Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νίκος καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νίκος καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

05 Αυγούστου 2016

Από τις «Συνομιλίες του Έκκερμαν με τον Γκαίτε» σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη - III.

[κλείνουμε το αφιέρωμα στις «Συνομιλίες του Έκκερμαν με τον Γκαίτε» με ένα επίσης εξαιρετικό απόσπασμα:]

24 Φεβρουαρίου 1825

Εάν ήμουν ακόμη διευθυντής του θεάτρου, έλεγε ο Γκαίτε απόψε, θα έπαιζα τον Δόγη της Βενετίας του Βύρωνα. Το δράμα είναι βέβαια υπερβολικά μακροσκελές, και έπρεπε να συντομευθεί˙ άλλα δεν πρέπει και σε τίποτα να κόψει και να σβήσει˙ να πως θα έκανα: Θα παρίστανα κάθε σκηνή, συντομευμένη όμως˙ το δράμα θα μίκραινε έτσι, χωρίς να το χαλάσουνε οι μεταβολές, τουναντίον θα γινότανε πολύ ζωηρότερο και θα έκανε μεγαλύτερη εντύπωση, χωρίς να χάση τις ουσιώδεις του ομορφιές.
Η ιδέα αυτή του Γκαίτε μου έκαμε μεγάλη εντύπωση. Είδα πώς πρέπει να φέρνεται κανείς σε τέτοιες περιστάσεις που παρουσιάζονται κάθε ώρα και στιγμή στο θέατρο. Είναι αλήθεια πως η μέθοδος αυτή προϋποθέτει γερό μυαλό εις εκείνον που τη μεταχειρίζεται και μάλιστα προϋποθέτει ποιητή που να γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη του.
Εξακολουθήσαμε να μιλούμε για τον Βύρωνα και του υπενθύμισα τη γνώμη του για το θέατρο, που εξέφρασε στις ομιλίες του με τον Μέντουεν, ότι δηλ. το θέατρο είναι εργασία αχάριστη συνάμα και δύσκολη. Ο Γκαίτε είπε:
- Χρέος έχει ο ποιητής να ακολουθήσει το δρόμο της καλαισθησίας και του ενδιαφέροντος του κοινού. Εάν το τάλαντο και το κοινό βαδίζουνε προς την ίδια διεύθυνση, τότε η επιτυχία είναι ασφαλής. Ο λόρδος Βύρων δεν επέτυχε ίσως γιατί οι ιδέες του διαφέρανε εν μέρει από τις ιδέες του κοινού. Δεν είναι καθόλου απαραίτητο να είναι κανείς μεγάλος ποιητής˙ τουναντίον ως επί το πλείστον, επειδή πολύ ολίγο υψωνόμαστε επάνω από τη μάζα του κοινού, γι’ αυτό κερδίζουμε την γενική εύνοια.
Ο Γκαίτε εξέφρασε κατόπιν τον μεγαλύτερο θαυμασμό για το εξαιρετικό τάλαντο του Βύρωνα.
- Ό,τι ονομάζω επινοητικότητα, είπε, ποτέ σε κανέναν άνθρωπο δεν μου φάνηκε μεγαλύτερη παρά στον Βύρωνα. Ο τρόπος με τον όποιον λύνει κάθε δραματικό δεσμό είναι πάντοτε ανώτερος από κάθε προσδοκία και πάντοτε υπερβαίνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε.     
- Ο Σαίξπηρ, είπα, μου κάνει την ίδια εντύπωση, προ πάντων ο Φάλσταφ. Όταν μπερδεύεται και χάνεται στις ψευτιές του, εάν σκεφθώ πώς θα έκανα εγώ για να τον γλυτώσω, πάντοτε βλέπω κατόπιν πώς ο Σαίξπηρ υπερβαίνει καθετί που μπόρεσα να σκεφθώ. Το να λένε το ίδιο και για τον Βύρωνα τούτο είναι ο μεγαλύτερος έπαινος που μπορεί να του απονείμει κανείς. Εν τούτοις πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο ποιητής που είναι κύριος όλου του έργου, έχει μεγάλα πλεονεκτήματα απέναντι του αναγνώστου, που πρώτη φορά βλέπει το θέμα.
Ο Γκαίτε το παραδέχθηκε και έπειτα άρχισε να επικρίνει τον Βύρωνα που ποτέ δεν προσαρμόσθηκε με τη ζωή, που ποτέ δεν φρόντισε για κανένα νόμο και πήγε τέλος να υποταχθεί στον παράλογο νόμο των τριών ενοτήτων.
- Και εξίσου με τους άλλους λίγο εννόησε την αιτία και το βάθος του νόμου. Η διαύγεια είναι η θεμελιώδης αίτια και οι τρεις ενότητες τότε μόνο έχουν σημασία όταν φθάνουνε τον σκοπό αυτό. Εάν όμως αποτελούνε εμπόδιο στη σαφήνεια τότε είναι ανόητο να τις θεωρούμε ως νόμο και να θέλουμε να τις ακολουθήσουμε. Και οι Έλληνες ακόμη, που μας μεταδώσανε τον κανόνα αυτόν, δεν τον ακολουθήσανε πάντοτε˙ στον Φαέθωνα του Ευριπίδη, και σε άλλα δράματα, ο τόπος αλλάζει˙ βλέπουμε λοιπόν ότι η καλή διατύπωση του θέματος τους είχε μεγαλύτερη αξία γι’ αυτούς από τον τυφλό σεβασμό σε νόμο που δεν είχε ποτέ καθ’ εαυτόν μεγάλη σημασία. Τα δράματα του Σαίξπηρ παραβιάζουνε την ενότητα του χρόνου και του τόπου στον ύψιστο βαθμό, είναι όμως σαφή, σαφέστατα, και οι Έλληνες θα τα θεωρούσανε γι’ αυτό άμεμπτα. Οι Γάλλοι ποιητές θελήσανε ν’ ακολουθήσουνε και στις πιο αυστηρές του συνέπειες τον νόμο αυτόν, αλλά παραμελήσανε τη σαφήνεια, ξεπλέκοντας τα δραματικά των ποιήματα όχι με την δραματική δράση, αλλά με την αφήγηση.
Μου φαίνεται πως για ν’ αντιληφθούμε τον νόμο αυτό όπως οι Έλληνες, δεν πρέπει να τον ακολουθήσουμε παρά στα πολύ λίγο πολύπλοκα θέματα που μπορούνε ν’ αναπτυχθούνε λεπτομερώς μπροστά μας κατά τον ορισμένο καιρό˙ εάν τουναντίον η δράση είναι εκτεταμένη και υπόκειται σε διάφορους τόπους, δεν υπάρχει κανένας λόγος να θέλουμε να την περικλείσουμε σ’ ένα και μόνο μέρος, αφού μάλιστα οι νεώτερες σκηνές μας μάς επιτρέπουνε εύκολα την αλλαγή των σκηνικών.
Ο Γκαίτε εξακολουθώντας να μιλεί για τον λόρδο Βύρωνα, είπε:
- Το όριο αυτό που έθετε στον εαυτόν του, υπακούοντας στις τρεις ενότητες, ταίριαζε άλλως τε και στο φυσικό του που πάντοτε έτεινε να υπερβεί κάθε φραγμό. Κρίμα να μη θελήσει επίσης να θέσει στον εαυτό του ηθικούς φραγμούς! Επειδή δεν είχε αυτή τη δύναμη, γι’ αυτό παραπλανήθηκε τόσο και μπορούμε να πούμε πολύ σωστά ότι χάθηκε γιατί του έλειπε χαλινός. Αγνοούσε περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει τον εαυτό του. Η ζωή του αφιερωνότανε ολόκληρη στο πάθος της κάθε μέρας και δεν ζύγιζε, δεν ήξερε τι έκανε. Όλα τα ήθελε για τον εαυτόν του και τίποτα για τους άλλους, γι’ αυτό και χάθηκε και εξήγειρε τον κόσμο εναντίον του. Ευθύς στην αρχή με τους «Άγγλους Βάρδους και Σκώτους κριτικούς» πλήγωσε τους καλύτερους συγγραφείς˙ έπειτα από το έργο αυτό για να μπορέσει να ζήσει έπρεπε να υποχώρησει˙ στα επόμενα όμως έργα του εξακολούθησε τον πόλεμο και τις κατηγορίες, επιτέθηκε εναντίον του Κράτους και της Εκκλησίας. Ο τρόπος του αυτός, τίποτα να μη σέβεται, τον εξόρισε από την Αγγλία και θα τον εξόριζε με τον καιρό και απ’ όλη την Ευρώπη. Παντού του φαινότανε στενόχωρα, απολάμβανε την πιο απεριόριστη προσωπική ελευθερία, και όμως αισθανότανε τον εαυτόν του καταπιεζόμενο˙ ο κόσμος ήταν γι’ αυτόν φυλακή. Εκούσια δεν πήρε την απόφαση ν’ αναχώρηση για την Ελλάδα˙ του την επέβαλε η δυσαρμονία του με τον κόσμο. Διακηρύσσοντας ότι ήταν απαλλαγμένος από κάθε παράδοση, από κάθε πατρίδα, προξένησε τον χαμό του κι ο χαμός ενός τέτοιου όντος είναι απροσμέτρητος˙ αλλ’ εκτός τούτου, ένεκα του αέναου αναβρασμού της ψυχής του, που ήταν συνέπεια του επαναστατικού του χαρακτήρα, δεν άφησε ελεύθερο το τάλαντό του ν’ αναπτυχθεί τελείως. Το αιώνιο αυτό αίσθημα της αντίθεσης και της δυσαρέσκειας υπερβολικά έβλαψε τα έργα του, γιατί όχι μόνο η δυσφορία του ποιητή μεταβιβάζεται και στον αναγνώστη, αλλά και γιατί κάθε έργο πολεμικής είναι έργο αρνητικό και η άρνηση ισοδυναμεί με την εκμηδένιση. Εάν αποκαλέσω το κακό κακό, τι κέρδισα με τούτο; Εάν όμως κατά τύχη απεκάλεσα το καλό κακό, έσφαλα πολύ. Όποιος θέλει ωφέλιμα να επιδράσει, τίποτα ποτέ δεν πρέπει να βρίζει˙ ας μην τον ενδιαφέρει τι είναι παράλογο και ας αφιερώσει όλη του τη δραστηριότητα στη γέννηση νέων αγαθών. Δεν πρέπει να γκρεμίζουμε, πρέπει να οικοδομούμε˙ ας υψώσουμε παλάτια, όπου η ανθρωπότητα να έρχεται ν’ απολαμβάνει αγνότατες χαρές.
Ευτυχισμένος άκουα τα υπέροχα αυτά λόγια κ’ ένοιωθα να με αναζωογονούνε οι θαυμάσιες συμβουλές του. Ο Γκαίτε εξακολούθησε:
- Τον λόρδο Βύρωνα πρέπει να εξετάσουμε ως άνθρωπο, ως Άγγλο, και ως μεγάλη ιδιοφυΐα. Τα προτερήματά του τα χρωστά προ πάντων στον τίτλο του τού ανθρώπου˙ τα ελαττώματά του τα χρωστά στον τίτλο του τού Άγγλου και του πατρικίου Άγγλου˙ το δε τάλαντό του είναι ακαταμέτρητο.
Οι Άγγλοι δεν μπορούνε να έχουνε δικό τους αποκλειστικά σύστημα ιδεών˙ η αταξία και ο φανατισμός για την τάξη τους δεν τους αφήνουνε ν’ αναπτυχθούνε ολοκληρωτικά και γαλήνια˙ ως πρακτικοί άνθρωποι είναι όμως μεγάλοι. Ο λόρδος Βύρων δεν κατόρθωσε λοιπόν ποτέ να εμβαθύνει στον εαυτό του, όπως π.χ. το αποδείχνει το έμβλημά του: «Πολλά χρήματα και καμιά εξουσία από πάνω μου!», έμβλημα που το παραδέχθηκε γιατί πάρα πολλά χρήματα παραλύουνε κάθε εξουσία.
Ευθύς όμως ως αρχίσει να δημιουργεί πετυχαίνει˙ και μπορούμε να πούμε ότι γι’ αυτόν η έμπνευση αντικαθιστά τη σκέψη. Έπρεπε πάντοτε να είναι ποιητής! Γι’ αυτό και καθετί που πηγάζει από την ανθρώπινη οντότητα του και προ πάντων από την καρδιά του ήταν θαυμαστό. Γεννούσε τα έργα του όπως οι γυναίκες τα ωραία παιδιά˙ χωρίς να το συλλογίζονται και χωρίς να ξέρουνε πώς κατορθώνουνε και γίνονται ωραία. Φανερώνει τούτο μεγάλη ιδιοφυία, έμφυτη, και την ουσιωδώς ποιητική δύναμη του πουθενά δεν την συνάντησα τόσο αναπτυγμένη όσο στον Βύρωνα. Όταν έβλεπε τον αισθητό κόσμο, όταν διαπερνούσε το παρελθόν με οξύ βλέμμα, ήταν εντελώς τόσο μεγάλος όσο και ο Σαίξπηρ. Ο Σαίξπηρ όμως είναι αγνότερος και γι’ αυτό υπερτερεί τον Βύρωνα. Ο Βύρωνας το ήξερε και γι’ αυτό δεν μιλεί για τον Σαίξπηρ, αν και ολόκληρα αποσπάσματα των έργων του γνωρίζει Απέξω. Θα τον αποκήρυττε ευχαρίστως γιατί η σαιξπήρειος γαλήνη είναι γι’ αυτόν το μεγάλο εμπόδιο και ξέρει πως δεν μπορεί να το αποφύγει. Δεν αποκηρύσσει τον Ποπ, γιατί τίποτα δεν έχει να φοβηθεί από αυτόν. Τον αναφέρει και τον εγκωμιάζει τουναντίον, παντού όπου μπορεί, γιατί ξέρει πολύ καλά ότι ο Ποπ γι’ αυτόν στήριγμα μόνον είναι.
Ο Γκαίτε ανεξάντλητος μιλούσε για τον Βύρωνα και δεν χόρταινα να τον ακούω. Έπειτα από μερικές παρεκβάσεις επανέλαβε:
- Ο μεγάλος τίτλος του Άγγλου πατρικίου στάθηκε ολέθριος στον Βύρωνα, γιατί το τάλαντο παρεμποδίζεται πάντοτε από τον εξωτερικό κόσμο και ακόμη περισσότερο βέβαια όταν γεννηθεί κανείς σε τόσο υψηλές τάξεις και με τόση μεγάλη περιουσία˙ μια μέτρια τύχη είναι πολύ ευνοϊκότερη στο τάλαντο˙ γι’ αυτό και όλοι σχεδόν οι μεγάλοι καλλιτέχνες και οι μεγάλοι ποιητές βγήκανε από τις μεσαίες τάξεις. Η ροπή του Βύρωνα προς το απέραντο δεν θα μπορούσε να του καταστεί τόσο ολέθρια, εάν η γέννησή του και η περιουσία του ήταν μετριότερες˙ αλλ’ επειδή μπορούσε να εκτελέσει όλες του τις ιδιοτροπίες, παρασυρότανε ακατάπαυτα σε αδιέξοδες αμηχανίες. Και πώς να ζητήσει κανείς σεβασμό, πώς να επιβάλει όρους σε ένα που βρίσκεται τόσον
υψηλά ; Μπορούσε να εκφράσει όλες τις ιδέες που υψωνόντουσαν μέσα του και κήρυττε έτσι ατέλειωτο πόλεμο εναντίον, του κόσμου. Ξαφνιάζεται κάνεις να βλέπει πόσον τεράστιο μέρος της ζωής του ξοδεύει ένας πλούσιος και ευγενής άγγλος στις διασκεδάσεις και στις μονομαχίες. Ο λόρδος Βύρων διηγείται μόνος του πως ο πατέρας του παραπλάνησε τρεις γυναίκες. Έχετε τότε, αν μπορείτε, λογικό παιδί! Έζησε πάντα, ας το πούμε, σε φυσική κατάσταση και με τη συμπεριφορά του˙ έπρεπε κάθε μέρα να βρίσκεται σε προσωπική άμυνα˙ γι’ αυτό και κάθε μέρα γυμναζότανε στο πιστόλι. Κάθε ώρα και στιγμή περίμενε και μια πρόκληση. Δεν μπορούσε να ζήσει μόνος˙ γι’ αυτό με όλες του τις παραδοξότητες, ήταν υπερβολικά επιεικής στους συντρόφους του. Ένα βράδυ διάβασε το υπέροχο ποίημά του για τον θάνατο του στρατηγού Μουρ και οι ευγενείς φίλοι του δεν ξέρανε καλά - καλά τι να του πουν. Καθόλου δεν ταράχθηκε ο Βύρωνας, αλλά βάζει πάλι στην τσέπη του το χειρόγραφο. Για έναν ποιητή τούτο αποτελεί ανεξικακία προβάτου. Ένας άλλος θα τους έστελνε στο διάβολο.

--------------------------------------------------------

Ακολουθούνε, σε μορφή εικόνας, οι αντίστοιχες σελίδες από το πρωτότυπο βιβλίο, το οποίο μπορείτε, στη διεύθυνση αυτή: anemi.lib.uoc.gr, να το κατεβάσετε ολόκληρο.









03 Αυγούστου 2016

Από τις «Συνομιλίες του Έκκερμαν με τον Γκαίτε» σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη - II.

18 Ιανουαρίου 1825

Πήγα σήμερα, στις 5 στου Γκαίτε, που είχα πολλές μέρες να τον δω και πέρασα μιαν ωραία βραδεία. Τον βρήκα στο γραφείο του να μιλεί χωρίς φως με τον γιο του και με τον αυλικό σύμβουλο Rehbein, τον γιατρό του. Τοποθετήθηκα μαζί τους κοντά στο τραπέζι. Σε λιγάκι φέρανε φως και έλαβα την ευτυχία να δω τον Γκαίτε μπροστά μου όλο ζωή και ευθυμία. Όπως συνήθως, πληροφορήθηκε μ’ ενδιαφέρον τι νεώτερο είδα τις μέρες αυτές και του διηγήθηκα ότι γνώρισα μια ποιήτρια. Μπόρεσα συγχρόνως να επαινέσω το τάλαντό της που δεν είναι συνηθισμένο και ο Γκαίτε που γνωρίζει μερικά από τα έργα της την επαίνεσε επίσης.
- Ένα της ποίημα, είπε, που περιγράφει μια τοποθεσία της πατρίδας της έχει πρωτοτυπότατο χαρακτήρα. Υπακούει σε κάποια καλή της κλίση να ζωγραφίζει την ορατή φύση και έχει στα βάθη της ωραίες ιδιότητες. Πολλά πράγματα μπορεί να την φέξει κανείς, αλλ’ ας την αφήσουμε ήσυχη και ας μη την ταράξουμε˙ το τάλαντό της θα της δείξει τον δρόμο που πρέπει να πάρει.
Μιλήσαμε τότε για τις ποιήτριες γενικά και ο αυλικός σύμβουλος Rehbein είπε ότι το ποιητικό τάλαντο των γυναικών του έκανε συχνά την εντύπωση διανοητικής ανάγκης αναπαραγωγής.
- Τον ακούτε; μου είπε ο Γκαίτε γελώντας˙ διανοητική ανάγκη αναπαραγωγής! Πόσο εύκολα ο γιατρός εξηγεί αυτά τα πράγματα!
- Δεν ξέρω, είπε ο Rehlbein, εάν εκφράζομαι καλά, αλλά κάτι τέτοιο συμβαίνει. Συνήθως οι γυναίκες αυτές δεν απόλαυσαν την ευτυχία του έρωτα και ζητούν κάποιαν αντιστάθμιση από το μέρος του πνεύματος. Εάν παντρεύονταν όταν έπρεπε και εάν αποκτούσαν παιδιά, δεν θα συλλογιζόντουσαν τις ποιητικές τους δημιουργίες.
- Δεν θέλω να εξετάσω, είπε ο Γκαίτε, μέχρι ποιου σημείου έχετε δίκιο, άλλα για τ’ άλλα είδη της ιδιοφυΐας των γυναικών παρατήρησα ότι έπαυσαν πάντοτε ευθύς μετά τον γάμο. Γνώρισα κορίτσια που ζωγραφίζανε θαυμάσια, αλλ’ ευθύς ως γινόντουσαν σύζυγοι και μητέρες όλα χανόντουσαν, ασχολιόντουσαν μόνον για τα παιδιά τους και μήτε άγγιζαν πια το κραγιόνι. Εν τούτοις, εξακολούθησε ζωηρότατα, οι γυναίκες μπορούν να εξακολουθήσουν όσο θέλουν τα ποιήματα τους και τα συγγράμματα, άλλα οι άνδρες δεν πρέπει καθόλου να γράφουν όπως οι γυναίκες! Να, αυτό δεν μ’ αρέσει!... Αλλά, πρόσθεσε εύθυμα, ας τ’ αφήσουμε αυτά και ας ασχοληθούμε για τη ζωηρή νεανίδα de Halle, που το ανδρικό πνεύμα της μας εισάγει στον σερβικό κόσμο. Τα ποιήματα είναι θαυμάσια! Υπάρχουν μερικά που μπορούνε να σταθούνε πλάι με το Άσμα των ασμάτων και δεν είναι τούτο μικρός έπαινος. Τελείωσα το άρθρο μου για τα ποιήματα αυτά και έχει ήδη τυπωθεί.
Αυτά λέγοντας μού έδωσε τα τέσσαρα πρώτα φύλλα του νέου τεύχους της «Τέχνης και Αρχαιότητας» όπου βρήκα το άρθρο αυτό.
- Σημείωσα με λίγες λέξεις τον χαρακτήρα του θέματος κάθε ποιήματος και θα γοητευθείτε από τα χαριτωμένα αυτά θέματα. Ο Rehbein καταλαβαίνει από ποίηση και θ’ ακούσει μ’ ευχαρίστηση, εάν μας διαβάσετε αυτό το κομμάτι.
Διάβασα σιγά το θέμα κάθε ποιήματος. Τα σημειωμένα θέματα ήσαν τόσο ζωντανά, τόσο καλά ζωγραφισμένα, ώστε κάθε λέξις παρουσίαζε μπροστά στα μάτια μου και ολόκληρο ποίημα. Τα επόμενα πρα πάντων μ’ γοητεύσανε:
Ι. Εικόνα μιας νεαρής Σέρβας˙ η φοβισμένη ντροπαλοσύνη της: ποτέ δεν ανασηκώνει τα ωραία της ματόκλαδα.
II. Εσωτερικοί σπαραγμοί ενός εραστή, που έχει υποδειχθεί να οδηγήσει εκείνη που αγαπά στον αντίπαλό του.
III. Ανησυχούσα για τον εραστή της, η νεαρή Σέρβα δεν θέλει να τραγουδήσει, για να μην πάρει εύθυμο ύφος.
IV. Παράπονο για τη διαφθορά των ηθών: το νέο παγκάρι παντρεύεται χήρα, κι ο γέρος κορίτσι.
V. Ένας νέος παραπονείται μιας μητέρας γιατί δίδει της κόρης της πολύ μεγάλη ελευθερία.
VI. Χαρούμενα εξομολογείται ή κόρη στο άλογο, που της προδίδει την αγάπη και τα σχέδια του αφέντη του.
VII. Η νεαρή Σέρβα δεν θέλει τον άνδρα που δεν αγαπά.
VIII. Η όμορφη υπηρέτρια του πανδοχείου: ο αγαπητικός της δεν είναι με τους ξένους.
IX. Οι αγαπώμενοι συναντιούνται˙ χαρές και τρυφερότητες.
Χ. Τι επάγγελμα να διαλέξει ο σύζυγος;
XI. Εύθυμη φλυαρία της αγάπης.
XII. Ο εραστής γυρίζει από τα ξένα, κατασκοπεύει την κόρη ολημερίς και το βράδυ την κλέβει.
- Τα θέματα αυτά και μόνα μού φαίνονται, είπα, τόσο ζωντανά όσο και τα ίδια τα ποιήματα, και δεν αισθάνομαι, την παραμικρότερη επιθυμία να δω πώς τα πραγματεύθηκε ο ποιητής.
- Έχετε δίκιο, είπε ο Γκαίτε, έτσι ακριβώς είναι˙ αλλά βλέπετε έτσι τη μεγίστη σπουδαιότητα των θεμάτων, σπουδαιότητα που κανείς δεν θέλει να κατανοήσει. Γι’ αυτό το πράγμα οι γυναίκες δεν έχουν κανένα προαίσθημα. «Το ποίημα αυτό είναι ωραίο» λέγουνε και δεν συλλογίζονται παρά μόνον τα αισθήματα, τα λόγια, τους στίχους. Και κανείς δεν βλέπει ότι η αληθινή δύναμη και η εντύπωση που μας προξενεί ένα ποίημα έγκειται στην πλοκή, στο θέμα. Γράφουν χιλιάδες ποιήματα που το θέμα τους είναι μηδαμινό και που μιμούνται κάποιο είδος ζωής με τη βοήθεια αισθημάτων και ηχηρής στιχουργίας. Γενικώς οι ερασιτέχνες και εν γένει οι γυναίκες ασθενέστατα γνωρίζουνε την ποίηση. Πιστεύουν συνήθως ότι εάν κατείχανε το τεχνικό μέρος, θα κατείχανε το ουσιώδες και θα ήσαν τέλειοι ποιητές˙ άλλα πολύ απατιούνται.
Ο καθηγητής Ρίμερ ήρθε. Ο αυλικός σύμβουλος Rehbein αποσύρθηκε. Ο Ρίμερ κάθισε κοντά μας. Η ομιλία εξακολούθησε για τα θέματα των σερβικών ερωτικών ασμάτων. Ο Ρίμερ γνώριζε τα θέματα αυτά και παρατήρησε ότι όχι μόνο ήτανε δυνατό με τις υποδείξεις αυτές να γραφούνε ποιήματα, αλλ’ ότι ήδη χωρίς να είναι γνωστά τα σερβικά τραγούδια χρησιμοποιηθήκανε από τους Γερμανούς ποιητές. Είχε στον νου του μερικά ποιήματα που είχε γράψει ο ίδιος, και εγώ διαβάζοντας θυμήθηκα μερικά ποιήματα του Γκαίτε και τα ανέφερα.
- Αφού ο κόσμος μένει πάντοτε ο ίδιος, είπε ο Γκαίτε, αφού τα ίδια γεγονότα επαναλαμβάνονται, αφού ένας λαός ζει, αγαπά και αισθάνεται όπως και ο άλλος λαός, γιατί ένας ποιητής να μη γράψει όμοια μ’ έναν άλλον; Τα γεγονότα της ζωής ομοιάζουνε γιατί και τα γεγονότα της ποίησης να μην ομοιάζουνε και αυτά μεταξύ τους;
- Εξ αιτίας της ομοιότητας αυτής της ζωής και των αισθημάτων, είπε ο Ρίμερ, είμαστε σε θέση να εννοούμε την ποίηση των άλλων λαών. Χωρίς αύτη, διαβάζοντας τα ξένα ποιήματα δεν θα ξέραμε περί τίνος μιλούνε.
- Γι’ αυτό, πρόσθεσα, πάντοτε μ’ εξέπλησσε η ιδέα των σοφών που φαίνονται να πιστεύουνε ότι η ποίηση δεν βγαίνει από τη ζωή, αλλ’ από τα βιβλία. Επαναλαμβάνουνε ακατάπαυτα: Τούτο το πήρε από εδώ, τούτο από εκεί. Εάν βρίσκουνε π.χ. στον Σαίξπηρ χωρία που απαντούνε επίσης και στους αρχαίους, διακηρύσσουνε ότι ο Σαίξπηρ τα έκλεψε από τους αρχαίους! Στον Σαίξπηρ κάποιο πρόσωπο βλέποντας μία χαριτωμένη κορασίδα λέγει: «Ευτυχισμένοι οι γονείς που την ονομάζουν κόρη τους˙ ευτυχισμένος ο νέος που θα την πάρει γυναίκα!» Και επειδή η ίδια φράση βρίσκεται και στον Όμηρο, κατ’ ανάγκη ο Σαίξπηρ την πήρε από τον Όμηρο! Τι περίεργη λογική! Ως εάν ήταν ανάγκη τόσο μακριά ν’ ανατρέξουμε για να βρούμε τα πράγματα αυτά και ως εάν κάθε μέρα δεν τα βλέπουμε, δεν τα αισθανόμαστε, δεν τα λέγουμε!
- Αλήθεια, έχετε δίκιο, είναι πολύ γελοίο, είπε ο Γκαίτε.
- Ο Λόρδος Βύρων, εξακολούθησα, δεν φαίνεται σοφότερος όταν αναλύει τον Φάουστ τον δικόν σας, και αξιώνει ότι το τάδε πράγμα πήρατε από εδώ, το τάδε από εκεί.
- Όλα τα ωραία πράγματα που ο λόρδος Βύρων αναφέρει, είπε ο Γκαίτε, δεν τα είχα, τα περισσότερα, μήτε καν διαβάσει και ακόμη λιγότερο δεν τα είχα σκεφθεί όταν έκανα τον Φάουστ. Αλλ’ ο λόρδος Βύρων μεγάλος είναι μόνον όταν γράφει ποιήματα˙ ευθύς ως θέλει να λογικευθεί, γίνεται παιδί. Γι’ αυτό και δεν μπόρεσε να υπερασπισθεί και ν’ αποκρούσει τις ανόητες προσβολές, ακριβώς του αυτού είδους, που του κάμανε στην ίδια του την πατρίδα˙ έπρεπε πολύ ζωηρότερα να μιλήσει. «Ό,τι βλέπετε εδώ μου ανήκει, έπρεπε να φωνάξει˙ είτε από την ζωή το πήρα, είτε από τα βιβλία, αδιάφορο˙ η δουλειά μου ήταν μόνον να ξέρω να το χρησιμοποιήσω!». Ο Ουάλτερ Σκοτ χρησιμοποίησε μια σκηνή από τον «Egmont» μου, δικαίωμά του˙ το έκανε με ευφυΐα και είναι αξιέπαινος. Μιμήθηκε επίσης σ’ ένα από τα μυθιστορήματά του τον χαρακτήρα της «Μινιόν» μου˙ με την ιδίαν οξυδέρκεια; αυτό είναι άλλο ζήτημα. O Μεταμορφωμένος Διάβολος του λόρδου Βύρωνα είναι συνέχεια του Μεφιστοφελή, πολύ σωστά! Εάν τον έπιανε η ιδιοτροπία να πρωτοτυπήσει και ν’ απομακρυνθεί από το έργο μου θα ‘ταν αναγκασμένος να πετύχει λιγότερο. Ο Μεφιστοφελής μου ψάλλει ένα τραγούδι του Σαίξπηρ, ποιος θα τον εμποδίσει; Γιατί να πονοκεφαλώ να κάμω ένα άλλο τραγούδι, εάν το τραγούδι του Σαίξπηρ έλεγε ακριβώς ό,τι ήθελε να πει; Η εκτέλεσης του Φάουστ έχει επίσης κάποια ομοιότητα με τον Ιώβ, όλα αυτά πάνε πολύ καλά και πρέπει να μ’ επαινέσουνε μάλλον παρά να με ψέξουν.
... Η ομιλία κατόπιν στράφηκε στον Σίλερ. Ο Ρίμερ μάς υπενθύμισε το εξωτερικό του Σίλερ.
- Η κατασκευή του σώματος του, είπε, το περπάτημα του στους δρόμους, κάθε του κίνηση, όλα του ήσαν περήφανα και μόνον τα μάτια του ήσαν γλυκά.
- Ναι, είπε ο Γκαίτε, όλα του ήσαν περήφανα και μεγαλοπρεπή, άλλα τα μάτια του πόσον ήσαν γλυκά! Και όπως το σώμα του έτσι ήταν και η ιδιοφυΐα του. Έπαιρνε τολμηρά ένα θέμα, το εξέταζε, το έστρεφε από εδώ, από εκεί, το κοίταζε από το ένα μέρος, από το άλλο, το γύριζε δεξιά, αριστερά. Δεν εξέταζε το θέμα του παρά από ‘ξω˙ να το κάμει ν’ αναπτυχθεί σιγά σιγά εσωτερικά, αυτό δεν του άρεσε˙ το τάλαντό του ήταν περισσότερο εύστροφο˙ γι’ αυτό και ποτέ δεν αποφάσιζε και δεν μπορούσε να τελείωσει. Πολλές φορές άλλαζε ένα ρόλο λίγο πριν να παρασταθεί το έργον του. Και επειδή με τόλμη καταπιανόταν εις ένα έργο δεν προσπαθούσε να βρει δικαιολογίες για κάθε πράξη. Ξέρω τι τράβηξε με τον Γουλιέλμο Τέλο, επειδή ήθελε ο Γέσλερ να κόψει απλούστατα ένα μήλο, να το βάλει απάνω στο κεφάλι του παιδιού και απ’ εκεί να το ρίψει ο πατέρας τού παιδιού με το βέλος. O τρόπος αυτός της δημιουργίας ήταν εντελώς αντίθετος με τον χαρακτήρα μου και τον έπεισα να προκαλέσει και να δικαιολογήσει τη σκληρότητα αυτή παρουσιάζοντας τουλάχιστον το παιδί, περήφανο μπροστά στον Γέσλερ για την επιδεξιότητα του πατέρα του, να λέει ότι ο πατέρας θα μπορούσε να ρίξει ένα μήλον από το δένδρο σε απόσταση εκατό βημάτων. Ο Σίλερ κατ’ αρχάς δεν ήθελε, άλλα υποχώρησε επί τέλους στις παραστάσεις μου και στις παρακλήσεις και ακολούθησε τη συμβουλή μου. Εγώ τουναντίον συχνά ανέλυα περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε και έτσι τα δράματα μου δεν ήσαν κατάλληλα για τη σκηνή. Το τάλαντο του Σίλερ ήταν εντελώς καμωμένο για το θέατρο. Σε κάθε του όραμα έκανε και ένα βήμα προς τα εμπρός και πλησίαζε προς την τελειότητα...
Ο Σίλερ ήταν αλλόκοτος μεγαλοφυΐα. Κάθε οκτώ ήμερες ήταν και διαφορετικός και τελειότερος. Οσάκις τον ξανάβλεπα τον έβρισκα ότι διάβασε περισσότερα, ότι ήταν εγκυκλοπαιδικότερος και κριτικότερος. Τα γράμματα του είναι η ωραιότερη ανάμνηση που έχω από αυτόν και ανήκουν στα καλύτερα του έργα. Μεταξύ των θησαυρών μου διατηρώ το τελευταίο του γράμμα, σαν άγιο λείψανο.
Ο Γκαίτε σηκώθηκε και πήγε να το ζητήσει.
Δέστε και διαβάσετε, είπε δίνοντάς μας το γράμμα.
Το γράμμα ήταν ωραίο και γραμμένο με σταθερό χέρι. Περιείχε κρίση για τις σημειώσεις που πρόσθεσε ο Γκαίτε στη μετάφραση του ο «Ανεψιός του Ραμό», σημειώσεις που εκθέτουν την τότε κατάσταση της γαλλικής φιλολογίας και που ο Γκαίτε είχε ανακοινώσει σε χειρόγραφο στον Σίλερ για να τις εξετάσει. Διάβασα το γράμμα στον Ρίμερ.
- Βλέπετε, είπε ο Γκαίτε, τι δυνατή και εκπληκτική κρίση! και πόσο το γράψιμο δεν προδίδει κανένα σημείο εξασθένησης! Ήταν υπέροχο πλάσμα! Και στο κορύφωμα όλων του των δυνάμεων μας άφησε! Το γράμμα αυτό φέρει χρονολογία 24 Απριλίου 1805, ο Σίλερ πέθανε στις 9 Μαΐου.
Κοιτάξαμε κατόπιν το γράμμα ένας-ένας και θαυμάσαμε τη διαύγεια της έκφρασης και την ομορφιά του γραφικού χαρακτήρα˙ ο Γκαίτε αφιέρωσε ακόμη στο φίλο του πολλά λόγια τρυφερά ενθυμούμενος τον, ωσότου πέρασε πια η ώρα. Ήταν έντεκα πια και φύγαμε.


------------------------------------------------------------------

Ακολουθούνε, σε μορφή εικόνας, οι αντίστοιχες σελίδες από το πρωτότυπο βιβλίο, το οποίο μπορείτε, στη διεύθυνση αυτή: anemi.lib.uoc.gr, να το κατεβάσετε ολόκληρο.









02 Αυγούστου 2016

Από τις «Συνομιλίες του Έκκερμαν με τον Γκαίτε» σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη - I.


18 Σεπτεμβρίου 1823

Χθες το πρωί είχα την ευτυχία να περάσω μιαν ώρα μαζί του. Η ομιλία του ήταν σπουδαιότατη, ανεκτίμητη για μένα˙ σε όλη μου τη ζωή θ’ απλώσει την ευεργετική της επίδραση. Όλοι οι νέοι ποιητές πρέπει να την γνωρίζουν και να την εκμεταλλευτούν. 

Μ’ ερώτησε εάν έγραψα το καλοκαίρι αυτό ποιήματα. Έτσι άρχισε η ομιλία. Του απήντησα ότι έγραψα μερικά, αλλά μου έλειπε η απαιτουμένη γαλήνη. «Μην αρχίζετε, μου είπε, κανένα μακροσκελές έργον. Αυτό παθαίνουν και τα καλύτερα πνεύματα, εκείνα ακριβώς που έχουν περισσότερο τάλαντο και ευγενικότερες προσπάθειες. Αυτό το ελάττωμα το είχα και εγώ και ξέρω πόσο κακό μου έκαμε. Πόσα πράγματα δεν πήγαν χαμένα! Εάν έκανα ό,τι κάλλιστα ήμουν άξιος να κάμω, εκατό τόμοι δεν θα έφθαναν».

Το παρόν έχει τα δικαιώματα του˙ οι στοχασμοί, τα αισθήματα, που κάθε μέρα αναπηδούν από την ψυχή του ποιητή, θέλουν και πρέπει να εκφραστούν˙ αλλ’ εάν έχουμε στο νου μας κανένα μεγάλο έργο, τότε αυτό εξαφανίζει καθετί που δεν του ανήκει. Όλες οι σκέψεις που δεν έχουν σχέση μαζί του εξαφανίζονται και όλες οι ανέσεις της ζωής επί πολύν καιρόν χάνονται. Τι ανόητος δαπάνη, τι ανάταση των διανοητικών δυνάμεων δεν απαιτείται για να κατατάξουμε μόνο μέσα μας και να οργανώσουμε ένα μεγάλο σύνολο˙ και τι δυνάμεις, τι ήρεμη ζωή και ατάραχτη δεν απαιτείται για να εξωτερικεύσουμε, για να το χύσουμε μονομιάς σε εκφράσεις ακριβόλογες κι αληθινές! Εάν απατηθούμε στη διαγραφή του συνόλου, όλη η εργασία μας χάνεται. Εάν στο μεγάλο θέμα δεν είμαστε πάντοτε απολύτως κύριοι των ιδεών που θέλουμε να πραγματευθούμε, τότε κάπου-κάπου πέφτουμε έξω και δίκαια μας μέμφονται. Ο ποιητής για τόσους κόπους, για τόσες θυσίες δεν βρίσκει μήτε χαρά, μήτε ανταμοιβή, αλλά πλήθος στενοχώριες που παραλύουν την ενέργειά του. Τουναντίον, εάν ο ποιητής έχει στραμμένη κάθε μέρα τη σκέψη του προς το παρόν, εάν γράφει αμέσως και όταν νωπότατη είναι η εντύπωσή του, το θέμα που του παρουσιάστηκε, τότε ό,τι κι αν κάμει θα είναι πάντοτε καλό, και εάν κατά τύχη δεν πέτυχε, τίποτε όμως δεν χάθηκε...

Αλλά μήπως μας ακούνε εμάς τους γέρους; Καθένας νομίζει ότι αυτός καλύτερα από κάθε άλλον ξέρει και έτσι πλήθος πνεύματα χάνονται και πλήθος άλλα για χρόνους παραπλανιούνται. Εν τούτοις ο καιρός των παραπλανήσεων πέρασε˙ εμείς οι γέροι την πάθαμε˙ άλλα σε τι θα χρησίμευαν οι έρευνες μας και οι πλάνες εάν σεις οι νέοι θέλετε τώρα να διατρέξετε τους ίδιους δρόμους; Μα τότε δεν θα προχωρήσουμε ποτέ! Εμάς η πλάνη μας συγχωρείται, γιατί δεν βρίσκαμε ανοιγμένους μπροστά μας δρόμους˙ αλλ’ από όσους γεννιούνται αργότερα έχουμε μεγαλύτερες αξιώσεις˙ δεν πρέπει και αυτοί ν’ απατώνται και ν’ αναζητούν˙ πρέπει να χρησιμοποιήσουν τη συμβουλή των γερόντων και απευθείας να βρουν και να πάρουν τον σωστό δρόμο. Δεν αρκεί να κάνουμε βήματα που να μας οδηγήσουν μια μέρα στον σκοπό, κάθε βήμα μας πρέπει να είναι συγχρόνως και σκοπός, ενώ μας φέρει συνάμα και προς τα εμπρός...

Ο κόσμος είναι τόσον μεγάλος και τόσον πλούσιος, η ζωή τόσον ποικιλόμορφη, ώστε ποτέ θέματα για ποιήματα δεν θα λείψουν. Όλα όμως τα ποιήματα πρέπει να είναι ποιήματα ορισμένης περίστασης, η πραγματικότητα δηλ. πρέπει να δώσει την ευκαιρία και την αφορμή. Ένα ειδικό θέμα παίρνει γενικό και ποιητικό χαρακτήρα, ακριβώς γιατί το πραγματεύεται ένας ποιητής. Τέτοια είναι όλα μου τα ποιήματα˙ η πραγματική ζωή τα γέννησε˙ απάνω σ’ αύτη στηρίζονται και από αυτήν αποτελούνται. Τα ποιήματα τ’ αερολογικά καμιά σημασία για μένα δεν έχουν.

Μην πείτε πως η ποίηση λείπει από την πραγματικότητα, γιατί ακριβώς τότε μόνον δείχνουμε ότι είμαστε ποιητές όταν μπορούμε ν’ ανακαλύψουμε μίαν ενδιαφέρουσα άποψη σ’ ένα πρόστυχο αντικείμενο. Η πραγματικότητα δίνει το μοτίβο, τα κύρια σημεία, με μια λέξη το έμβρυο άλλα από τον ποιητή εξαρτάται να βγάλει από αυτά ένα σύνολο γεμάτο ζωή και ομορφιά.

Γνωρίζετε τον Φιρστάιν, τον επικαλούμενον ποιητή της φύσης. Έκανε ένα ποίημα επί της καλλιέργειας της βρυώνιας˙ είναι ομορφότατο. Τον συμβούλεψα να κάνει ποιήματα για τον εργάτη και προ πάντων για τον υφαντή, και είμαι βέβαιος πως θα πετύχει, γιατί από μικρός έζησε μεταξύ υφαντών γνωρίζει κατά βάθος το θέμα του και θα ‘ναι κύριος της ύλης του. Κι αυτό ακριβώς είναι το πλεονέκτημα των μικρών θεμάτων˙ δεν έχουμε ανάγκη να εκλέξουμε και δεν εκλέγουμε παρά θέματα που τα γνωρίζουμε και τα δεσπόζουμε. Αλλά σ’ ένα μεγάλο ποιητικό οικοδόμημα αυτό δεν συμβαίνει˙ δεν μπορούμε να οπισθοχωρήσουμε˙ ό,τι περιλαμβάνεται στο σύνολον του ποιήματος, ό,τι αποτελεί μέρος του προδιαγεγραμμένου σχεδίου, πρέπει να ζωγραφιστεί με καταπληκτική αλήθεια. Και ο νέος μόνον ένα μέρος των πραγμάτων γνωρίζει, ενώ για να επιχειρήσουμε ένα μεγάλο έργο πρέπει να τα γνωρίζουμε όλα τα μέρη˙ γι’ αυτό και αποτυχαίνουν».

Είπα στον Γκαίτε ότι σκόπευα να κάμω ένα μεγάλο ποίημα για τις εποχές του έτους και ν’ αναφέρω τις ασχολίες και τις τέρψεις κάθε εποχής. «Να, ακριβώς η ίδια περίπτωση που παρουσιάζεται, μου είπε ο Γκαίτε˙ μπορείτε να πετύχετε σε πολλές απεικονίσεις˙ αλλά σε πολλές άλλες που δεν τις μελετήσατε ακόμα αρκετά και δεν τις παρατηρήσατε, δεν θα πετύχετε. Θα καταφέρετε ίσως τον Ψαρά και υστέρα πιθανόν να μην καταφέρετε τον Κυνηγό. Εάν δε στο σύνολο κάτι είναι ελλιπές, το έργο αποτυχαίνει ως σύνολον και οσονδήποτε και αν είναι τέλεια τα ξεχωριστά κομμάτια, όμως δεν θα κατορθώσετε να ‘χετε δημιουργήσει κάτι τέλειο. Ζωγραφίστε λοιπόν μόνον τ’ απομονωμένα αυτά κομμάτια, που μπορείτε, και ό,τι θα κάμετε θα είναι καλό.

»Προ πάντων να φυλάγεσθε από τις μεγάλες ανακαλύψεις που γεννιούνται μέσα σας, γιατί τότε ζητάτε να εκθέσετε μιαν άποψη μόνον των πραγμάτων και όταν κανείς είναι νέος σπάνια βρίσκει τη σωστή άποψη. Είναι πολύ ενωρίς. Κ’ έπειτα ο ποιητής με τους χαρακτήρες που ανακαλύπτει και τις ιδέες που αναπτύσσει, χάνει μέρος του είναι του, και αργότερα στις άλλες του δημιουργικές ενέργειες δεν έχει πια την ίδια πλούσια αφθονία˙ απογυμνώθηκε μόνος του. Και τέλος για να φανταστούμε, να κατατάξουμε, να συνδυάσουμε, να δέσουμε, πόσος καιρός δεν χάνεται που κανείς δεν μας τον λογαριάζει μ’ ευγνωμοσύνη, και όταν ακόμα κατορθώσουμε μ’ επιτυχία να τελειώσουμε το έργο μας! Τουναντίον, εάν δεν εφεύρουμε το θέμα μας, εάν το πάρουμε εντελώς έτοιμο, τότε τι διαφορά και τι ευκολία! Τα γεγονότα, οι χαρακτήρες υπάρχουν ήδη, ο ποιητής δεν έχει παρά να σκορπίσει παντού τη ζωή. Εκτός τούτου μένει ακόμα κύριος των εσωτερικών του θησαυρών, γιατί λίγα πράγματα από τον εαυτόν του είναι υποχρεωμένος να δώσει. Ξοδεύει επίσης λιγότερο καιρό και δύναμη, γιατί μόνον για την εκτέλεση κοπιάζει. Συμβουλεύω, ναι, και θέματα ακόμα που τα μεταχειρίσθηκαν ήδη. Πόσες Ιφιγένειες δεν έκαμαν, και όμως όλες είναι διαφορετικές˙ καθένας είδε και τοποθέτησε διαφορετικά τα πράγματα, γιατί καθένας ακολούθησε τα δικά του ένστικτα.

»Γι’ αυτό αφήσετε τώρα κατά μέρος κάθε μεγάλη επιχείρηση. Πρέπει να γνωρίσετε τώρα τι χαρές περιέχει ο κόσμος και γι’ αυτό ο καλύτερος τρόπος είναι ν’ ασχολείστε σε μικρά πράγματα».

Καθ’ όλη αυτή τη συνομιλία περπατούσαμε στο δωμάτιο του˙ επιδοκίμαζα κάθε του λόγο, γιατί όλο μου το είναι αναγνώριζε πόσο ήταν αληθινός. Ένοιωθα τον εαυτόν μου ολονέν ελαφρότερο και ευτυχέστερο, γιατί πρέπει να ομολογήσω ότι έγερνα υπό το βάρος πολλών μεγάλων σχεδίων, που δεν μπορούσα να εκτελέσω. Τ’ άφησα τώρα και θα μένουν ήσυχα, έως ότου πιάσω πάλι και εξεικονίσω κάθε των μέρος, ένα-ένα, εφόσον η πείρα της ζωής μου θα με κάνει κύριο ενός εκάστου των θεμάτων που είχα να πραγματευθώ. Τα λόγια του Γκαίτε μ’ έκαναν και κέρδισα πολλά χρόνια σοφίας και προόδου˙ αισθάνομαι στα βάθη της ψυχής μου, τι ανεκτίμητο είναι πλεονέκτημα να συναντήσεις ένα αληθινό Διδάσκαλο. Τι δεν θα μάθω συνάμα τον χειμώνα αυτόν κοντά του! Πόσον δεν θα ωφεληθώ από τη συντροφιά του και μόνο και όταν ακόμα δεν λέγει τίποτα εξαιρετικό! Η μορφή του, η γειτνίασή του και μόνη μου φαίνονται διδακτικότατες και όταν ακόμα μήτε ένα λόγο δεν προφέρει.

--------------------------------------------------------------------------

Το ανωτέρω απόσπασμα, προσαρμοσμένο τρόπον τινά στη σημερινή γραφή, από το υπέροχο βιβλίο "Συνομιλίαι Εκκερμαν με τον Γκαίτε" του Johann Peter Eckermann, σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη.

Ακολουθούνε, σε μορφή εικόνας, οι αντίστοιχες σελίδες από το πρωτότυπο βιβλίο, το οποίο μπορείτε, στη διεύθυνση αυτή: anemi.lib.uoc.gr, να το κατεβάσετε ολόκληρο.







10 Απριλίου 2015

Ο Πρόλογος του Νίκου Καζαντζάκη από τον "Τελευταίο πειρασμό".




Ο Πρόλογος του Νίκου Καζαντζάκη από τον "Τελευταίο πειρασμό"

Η δυαδική υπόσταση του Χριστού στάθηκε για μένα πάντα βαθύ, ανεξερεύνητο μυστήριο˙ η λαχτάρα, η τόσο ανθρώπινη, η τόσο υπεράνθρωπη, να φτάσει ο άνθρωπος ως το Θεό — ή, πιο σωστά: να επιστρέψει ο άνθρωπος στο Θεό και να ταυτιστεί μαζί του˙ η νοσταλγία αυτή, η τόσο μυστική και συνάμα τόσο πραγματική, άνοιγε μέσα μου πληγές και πηγές μεγάλες.
Από τη νεότητα μου η πρωταρχική αγωνία μου, από όπου πήγαζαν όλες μου οι χαρές κι όλες μου οι πίκρες, ήταν τούτη: η ακατάπαυτη, ανήλεη πάλη ανάμεσα στο πνέμα και στη σάρκα.
Μέσα μου παμπάλαιες ανθρώπινες και προανθρώπινες σκοτεινές δυνάμες του Πονηρού˙ μέσα μου παμπάλαιες ανθρώπινες και προανθρώπινες φωτερές δυνάμες του θεού˙ κι η ψυχή μου ήταν η παλαίστρα όπου οι δυο τούτοι στρατοί χτυπιούνταν κι έσμιγαν.
Αγωνία μεγάλη˙ αγαπούσα το σώμα μου, και δεν ήθελα να χαθεί˙ αγαπούσα την ψυχή μου, και δεν ήθελα να ξεπέσει˙ μάχουμουν να φιλιώσω τις δυο αυτές αντίδρομες κοσμογονικές δυνάμες, να νιώσουν πώς δεν είναι οχτροί, είναι συνεργάτες, και να χαρούν, να χαρώ κι εγώ μαζί τους, την αρμονία.

Κάθε άνθρωπος είναι θεάνθρωπος, σάρκα και πνέμα˙ να γιατί το μυστήριο του Χρίστου δεν είναι μονάχα μυστήριο μιας ορισμένης θρησκείας˙ είναι πανανθρώπινο˙ σε κάθε άνθρωπο ξεσπάει η πάλη Θεού κι ανθρώπου, και συνάμα η λαχτάρα της φίλιωσης. Τις περισσότερες φορές η πάλη αυτή είναι ασύνειδη, βαστάει λίγο, δεν αντέχει μια αδύνατη ψυχή ν’ αντιστέκεται καιρό πολύ στη σάρκα˙ βαραίνει, γίνεται κι αυτή σάρκα, κι ο αγώνας παίρνει τέλος. Μα στους υπεύθυνους ανθρώπους, που έχουν μερόνυχτα καρφωμένα τα μάτια τους στο ανώτατο Χρέος, η πάλη ανάμεσα στη σάρκα και στο πνέμα ξεσπάει χωρίς έλεος και μπορεί να βαστάξει ως το θάνατο.
Όσο πιο δυνατή η ψυχή κι η σάρκα, τόσο κι η πάλη πιο γόνιμη κι η τελική αρμονία πιο πλούσια. Δεν αγαπάει ο Θεός τις αδύνατες ψυχές και τις πλαδαρές σάρκες. Το πνέμα θέλει να ‘χει να παλέψει με δυνατή, γεμάτη αντίσταση σάρκα˙ είναι πουλί σαρκοβόρο, που ακατάπαυτα πεινάει, τρώει σάρκα και την εξαφανίζει αφομοιώνοντας τη.
Πάλη ανάμεσα στη σάρκα και στο πνέμα, ανταρσία κι αντίσταση, φίλιωση κι υποταγή, και τέλος, ανώτατος σκοπός της πάλης, η ένωση με το Θεό — να ο ανήφορος που πήρε ο Χριστός και μας καλεί να πάρουμε κι εμείς ακολουθώντας τα αιματωμένα του αχνάρια.
Πώς να κινήσουμε κι εμείς για την ανώτατη αυτή κορφή, όπου, πρωτότοκος υιός της σωτηρίας, έφτασε ο Χριστός — να το ανώτατο Χρέος του αγωνιζόμενου ανθρώπου.
Ανάγκη λοιπόν, για να μπορούμε να τον ακολουθήσουμε, βαθιά να ξέρουμε τον αγώνα του, να ζήσουμε την αγωνία του, πώς νίκησε τις ανθισμένες παγίδες της γης, πώς θυσίασε τις μεγάλες και τις μικρές χάρες του ανθρώπου κι ανέβηκε, από θυσία σε θυσία, από άθλο σε άθλο, στην κορυφή της άθλησης, στο Σταυρό.

Ποτέ δεν ακολούθησα με τόσο τρόμο την αιματωμένη πορεία του στο Γολγοθά, ποτέ δεν έζησα με τόση ένταση, με τόση κατανόηση κι αγάπη το Βίο και τα Πάθη του Χρίστου, όσο τις μέρες και τις νύχτες που έγραφα τον Τελευταίο Πειρασμό. Γράφοντας την εξομολόγηση ετούτη της αγωνίας και της μεγάλης ελπίδας του ανθρώπου ήμουν συγκινημένος τόσο που τα μάτια μου βούρκωναν˙ δεν είχα νιώσει ποτέ με τόση γλύκα, με τόσο πόνο να πέφτει στάλα στάλα το αίμα του Χρίστου στην καρδιά μου.
Γιατί ο Χριστός, για ν’ ανέβει στην κορυφή της Θυσίας, στο Σταυρό, στην κορυφή της εξαΰλωσης, στο Θεό, πέρασε όλα τα στάδια του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Όλα, και γι’ αυτό κι ο πόνος του μας είναι τόσο γνώριμος και τον πονούμε, κι η τελική νίκη του μας φαίνεται τόσο και δικιά μας μελλούμενη νίκη. Ό,τι είχε βαθιά ανθρώπινο ο Χριστός μας βοηθάει να τον καταλάβουμε και να τον αγαπήσουμε και να παρακολουθούμε τα Πάθη του σα να ‘ταν δικά μας πάθη. Αν δεν είχε μέσα του το ζεστό ανθρώπινο στοιχείο, δε θα μπορούσε ποτέ με τόση σιγουράδα και τρυφερότητα να αγγίξει την καρδιά μας˙ και δε θα μπορούσε να γίνει πρότυπο στη ζωή μας. Αγωνιζόμαστε κι εμείς, τον βλέπουμε κι αυτόν να αγωνίζεται και παίρνουμε κουράγιο˙ βλέπουμε, δεν είμαστε ολομόναχοι στον κόσμο, αγωνίζεται κι αυτός μαζί μας.
Η κάθε στιγμή του Χρίστου είναι αγώνας και νίκη. Νίκησε την ακαταμάχητη γοητεία της απλής ανθρώπινης χαράς, νίκησε τους πειρασμούς, μετουσίωνε ολοένα τη σάρκα σε πνέμα κι ανηφόριζε˙ έφτασε στην κορφή του Γολγοθά, ανέβηκε στο Σταυρό.
Μα κι εκεί ο αγώνας του δεν τέλειωσε˙ απάνω στο Σταυρό τον περίμενε ο Πειρασμός, ο Τελευταίος Πειρασμός˙ σε μια βίαιη αστραπή άπλωσε το πνέμα του Πονηρού μπροστά από τα λιποθυμισμένα μάτια του Σταυρωμένου το πλανερό όραμα μιας γαλήνιας, ευτυχισμένης ζωής: είχε πάρει, λέει, έτσι του φάνηκε, τον εύκολο στρωτό δρόμο του ανθρώπου, είχε παντρευτεί, είχε κάμει παιδιά, τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν οι άνθρωποι˙ και τώρα, γέρος πια, κάθουνταν στο κατώφλι του σπιτιού του, θυμόταν τις λαχτάρες της νιότης του και χαμογελούσε ευχαριστημένος˙ τι καλά, τι φρόνιμα που έκαμε και πήρε το δρόμο του ανθρώπου, και τι παραφροσύνη ήταν εκείνη να θέλει, λέει, να σώσει τον κόσμο! Τί χαρά που γλίτωσε από τις κακουχίες, το μαρτύριο και το Σταυρό!

Να ποιος ήταν ο τελευταίος πειρασμός που ήρθε, σε μιαν αστραπή, να ταράξει τις στερνές στιγμές του Σωτήρα.
Μα ολομεμιάς τίναξε ο Χριστός το κεφάλι, άνοιξε τα μάτια, είδε˙ όχι, όχι, δεν πρόδωκε, δόξα σοι ο Θεός, δε λιποτάχτησε, εξετέλεσε την αποστολή που του μπιστεύτηκε ο Θεός, δεν παντρεύτηκε, δεν έζησε ευτυχισμένος, έφτασε στην κορυφή της θυσίας, βρίσκεται καρφωμένος απάνω στο Σταυρό.
Έκλεισε τα μάτια του ευτυχισμένος˙ και τότε ακούστηκε θριαμβευτικιά η κραυγή: «Τετέλεσται!»
Δηλαδή τέλεψα το χρέος μου, σταυρώθηκα, δεν έπεσα στον πειρασμό.

Για να δώσω ένα ανώτατο πρότυπο στον αγωνιζόμενο άνθρωπο, για να δείξω πως δεν πρέπει να φοβάται τον πόνο, τον πειρασμό και το θάνατο, γιατί όλα αυτά μπορεί να νικηθούν, νικήθηκαν κιόλα, γράφτηκε το βιβλίο ετούτο. Ο Χριστός πόνεσε, κι από τότε ό πόνος άγιασε˙ πολέμησε, ως την τελευταία στιγμή, ο Πειρασμός να τον πλανέψει, κι ο Πειρασμός νικήθηκε˙ σταυρώθηκε ο Χριστός, κι από τότε νικήθηκε ό θάνατος.
Κάθε εμπόδιο στην πορεία του γίνουνταν αφορμή κι ορόσημο νίκης˙ έχουμε πια ένα πρότυπο μπροστά μας, που μας ανοίγει το δρόμο και μας δίνει κουράγιο.
Το βιβλίο τούτο δεν είναι βιογραφία, είναι εξομολόγηση του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Δημοσιεύοντάς το έκαμα το χρέος μου˙ το χρέος ενός ανθρώπου που πολύ αγωνίστηκε, πολύ πικράθηκε στη ζωή του και πολύ έλπισε. Είμαι βέβαιος πως κάθε λεύτερος άνθρωπος που θα διαβάσει το βιβλίο ετούτο, το γεμάτο αγάπη, θ’ αγαπήσει περισσότερο παρά ποτέ, καλύτερα παρά ποτέ, το Χριστό.

11 Δεκεμβρίου 2011

Νίκος Καζαντζάκης – Για την Ευτυχία


Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Νίκου Καζαντζάκη στη δημοσιογράφο Γιολάντα Τερέντσιο, στις αρχές του 1957, στο σπίτι του ζεύγους στην πόλη Αντίμπ.
Πηγή: Περιοδικό «Ταχυδρόμος» 2 Μαρτίου 1957 (κυκλοφορεί στο διαδίκτυο)


Ζουν ήσυχα, ερημικά, οι δυο Έλληνες στο γραφικό μικρό σπίτι της οδού του Μπα-Καστελέ. Απ' τα παράθυρά τους βλέπουν το λιμάνι της Αντίμπ και τη γαλανή Μεσόγειο. Η πρόσχαρη φιλοξενία της οικοδέσποινας αγκαλιάζει τον επισκέπτη μόλις δρασκελίσει το κατώφλι. Λίγα σκαλιά οδηγούν στο γραφείο του συγγραφέα. Ψηλός, ίσιος, ασκητικός, μ' ένα καλό χαμόγελο, απλώνει το μπράτσο και σφίγγοντας το χέρι ρωτάει άπληστα, με την ιδιαίτερη προσφορά του: «Τι νέα μας φέρνετε απ' την Ελλάδα;».

Ευτυχώς, μια σειρά από δημοσιογραφικές έρευνες μ' έχουν φέρει τελευταία σ' επαφή με την έξω από την Αθήνα Ελλάδα κι έτσι του διηγούμαι τι είδα και τι άκουσα στα χωριά και τις πόλεις, από τ' άγρια βράχια της Μάνης ως την κορφή του Βίτσι.

Πως γίνονται και μεγάλα έργα, αλλά πως η φτώχεια μένει πάντοτε φτώχεια και πως η εγκατάλειψη στα χωριά είναι τόση ώστε οι άνθρωποι στη Βόρειο Ελλάδα μου είπαν πως ζούνε «πίσω από τον ήλιο».

Πίσω από τον ήλιο, μουρμουρίζει ο Καζαντζάκης και σημειώνει την απλή αυτή φράση, που βγήκε απ' τα χείλια του λαού που τόσο βαθιά αγαπάει.

Γ.Τ.: Πέστε μου τώρα και για σας, είσαστε ευχαριστημένος;

Ν.Κ.: Είμαι ευτυχισμένος  -αν κι είναι ντροπή να αισθάνεται κανείς ευτυχισμένος μια ώρα τέτοια.  Αν δεν ήταν μπροστά η Ελένη, θα σας έλεγα πως αυτή η γυναίκα είναι η αιτία της ευτυχίας μου. Πραγματικά, δεν είχα ποτέ μου τολμήσει να φαντασθώ τέτοια κατανόηση από άνθρωπο.  Αλλ' αν εξακολουθήσω, θα θυμώσει. Είμαι ευτυχισμένος γιατί μπορώ να δουλεύω, γιατί δεν έχω καμία φιλοδοξία, κανένα μίσος, γιατί έχω την καρδιά μου καθαρή.  Όταν δουλεύει κανείς πνευματικά δεν αρρωσταίνει, δεν γερνάει - αυτό είναι το μυστικό: να μην παρατήσει κανείς τη δουλειά του, γιατί τότε αλίμονο. Πέντε λεπτά μετά τον θάνατό σου, το μυαλό σου να δουλεύει ακόμα.  Του Γκαίτε, είμαι σίγουρος, ότι δούλευε και μετά τον θάνατό του, γι' αυτό όταν ο Εκερμαν ξεσκέπασε το σώμα του, ήταν σαν του εφήβου, είχε πειθαρχήσει στα βάσανά του.

Γ.Τ.: Αν μπορούσατε να ξαναγεννηθείτε, θα το θέλατε;

Ν.Κ.: Δεν θα ήθελα να πεθάνω ποτέ. μ' ενδιαφέρει η ζωή, ο άνθρωπος  -όχι οι άνθρωποι όλοι μαζί.

Γ.Τ.: Πιστεύετε στην ποιοτική εξέλιξη της ανθρωπότητας;

Ν.Κ.: Ένας Αρμένης ποιητής είπε κάποτε: «Ο πιθηκάνθρωπος ξεκίνησε να γίνει άνθρωπος, αλλά δεν έφτασε ακόμα.».

Γ.Τ.: Υπάρχει ελπίδα για τους ανθρώπους να ζήσουν κάποτε ευτυχισμένοι;

Ν.Κ.: Με στοίχημα, σε χίλια χρόνια!.  Ένας χωρικός πήρε έναν κόρακα, για να εξακριβώσει αν αλήθεια ζει εκατό χρόνια, μα ο χωρικός πέθανε πρώτος!  Έτσι κι εγώ, και χίλια χρόνια αν ζήσω, δεν θα προφτάσω να δω τους ανθρώπους ευτυχισμένους.

Γ.Τ.: Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ευτυχία τους;

Ν.Κ.: Αυτό είναι πολύ δύσκολο ν' απαντήσει κανείς, αυτό είναι η μεγάλη μου αγωνία.  Το μεγαλύτερο εμπόδιο στον άνθρωπο είναι, φαντάζομαι, η έλλειψη πίστης σ' ένα ιδανικό ανώτερο από το Εγώ του. Αν δεν πιστεύει κανείς σ' ένα πράγμα ανώτερο από τον εαυτό του, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος.

Γ.Τ.: Νομίζετε πως μπορεί ν' αποφευχθεί ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος;

Ν.Κ.: Δεν νομίζω πως θα τον γλιτώσουμε.

(Μην λέτε τέτοια πράγματα! φωνάζει η κυρία Καζαντζάκη. Ο,τι και να βάλουμε στο μυαλό μας, ό,τι και να πούμε, τα πράγματα θα έρθουν αλλιώτικα).

Ν.Κ.: Ο πόλεμος θα σταματήσει όταν ο πιθηκάνθρωπος γίνει άνθρωπος!  Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα είναι η διάσταση που υπάρχει ανάμεσα διανοητικού και ηθικού ανθρώπου.  Ο διανοητικός άνθρωπος έχει φθάσει στο μαγικό, στο υπεράνθρωπο, ενώ ηθικά είναι ανάπηρος.  Όταν αρμονισθούν αυτά τα δύο, τότε θ' αποκτήσει κι η ανθρωπότητα το ισοζύγιο και θα γίνει ευτυχισμένη.  Ο σημερινός άνθρωπος μου θυμίζει τον θηριοδαμαστή που μπήκε στο κλουβί των θηρίων νομίζοντας πως η τίγρη ήταν γυμνασμένη.

Γ.Τ.: Ο πνευματικός άνθρωπος μπορεί ν' ανήκει σ' ένα κόμμα ή πρέπει να μένει πάντοτε ανεξάρτητος, για να είναι ελεύθερος να κρίνει;  Όπως είπε ο Σαρτρ, κάποτε, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να πολεμάει την αδικία όπου και να τη βρίσκει.

Ν.Κ.: Είναι δύσκολο για τον πνευματικό άνθρωπο να μείνει μόνος του.  Μόνος του είναι αδύνατος, αν ενωθεί όμως με τους άλλους χαλάει.  Το πρόβλημα είναι: πώς είναι δυνατόν να ενωθούν οι τίμιοι άνθρωποι;  Ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να καταδικάζει την αδικία όπου τη βρίσκει και κάνοντας αυτό που κάνω απαντώ στο ερώτημά σας: γράφω για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που ποδοπατιέται παντού τόσο εύκολα.   Αν ενωθώ με τους άλλους θα χάσω την ελευθερία μου.  Η ψυχολογία της μάζας είναι αλλιώτικη, μιλάω για τους διανοούμενους σαν μάζα, όχι για τις λαϊκές μάζες, που τις σέβομαι και που έχουν τη δική τους δουλειά.  Ένας πνευματικός άνθρωπος μόνος του μπορεί να δουλέψει καλύτερα: ελεύθερος άνθρωπος παλεύει για την ελευθερία. Δέκα ελεύθεροι άνθρωποι, ενωμένοι, χάνουν την ελευθερία τους.  Εκείνο που χρειάζεται είναι ν' ακολουθήσεις τον δρόμο σου ως την άκρη.  Η αξία του δρόμου είναι να μη σταματήσεις ποτέ!

Γ.Τ.: Ποιο είναι το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο;

Ν.Κ.: Για μένα ο χρόνος.  Όπως είπε ο αισθητικός Μπέρναρντ Μπέρενσον, που αποτραβήχτηκε στη Φλωρεντία κι είναι ενενήντα χρονώ, μου έρχεται να κατέβω στο δρόμο και ν' απλώσω το χέρι μου στους διαβάτες και να τους πω: «Δώστε μου λίγο από το χρόνο που χάνετε.».

Γ.Τ.: Κι εγώ που σας έφαγα τόσην ώρα απ' τον πολύτιμο χρόνο σας!

Ν.Κ.: Ε, δεν πειράζει, άπλωσα κι εγώ το χέρι μου και κάτι μάζεψα.