάτι τους
μόνον
αυτή τη ξεμαλλιασμένη
μέγαιρα
που λέγεται
σ υ μ β α τ ι κ ό τ η ς
μ' όλην εκείνη
την τερατόμορφη ανήθικη ακολουθία της
και να μην πήρε
και τους άλλους;...

Τα 'πιασε φρίκη δηλαδή
στο αντίκρισμα αυτηνής
και δεν τα 'πιασε δέος
μπρος στα παραμορφωμένα
εκτρώματα της μανίας της
που είναι όλοι οι άλλοι
που κατάφεραν να επιζήσουν
παλεύοντας να δαύτην.

Κι αν δε τους είδανε
δεν τους ακούσανε;
Κείνο το περίφημο:
«Παιδιά
η άρνηση
δεν είναι όπλο»
δεν έφτασε ως τ' αυτιά τους;

Ή μήπως τα παιδιά
και είδανε
πολύ καλά
κι ακούσανε περίφημα
μόνον που αρκεστήκανε να αντιδράσουν
με το να παραδεχτούνε
τα πάντα  α π α ρ ά δ ε χ τ α
οπότε,
γυρίζοντας τις πλάτες τους
πήρανε
χλευάζοντας τους δρόμους.

Που πάνε;
Γιατί
να πάρουνε το δρόμο
με τις ανθρώπινες
καρκάσσες
για φανάρια...
Τι να ζητάνε
τούτου του πλανήτη
τα παιδιά;

Ο ιδρώτας του προσώπου τους
ζυμώθηκε με τη σκόνη
κι έγινε λάσπη.
Το φέγγος
της πολλής τους νιότης
καλύφτηκε,
και τα πρόσωπά τους
πήραν
την έκφραση εκμαγείου
κάποιου
που πέθανε σε κρίση παρανοϊκή.

Τα στεφάνια
απ' τους ανθούς της αγνότητας
που φορούσαν στα κεφάλια τους
τα βρώμισαν
και τα ποδοπάτησαν
επιδεικνύοντας εμφαντικά
την ρυπαρότητα
των αγαλμάτινων κορμιών τους
που τα κατατρώνε
οι πιο σιχαμερές αρρώστιες...

Και πορεύονται,
όσα ακόμα μπορούνε να πορεύονται,
όσων ακόμα τα πτώματα
δεν πετάχτηκαν στα νεκροτομεία
μα μια κάρτα δεμένη
στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού:
«Νεκρός
από κατάχρηση ναρκωτικών»
ή,
δεμένη η κάρτα
στον καρπό του χεριού:
«Σφαγιασθείς
ως εξιλαστήριον θύμα»
ή
η κάρτα μπηγμένη
με μια πινέζα στην καρδιά:
«Ακρωτηριασθείς
σε όργιο καννιβαλιστικής ακολασίας»
ή,
κλεισμένοι
σε άσυλα
σαν επικίνδυνοι φρενοβλαβείς
ή,
να γίνονται επ' αμοιβή
προδότες
εκμαυλιστές
φονιάδες
ή...
ή...
κι όλα αυτά
για να απολαύσουνε τα πάντα
χωρίς κανέναν μόχθο στη ζωή.

Δεν υπάρχει συμφορά
και χυδαιότης
που να μην την αντιμετωπίζουμε
αδίσταχτα
με την περίφημη δικαιολογία
πως
αυτά είναι τα όπλα τους
για να καταπολεμήσουνε
την ασυμβίβαστη
με τις δοξασίες τους
συμβατικότητα.

Όμως
αν εκείνο το πρωί
που θόλωνε το μάτι τους
μπρος στη φρίκη
που τους προκάλεσε η πραγματικότης
ακούγανε εμένα,
κι αντί να πάρουνε τους δρόμους
με τις ανθρώπινες καρκάσσες
για φανάρια,
φορούσαν τα βατραχοπέδιλά τους
κι έπαιρναν βουτιές στα βάθη των ωκεανών
και για πιο σύντομα
αφήνονταν να παρασυρθούν
από τα ρεύματα των υδατοστροβίλων
(γιατί τότε που τους το 'λεγα
να μη θελήσουν να μ' ακούσουν;)
θα έφταναν
στα ιερά πηγάδια
των αβυσσαλέων βυθών τους
οπότε,
πίνοντας
απ' το θαυματουργό νερό τους
σίγουρα τότε
θ' άλλαζε
η ξεσκισμένη μοίρα
του ανθρώπου...

Κι αφού ξαπόσταιναν
κάτω από βαθύσκιωτα κοράλλια
και ντελικάτες σημύδες,
τότε,
σαν άλλοι Τρίτωνες
θα αναδύοντο από τα βάθη των ωκεανών
και στηρίζοντας
τις σκάλες τους
στα σύννεφα
θα τρυγούσανε τ' αστέρια.

Κι όπως
οι τρυγητάδες
θα τα κουβαλούσαν με πανέρια
στις μεγάλες πλατείες
κι αφού τα πατούσαν με τα πόδια τους,
μετά,
θα έπιναν το φως τους
και μεθυσμένα πια από δαύτο τα παιδιά της γης,
μ' ένα ποτήρι νερό
θα σβύνανε τον ήλιο!
Και θα γίνονταν
ήλιοι,
και θα γίνονταν αστέρια
και θα ξεχύνονταν στους δρόμους...

Σαν σκέπτομαι
πόσο θα τα ωφελούσε τα παιδιά
αυτός ο μεγαλειώδης περίπατος
στην άβυσσο του ωκεανού!

Κι αν ακόμη
δεν κατάφερναν να πιουν
το αθάνατο νερό
των πηγαδιών τους,
μπορεί
(γιατί όλα είναι δυνατά)
κάτω σ'  εκείνα τα αβυσσαλέα σκοτάδια
που βρίθουν
τα φρικαλέα τέρατα
να τα συνέφερνε ο φόβος.

Είπα
μπορεί...
γιατί
δεν αποκλείεται και το άλλο...
Δηλαδή
τα παιδιά
να έβρισκαν
αυτά τα θαλάσσια κήτη
με τη γλοιώδη επιδερμίδα
σαγηνευτικά
γοητευτικά
και...
να έκαναν έρωτα
μ' αυτά,
χωρίς
να χρησιμοποιήσουνε αντισυλληπτικά!...

Και τώρα, στην περίπτωση μιας τέτοιας δυνατότητας, σαν τι άραγε να μπορούσε να προκύψει απ' αυτόν το ρομαντικό γάμο... Δεν χωράει αμφιβολία, πως το νέο αίμα θα ετόνωνε την λυμφατική ανθρώπινη ράτσα, κι ακόμη, όπου και το σημαντικότερο, θα βελτιωνότανε το είδος μας και αισθητικά και ουσιαστικά. Θα ήταν κάτι δηλαδή, μεταξύ καρχαρία και ανθρώπου, ή, και τανάπαλιν, μεταξύ ανθρώπου και καρχαρία. Οπότε, ή έτσι, ή αλλιώς, θα επιλύοντο αυτομάτως, δυο κεφαλαιώδη προβλήματα που βασανίζουν το ανθρώπινο γένος: η μακροβιότης και η επί γης ειρήνη!
Λίγο είναι αυτό; Καρχαρίες λοιπόν! Cani di mare tutti! 




31 Μαΐου 2013

Κάτω από τους Ανθισμένους Παπύρους [Έλλη Νεζερίτη]


Κάτω από τους Ανθισμένους Παπύρους

«Που πάνε αυτοί;
Που πάνε;»
Αναρωτιέται ένας ερωδιός προφυλαγμένος
κάτω από τους ανθισμένους παπύρους.

«Αυτό το τσούρμο με τα ωχρά πρόσωπα,
που προχωρεί σκυφτό
κάτω από την κάψα του ήλιου
και την ανίσκιωτη γης,
που πάει;»

οι σαύρες κι οι σκορπιοί,
που μπερδεύονται στα πόδια τους,
τους αφήνουν αδιάφορους,
κι αυτοί σκυφτοί προχωρούν.

«Μα που πάει αυτό το τσούρμο;»

Και σε κάποια στιγμή,
ενώ τινάζει τα φτερά του,
βγάζει μια δυνατή φωνή:

«Ποιους άλλους νόμους ζωής ζητάνε
αυτά τα πλάσματα της αναισθησίας και της αδιαφορίας
σε τούτες τις περιοχές;»

Κι όσο το βλέμμα του μένει καρφωμένο
επίμονα στο τσούρμο,
που συνεχίζει την πορεία του,
τ΄ αγέρι αναδεύει ανάλαφρα το φτέρωμά του
κι οι πάπυροι με τους ανθούς τους
διαγράφουν ελλειψοειδή σχήματα.

«Όχι από κει!
Όχι από κει!
Λάθος δρόμο πήρατε, τέρατα της αλαζονείας.
Μόνον ακολουθώντας την ατραπό με τους σωρούς τα φύκια
θα σας βγάλει στο στόμιο που οδηγεί
στ΄ αβυσσαλέα βάθη των ωκεανών.
Οπότε φτάνοντας εκεί
θα πιείτε νερό απ΄ τα πηγάδια τους
ικανοποιώντας την δίψα του αιώνιου,
που τόσο σας καίει».

Η οξυδέρκεια του ερωδιού
μ΄ αφήνει κατάπληκτη,
όντας εκείνος αδίστακτος
μπρος στην αγωνία της προσκαιρότητάς μας,
που είναι αυτή
που μας σπρώχνει στο έγκλημα
και την ακολασία, μας στέλνει,
για να ικανοποιηθεί ο πόθος μας,
στα δόντια του τρόμου.

Και σκεπτικός τώρα ο ερωδιός,
όπως παρακολουθεί το τσούρμο να οδεύει
κάτω από την κάψα του ήλιου,
από το μάτι του κυλάει ένα δάκρυ:

«Μα δεν είσαστε μόνο εσείς ηλίθιοι,
που σας βασανίζει η προσκαιρότητά σας.
Ένα βράδυ μ΄ ολόγιομο φεγγάρι
εγώ κι η θαλάσσια χελώνα,
καθισμένοι στο γιαλό,
ενώ μέσα στην ησυχία της νύχτας
έφταναν ως τ΄ αφτιά μας
οι χαρούμενες φωνές των θνησιγενών υπάρξεων,
πόσο δεν κλάψαμε γι΄ αυτό».

Με τα δάκτυλα του αγέρα οι πάπυροι λυγίζουν
πότε εδώ και πότε εκεί,
κι ο ερωδιός με το δάκρυ ακόμα στο μάτι
παρακολουθεί το τσούρμο,
που προχωρεί προς την στενή πύλη της κόλασης.

08 Ιανουαρίου 2011

Έλλη Νεζερίτη - δυο ποιήματα από την ιδιωτική συλλογή: Με την ουρά κάτω από τα σκέλια.

























Σε λίγο ...

Ήρθε η ώρα να σηκωθούμε!
Πύον και αίμα τρέχει από τα γόνατά μας.
Η σάρκα μας
σάπισε σ εκείνο το μέρος
και ζυμώθηκε με το χώμα.
Οι γυμνοσάλιαγκοι,
σαρξ εκ της σαρκός μας ...
Ήρθε η ώρα να σηκωθούμε!
Ήρθε η ώρα
να σταματήσουμε τις κλάψες,
να σταματήσουμε τα παρακάλια,
να σταματήσουμε τις προδοσίες,
να σταματήσουμε τις προσευχές.
Είμαστε γεννημένοι δόλιοι,
είμαστε γεννημένοι δούλοι,
είμαστε γεννημένοι δειλοί.
Είμαστε
ένα μεγάλο τίποτα
μετέωρο στο χάος,
είμαστε
μια ωραία άρνηση
που αενάως κυοφορεί.
Όσοι έχουμε το κουράγιο
ας πάρουμε ένα λεπίδι με ακονισμένη κόψη
κι ας σκίσουμε το στήθος μας
για να χυθεί όλο το πράσινο αίμα
που έχουμε μέσα μας.
Κι ας αφήσουμε τη δύναμή μας
να κυκλοφορεί
από τον έναν στον άλλον
όπως το υγρό στα συγκοινωνούντα δοχεία
για να προκύψει
από τη συνύπαρξή τους
η φοβερή
κι ακατάβλητη ισχύς
που είναι του συνόλου.
Μόνο τότε
δε θα μας απειλούν
         όπως μας απειλούν,
μόνο τότε
δε θα μας εμπαίζουν
         όπως μας εμπαίζουν,
μόνο τότε
δε θα μας παζαρεύουν
         όπως μας παζαρεύουν.
Μόνο τότε
θα ε ξ ο υ σ ι ά σ ο υ μ ε  τους εαυτούς μας,
τότε, μόνο τότε!
Κι ας καταλάβουμε ακόμα
πως η γελοία μικροαστική νοοτροπία
που μας μαστίζει
είναι πολύ περισσότερο επιζήμια
για τη ζωή μας
από την επιδημία της πανούκλας
στην έξαρσή της.

Σε λίγο
θα περνάνε οι τυραννόσαυροι από πάνω μας
και θα μας ποδοπατάνε
και μας
και τα δαφνόδεντρα ...
Η κατακόμβη της Πρισκίλλης
δε μας χωράει
για να τρέξουμε να σωθούμε
όπως άλλοτε εκεί.
Θα χρειαστεί να αντισταθούμε
αν δε θέλουμε
από τα τέρατα να συνθλιβούμε.
Σε λίγο
θα περνάνε οι τυραννόσαυροι από πάνω μας,
σε λίγο
θα μας κάνουν λιώμα!
Σε λίγο
ένας, ένας από μας ...
Όχι!
Αυτό είναι φρικτό!
Ποτέ άλλη φορά
Όταν περνάνε πεθαμένο από μπρος μας
να μη χαζεύουμε
τα σκυλιά που κάνουν έρωτα,
παρά
να πέφτουμε στην αγκαλιά
του πρώτου συνανθρώπου μας
και να τον κρατάμε σφιχτά, σφιχτά.
Να μπορούμε και δω ν αντισταθούμε! ...
Κι αν η δύναμή μας
σ αυτή την πάλη
εναντίον
του άνευ προηγουμένου εξευτελισμού μας
λύγιζε,
τότε,
πιασμένοι χέρι, χέρι
και στολισμένοι με γιρλάντες από ανθούς
που δε θα χει μολύνει το χώμα της γης
θα περνάμε το δρόμο της αιώνιας νύχτας.
Όμως
όλοι μαζί!
Σε λίγο
θα περνάνε οι τυραννόσαυροι από πάνω μας.
Σε λίγο
ένας, ένας από μας ...

άνοιξε το παράθυρο, Αργυρώ.

Πέρα στη λίμνη
το αεράκι ανασηκώνει ανάλαφρα
τα πούπουλα ενός ερωδιού.
Ένας ερωδιός
κάτω απ την απεραντοσύνη του ουρανού
και πέρα στο βάθος
μια απλωσιά ξάστερη και καταγάλανη ...

Πάρε αυτό το τριαντάφυλλο,
αναγνώστη ...



Οι τρεις Τσαρλς.

Ο Τσάρλς Χιούττο είναι καλό παιδί
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς είναι κακό παιδί.
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι άσπρος
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς είναι μαύρος.
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι ψηλός
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς είναι κοντός.
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι έτσι
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς είναι αλλιώς.
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι ο άσσος
της Εθνικής μας του ράγκμπι
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς είναι ο άσσος
της Εθνικής μας των Γδαρμένων Κρανίων.
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι γενναίος πολεμιστής
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς
φαύλος αντιμιλιταριστής.
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι ήρωας!
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς
Σας παρακαλώ, κύριοι,
δεν χρειάζεται να θορυβείτε.
Δεν ήρθαμε εδώ
να ερμηνεύσουμε
αποσπάσματα του Ευαγγελίου.
Ήρθαμε
να εφαρμόσουμε το γράμμα του νόμου.
Επαναλαμβάνω :
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι ήρωας!
Silence, please!
Η «εξολόθρευση
του άμαχου πληθυσμού» του Χι – Του
αποτελεί απτόν υπόδειγμα
αφοσιώσεως προς το καθήκον
και σεβασμού
προς τις διαταγές των ανωτέρων!
Ο Τσάρλς Χιούττο, επαναλαμβάνω,
είναι ήρωας!
Silence, please!
«Η εξόντωση των αμάχων» του Χι – Του
δεν μπορεί να θεωρηθεί
παραβίαση του ανθρωπίνου δικαίου
ως κακώς ισχυρίζεστε.
Αυτό πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό!
Το αντίθετο όμως αν συνέβαινε
θα ήταν παραβίαση
του διεθνώς
παραδεδεγμένου στρατιωτικού κώδικα!
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι αθώος!
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς είναι ένοχος
πράξεως βδελυράς. Αντί να επισκεφθεί
οίκον ανοχής δια λόγους υγιεινής,
προτίμησε τον βιασμό νεαράς λευκής.
Silence, please!
Πως είναι δυνατόν, κύριοι,
να στέλνουμε τους στρατιώτας μας
να επιβάλουν
τη θέληση δια των όπλων,
υπερασπιζόμενοι
τα μεγάλα μας συμφέροντα
και το γόητρόν μας ως έθνους
εις το άλλο ημισφαίριο της Γης,
- διότι λόγω ισχύος
έχουμε δυνατότητα
να αλωνίζουμε ανεξέλεγκτοι την υδρόγειον -,
και έπειτα
να τους καθίζουμε
στο εδώλιον του κατηγορουμένου
για τα παράσημα
που εμείς οι ίδιοι τους φορέσαμε;
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι ο υπερασπιστής
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
και των βασικών ελευθεριών
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς
είναι ο υποστηρικτής της βίας και της
ανομίας και ως εκ τούτου η τιμωρία του
θα είναι παραδειγματική.
Στο πρόσωπό του η δικαιοσύνη καταδικάζει
το πλημμελές έργο του Δημιουργού,
που με απλοχεριά μας εξασφαλίζει
τα ανθρώπινα υποπροϊόντα του!
Είναι λυπηρόν, κύριοι,
να σας ακούω να μιλάτε
περί σκληρότητας του Χιούττο.
Ας μην ξεχνάμε ότι,
μετά την χαριστική βολή,
αντιληφθείς
πως κάτω από τα στιβαγμένα πτώματα
δυο μικρά κορίτσια
εξακολουθούσαν να ζουν,
αντί να τα αποτελειώσει
αδειάζοντας το όπλο του απάνω τους,
τους γέμισε το στόμα και τις τσέπες
με chewing gum!
Silence, please!
Επαναλαμβάνω:
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι ήρωας!
Δι ο και η πατρίς τιμώντας τον
θα στήσει τον ανδριάντα του
στις εκβολές του Χούδσωνα
βγαλμένον
από τα χέρια του μεγάλου animalier
ως σύμβολο της ισχύος μας
και παράδειγμα
σεβασμού προς τους γενναίους μας
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς
θα σπάσει το φράγμα της ζωής
εκτίοντας την ποινήν των 1500 ετών!
Όμως, κύριοι,
δεν καταλαβαίνω
γιατί τόσα δάκρυα για τον Κόλλινς
όταν τούτη τη στιγμή
ο περί ου ο λόγος θανατοποινίτης
συγκαταλέγεται
μεταξύ των επιφανεστέρων μας VIPs.
Το έργο του
με τίτλο Β ι α σ μ ό ς
όχι μόνον
τον κατέστησε βαθύπλουτο
αλλά
τον επέβαλε ως συγγραφέα
και ως κοινωνικόν παράγοντα.
Μην ανησυχείτε, κύριοι,
η ποινή του Τσάρλς Κόλλινς
έχει εξαγοραστεί.
Από δολάρια έχουμε ανάγκη,
Κι όχι από παρθένες!
Ο Τσάρλς Χιούττο είναι ήρωας
ενώ ο Τσάρλς Κόλλινς είναι ευεργέτης!

Φωνή :     περίμενε να σταματήσουν τα χειροκροτήματα, Τσάρλς Μένσον, και λέγε μου με σένα τι γίνεται
Μένσον : ότι γίνεται μ΄ όλους τους ερασιτέχνες δολοφόνους. Εις θάνατον.
Φωνή :     εννοείς, δια του πορθμείου της ηλεκτρικής καρέκλας εις την αθανασίαν;
Μένσον : δεν νομίζω να μου κάνουν τη χάρη να περάσω στο πάνθεον των ηρώων τους!

Ε φ ύ μ ν ι ο ν

Χαίρε χώρα
των Γιγάντων του πλούτου
της βίας
και του εγκλήματος.
Χαίρε χώρα
της πανανθρώπινης πανσπερμίας.
Χαίρε
εκμαυλίστρια των ηθών.
Χαίρε
καταλύτρια των πολιτισμών.
Χαίρε
η απαλλοτριούσα την ανεξαρτησία των λαών.

Τα άσματα του Μαλντορόρ του Isidore Ducasse, Comte De Lautreamont - Ο πρόλογος (Ανάλυση του έργου) από την Έλλη Νεζερίτη.

Τα άσματα του Μαλντορόρ του Isidore Ducasse, Comte De Lautreamont

Ο πρόλογος (Ανάλυση του έργου) από την Έλλη Νεζερίτη.

Μετά τον πρόλογο του Έντμον Ζαλού (έκδοση Κορτί, 1938) – μια από τις καλύτερες μελέτες πάνω στο θρυλικό έργο του Ιζιντόρ Ντυκάς – θα προσπαθήσω να δώσω όσο πιο σύντομα μπορέσω, την περιπλάνησή μου σ αυτόν τον ναρκοθετημένο για το ανθρώπινο πνεύμα, μαλντορορικό χώρο.
Τη λέξη Λωτρεαμόν, την ακούω για πρώτη φορά από τον εξάδελφό μου Δημήτρη Μεντζέλο, σε ηλικία που τίποτα δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω, εκτός από τη γοητεία που εξασκούσε ο ήχος της στο άκουσμά της. Θα χρειαστεί να περάσουν χρόνια, ως εκείνο το βράδυ που ο ζωγράφος Τέλης Βασιλικιώτης, μου έδινε να διαβάσω τα Άσματα του Μαλντορόρ, ξαφνιάζοντας έτσι τη μνήμη μου με τη λέξη που συνδεόταν με το Μεντζέλο. Και τότε είναι που ανασκαλεύοντας θα δω, πως ο Μεντζέλος ήταν ο πρώτος που μίλησε στην Ελλάδα για σουρεαλισμό και την επίδραση του Λωτρεαμόν σ αυτόν, (περιοδικό Λόγος 1933), όταν πια για την Ευρώπη ο σουρεαλισμός είχε γίνει κ ο ι ν ή  κ α τ ά σ τα σ  η  π ν ε ύ μ α τ ο ς.  Ο Μέντζελος όμως δε θα αξιωθεί να πει περισσότερα για κείνα που πίστευε και ήταν τόσο ενημερωμένος. Ένα χάραμα θα φύγει απ τη ζωή, στην ίδια ηλικία κι από την ίδια αρρώστια με τον Λωτρεαμόν. Και τώρα, χωρίς να θέλω να νομιστεί πως επαναλαμβάνω τα λόγια του Ζενέ σε μια συνέντευξή του, πως κοιμάται έχοντας κάτω από το μαξιλάρι του τη Βίβλο και τον Λωτρεαμόν, από κείνη τη στιγμή τα Άσματα του Μαλντορόρ, δεν έφυγαν από τα χέρια μου. Όσο διάβαζα και ξαναδιάβαζα αυτό το περίεργο βιβλίο, τόσο η έλξη του με κυρίευε, κάνοντας με να πάρω την απόφαση να το δώσω ελληνικά, ξέροντας πως μπλεκόμουν σε περιπέτεια όλο σκοπέλους και παγίδες, και που θα κρατούσε καιρό. Όμως, η μεγάλη γοητεία αυτού του έργου, δεν είναι η έξαλλη και θελκτική λωτρεαμονική μεγαλοφυΐα, αλλά η σοφία αυτού του παιδιού, που μπόρεσε να μελετήσει και να διακρίνει τις μοναδικές αρετές που διέπουν τη δόμηση του Ομηρικού Έπους, αυτό που για τον Τ. Ε. Λόουρενς εγκολπώνεται και στήνει το έργο του. Κάτι που δεν έχει δει κανένας συγγραφέας πριν απ αυτόν, και που εξακολουθούν να μη βλέπουν. Συνεπώς, δεν είναι οι βιαιότητες και οι παραδοξότητες, που καθιερώνουν τα Άσματα του Μαλντορόρ στην παγκόσμια λογοτεχνία, αλλά η ρ ε υ σ τ ό τ η τ α  του κειμένου, που σπάζοντας τη στατικότητα στο χώρο και στο χρόνο, φέρνει μια καταπληκτική γοργότητα, σε άμεση σχέση συγγραφέα αναγνώστη. Ο ρυθμός, η καλλιέπεια του λόγου, η αυτόματη επέμβαση στοιχείων που διακόπτουν του θέμα, χαρακτηριστικά των αρχαίων ελληνικών κειμένων, είναι αυτά που συνεπαίρνουν τον Λωτρεαμόν, και μένει σκυμμένος και απορροφημένος πάνω απ το θάμβος τους. Κι αυτό που θα γράψει με το κέφι των νιάτων του, και την αγανάκτηση της πίκρας και της απελπισίας που τον δέρνει, θα ταρακουνήσει τα νερά της αριστοτεχνικής σε πλαδαρότητα λογοτεχνίας.
Γεγονός είναι, όσο περίεργο κι αν φανεί, πως μπαίνοντας κανείς στον μαλντορορικό χώρο, και χωρίς τα πράγματα σε τίποτα ν αλλάζουν, ο συγγραφέας κάνει ότι μπορεί για να βοηθήσει τον αναγνώστη στην κατανόηση του έργου του. Γι αυτό, από την πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου του λέει: «μόνο αν ο αναγνώστης διαβάζοντας το, διαθέτει μια κρίση ατράνταχτη και μιαν υπερένταση της σκέψης, τουλάχιστον ίση με κείνη που του προκαλεί η δυσπιστία του, τότε μόνο τα θανάσιμα νοήματα τούτου  του βιβλίου θα διαποτίσουν την ψυχή του όπως το ζεστό το νερό η ζάχαρη». Κι όπως είναι προνοητικός συμπληρώνει : «... κι ούτε είναι φρόνιμο, τις σελίδες που θ ακολουθήσουν να τις διαβάσει όλος ο κόσμος. Μόνο λίγοι θα γευτούνε τούτο το φαρμακερό καρπό χωρίς να κινδυνέψουν». Άσχετα όμως για το ποιος πρέπει και ποιος δεν πρέπει να διαβάσει το βιβλίο, αφήνει έντονα να φανεί, ή μάλλον μας πληροφορεί, πως μέσα στο έργο του υπάρχει α τ ρ α π ό ς, που όσο δύσκολο είναι να βρεθεί, άλλο τόσο είναι και να ακολουθηθεί. Γι αυτό, όσο προχωρεί κανείς στο κείμενο, οι υποδείξεις διαδέχονται η μια την άλλη: «... ειδοποιώ αυτόν που με διαβάζει, να προσέξει να μη σχηματίσει μια αόριστη και κυρίως σφαλερή γνώμη, γι αυτό το ενδιαφέρον είδος της λογοτεχνίας που επιχειρώ». Βέβαιος όμως και συνάμα αποκαρδιωμένος από τη μη συμμετοχή του αναγνώστη στο έργο του, το λέει καθαρά: «... αυτό που ξέρεις, είναι να συνδυάζεις τον ενθουσιασμό με την αδιαφορία... και να μη θέλεις να με καταλάβεις. Ποτέ δεν θα ήθελα, ο άνθρωπος να νοιώθει ντροπιασμένος για τούτες τις πικρές μου αλήθειες, παρ όλο που δεν του μαθαίνω τίποτα καινούργιο. Κι ούτε πιστεύω πως ο αναγνώστης θα μετανοήσει, αν αντί για το βλακώδες εμπόδιο της ευπιστίας, προσφέρει την πολύτιμη υπηρεσία, να μου δείξει εμπιστοσύνη και να συζητήσει και να συζητήσει με κατανόηση και διάθεση συμπάθειας, τα μυστήρια της ποίησης που βρίθουν εδώ μέσα και που αναλαμβάνω να του αποκαλύψω». Πόσο πιο σαφής να είναι, όταν το ξεκαθαρίζει πως για να καταλάβει κανείς το κείμενο, δεν πρέπει να παρασυρθεί από την εξαλλοσύνη του περιεχομένου του, αφού δεν είναι αυτός ο στόχος του συγγραφέα. Συνεπώς αυτό που έχει να κάνει ο αναγνώστης, είναι να προσπαθήσει να διεισδύσει στα συμβολικά νοήματα που διαφαίνονται και να τα εξετάσει με τρόπο επιστημονικό μετά από καλοπροαίρετη διάθεση για τον συγγραφέα.
Το χαρακτηριστικό του έργου του Λωτρεαμόν, ή μάλλον η θεμελιακή αρχή του, είναι το δ ι δ ύ ν α μ ο  σ κ ε π τ ι κ ό  του. δηλαδή, η ταυτόχρονη θέση και αντίθεση της σκέψης του, που οργανωμένη σε μια σχηματική μορφή συγκλίνουσας και αποκλίνουσας κίνησης, παίρνει μια τέτοια εξαιρετική ρευστότητα, ώστε με την αποκλίνουσα κίνηση να φέρνει στο φως τους θησαυρούς του ασυνείδητου, χωρίς όμως ποτέ η συνείδηση να χάνει ολοκληρωτικά τον έλεγχο. Κι αυτός ο παλμός της συγκλίνουσας και αποκλίνουσας κίνησης, είναι τόσο ταχύς, ώστε συνειδητό και ασυνείδητο να μοιάζουν πως ενεργούν όχι μόνο ταυτόχρονα, αλλά και με τρόπο καταπληκτικά συστηματικό. Και σ αυτή τη διελκυστίνδα του συνειδητού και ασυνείδητου, ο Λωτρεαμόν χρησιμοποιεί σαν όπλο της προτίμησής του το χ ι ο ύ μ ο ρ, σ όλη του την πολύμορφη και πολυδύναμη λειτουργικότητα.
Δεν χωράει αμφιβολία πως διαβάζοντας κανείς τα «Άσματα του Μαλντορόρ», έχει την εντύπωση, πως ο νους είναι αδύνατον να σταθεί συνεχώς σ ένα σημείο, κι η προσοχή του να μην ξεστρατίσει. Κι είναι έτσι, γιατί κάθε προσπάθεια συγκέντρωσης εκμηδενίζεται εξ αιτίας του χιούμορ, χωρίς όμως αυτό να εκληφθεί για αστειολόγημα και να πεταχτεί το βιβλίο. Είναι ακριβώς αυτό που λέει κι ο ίδιος: «... να αποβλακώνεις δραστικά και κατά ανανεούμενες δόσεις τη διανοητική ικανότητα του αναγνώστη». Άλλο χαρακτηριστικό της λειτουργικότητας του χιούμορ στα χέρια του Λωτρεαμόν, είναι η οικονομία των μέσων. Η ένταση της σκέψης στη χιουμοριστική φράση είναι ανάλαφρη, για να μη πει κανείς πως πρόκειται για γλωσσολογικό τέχνασμα όπου κάτω από το ξάφνιασμα της φαινομενικά αδύνατης εντύπωσης, καταρρέει το οικοδόμημα του συνειδητού. Επομένως το χιούμορ στον Λωτρεαμόν, με την επιμονή του στο διδύναμο σκεπτικό του, παρουσιάζεται σαν συνεχής καταδυνάστευση, όχι μόνο του εαυτού του αλλά και του αναγνώστη, ώσπου στο τέλος βλέπουμε το χιούμορ όλο και να σπρώχνει βαθύτερα τις ρίζες του στο πλούσιο βίωμα του ασυνείδητου, δίνοντας έτσι την εντύπωση μιας διαρκούς εκδίκησης, συνεχώς ανανεούμενης απ αυτήν την εναλλασσόμενη συγκλίνουσα και αποκλίνουσα κίνηση. Αυτό που επιδιώκει ο Λωτρεαμόν μ αυτή την συγκλίνουσα και αποκλίνουσα κίνηση, είναι να μας δώσει τη θέα της ζωής στο απόγειό της, που για τον ήρωά του πρόκειται για κωμωδία δραματική. Και τους θεμελιακούς νόμους αυτής της παράξενης λογικής α ν τ ι θ ε τ ι κ ό τ η τ α ς  τους βρίσκει κανείς στην πρώτη στροφή του τέταρτου άσματος, όπου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν το κεφάλαιο της συγκέντρωσης όλων των τεχνασμάτων της δομής του έργου του Λωτρεαμόν. Σαν πρώτο νόημα, έχουμε την απόλυτη α δ ι α φ ο ρ ί α: «πέτρα, δέντρο ή άνθρωπος, να είναι αυτό που θ αρχίσει το τέταρτο άσμα». Κατόπιν, ακολουθεί ο νόμος της τέλειας α ν τ ί θ ε σ η ς, όπου ο Λωτρεαμόν ξαναρχίζοντας τον πόλεμο κατά της ανθρωπότητας, μας ξαφνιάζει καταρρίπτοντας με τα ίδια του τα λόγια, ότι έχει πει λίγες γραμμές πιο πάνω: «... μπορεί να πέφτω έξω με το να ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο...», και μετά από καινούργιες σκέψεις που κάνει πάνω στο περίεργο του χαρακτήρα του ανθρώπου, καταλήγει να σκέπτεται τον εαυτόν του, και να αμφισβητεί την ταυτότητά του: «... δεν πάει πολύς καιρός που δεν αναγνωρίζω πια τον εαυτόν μου!». Κι ενώ ο λίβελος εναντίον της ανθρωπότητας συνεχίζεται, ξαφνικά ξεπετιέται τούτη η αυτόματη φράση: «Δυο στύλοι, που δεν ήταν δύσκολο, κι ακόμα λιγότερο δυνατόν να εκληφθούν για μπαομπάμπς, διακρίνονταν στην κοιλάδα μεγαλύτεροι από δυο καρφίτσες. Στην πραγματικότητα ήταν δυο πελώριοι πύργοι...». Τώρα το κείμενο που ακολουθεί από κει και πέρα, κυλάει σε μια αβεβαιότητα, η οποία όμως αβεβαιότητα αφορά μόνο τη συνείδηση, αφού το ασυνείδητο ξέρει πως πρόκειται για τη σεξουαλικότητα: «Δυο πελώριοι πύργοι διακρίνονταν στην κοιλάδα. Έτσι λέω στην αρχή, που πολλαπλασιάζοντας τους επί δυο, το γινόμενο ήταν τέσσερα. . . δεν έβλεπα όμως την ανάγκη αυτής της αριθμητικής πράξης...». Άλλο επίσης στοιχείο της αντιθετικότητας που έρχεται να προστεθεί, φυσικά πάντα στην ίδια στροφή, είναι η α π ο σ ύ ν θ ε σ η  της πεποίθησης: «... και παρ όλο που οι μπαομπάμπς, με την πρώτη ματιά δεν μοιάζουν με δυο καρφίτσες, ούτε ακόμη και με δυο πύργους, εν τούτοις, χρησιμοποιώντας κανείς επιδέξια τα νήματα της οξυδέρκειας, μπορεί άφοβα να βεβαιώσει πως έχει άδικο, κι αυτό, χωρίς το ελάχιστο ίχνος φόβου, γιατί θα ήταν πια επιβεβαίωση...». Εδώ φυσικά πρόκειται για ψυχικά φαινόμενα που οι σχέσεις τους, κάθε άλλο παρά αντικειμενικές είναι που τις προκαλούν. Ύστερα, έρχονται οι περίφημες σ ύ ν θ ε τα ε ς  α λ λ η λ ο υ χ ί ε ς, που αντικαθιστούν την έννοια των λέξεων με τη μεταφορική τους σημασία, για να ακολουθήσουν μετά οι ατέλειωτες φράσεις του, που ξαφνικά διακόπτει απευθυνόμενος στον αναγνώστη, όπου είναι και το σημείο που τα πράγματα μπερδεύονται ακόμη πιο πολύ. Κι αυτό, γιατί όταν η μακριά φράση διακόπτεται ξαφνικά με την ανάμιξη προσώπων έξω απ το θέμα, ή ακόμη προσωπικών συναισθημάτων, όπως είναι : «...αν ο αναγνώστης βρίσκει τούτη τη φράση πολύ μεγάλη, ας με συγχωρήσει...», δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να παρασυρθεί σε δίνη, που ο συγγραφέας όχι μόνο απολαμβάνει, αλλά καθιστά και τη σύγχυση αδιέξοδη. Άλλο πάλι σπουδαίο χαρακτηριστικό του Λωτρεαμόν, είναι η επιμονή του στην παραδοξότητα των δικαιολογιών του ισχυριζόμενος πως η αλήθεια είναι ένα σ υ ν ο θ ή λ ε υ μ α   α ν τ ι ν ο μ ι ώ ν, για να καταλήξει αφού έχει υπνωτίσει αρκετά τον αναγνώστη του, λέγοντας: «... αναρωτιέμαι και γω ο ίδιος, αν ο τρόπος που μίλησα δεν είναι αυτός που σκοτώνουν μύγες». Και τελειώνει τη στροφή, αφού ακυρώσει όλα όσα μας είπε βασισμένα στο θέμα των δυο πύργων: «Πολλαπλασιάζοντας τους πύργους επί δυο, το γινόμενο ήταν τέσσερα... όχι... όχι... καθόλου δεν έβλεπα την ανάγκη αυτού του πολλαπλασιασμού! Τριγμοί και αλυσίδες και στεναγμοί λυπητεροί, φτάνανε ως τ αυτιά μου!».
Αυτό που είναι έκδηλο σ όλο το έργο του Λωτρεαμόν είναι πως πάσχιζε για το α π ό λ υ τ ο  και την α λ ή θ ε ι α, κι ακόμη, πως έχει πλήρη συνείδηση του ασυνείδητου. Δεν υπάρχει σημείο στα Άσματα του Μαλντορόρ, που να μην κυριαρχείται από μια συστηματοποιημένη συνείδηση, που ο ίδιος ο συγγραφέας αποκαλεί α δ υ σ ώ π η τ η. στο σύνολό τους τα Άσματα του Μαλντορόρ, είναι μια σειρά από φαινομενικά απομονωμένες εικόνες, που συνδέονται μεταξύ τους με τη σκέψη, ή μάλλον με την επίμονη θέληση να δεσπόσει η  η θ ι κ ή δύναμη στη δράση. Γι αυτό και τον ακούμε να μας λέει για το βιβλίο του: «...ακόμα και η ηθική περαστική, από το μέρος εκείνο, δεν προαισθάνθηκε βλέποντας το να κατευθύνεται με βήμα σταθερό και ντρίτο, στις πιο σκοτεινές γωνιές και τα απόκρυφα μύχια κάθε συνείδησης, πως μέσα στις λαμπαδιασμένες του σελίδες, είχε μαχητικό υποστηριχτή».όπως επίσης στη φοβερή στροφή του «Έφηβου», παίρνοντας τη θέση του ήρωα του τον ακούμε να ψελλίζει: «ω! εσύ, που τ' όνομά σου δε θέλω να αναφέρω σε τούτη τη σελίδα που καθιερώνει το έγκλημα για πράξη ιερή, ξέρω πως η μακροθυμία σου υπήρξε απέραντη όσο το σύμπαν. Όμως εγώ υπάρχω ακόμη!». Εδώ βλέπουμε να τον πιάνει δέος μπρος στον άνθρωπο με τη θεϊκή υπόσταση, και τη λέξη Ιησούς δεν την βεβηλώνει στο στόμα του Μαλντορόρ, άσχετα αν η οξύμωρη τακτική που ακολουθεί, έχει τις ρίζες της στη φιλοσοφία της μορφής που αποφεύγει να αναφέρει. Το γεγονός πως διάλεξε τη βιαιότητα και την παραδοξότητα για να κάνει τη διδασκαλία του, δεν σημαίνει τίποτα άλλο, παρά, πως αυτός ο οργισμένος ευαγγελιστής, ξέροντας πως η ανθρωπότητα όχι μόνο δεν συνετίστηκε με τη θυσία του Άλλου... αλλά έγινε χειρότερη, αλλάζει τρόπο κηρύγματος και παίρνοντας τα πάθη της και τις αδικίες της, τις πετάει κατάμουτρα, πιστεύοντας πως τα αποτελέσματα θα ήταν αμεσότερα. Και το περίεργο είναι, πως εκείνο που του έδωσε παγκοσμιότητα, είναι η ανορθοδοξία του σκεπτικού του κι όχι η ορθοδοξία του πιστεύω του.
Σ ‘ένα άλλο επίσης σημείο που τα πράγματα περιπλέκονται, είναι η παράξενη ονοματολογία ως προς το πατρικό σύμβολο. Τον αποκαλεί Θεό, Δημιουργό, Παντοδύναμο, Αφέντη, Υπέρτατο Όν, Επουράνιο Ληστή... κάνοντας πάντως χρήση ως επί το πλείστον της λέξης «Δημιουργός». Υπάρχουν όμως φορές, που στον όρο «Θεός» είναι έντονη η διάθεση ευλάβειας, όπως: «... κι ο φιλεύσπλαχνος Θεός ας μου δεκαπλασιάσει τη δύναμη...» ή ακόμη: «... αφού κι αυτόν τον φιλεύσπλαχνο Θεό, έκαναν να λυπηθεί». Φυσικά όλο το ενδιαφέρον του μύθου για τον συγγραφέα του Μαλντορόρ, βρίσκεται στην πάλη εναντίον του αντιπάλου του Θεού, που θέλει να εκθρονίσει, ενώ στην ουσία του πράγματος, είναι η πάλη για την αποδέσμευση, κι ο αγώνας για το αυτεξούσιο: «Την αυτοτέλειά μου... ή να με κάνουν καλύτερα ιπποπόταμο!». Στο τέλος πιστεύει πως θριαμβεύει επί του Θεού (Φευ! που είναι αθάνατος), ενώ αυτός μένει δισυπόστατος: «Ρίχνω ένα βλέμμα ικανοποίησης στη διπλή ύπαρξη που με συνθέτει, και βρίσκω τον εαυτόν μου ωραίον!».
Εκεί πέρα όμως που πρέπει να σταθεί κανείς, παίρνοντας τα γεγονότα με τη σειρά, είναι ποιος πραγματικά υπήρξε ο Ιζιντόρ Ντυκάς, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία των εκάστοτε σχολιαστών του. Και στην περίπτωση Λωτρεαμόν, δυο γεγονότα δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, η ληξιαρχική πράξη γέννησής του, κι η άλλη του θανάτου του, θέτοντας εν αμφιβόλω παν ότι έχει λεχθεί γι αυτόν, και λαμβάνοντας υπόψη μόνο, αυτά που μας λέει ο ίδιος για τον εαυτόν του. Όσο για το έργο του, οι ερμηνείες που του έχουν δοθεί συναγωνίζονται τις παρερμηνείες, κι οι σαρκασμοί την έκπληξη.
Από παλαιότερες μελέτες των βιογράφων του πατέρα του, τα στοιχεία αλληλοσυγκρούονται. Άλλοι τον αναφέρουν σαν ρομαντικό γυναικοκατακτητή, κι άλλοι σαν τυχοδιώκτη, που εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν το χρήμα, για αυτό και τα μακρόχρονα ταξίδια του στην Κεντρική Αμερική. Όλα πάντως παραμένουν μακρινοί αντίλαλοι αοριστίας. Το πρόσωπο πάντως που θα έπρεπε να απασχολήσει τους σύγχρονους σχολιαστές, είναι η αινιγματική Σελεστίν Ντυκάς, η οποία όταν ο Λωτρεαμόν δεν ήταν ακόμη δυο ετών πεθαίνει ή όπως λέγεται κατά μια μαλντορορική λεζάντα αυτοκτονεί, σε ηλικία 27 ετών στις 10 Δεκεμβρίου του 1847. αυτή είναι μια πρόσφατη αλλά σημαντική πληροφορία από τη μελέτη του Αλβάρο Γκιγιό Μυνόζ: «Ο Λωτρεαμόν στο Μοντεβίδεο», που ανατρέπει πολλές από τις εικασίες για το οικογενειακό περιβάλλον του συγγραφέα. Ακόμη κι ο Εντμόν Ζαλού, μη έχοντας υπόψη το περιστατικό της Σελεστίν Ντυκάς, παρασύρεται σε συμπεράσματα για τη ζωή του νεαρού Ντυκάς, και για τις διαθέσεις των γονέων του, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η διορατικότητα του, δεν πιάνει τα ξεσπάσματα της απελπισίας του Λωτρεαμόν λέγοντας: «... η οργή της άρνησής του, πρέπει να προέρχεται από δοκιμασίες που έχει υποστεί πριν γράψει τα Άσματα του Μαλντορόρ».
Βέβαιο είναι, πως αρχίζοντας να διαβάζει κανείς αυτό το βιβλίο, εκείνο που του κάνει εντύπωση, είναι το μίσος που τρέφει αυτό το παιδί για τους γονείς του και γενικά για τον άνθρωπο. Κι η αντίθεσή του για τον άνθρωπο, στέκεται μια από τις βασικές αρχές του έργου του. Για να φτάσει όμως κανείς σ ότι αφορά τον ίδιο τον Ιζιντόρ Ντυκάς, χρειάζεται να πάει ψηλαφίζοντας μέσα απ τις γενικότητες και να απομονώσει τα στοιχεία που τον αφορούν, πάντοτε φυσικά μέσα από το διδύναμο σκεπτικό του. Στις αρχές του έργου του λέει: «Με λίγες γραμμές θα αποδείξω πως ο Μαλντορόρ υπήρξε καλός, κείνα τα πρώτα χρόνια όσο ήταν ευτυχής. Κατόπιν κατάλαβε πως είχε γεννηθεί κακός». Εδώ αφήνει να εννοηθεί, πως όσο δεν ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει τι γινόταν γύρω του, ήταν ευτυχής. Προχωρώντας όμως στην ηλικία, φαίνεται πως ζει συγκλονιστικές καταστάσεις τις οποίες μας δίνει στη φοβερή στροφή του «εφήβου»: «Ω! τι ηδονή ν αρπάζεις απ το κρεβάτι του ένα παιδί που δεν έχει ιδρώσει ακόμα το χνούδι στο πάνω χείλι... και τη στιγμή που μόνο αυτό δεν περιμένει, να μπήγεις τα νύχια σου στο τρυφερό του στήθος... και στη συνέχεια να σκύβεις να του ρουφάς το αίμα και να γλύφεις τις πληγές». Και το σημείο αυτό πρέπει να είναι από τα βασικότερα τεκμήρια της αυτοβιογραφίας του, συνδέοντας το κανείς με τη στροφή του «Σκαραβαίου». Κατόπιν, στη στροφή της «Πυγολαμπίδας», έφηβος πια μας λέει πως είναι φθισικός: «Ενθάδε κείται ένας νέος που πέθανε φθισικός...». Το γεγονός πως είναι άρρωστος, το επαναλαμβάνει σε πολλά σημεία, κι ένα απ αυτά είναι στο τέλος της στροφής του «Ωκεανού»: «...γιατί όμως να ξαναγυρίζω στα φιλικά σου χέρια, για να χαϊδέψουν το μέτωπό μου που το ψήνει ο πυρετός, και στο άγγιγμα τους πέφτει!». Όμως πάλι: «... Σ ευχαριστώ ρινόλοφε, που μ εξύπνησες με το τίναγμα των φτερών σου... λένε πως ήρθες να μου ρουφήξεις το λίγο αίμα που μου μένει. Γιατί να το υποθέτουνε, δεν είναι τάχα αλήθεια;» στη στροφή όμως των «Σκύλων», μας παρασύρει σε μια ανακρίβεια, κάνοντας μνεία της μητέρας του: «Μια μέρα η μητέρα μου, μου είπε: ...όταν ακούς τα σκυλιά να αλυχτάνε να κουκουλώνεσαι στα σκεπάσματά σου και να μην κοροϊδεύεις ... Κι από τότε σέβομαι της πεθαμένης μου την επιθυμία». Εδώ ο Λωτρεαμόν, μας λέει λόγια που δεν άκουσε ποτέ, και είναι ένα απ τα σημεία που ασφαλώς θα πρέπει να έχει επιφέρει σύγχυση. Αν δεν βρισκόταν η ληξιαρχική πράξη του θανάτου της μητέρας του, όπως έχω ήδη αναφέρει, θα συνεχίζαμε να παρασυρόμαστε όπως έχουν κάνει μέχρι τώρα οι σχολιαστές του, τονίζοντας τις καλές προθέσεις των γονέων να στείλουν το παιδί τους να σπουδάσει στη Γαλλία. Τώρα  όμως έχοντας υπόψη, πως ο Λωτρεαμόν δεν γνώρισε μητέρα, τα πράγματα αλλάζουν και τίθεται το ερώτημα: Ποιος ανέλαβε την ανατροφή του βρέφους των 19 μηνών ως τα 15 του χρόνια που γίνεται αγόρι και φεύγει για τη Γαλλία, και σε ποιους κοντά έζησε όλα αυτά τα χρόνια. Αν ο Φρανσουά Ντυκάς ξαναπαντρεύτηκε μετά το θάνατο της γυναίκας του, αυτό δεν το ξέρει κανείς, και μέχρι τώρα δεν έχει αναφερθεί τίποτα. Και λέω μέχρι τώρα γιατί η έρευνα γύρω απ τον Λωτρεαμόν δεν πρόκειται να σταματήσει κι έχουμε πολλά ακόμα να πληροφορηθούμε. Πάντως, το μόνο θετικό που έχουμε αυτή τη στιγμή στα χέρια μας, είναι οι ομολογίες του ίδιου του συγγραφέα και οι οποίες πάντοτε πρέπει να αναχαιτίζουν τις συμπερασματολογίες των σχολιαστών του. Κι αυτές του οι ομολογίες είναι τα ξεσπάσματα της απόγνωσης του, όπως η στροφή της «Άμαξας», που χάνεται μέσα στο σύννεφο της σκόνης μ όλους εκείνους τους αδιάφορους επιβάτες, ενώ ακούγονται μέσα στη νύχτα οι σπαρακτικές κραυγές του: «Σταματήστε, σας ικετεύω. Οι γονείς μου με εγκατέλειψαν. Κι είμαι οχτώ χρονών παιδί...». Εδώ έμμεσα ο Λωτρεαμόν μας πληροφορεί πως διώχνεται, και το πιθανότερο αυτό να συμβαίνει στην Ουρουγουάη. Κάπου αλλού πάλι λέει: «Τα χρόνια της δικής μου άνοιξης πέρασαν ψυχρά και λυπημένα». Και πιο κάτω στην ίδια στροφή συνεχίζει: «Τι άγρια νύχτα τούτη η αποψινή... κάνει τον άνθρωπο να σιάζεται και τον νέο να συλλογιέται το κακό που έκαναν σε κάποιον από τους φίλους του, αν αυτός ο κάποιος δεν υπήρξα εγώ, τότε που ήμουνα παιδί». Τα σημεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν βιογραφικά είναι λίγα, και φαίνεται πως οι σχέσεις του με τους γονείς του αποσαφηνίζονται στη στροφή του «Σκαραβαίου», όπου απομονώνοντας κανείς ορισμένες περικοπές, καταλήγει σε τούτη τη συγκλονιστική αποκάλυψη: «Αν από μέρους σας ανυπομονείτε να μάθετε ως που θέλει να φτάσει η φαντασία μου, (που μακάρι να ήταν πράγματι μόνο φαντασία!), από μέρους μου έχω πάρει την απόφαση να ξεμπερδεύω, λέγοντας αυτά που έχω να σας πω, μόνο μια φορά (ποτέ δυο!) παρ όλο που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να με κατηγορήσει πως μου λείπει το θάρρος.» όπου και αρχίζει την αφήγηση του καπετάνιου που γυρίζοντας σπίτι του μετά από ταξίδι, δεκατριών μηνών: «... βρίσκει την γυναίκα του λεχώνα ακόμη, να του έχει δώσει ένα κληρονόμο, για την αναγνώριση του  οποίου δεν παραδεχόταν καμία υποχρέωση». Και ακολουθεί ο θάνατος της γυναίκας κείνη την ίδια νύχτα, μετά από ένα περίπατο που την οδηγεί ο άντρας της στα τείχη του Σαν  Μαλό, με φοβερή κακοκαιρία. Εδώ ο Λωτρεαμόν, χωρίς να του λείπει το σθένος, ομολογεί, μπερδεύοντας μας στο ξέφρενο παιχνίδι της φαντασίας του, που είναι η στροφή του «Σκαραβαίου», στο τέταρτο άσμα, πως είναι ο α ν ε π ι θ ύ μ η τ ο ς  κ λ η ρ ο ν ό μ ο ς  του Φρανσουά Ντυκάς. Οπότε, ακολουθώντας κανείς συμπερασματικά το δρόμο των δεδομένων, φαίνεται πως ο Φρανσουά Ντυκάς για λόγους τιμής, καλύπτει το  γεγονός, και δέχεται το παιδί χωρίς να αποκλείεται απ ότι μας λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, να επισπεύδει με τον τρόπο του το χαμό της μοιχαλίδας. Κι έτσι να δικαιολογείται και η αδικαιολόγητη και καταφανής ψυχρότητα μεταξύ πατέρα και γιου. Ποιοι είναι όμως αυτοί, που τόσο μισεί και αηδιάζει ο Λωτρεαμόν; Επόμενο είναι μια τέτοια ερώτηση να μείνει χωρίς απάντηση, όπως επόμενο είναι, μια τέτοια εκρηκτική ύπαρξη που μας ξάφνιασε με το πέρασμά της απ τη ζωή, να είναι το αποκορύφωμα στιγμής μεγάλου έρωτα, παρά ο καρπός πεζής συμβατικότητας.
Και τώρα, φτάνοντας στο τέλος του οδοιπορικού μου, μέσα στις σελίδες του μαλντορορικού λαβύρινθου, που από τα δάχτυλά μου το χαρτί έχει χνουδιάσει, έχω να πω τούτο: με το ένα σκέλος στη σκέψη και το άλλο στη μαγεία, σ αυτήν τη γοητευτική μαγεία που αισθάνεται κανείς όταν μεταφέρεται στον εσωτερικό κόσμο κάποιου άλλου, προσπάθησα να δώσω το πορτραίτο μιας φωνής, συνταυτίζοντας ακόμα και την ανάσα μου μαζί της.