Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ο νουμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ο νουμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Μαΐου 2024

Πόνος [Ρήγας Γκόλφης]

ΠΟΝΟΣ

Ανάθεμά με α δεν πονώ κι α δεν αναστενάζω 
Πονώ, και γύρα μου πονάν και κλαιν όλα τα πάντα.
Κλαίει τ’ αστεράκι τ’ ουρανού και σιγοσβεί θλιμμένο, 
Λυπητερά κι ανάκουστα στενάζει τ’ ακρογιάλι,
Κάποιο παράπονο πικρό σκορπάει παντού τ’ αγέρι.
Και ξεχειλίζει ο πόνος μου και σκέπει όλην την πλάση, 
Κι ανατρομάζουν τ’ άψυχα, κι αργεί να ξημερώσει...
Που θάβρω την παρηγοριά και της ψυχής το χάδι;
Κάθουμαι να συλλογιστώ τα μάτια τα γλαρά σου,
Τ’ αγγελικό σου το κορμί, την τόση αγαθοσύνη- 
Με πνίγει τ’ αναφιλητό και της πικριάς η λαύρα... 
Ο πόνος μένα γέννησε κι ανάθρεψεν η πίκρα,
Οι Μοίρες δε με μοίρωσαν, μα μούδωσαν το θρήνο,
Κ’ οι Λύπες με νανούρισαν στον πρώτο μου τον ύπνο.
Σε καταριέμαι, έρμη ζωή, που τις χαρές μού κρύβεις, 
Κι ανοίγεις μου την αγκαλιά για πλάνεμα και δάκρυ. 
Ωσάν τρανός ανυφαντής ο καρδιοκόπος πόθος, 
Ξαπλώνει ολούθε μέσα μου το μαύρο του το δίχτυ,
Κι όλο πονώ, κι όλο πονώ κ’ είναι βαθύς ο πόνος... 
Ανάθεμά με α δεν πονώ, και τρισανάθεμά με!


Πηγή: O Noυμάς, τεύχος 190 (1906)

17 Φεβρουαρίου 2021

Στο γιο μου [Μυρτιώτισσα]

ΣΤΟ ΓΙΟ ΜΟΥ

Ω! γιε μου εσύ, μοναχογιέ, που ίσαμε χτες ακόμα 
μου εζέσταινες τα γόνατα με το μικρό σου σώμα,

τώρα μού ανοίγεις τα φτερά και φεύγεις μακριά μου 
κι’ αφήνεις το σπιτάκι μας, κι’ αφήνεις τα φιλιά μου.

Τι γλήγορα μεγάλωσες! και πώς να το πιστέψω
πως ήρθε κιόλας ο καιρός για να σε ξενιτέψω,

Εσέ, που λίγο να στραφεί στα πίσω ο λογισμός μου
σε βλέπω να γοργοπερνάς αδιάκοπα απ’ εμπρός μου

με το αναμμένο απ’ το τρεχιό, γλυκό σου προσωπάκι 
και το κοντούλι, ναυτικό, λινό φορεματάκι!

Και τώρ’ ακόμα ψάχνοντας με δακρυσμένα μάτια 
της παιδικής ζωούλας σου ξεθάβω τα κομμάτια.

Και βρίσκω βόλους με χαρτιά μαζί και με βιβλία 
και βρίσκω από το χέρι σου ζωγραφισμένα πλοία,

τα πλοία που ελαχτάριζες μακριά για να σε φέρουν, 
στις χώρες που είναι όνειρο, στις χώρες που μαγεύουν

κάθε παιδιού τη νέα καρδιά, που όλο ποθεί, και θέλει 
να ιδεί, να ‘γγίξει, να γευτεί, της γης όλο το μέλι!

Την άγια θύρα της ζωής τρεμάμενη σου ανοίγω 
και κρύβω τη λαχτάρα μου, και τον καημό μου πνίγω.

Μα είναι μεγάλος μου ο καημός, κ’ είναι πικρή η ψυχή μου...
ω! διάφανο αγριολούλουδο βγαλμένο απ’ την πνοή μου,

μονάχα εσύ, φωτίζοντας βαθιά τη σκοτεινιά μου 
το νεκρωμένο εξύπναγες παλμό μες την καρδιά μου!

Τώρα, σε χάνω. Αμίλητη, αδάκρυτη, και μόνη, 
βλέπω τη νύχτα νά’ρχεται βαριά και να με ζώνει...



Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 611 (1918)

08 Αυγούστου 2020

Από τους μύθους του Ivan Andreyevich Krylov σε μετ. Γιάννη Περγιαδίτη.

Πηγή: O Νουμάς, τεύχος 152 (1905).

ΤΑ ΔΥΟ ΒΑΡΕΛΙΑ

Τα δυο Βαρέλια ελεύθερα και μόνα 
Επήραν δρόμο μιαν ήμερα· τόνα 
Κούφιο ήταν κι αδειανό· μα τ’ άλλο 
Γιομάτ’ ως πάνου με πιοτό που ευφραίνει
Της γης κάθε θνητό μικρό ή μεγάλο.
Το δεύτερ’ όμως πάντοτες πηγαίνει 
Καταμεσής και πίσω από το πρώτο 
Κυλώντας δίχως θόρυβο και κρότο,
Ενώ τ’ ολαδειανό χοροπηδώντας 
Με βήματα τρελά κροτεί περνώντας 
Και σύγνεφο στο δρόμο του σηκώνει...
Τον κόσμο στο ποδάρι και... τη σκόνη.

Σαν βλέπουν οι διαβάτες, που ‘χαν γνώση, 
Αθεόρατο βαρέλι να ‘χει τόση 
Ορμή και Τρέλα, σα «ναν το ‘χε πιάσει 
Η μύγα», κάνουν τόπο να περάσει·
Μα το μωρό το πλήθος γιουχαρίζει 
Το δεύτερο βαρέλι το γεμάτο,
Ενώ το ολαδειανό που πάει τρεχάτο 
Θωρεί με θαυμασμό... κι ας μην τ’ αξίζει!

Θόρυβο τέτοιο κάνουνε συχνά
Κεφάλια που όλως διόλου είναι αδειανά· 
Μ’ αυτός που ήρωας είναι αληθινά 
Διαβαίνει σιωπηλός παντοτινά,
Κάθ’ έργο του και μόνο, που ωφελεί,
Αφήνοντας γι’ αυτόνε να μιλεί.

18 Ιουλίου 2020

Ερείπια [Γεώργιος Μαύτας]

Πηγή: O Νουμάς, τεύχος 70 (1903). 

ΕΡΕΙΠΙΑ

Λησμονημένης μιας ζωής, ω λείψανα θλιμμένα, 
    Περήφανα στημένα 
    Στον λόφου την κορφή,
Στη μακρινή σας την ερμιά ποια τάχ' ακόμα μοίρα
    Άγγιχτα απ’ την πλημμύρα 
    Των χρόνων σάς κρατεί;

Απ’ τ’ άλιωτο σκοτάδι σας κανείς δεν βγαίνει ήχος 
    Κάθε σας κρύβει τοίχος 
    Μυστήρια τρανά,
Και πάνω στη χλωμάδα σας τον πέπλο της απλώνει 
    — Κατάμαυρο σεντόνι—
    Η λήθη σιωπηλά.

Στα νεκρωμένα τείχη σας περίγυρα, έχει χύσει
    Η ροδισμένη δύση 
    Μια λάμψη μυστική,
Που τη σβησμένη σας μορφή, ω ερείπια, έχει ζώσει, 
    Ως να της έχει δώσει 
    Την πρώτη τη ζωή.

Σαν σε θωρώ σ’ άυλους αχνούς λουσμένο προς το βράδυ,
    Αμίλητο ρημάδι,
   — Ω πλάνεμα ματιών!
Ξανοίγω να φαντάζουνε παλάτια στοιχειωμένα,
    Σε χρόνια περασμένα
    Αγνών παραμυθιών.

Κι απ’ τα βαθιά χαλάσματα σαν όνειρο προβάλλει 
    Πανώριο ένα κεφάλι,
    Μια ξωτικιά εμορφιά,
Η αλύπητη η Πεντάμορφη, που η όψη της — ω πόνοι!
    Για πάντα μαρμαρώνει 
    Αμέτρητα κορμιά!

Πειραιεύς

05 Μαρτίου 2020

Coram Populo! [Auguste Strindberg]

Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 206 (1906)

CORAM POPULO!
De creatione et sententia vera mundi

ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Πρόσωπα
Ο Αιώνιος, αθώρητος.
Ο Θεός. Το κακό πνέμα, ο άρπαγας, ο Κύριος αφτού του κόσμου.
Ο Εωσφόρος. Ξεθρονιασμένος.
Αρχάγγελος.
Άγγελοι.
Αδάμ και Έβα.

Α’ ΠΡΑΞΗ (Ο ουρανός)

Ο Θεός κι ο Εωσφόρος καθένας στο θρόνο του πάνου. Είναι τριγυρισμένοι από αγγέλους. Ο Θεός ένας γέρος σοβαρός, σχεδόν κακός· έχει γένια μακριά κι άσπρα και μικρά κέρατα σαν το Μωυσή του Μιχαήλ Αγγέλου. – Ο Εωσφόρος είναι νέος κι όμορφος, κατιτίς σαν τον Προμηθέα, τον Απόλλωνα και το Χριστό· το χρώμα τού προσώπου του είναι άσπρο, φωτεινό, τα μάτια του σπιθοβολούν, τα δόντια του είναι άσπρα. Ένα στεφάνι φωτερό κυκλώνει την κεφαλή του.

Θεός.
Ας αρχίσει η κίνηση, αφού η τεμπελιά μας χάλασε! Θέλω να κιντυνέψω ακόμα μια φανέρωση, κι ας έχω το φόβο να σκροπιστώ και να χαθώ μέσα στο χτηνώδικον όχλο! Κοίτα! Κάτου εκεί, στον ‘Αρη ανάμεσα και στην Αφροδίτη, μένουν ακόμα λίγα στρέμματα του χτήματός μου αχρησίμεφτα. Εκεί θέλω να δημιουργήσω έναν καινούργιου κόσμο: από το Μηδενικό θα γενηθεί και στο Μηδενικό θα ξαναγυρίσει μια μέρα. Τα πλάσματα που θα ζήσουν εκεί θα θαρέψουν πως είναι θεοί σαν κ’ εμάς και θα διασκεδάζουμε, σα γλέπουμε τις μάχες και τις ματαιότητες τους. Ο κόσμος της τρέλλας ας είναι τ’ όνομά του! Τι λέγει γι’ αφτό ο αδερφός μου Εωσφόρος που μοιράζεται με μένα κείνα τα χτήματα προς το νότο του γαλετένιου ξουναριού;

Εωσφόρος.
Αφέντη, αδερφέ, η κακιά σου θέληση ζητάει τα πάθια και τις δυστυχίες. Δε θέλω ν’ ακούσω για την ιδέα σου!

Θεός.
Τι λεν οι Άγγελοι για την πρότασή μου;

Οι Άγγελοι.
Ας γίνει τα θέλημα τού ’Αφέντη!

Θεός.
Ας γίνει έτσι και δυστυχία σε κείνους που θενά δασκαλέψουν τους τρελλούς πια ‘ναι η ρίζα τους κι ο σκοπός τους!

Εωσφόρος.
Δυστυχία σε κείνους που λεν το καλό κακό, το κακό καλό, που κάνουν το σκότος φως και το φως σκότος, που κάνουν το πικρό γλυκό και το γλυκό πικρό! Σε καταγγέλω μπροστά στο δικαστήριο τού Αιώνιου!

Θεός.
Περιμένω λοιπόν! Γιατί πώς μπορείς να συναντάς τον Αιώνιο πιο συχνά από τις εκατό χιλιάδες χρόνια, όταν έρχεται σ’ αφτούς τους τόπους;

Εωσφόρος.
Θα πάω να πω την αλήθια στους αθρώπους για να καταστραφούν τα σχέδιά σου.

Θεός.
Καταραμένος να ‘σαι, Εωσφόρε! Κι άμποτε η θέση σου να ‘ναι κάτου από τον κόσμο της τρέλλας για να βλέπεις τα βάσανά του και οι αθρώποι να σε λεν Τρισκατάρατο.

Εωσφόρος.
Θα νικήσεις, γιατί συ είσαι δυνατός σαν το Κακό! Για τους αθρώπους θα ‘σαι Θεός, συ ο συκοφάντης, Σατανά!

Θεός.
Κάτου ο αντάρτης! Ομπρός: Μιχαήλ, Ραφαήλ, Γαβριήλ, Ουριήλ! Χτύπα: Σαμαήλ, Αζαρήλ, Μιχαζαήλ! Φυσάτε: Ανατολικέ, Περάτη, Έγκυνε, Αμαίμονα!
(Ο Εωσφόρος συνεπαίρνεται από ‘να σίφουνα και γκρεμνίζεται στα τρίσβαθα).

Β’ ΠΡΑΞΗ (Πάνου στη γις)

Ο Αδάμ και η Έβα κάτου από το δέντρο της γνώσης, υστέρα ο Εωσφόρος με τη μορφή φιδιού.

Έβα.
Δεν είχα προσέξει σ’ αφτό το δέντρο.

Αδάμ.
Αφτό το δέντρο μας είναι απαγορεμένο.

Εωσφόρος (μπαίνοντας).
Ποιος Θεός; Είναι πολλοί τέτιοι!

Αδάμ.
Ποιος μιλεί;

Εωσφόρος.
Εγώ, ο Εωσφόρος που αποθυμάει την εφτυχιά σας, που παθαίνεται για λόγου σας. Κοιτάχτε το καινούργιο τής αβγής το αστέρι που μηνάει το ξαναγύρισμα του ήλιου! Αφτό ‘ναι τ’ άστρο μου: έχει πάνου του έναν καθρέφτη που καθρεφτίζει το φως της Αλήθιας. Οι αχτίδες του στο σημπλήρωμα των χρόνων θα οδηγήσουν κάπιους ποιμένες από κάπιαν έρημο προς ένα παχνί όπου θα γεννηθεί ο γιος μου, ο λυτρωτής του κόσμου. Από αφτό το δέντρο, άμα θα φάτε, αμέσως θα γνωρίσετε το καλό και το κακό, θα ξέρετε τότες πως η ζωή είναι ένα κακό, πως δεν είστε θεοί, πως ο Τρισκατάρατος σάς έχει τυφλώσει και πως η ύπαρξή σας δεν τρέχει παρά για να γίνει μόνο κορόιδο των θεών. Φάτε απ’ αφτό και θ’ αποχτήσετε το δώρο να λεφτερωθείτε απ’ τις λύπες, θ’ αποχτήσετε τη χαρά του θανάτου!

Έβα.
Αποθυμώ να μάθω και να γίνω λέφτερη! Φάε κ’ εσύ, Αδάμ!
(Τρώνε τον απαγορεμένο καρπό).

Γ’ ΠΡΑΞΗ (Ο ουρανός)

Ουριήλ.
Δυστυχιά σ’ εμάς, αφού η χαρά μας τελείωσε. 

Θεός.
Τι τρέχει;

Ουριήλ.
Ο Εωσφόρος φανέρωσε τις πράξες σου στους κατοίκους της γης· όλα τα ξέρουν κ’ είναι εφτυχισμένοι.

Θεός.
Ευτυχισμένοι! δυστυχιά σ’ αφτούς!... 

Ουριήλ.
Το σπουδαιότερο, τους έμαθε το δώρο της λεφτεριάς, ώστε μπορούνε να ξαναγυρίσουνε στο μηδενικό.

Θεός.
Να πεθάνουν!... Καλά!... Ας πληθαίνουν προτού πεθάνουν. Ας γίνει η αγάπη!

Δ’ ΠΡΑΞΗ 

Εωσφόρος, (αλυσωμένος).

Φόντα η αγάπη ήρθε στον κόσμο, η δύναμη μου πέθανε. Ο  Άβελ, πρι λεφτερωθεί από τον Κάη, είχε γεννήσει με την αδερφή του. Και θέλω ναν τους λεφτερώσω όλους! Νερά, θάλασσες, πηγές, ποτάμια, εσείς που μπορείτε και σβύνετε τη φλόγα της ζωής, ανεβήτε! καταστρέφτε!

Ε’ ΠΡΑΞΗ (Ο ουρανός)

Ουριήλ.
Δυστυχιά σ’ εμάς! Η χαρά μας τελείωσε!

Θεός.
Τι τρέχει ;

Ουριήλ.
Ο Εωσφόρος φύσησε πάνου στα νερά: ανεβαίνουν και λεφτερώνουν τους θνητούς!

Θεός.
Ξέρω! μα τώρα, δα έσωσα δυο από τους λιγότερο δοξασμένους που δε θα μάθουν πότες το λόγο του αινίγματος. Το καράβι τους άραξε ψηλά στο βουνό Αραράτ κ΄ έκαμαν θυσίες.

Ουριήλ.
Λοιπόν ο Εωσφόρος τούς έδωσεν ένα φυτό που το λένε άμπελο, αφτουνού ο μούστος γενάει την ηλιθιότητα. Μια στάλα κρασί και βλέπουν τι είναι.

Θεός.
Οι άμυαλοι! δεν ξέρουν που προίκησα το φυτό τους με παράξενες αρετές! τρέλλα, ύπνο και λήθη. Μ’ αφτό δε θα ξέρουν πια όσα είδαν τα μάτια τους.

Ουριήλ.
Δυστυχιά σ’ εμάς! Τι κάνουν εκεί κάτου οι ανόητοι κάτοικοι της γης;

Θεός.
Χτίζουν έναν πύργο και θέλουν ν’ ανέβουν και να φτάσουν τον ουρανό. Α! Ο Εωσφόρος τούς έμαθε να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο. Ας είναι! θα μπερδέψω τις γλώσσες τους, ώστε τα σκέδιά τους να μείνουνε στείρα κι ο αδερφός μου Εωσφόρος να λουφάξει!

ΣΤ’ ΠΡΑΞΗ

Ουριήλ.
Δυστυχιά σ’ εμάς! Ο Εωσφόρος τούς έστείλε το μοναχογιό του να διδάξει την αλήθια στους αθρώπους...

Θεός.
Τι λέει ;

Ουριήλ.
Γενημένος από μια παρθένο ο γιος αφτός καμώνεται πως ήρθε για να λεφτερώσει τους αθρώπους και με τον ίδιο του θάνατο καμώνεται πως καταλεί τη φρίκη του θανάτου.

Θεός.
Τι λεν οι αθρώποι ;

Ουριήλ.
Άλλοι λεν πως ο Γιος είναι Θεός, άλλοι πως είναι ο Διάβολος.

Θεός.
Τι θέλουνε να πουν με το Διάβολος;

Ουριήλ.
Εωσφόρος!

Θεός, (οργισμένος).
Μετανοιώνω που ‘πλασα τον άθρωπο πάνου στη γις· έγινε δυνατώτερος από μένα και δεν μπορώ να διεφτύνω πια το πλήθος τούτο των τρελλών και των άμυαλων. Αμαίμονα, Εγκύνε, Περάτη, Ανατολικέ, πάρτε μου αφτό το βάρος, αναποδογυρίστε τη σφαίρα στην τύχη, μες στα βάραθρα. Κατάρα στο κεφάλι των ανταρτών! Φυτέφτε στο μέτωπο του καταραμένου πλανήτη την κρεμάλα, σημάδι του εγκλήματος, της τιμωρίας και του πάθους.

Εγκύνος κι Αμαίμονας, (μπαίνουν).

Εγκύνος.
Αφέντη! Η σκληρή θέληση σου κι ο ειπωμένος λόγος σου πέτυχαν το σκοπό τους! Η γις κυλάει στον κύκλο της! τα βουνά σωριάζουνται, τα νερά πλημμυρούν τη γις· το αξόνι σκοπέβει το βοριά, το κρύο, τα σκότη· η πανούκλα και η πείνα καταγουλιάζουν τα έθνη· η αγάπη κατάντησε θανάσιμο μίσος, ο σεβασμός των παιδιών σκοτωμός των γονιών. Οι αθρώποι θαρρούν πως βρίσκουνται στον άδη και συ, Αφέντη, είσαι ξεθρονιασμένος!

Θεός.
Βοήθια! Μετανοιώνω που μετάνοιωσα! 

Αμαίμονας.
Πολύ αργά! Όλοι πάνε το δρόμο τους, φόντας ξέλυσες τις δυνάμες ...

Θεός.
Μετανοιώνω! έβαλα σπίθες αφ’ την ψυχή μου σ’ άτιμα πλάσματα που η πορνεία τους με ζεφτελίζει, καθώς η γυναίκα λερώνει τον άντρα της σα λερώνει το σώμα της.

Εγκύνος στον Αμαίμονα.
Ο γέρος παραμιλάει !

Θεός.
Η δράση μου χάνεται, όταν μακραίνουν από μένα· η ανισότη τους με κερδίζει και σβένουμαι αφ’ την τρέλλα των απογόνων μου. Τι έφταιξα, Αιώνιε; Σπλαχνίσου με! Αφού αγάπησαν την κατάρα, η κατάρα ας ξαναπέσει πάνου τους, κι αφού δεν τους άρεσε η εφκή, ας μακραίνει η εφκή απ’ αφτούς. 

Εγκύνος.
Τι τρέλλα!

Θεός, (ταπεινωμένος).
Κύριε, Αιώνιε, κάνας δεν υπάρχει ανάμεσα στους θεούς που να ‘ναι όμοιος σου· κι ασύγκριτα είναι τα έργα σου. Γιατί μεγάλος είσαι εσύ και θαμαστά πράματα κάνεις· κ’ εσύ μόνος είσαι Θεός, μόνος εσύ! 

Αμαίμονας.
Τρέλλα!

Εγκύνος.
Έτσι πάει ο κόσμος: όταν οι θεοί διασκεδάζουν, οι θνητοί κακά το έχουν!...

(Σ.Α.)

27 Φεβρουαρίου 2020

Αταβισμός [Jean Rameau, μετ. Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου]

Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 204 (1906).


ΑΤΑΒΙΣΜΟΣ
Στον κ. Αντρέα Καρκαβίτσα

Μητέρα γη! Εσείς κόκκινα χωράφια, ωραίο λιβάδι,
δέντρα μεγάλα που ψηλά ανεβαίνετε με ορμή, 
βόδια ξανθά που πίνετε απ’ τους βάλτους προς το βράδυ· 
πεύκα που ολόρθα στέκεστε με τρύπιο το κορμί.

Τους δουλευτάδες είδατε προγόνους μου εδώ πέρα 
που ακούραστοι κι αβόγκητοι δουλεύαν ταπεινά... 
Σκυμμένους πάντα προς τη γη τους φώτιζεν η μέρα, 
τα μέτωπά τους άναβαν σαν πέτρινα βουνά.

Και τώρα που έσβησαν αυτοί ποιόνε θα ιδείτε; Εμένα! 
Εγώ θυμίζω, ο άρρωστος, τους άξιους, τους τρανούς... 
Αδύνατη έχω την καρδιά, τα γόνατα κομμένα 
και μόνο στα χωράφια τους δουλεύει ο Νους μου, ο Νους·

Όμως τ’ αλέτρι που έτριβε στα χέρια τα δικά σας 
αν δε μπορέσω, ώ πρόγονοι, κι εγώ να σύρω εδώ, 
κρατώ την πέννα! Και πατώ στα ίδια βήματά σας.
Ο πατέρας μου όργωνε τη γης — εγώ την τραγουδώ.

24 Φεβρουαρίου 2020

Ένα απόσπασμα κειμένου από το "Φιλοσοφία του Ασυνείδητου" του Χαρτμαν σε μετάφραση "Χαραυγή".



ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΕΡΩΣ
Από τη «Φιλοσοφία του ασυνειδήτου» του Χάρτμαν

Τι διαφορά μεταξύ της φιλίας και του Έρωτος!
Η φιλία είναι γλυκιά φθινοπωρινή βραδιά με μαλακούς χρωματισμούς, ο Έρως είναι μαγευτική ανοιξιάτικη θύελλα. Το ένα είναι οι ξένοιαστοι θεοί του Ολύμπου, το άλλο οι ανήσυχοι Τιτάνες που θέλουν να ρίξουν τον Ουρανό. Το ένα είναι κάτι τι ήσυχο,
βέβαιο για τον εαυτό του, το άλλο λαχταράει και μαραίνεται σε αιώνιον πόνο. Το ένα ξέρει καλά πώς θα τελειώσει μια μέρα, το άλλο ζητάει να εναγκαλισθεί πάντα το ατέλειωτο και στον πόθο και στην χαρά και στον πόνο, πότε μεθάει από χαρά, πότε πεθαίνει από λύπη. Το ένα είναι αγνή και καθαρή αρμονία, το άλλο ο μαγεμένος ήχος τής αιολικής άρπας, κάτι τι που μένει για πάντα άπιαστο, ανέκφραστο, γιατί η συνείδησή μας δεν μπορεί να το χωρέσει ποτέ, είναι ο μυστηριώδης ήχος που αντηχεί από μια μακρινή, μακρινή πατρίδα! Το ένα είναι φωτισμένος ναός, το άλλο αιώνια σκεπασμένο μυστήριο.



Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 81 (1904).

21 Φεβρουαρίου 2020

Τέσσερα ποιήματα τού Ρώμου Φιλύρα

Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 161 (1905)
(τα ποιήματα μεταφερθήκανε σύμφωνα με τη νέα γραμματική)


ΣΤΗ ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ

Απ’ τ’ αγκαλιάσματα τα μέλη μου
πόνος κρυφός τα σφιχτοδένει
και τώρα μέσ’ τα στήθια  ο πόθος μου 
σαν πληγωμένος ανασαίνει.

Και φεύγει σα σκιά στην κάμαρα 
θαρρώντας πως θα να ‘βρει ταίρι, 
μα — ωιμέ — στην ερημιά του ονείρου του 
θα σβήσει απλώνοντας το χέρι.


ΞΕΦΑΝΤΩΜΑ

— Έλα να ξεφαντώσουμεν απόψε, ωραία Φρύνη, 
και το τραγούδι ας χύνεται σαν θοος του καταρράχτη,
σαν των πουλιών, που κελαηδούν στου περβολιού το φράχτη·
— στου μεθυσιού μας τ’ όνειρον ο πόνος μας να σβήνει.

Τον τροβαδούρο κάλεσε το γέρο τον αρχαύλη
να μέλψει ερωτικούς ήχους στο πλάνο του σουραύλι 
τον Ήσκιο της ελπίδας μας, παλιόν μας Πόθον κάθε, 
και μάθε συ να τραγουδάς και να ξεχάνεις μάθε.


ΣΤΗΝ ΑΡΕΤΗ

Μες στο κελί, ψυχών αραξοβόλι, 
πάμε να ζούμε ταίρια και αδερφοί, 
της Έννοιας τα σκοινιά να μη μας δένουν 
και μήτε πόθοι ακόλαστοι, κρυφοί.

Πρωτόγονα να ζούμε, εσύ σαν Εύα
κ’ εγώ σαν τον Αδάμ παντοτινά, 
και στην Εδέμ της θείας αδερφοσύνης 
της Μοίρας μας η ανέμη να γυρνά.

Πρωτόλουβοι κι’ αγούρμαστοι από πόθο, 
λαχτάρα να μη νοιώσουμε ποτέ 
κι όσο να μας θερίσει ο μαύρος Χάρος 
δε θα μας ξέρεις, ώ Παραδαρμέ.


ΣΟΝΕΤΟ

Ήρθεν αργή η βροχή μες στη γαλήνη
και σταλάζοντας λέει τα μυστικά της, 
και μέλπει σερενάτες... κι’ αν στην κλίνη 
βρίσκουμαι, χάνουμαι στο δρόσισμά της.

Στο περιβόλι νέους χυμούς, που δίνει 
νερών δεν κλώθει θριάμβους στ’ άπλωμά της 
κι’ αναγαλλιάζει κάθε ανθός, που πίνει 
τώρα στο μοιρολόι τα δάκρυα της.

Και τρέχοντας τα πρώτα διψασμένα 
ορμούν να πιούνε στην πλατιά τη στέρνα 
αμολυτά απ’ τη στρούγκα κι’ αρμεγμένα.

Κ’ οι χαροκόποι, που η βροχή βακχεύει, 
κάτου απ’ τα πεύκα πίνουνε φαλέρνα 
κ’ η πεταλούδα η Σκέψη δε μισεύει.

20 Φεβρουαρίου 2020

Στο Βουνό [Μυρτιώτισσα]

Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 646 (1919)
(το ποίημα μεταφέρθηκε σύμφωνα με τη νέα γραμματική)


ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

Ο Έρωτας μας δε μπορεί να ζήσει εδώ στη χώρα,
στενοχωριέται, λιώνει,
Ω, πάμε από τετράψηλη κορφή να δει τη μπόρα
και να γευτεί το χιόνι.

Να ξανασάνει, να χυθεί στο λεύτερο αγέρα
με τ’ άγρια τα πουλιά,
που ζουν αναγαλλιάζοντας, κι απλώνουν στον αιθέρα
σαν τρόπαια τα φτερά!

Τη μέρα ο Ήλιος πύρινος θ’ αναταράζει μέσα μας
το ναρκωμένο αίμα,
Και δροσερές, με τα νερά θα τρέχουνε κ’ οι σκέψεις μας
σε ολόβαθο ένα ρέμα.

Θ’ αρχίσουμε να νιώθουμε του γέρο-πεύκου τη μιλιά,
του θυμαριού τα μύρα,
Της λεύκας το τρεμούλιασμα, που την αλλάζουν τα πουλιά
βράδυ κι αυγή σε λύρα!

Οι νύχτες θα ‘ναι διάφανες, κι εμείς κοντά στον ουρανό,
θα βλέπουμε τ’ αστέρια
Να ξεκινούν χαρούμενα για το δικό σας το βουνό,
για τα δικά μας χέρια!

Κανένας της Αγάπης μας την ιερότατη ηδονή
κανένας δε θα ξέρει
Μόν’ η καλύβα η ταπεινή, κι απ’ την ελάτινη σκεπή
το που θα πνέει αγέρι.

Στης ευτυχιάς τα κύματα μπασμένοι πρώτη μας φορά
θα τρέμουμε οι δυο μας
Μην ξεπροβάλλει απ’ τους αφρούς κάποια Γοργόνα – συφορά!
και πνίξει τ’ όνειρό μας! …

Μ’ αγάλια αγάλια, η ταραχή του αρρωστημένου μας του νου
θα φύγει από σιμά του
Και θα χαρούμε τη χαρά του αφρόντιστου μικρού παιδιού,
και τ’ αναφτέρνιασμά του.

Ώσπου μια νύχτα, ευλαβικά, και με ξαλάφρεμα καρδιάς,
θα δούμε ν’ ανεβαίνει
Μέσ’ απ’ το σπλάχνο του βουνού, η θεία Γαλήνη προς εμάς,
και μέσα μας να μπαίνει! 

17 Σεπτεμβρίου 2018

Το καρδιοχτύπι [Edgard Allan Poe, μετ. Στάβρος Μαυροθαλασσίτης]

Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχη 569 - 570 (1915)
(στο κείμενο που ακολουθεί διατηρείται η ορθογραφία του μεταφραστή, αλλά η μεταφορά γίνεται στο μονοτονικό)

ΤΟ ΚΑΡΔΙΟΧΤΥΠΙ

Αλήθεια! — νεβρικός — πολύ, παραπολύ, φοβερά νεβρικός είμουν και είμαι· όμως, γιατί, πώς μπορείτε να πήτε ότι είμαι τρελλός; Η αρρώστεια μου αφτή μούχεν οξύνει τις αιστήσες — δε μου τις χάλασε, δε μου τις άβλυνε. Και πάνου απ’ όλες η ακοή μου είταν οξύτατη: όλες τις άκουγα τις ψαλμουδιές στα ουράνια, κι όλα τάκουγα που γίνουνταν στη γις κι άκουγα κι απ’ τα ξεχύματα της Κόλασης πολλά! Πώς, λοιπόν, στο Θεό σας, είμαι τρελλός; Ακούστε, και προσέξετε, πόσο ισόρροπα, πόσο γερά — πόσο γαλήνια μπορώ να σας το πω όλο μου το ιστορικό.

Μούναι αδύνατο να πω πώς μου πρωτοκατέβηκεν η ιδέα· μα μια και μούρθε στο κεφάλι, μανησυχούσεν ολοένα, μέρα και νύχτα. Σκοπός μου κανείς. Πάθος — κανένα. Τον αγαπούσα εγώ το γέρο. Ποτέ του δε μ’ αδίκησε. Ποτέ του δε με πείραξε, καμμιάν από μέρους του προσβολή δεν είχα δοκιμάσει. Για τον πλούτο του ποτέ δε μούκαψε τα στήθη πόθος.

Θαρρώ είταν το μάτι του! Ναι, ναι, αφτό, αφτό η αίτια! Ένα απ’ τα μάτια του έμοιαζε σα μάτι γύπα —ένα ωχρογάλαζο μάτι, με μια ψιλοκορδέλα, μ’ ένα κακόπεπλο απάνουθέ του. Κάθε που το αντίκρυζα μου πάγωνε το αίμα· κι έτσι, σιγά — σιγά — πολύ βαθμηδικά —  το πήρα απόφασή μου να του στερήσω τη ζωή τού γέρου — να, γλύτωνα για πάντα απ’ το στρίγγλικό του μάτι.

Λοιπόν, εδώ είνε το παράξενο. Σεις θα με παίρνετε για τρελλό. Οι τρελλοί δεν ξέρουνε τίποτε. Μα έπρεπε να με βλέπατε. Θάξιζε να με βλέπατε με τι νου δούλεψα — με τι προφύλαξη — με τι πρόβλεψη — με τι προσποίηση άρχισα και τελείωσα τη δουλειά μου! Ποτέ μου δεν εδείχτηκα πιο αγαθός προς το γέροντα, ποτέ εβγενικώτερα δεν του φέρθηκα απ’ την εβδομάδα πριν τόνε σκοτώσω. Και κάθε νύχτα, κατά τα μεσάνυχτα, έστριβα το μάνταλο της θύρας του και την άνοιγα —α, μα τόσο απαλά! Κι έπειτα, όταν την άνοιγα αρκετά για να χωρέση το κεφάλι μου μαζί μ’ ένα φανό ολόκλειστο, μπουλωμένο έτσι προσεχτικά που να ταν αδύνατο να ξεχυθή στο δωμάτιο το φως του, έχωνα το κεφάλι μου μέσα! Ω, θα γελούσατε χωρίς άλλο, αν με βλέπατε με τι πονηριά τόσπρωχνα μέσα! Το κινούσα σιγά πολύ, πολύ σιγά, έτσι που να μην είτανε φόβος να χαλάσω του γέροντα τον ύπνο. Έκανα μιαν ώρα να το περάσω ολόκληρό μου το κεφάλι μέσα απ’ τ’ άνοιγμα, ώστε να τόνε βλέπω πλαγιασμένο πάνου στο κρεββάτι του. Α! — Ένας τρελλός μπορούσε να ναι ως τόσο καλοβολεφτής; Κι υστερώτερα, όταν πεια το κεφάλι μου βρίσκουνταν για καλά μέσα στην κάμαρα, σιγοξεσκέπαζα το φανό, προσεχτικώτατα — ω, έτσι προφυλαχτικά — προσεχτικά "γιατί τρίζαν τα στριφτάρια" τον ξεμπούλωνα λιγουλάκι, που μια μόνο ψιλούτσικη αχτιδούλα έπεφτε πάνου στο μάτι του γύπα. Κι αφτό τόκανα εφτά ολόκληρες νύχτες — κάθε βράδι στις δώδεκα ακριβώς — μα πάντα το μάτι τόβρισκα κλειστό· κι έτσι μούταν αδύνατο ν’ αποτελειώσω το έργο μου. Γιατί κείνο που μ’ ερέθιζε εμένα είχανε το Κακό το Μάτι του γέρου, κι όχι ο γέροντας. Και κάθε πρωί, με το ξημέρωμα, θρασύτατα πήγαινα στο δωμάτιό του, και του μιλούσα θαρρετά, κράζοντας τον εγκάρδια με τόνομά του και ρωτώντας τον πώς πέρασε τη νύχτα. Έτσι, βλέπετε, έπρεπε νάτανε πολύ σοφός και μαντικός, αλήθεια, ο γέροντας για να υποψιάζουνταν πως κάθε νύχτα, ακριβώς στις δώδεκα, τον επιθεωρούσα ενώ εκοιμούνταν.

Την όγδοη νυχτιά τη θύρα την άνοιξα με περσότερη απ’ τις άλλες φορές προφύλαξη. Του ωρολογιού ο ωροδείχτης φέρνει γύρα γοργότερα παρά που εκινούνταν εμένα το χέρι μου. Ποτέ πριν από κείνη τη βραδιά δεν εννοίωσα τι πλάτος, τι έχταση είχα σε δύναμη — τι οξύνοια. Μόλις κι εκρατιούμουν απ’ τη συναίστηση του θριάμβου μου. Να συλλογίζεσαι πώς είμουνα εκεί εγώ, πως άνοιγα την πόρτα, λίγο — λίγο, κι αφτός, ούτε να μην ονειρέβεται τους μυστικούς μου λογισμούς, τα μυστικά μου τα καμώματα. Πνιχτογελούσα μ’ αφτή μου την ιδέα· κι ίσως να μάκουσε — γιατί σάλεψε πάνου στο κρεββάτι του ξαφνικά, σα να ξυπάστηκε. Τόρα, σεις ίσως θα θαρρέψετε πως τραβήχτηκα πίσου — μα όχι. Η κάμαρά του είτανε μάβρη σαν πίσσα από τ’ ολόπυκνο σκοτάδι «τα κανάτια είταν κλειστά από φόβο προς τους κλέφτες» κι έτσι είμουνα βέβαιος πως δε θα μπορούσεν ο γέρος να ιδή το άνοιγμα τής πόρτας, κι έτσι ξακολουθούσα να το σκουντώ μέσα το κεφάλι μου σταθερά, σταθερά.

Πέρασα το κεφάλι μου μέσα, κι ίσα που ετοιμαζόμουνα ν’ ανοίξω το φανό, όταν το δάχτυλό μου το μεγάλο γλύστρισε πάνου στο εξαρτήριό του το τενεκεδένιο, και πήδηξεν ο γέροντας πάνου στο κρεββάτι του με μια φωνή: — Ποιος είν’ αφτού;

Στάθηκα καρφωμένος, και δεν έβγαλα μιλιά — τσιμουδιά. Ως μιαν ολόκληρην ώρα δε σάλεψα ούτε τρίχα, και στο μεταξύ δεν τον άκουσα να ξαναπλαγιάση. Κάθουνταν ακόμα στο κρεββάτι του αφηκραζόμενος — ακριβώς όπως έκανα κι εγώ νύχτα κατόπι στη νύχτα ακούγοντας τις ώρες του θανάτου να κροτούν απάνου στον τοίχο. Κάποτες άκουσα ένα βόγγισμα, και το γνώρισα. Είταν το βόγγισμα του τρόμου του θανάτου. Δεν είταν βόγγος πόνου ή λύπης — α, όχι! — είταν ο απόβαθος και ο πνιγμένος ήχος που ξεσηκώνεται απ’ τα βάθια της ψυχής όταν παραφορτώνεται απ’ τον πελώριο και το μυστηριακό το φόβο. Τον είξερα καλά τον ήχο. Πολλές νυχτιές, το μεσονύχτι ακριβώς, όταν ο κόσμος όλος εκοιμούνταν, ξεπήδηζε κι απ’ το δικό μου κόρφο, βαθαίνοντας και πιο πολύ, με τον τρομαχτικό του αντίλαλο, τους τρόμους πού με τάραζαν, Λέγω το: τον είξευρα καλά. Είξερα τι αιστάνουνταν ο γέρος και τον σπλαχνιούμουνα, μ’ όλο που στην καρδιά μου πνιχτογέλαγα. Είξερα ότι κοίτουνταν ξυπνητός πάντα απ’ τον πρώτο λαφροθόρυβο, σαν είχε στρίψει στο κρεββάτι του. Οι φόβοι του όλο και θα πλήθαιναν. Θα έκανε να τους πάρη γι’ άλογους και παράλογους, μα δε θα του βολούσε. Θάλεγε του εαφτού του: «Δεν είναι τίποτε· ο αγέρας μέσα στην καπνοδόχο - κάνα ποντίκι φέρνει γύρα πάνου στο πάτωμα. Κάνα τρειδόνι θα πίπισε καμμιά φορά». Ναι, ναι, θα προσπαθούσε να παρηγορηθή με τέτοιες υποθέσες· μα όλα θα τάβρισκε μάταια. Όλα του κάκου. Γιατί ο χάρος σιμώνοντας τόνε είχε στηλωθή με την πυκνόμαβρή του τη σκιά μπροστά του, και περιτύλιξε το θύμα. Κι είτανε το πένθιμο βάρος της ανεπαίστητης σκιάς που του προξενούσε το αίστημα — μολονότι αφτός ούτε είδε ούτε άκουσε — το αίστημα της παρουσίας του κεφαλιού μου μέσα στο δωμάτιό του.

Όταν πια είχα φυλάξει αρκετά, πολύ υπομονητικά, χωρίς να τον έχω ακούσει να ξαναπλαγιάση, αποφάσισα ν’ ανοίξω μια μικρή — μια πολύ, πολύ μικρή χαραμάδα στο φανό. Και την άνοιξα — δεν μπορείτε να φανταστήτε πόσο κλεφτάτα. Κλεφτάτα — όσο που επιτέλους, μια θαμπή αχτιδούλα, σα μιαν αραχνόκλωστη, ξερρίχτηκε απ’ τη χαραματιά κι έπεσε πάνου στο μάτι τού γύπα.

Είτανε ανοιχτό — πλατειά ανοιχτό — σκύλιασα όταν το κοίταξα. Το είδα πολύ ξεχωριστά — ολόκληρο, ένα θαμπογάλαζο μάτι μ’ ένα βρωμόπεπλο από πάνου του, που μούφερεν ανατρίχιασμα και σύγκρυο ως το μεδούλι των κοκκαλιώ μου· μα άλλο κανένα μέρος απ’ το πρόσωπο και απ’ το σώμα του δεν μπόρεσα να ιδώ, γιατί είχα διεφτύνει την αχτίδα, ψυχόρμητα σάμπως, ίσα - ίσα πάνου στο διαβολότοπο.

Και τώρα, δε σας είπα πως ό,τι του λόγου σας παίρνετε για τρέλλα εγώ το λέγω, και είναι, μόνο υπεροξύτητα των αιστήσεων; Λοιπόν, ακούστε, μονομιάς ύστερα έφτασε σταφτιά μου ένας απόβαθος, σφιχτός, γοργόρριχτος ήχος, τέτοιος σαν που κάνει ένα ωρολόγι τυλιγμένο σε μπαμπάκι. Και τον είξερα κι αφτόν τον ήχο καλά: Είταν ο χτύπος της καρδιάς του γέρου. Μου άφξησε τη λύσσα όπως ο χτύπος του τυμπάνου κεντάει το στρατιώτη προς το θάρρος.

Μα και πάλι συγκρατήθηκα. Μόλις κι ανάσαινα. Κρατούσα ακίνητο το φανάρι. Δοκίμαζα ως πόσο σταθερά μπορούσα να βαστάξω την αχτίδα πάνου στο μάτι. Στο μεταξύ το διαβολικό σάλπισμα της καρδιάς δυνάμωνε. Γινότανε γοργότερο και γοργότερο, και πιο δυνατόφωνο κάθε στιγμή! Του γέροντα ο τρόμος θάταν ακράτητος! Δυνάμωνε, σας λέγω, δυνάμωνε κάθε στιγμή. Με καταλαβαίνετε, με προσέχετε; καλά, καλά, ε; Σας έχω μολογήσει πως είμαι νεβρικός; Και είμαι. Την ώρα εκείνη του θανάτου, τη νύχτα, μέσα στην τρομαχτική σιγαλιά εκειού του γέρικου σπιτιού, ένας τέτοιος θόρυβος με παραρέθισε και μέρριξε σέ τρόμο. Μα κι ακόμα, λίγα ακόμα λεπτά, κρατήθηκα και στέκουμαν ακίνητος. Όμως ο χτύπος όλο και γίνουνταν πιο δυνατόφωνος! Είπα μην έσκαζε η καρδιά του. Και τώρα μέπιασε μια άλλη αγωνία — χωρίς άλλο κάποιος, κανείς θεν’ άκουγε το χτύπο! Ήρθε του γέρου η ώρα! Με μια δυνατή, στριγγιά φωνή άνοιξα αστραπόγοργα το φανό και τινάχτηκα μέσα στην κάμαρα. Ο γέρος έβγαλε ένα ούρλιασμα, ένα μονάχα τσίριγμα. Σε μια στιγμή τον έσυρα κάτου στο πάτωμα, και τράβηξα το βαρί κρεββάτι απάνου του. Έπειτα μούρθανε χαρωπά χαμόγελα απ’ τη χαρά της επιτυχίας μου. Μα, αρκετά λεπτά χτυπούσεν η καρδιά του μ’ ένα σκεπασμένο ήχο. Το καρδιοχτύπι του... Αλλά τούτο δε μ’ ερέθιζε πια· ποιος θα μπορούσε να τακούση; Επί τέλους έπαψε. Τελείωσε ο γέροντας. Τράβηξα το κρεββάτι και ξέτασα το σώμα του. Ξερό – πέτρα. Ναι, είτανε πέτρα, πέτρα ξερό. Έβαλα το χέρι μου πάνου στην καρδιά του και το κράτησα εκεί πολλήν ώρα. Παλμός κανένας. Παγωμένος, κρύος, πέτρα. το μάτι του δε θα με πείραζε πιά...

Αν ακόμα με θαρρείτε τρελλό, θαλλάξετε χωρίς άλλο γνώμη, όταν σάς περιγράφω τα προφυλαχτικά μου μέτρα. Σιγοτέλειωνεν η νύχτα κι εγώ δούλεβα βιαστικά και σιωπηλά. Πρώτ’ απ’ όλα κομμάτιασα το κορμί. Έκοψα το κεφάλι, τα χέρια, τα πόδια. Έπειτα ξεκάρφωσα απ’ το πάτωμα δυο - τρία σανίδια κι έβαλα τα κομμάτια μέσα στα χωρίσματα. Μετά, ξανακάρφωσα τα σανίδια έτσι επιτήδεια, έτσι πονηρά, που κανένα μάτι — ούτε το δικό του — δε θα μπορούσε να ξεχωρίση τίποτε. Δεν έμεινε τίποτε για πλύσιμο — κανείς κόμπος — καμμιά αιματοσταλιά. Είχα φροντίσει πολύ αποτελεσματικά για όλα. Ένας κουβάς νερό όλα τά καθάρισε — χα! χα! ...

Όταν αποτέλειωσα τη δουλειά μου, είτανε η ώρα τέσσερις — σκοτεινά ακόμα σα μεσάνυχτα. Εκεί που λαλούσεν η καμπάνα την ώρα, άκουσα ένα χτύπο στην οξώπορτα. Κατέβηκα ν’ ανοίξω ολοήμερος. Τ’ είχα πια να φοβηθώ; Μπήκαν τρεις άνθρωποι που μου συστήθηκαν πολύ εβγενικά ως αστυνόμοι. Ένα στριγγοφώνημα είχεν ακούσει κάποιος γείτονας τη νύχτα· γεννήθηκεν υποψία κάποιας βρωμοδουλειάς· ο αστυνομικός σταθμός είχεν ειδοποιηθή, κι οι κύριοι είτανε σταλμένοι να ερεβνήσουν στο σπίτι.

Εγώ χαμογέλασα — τ’ είχα να φοβηθώ; Τους καλοδέχτηκα, το στριγγοφώνημα, τους είπα, τόχα βγάλει εγώ στον ύπνο μου. Ο γέροντας του σπιτιού, τους ανάφερα, έλειπε στη χώρα. Τους γύρισα έπειτα σ’ όλο το σπίτι. Τους παρακάλεσα να ερεβνήσουν — να έρεβνήσουν καλά. Στα υστερνά τους πήγα και στο δωμάτιό του. Τους έδειξα το βιός του σώο κι’ απείραχτο. Και στον ενθουσιασμό μου σπάνου έφερα και καρέκλες και τους πρότεινα να ξεκουραστούνε λίγο, κι εγώ, απ’ την άγρια ξετσιπωσιά του θριάμβου μου, έβαλα την καρέκλα μου πάνου στο ίδιο μέρος που κάτουθέ του αναπάβουνταν το θύμα. Οι αστυνόμοι μείνανε φχαριστημένοι. Ο τρόπος μου τους είχε βγάλει κάθε υποψία απ’ το νου. Είμουνα ήσυχος. Αφτοί κάθησαν και κουβέντιαζαν τα δικά τους ενώ εγώ τους παρακολουθούσα μ’ εφθυμία. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα και έννοιωσα να με πιάνη μια ωχράδα, και μούρθεν η επιθυμία να φέβγανε. Μου πόνεσε το κεφάλι, και μούρθε ένα βούισμα στ’ αφτιά. Κι αφτοί ακόμα κάθουνταν, κι ακόμα κουβέντιαζαν. Το βόισμα γίνουνταν όλο και πιο ξεχωριστό. Άρχισα να τους μιλώ πιο λέφτερα, για να γλυτώσω απ’ το αίστημα τούτ· μ’ αφτό ξακολουθούσε κι όλο - ένα γίνουνταν πιο ωρισμένο, ως που, στα υστερνά βρήκα πως ο θόρυβος αφτός δεν είταν των αφτιώ μου.

Χωρίς άλλο θάχα κιτρινιάσει περσότερο — μα και μιλούσα πιο βιαστικά, και σέ ζωηρότερο τόνο. Ολοένα κι αψήλωνε ο ήχος, και τι μπορούσα να κάνω; Είταν ένας απάβαθος, σφιχτός, γοργόριχτος ήχος — παρά πολύ σαν τον ήχο που βγάζει ένα ωρολόγι τυλιγμένο σε μπαμπάκι. Μούπιασε σα λαχάνιασμα, άρχισα να γοργανασαίνω — κι όμως οι αστυνόμοι δε φαίνουνταν ν’ ακούνε τίποτε. Τους μιλούσα ληγορώτερα, ορμητικώτερα· μα ο θόρυβος όλο και δυνάμωνε. Μα γιατί επί τέλους δεν έλεγαν να φύγουν; άρχισα το σουλάτσο σα λυσσασμένος — μα και πάλι ο χτύπος δυνάμωνε. Ω θεέ μου! Τι μπορούσα να κάνω; άφρισα σκύλιασα, έβρισα! Εκουνούσα την καρέκλα μου και την έσερνα πάνου στα σανίδια, μα το πνιχτό τουκ, τικ, τακ, πάνου απ’ όλα και ξακολουθητικά δυνάμωνε. Δυνατώτερος και δυνατότερος — κάθε στιγμή και πιο δυνατός — ο θόρυβος, η βοή... Κι ακόμα οι αστυνόμοι κουβέντιαζαν ανυποψίαστα κι αναπαμμένα, και χαμογελούσαν. Είτανε δυνατό να μην άκουγαν; Παντοδύναμε! — όχι, όχι! Άκουγαν! υποψιάζουνταν! Τόξεραν. — Κορόιδεβαν με τον τρόμο μου! — Αφτό νόμιζα κι αφτό νομίζω. Μα κάθε τι θα με παίδεβε λιγώτερο απ’ αφτή την αγωνία! Κάθε άλλο θα το υπόφερνα πιο πολύ απ’ αφτή την κοροϊδία! Δε μπόρεσα πια να τα βαστάξω κείνα τα υποκριτικά τα χαμόγελα! Μούρθε να φωνάξω — αλλοιώς θα πέθνησκα! — και τώρα —ξανά! αλλοί μου δυνατότερα, ακόμα, κι ακόμα, κι όλο πιο δυνατά.

— «Παλιάνθρωποι», τους έκραξα, «πάψτε πια με την υποκρισία σας! Το μολογώ! ναι, να, ξυλώστε τα σανίδια! — Εδώ, εδώ! — Είναι ο χτύπος της βρωμοκαρδιάς του. Είνε το καρδιοχτύπι του.»

28 Απριλίου 2017

Δυο ποιήματα του Émile Verhaeren σε μετάφραση "Χαραυγή"

Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 86 (1904)


Βραδιές Αμφιβολίας.

Ξέρω πως δεν υπάρχει τίποτε από τα πράγματα που διψάει η καρδιά μου.
Θεέ μου, ξέρω πως είσαι ψέμα και όμως τα χείλη μου σε παρακαλούν και τα γόνατά μου,
ξέρω πως τα μεγάλα σου χέρια είναι κλειστά, 
κλειστά τα μάτια σου στάλα απελπισίας που κλαίνε,
- Ξέρω πως τον εαυτό μου ονειρεύομαι μόνον μέσα στο κόσμο,
- Θεέ!, λυπήσου την τρέλα μου,
- θέλω να κλάψω τον πόνο μου μπροστά στη σιωπή σου!


Η Κούραση.

Δεν ήταν ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος.
Ήταν η κούραση η αχόρταστη.
Τα μάτια του είχαν (ι)δει να φεγγοβολούν παράδοξα πετράδια στο καμίνι της σκέψεως.
Οι φλόγες είχαν κάψει τα ματόκλαδά του.
Η καρδιά του (ε)ραγίστηκε αναβαίνοντας την γυριστή σκάλα του ονείρου,
Το μυαλό του ήταν ένας κόσμος άπληστος όπου (ε)γύριζε ένας φως, ωχρό, γιατί ήταν μια πένθιμη φωτιά επάνω σ’ ένα βάλτο σκοτεινό –
Τίποτε δεν προμηνούσε τον αποθέωση.

12 Νοεμβρίου 2015

Απάντηση σ’ ένα κατηγορητήριο [Victor Hugo, μετ. Ε. Ελευθεριάδη]


Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 491 (1911)


Απάντηση σ’ ένα κατηγορητήριο

Εγώ ‘μαι ο δράκος το λοιπόν, κι ο αποδιωγμένος τράγος.
Μες στου αιώνα αυτό το χάος, που σφίγγεται η καρδιά σας,
το γούστο τσαλαπάτησα και τον παλιό το στίχο
κ’ είπα ο σιχαμερός εγώ: «Σκοτάδι ομπρός απλώσου.»
Κι απλώθηκε σκοτάδι.- Αυτή η κατηγορία σας είναι.
Ωδείο, τέχνη, δόγματα, γλώσσα και τραγωδία,
αυτή όλη η λάμψη σβήστηκε, κι ο υπεύτυνος εγώ ‘μαι,
κι ολάκαιρο εγώ τ’ άδειασα της νύχτας το πιθάρι.
Γι’ αυτών όλων το γκρέμισμα, Εγώ ‘μαι η στραβοτσάπα.
Εσείς έτσι τα βλέπετε. Καλά, δέχομαι, ας είναι,
εμένανε διαλέξατε στη φούρκα σας την τόση
«Ρακά» εσείς μου φωνάζετε κ’ εγώ σας λέω «σπολλάτη!»
Τώρα, που από τη μια εκκλησιά βγαίνει να μπει στην άλλη,
αυτό το βήμα του καιρού, που αθρωπισμό εδώ παίρνει,
τα μεγάλα ζητήματα της λευτεριάς, της τέχνης,
ελάτε ας τα κοιτάξουμε, λιγάκι έτσι μονάχα,
στου τηλεσκόπιου το γυαλί, απ’ τη μικρή την άκρη.
Τέλος είμαστε σύφωνοι, ναι, εγώ ‘μαι αυτός ο απαίσιος˙
κι αν και στ’ αλήθεια εγώ θαρρώ, εγκλήματα άλλα ακόμα,
πως παραλείψατε πολλά, πού εγώ έχω καμωμένα,
τα σκοτεινά ζητήματα πως άγγιξα λιγάκι
κ’ εξέτασα όλα τα κακά, γύρεψα Θεραπείες
και της παλιάς της γαϊδουριάς, έβρισα τα σαμάρια
το παρελθόν ξετίναξα από πάνω ίσα με κάτου
του ρήμαξα τα θέμελα, το σκήμα του τ’ απ’ έξω,
σε τούτο περιορίζουμαι: Εγώ το γιγάντιο τέρας,
ο αφανιστής, ο ακόλαστος, τ’ αλφάβητου τ’ αρχαίου,
εγώ ο φριχτός δημαγωγός.— Ελάτε να τα πούμε:

Εάν άφησα πια το σχολειό, λατινικά και θέμα,
χλωμός, κατσούφης, σοβαρός, μ’ αδύνατο το σώμα
και με σκυφτό το μέτωπο, σαν προσπαθούσα κάτι
να καταλάβω, να σκεφτώ, στη φύση και στην τέχνη,
τότε άνοιξα τα μάτια μου˙ η γλώσσα ήτανε τότες
λαός κι αριστοκρατικοί, της βασιλείας εικόνα
και μοναρχία η ποίηση˙ τίτλους είχεν η λέξη,
κόντες και δούκας ήτανε, για πάλι τιποτένιος˙
οι συλλαβές μακριά καθώς η Λόντρα απ’ το Παρίσι˙
έτσι διαβαίνουνε μαζί χωρίς καν να μιλιούνται
πεζοί και καβαλάρηδες από το Νέο Γεφύρι˙
η γλώσσα ήταν το κράτος πριν από τα ογδόντα εννέα˙
οι πρόστυχες απ’ τις καλές τις λέξες χώρια χώρια˙
ετούτες δα, οι ευγενικές, σκέση είχανε με Φαιδρές,
Ιοκάστες και Μερόπες, είχαν την κομψότη νόμο,
και μ’ άμαξα βασιλική πήγαιναν στις Βερσάλιες˙ 
οι άλλες, ζητιάνοι ένας σωρός, τρελοί για την κρεμάλα,
είχαν τις κατοικίες τους στα πρόστυχα τα μέρη,
κάποιοι και μες στις φυλακές, τα ταπεινά αγαπούσαν˙
ξεσκούφωτοι, ξεκάλτσωτοι, ντυμένοι με κουρέλια
στην αγορά, που για πεζά πλαστήκαν και για φάρσα˙
όχλος του ύφους, ελεεινοί, μες σε βαθύ σκοτάδι˙
άθλιοι φτωχοί, που μ’ ένα Κ, στο λεξοκάτεργό του,
ο Βωγελάς, ο αφέντης τους, τις είχε σημειωμένες˙
εκφράζαν την κοινή ζωή, την καταφρονεμένη,
στιγματισμένοι, ταπεινοί, χωριάτες του Μολιέρου.
Λοξά τούς κοίταζεν αυτούς τους γύφτους ο Ρακίνας,
κι αν ο Κορνήλιος έβρισκε κανένα μες στο στίχο,
τον φύλαε δεν τον έδιωχνε, ω! αυτός ήταν μεγάλος˙
και ο Βολταίρος φώναζε: «Ο Κορνήλιος χυδαΐζει!»
Ο κακομοίρης ο Κορνήλιος, δεν ξεστόμαε λέξη.
Τότε ήρθα εγώ και φώναξα με το σπαθί στο χέρι:
«Τι πάντα τούτες πάνε ομπρός, κ’ άλλες πάνε πίσω;»
Κι αέρα επαναστατικό, στα τάγματα των στίχων,
των δεκαπεντασύλλαβων, και στην Ακαδημία
εφύσηξα τη γέρικη, μεταφορές γιομάτη,
που έκρυβε στα φουστάνια της τόση σκολαστικότη.
Έβαλα σκούφο κόκκινο στο λεξικό τ’ αρχαίο.
Δεν έχει λέξες υπουργούς! και λέξες προλετάριους!
Κακιά φουρτούνα σήκωσα μέσα στο καλαμάρι,
και στο σκοτάδι το βαθύ, με το λαό το μαύρο
των λέξεων ανακάτεψα το κάτασπρο μελίσσι
των ιδεών, και φώναξα: «Λέξη καμιά δεν έχει,
πού απάνω της να μη μπορεί η ιδέα να καθίσει,
δροσάτη, αγνή.» Λύγος φριχτός. — Η σύλληψη, η λιτότη,
η ύπαλλαγή τρεμούλιασαν στου 'Αριστοτέλη τα όρια
πάτησα και διαλάλησα ελεύτερες τις λέξες
ίσες κ' ενήλικες. Αυτές οι τίγρες τότες όλες,
αφανιστές, καταχτητές, ούννοι, σκύθες και δάκες,
μπροστά, στην τόση τόλμη μου, φανήκαν παιχνιδάκια.
Όξω απ’ τον κύκλο πήδηξα κ’ έσπασα το διαβήτη˙
και το γουρούνι το ‘κραξα γουρούνι και γιατί όχι;
Ο Τάκιτος ονόμασε τον ελεεινό Βιτέλλιο,
κι ο Γουϊσαρδίνος το Βοργία. Σκληρός, ξάστερος, άγριος,
απ’ το σκυλί που σάστισεν έβγαλα το κολάρο
των επιθέτων στη σκιά του φράχτη, στα χορτάρια
με τη δαμάλα αδέρφωσα την πρόστυχη αγελάδα,
που η μια τους ήταν Μαριγώ και η άλλη Βερενίκη.
Τότε η ωδή αγκαλιάζοντας το Ραμπελέ μεθάει˙
το «Ҫa ira» χορεύανε πα στην κορφή του Πίνδου˙
οι εννέα οι Μούσες, με γυμνά τα στήθια τραγουδούσαν
τραγούδι επαναστατικό και το συρτό τραβούσαν˙
η έμφαση ανατρίχιασε μες στα μεταξωτά της˙ 
η βοσκοπούλα μας Μυρτώ πήρε ένα γαϊδουριάρη. 
Ακούσανε ένα βασιλιά να λέει: «Τι ώρα είναι;»
Κατάσπασα το φίλντισι, τ’ αλάβαστρο, το χιόνι,
απ’ το μαυράδι του ματιού τράβηξα το γαγάτη,
και τόλμησα να πω στο μπράτσο: «είσαι άσπρο, τίποτα άλλο.»
Το πτώμα ακόμα που άχνιζε το βίασα τον στίχου,
κ' έβαλα εκεί χους αριθμούς˙ τρομάρα! ο Μιθριδάτης
θα να μπορούσε να μας πει την Κύζικο στα πόσα 
πολιόρκησε. Γινήκανε οι Λαΐδες πόρνες! φρίκη! 
Και πολλές λέξες που ο Ρεστώ χτένιζε κάθε μέρα
πούχανε τον αγέρα του μεγάλου Λουδοβίκου,
περούκα ακόμα φόραγαν˙ της χτενισιάς ετούτης,
της φώναξε η επανάσταση, ψηλά, από το θρονί της: 
«Άλλαξε πια κ’ είναι καιρός. Με την ψυχή γιομίσου
των λέξεων που κράταγες στη φυλακή ως τα τώρα.» 
Με λιονταριού ένα μούγκρισμα τότε η περούκα χαίτη
εγίνηκεν. Ελευτεριά! κ’ έτσι στο χαλασμό μας, 
από σκυλάκια κάμαμε πελώρια λεοντάρια, 
και κάτου απ’ την ανεμοζάλη την κοσμοχαλάστρα
που τη σηκώσαμεν εμείς σκεπάστηκαν με φλόγες 
λέξες πολλώ λογιώνε. Στο Λομών κόλλησα απάνω 
τέτοιες προκήρυξες: «Καιρός πια να τελειώνουμε είναι
Μπουχούρηδες, Μπροσέτηδες, Μπατέδες, στο καλάθι! 
Αυτοί χερόπεδα έβαλαν στο λογισμό του αθρώπου. 
Στ’ άρματα στίχοι και πεζά! ομπρός παραταχτείτε!
Για ιδείτε που βρισκόμαστε: σίδερα έχει στα πόδια
η ωδή και φίμωτρο η στροφή, στη φυλακή είν’ το δράμα. 
Οι Καμπιστρόνοι βράζουνε στον τάφο του Ρακίνα!» 
Τρίζει τα δόντια ο Μπουαλώ: «Σιωπή πια !» του φωνάζω.
Κ’ έκραξα μες στον άνεμο και μες στο αστροπελέκι: 
«Πόλεμο στη ρητορική, στη σύνταξην ειρήνη!»
Ξέσπασε τότε ολάκαιρο το εννενήντα τρία.
Στ’ αξόνι τους τρεμούλιασαν το πάθος, το ήθος, το άθος.
Οι Ματασσίνοι, αφήνοντας τον Πουρσωνιάκ, τον Κάθο 
και πιάνοντας το Ντουμαρσέ, στους πρόστυχους χορούς τους,
τις σύριγγες, απ’ τα νερά του Περμισσού, γιομίσαν.
Σπώντας το νόμο, η συλλαβή, τα ρήματα, οι παρίες,
τα ουσιαστικά τα πρόστυχα τρέξανε. Τότες όλοι 
έφριξαν ως τα κόκκαλα. Τους είδαν να ξεθάφτουν
της Αθαλίας τ’ όνειρο. Στον άνεμο τη στάχτη
πετάξανε της δήγησης του Θηραμένη˙ τ’ άστρο,
η Ακαδημία, σκοτίστηκε. Ναι, ξεπαστρεύτηκε όλο
τ’ αρχαίο το σύστημα, κ’ εγώ που να ρουφώ μ’ αρέσει
των φράσεων το αίμα, χτύπησα τα χέρια μου, σαν είδα
την αφρισμένη τη στροφή να σαίρνει απ’ τον κολάρο
την Τέχνη την Ποιητική με μουγκρητό στο δρόμο,
μιλώντας για τα πράματα μ’ ένα ύφος χωρίς νόμους,
και μέσα στον ορμητικό, σαν κοίταξα, τον όχλο
λέξες που τις αφόρισε η κομψότη να κρεμνάνε
το γράμμα, αυτόν τον άρχοντα, στο πνέμα το φανάρι.
Ναι εγώ ‘μαι ο Νταντών αυτός! εγώ ‘μαι ο Ρομπεσπιέρος!
Πάνω στη λέξη την κυρά τη λυγεροσπαθούσα,
σήκωσα σ’ επανάσταση τα πρόστυχα τα λόγια˙ 
εγώ έσφαξα το Ρισελέ πα στου Ντανζώ τον τάφο.
Ναι, αλήθεια, αυτά είναι μερικά απ’ τα κακουργήματά μου.
Κυρίεψα και γκρέμισα της ρίμας τη Μπαστίλλη. 
Και τι μονάχα τούτο; τα δεσμά τα σιδερένια
που δένανε του λαού τη λέξη τάκαμα κομμάτια˙
τις λεγεώνες τις χλωμές ξανάφερα απ’ τον άδη
των κολασμένων λέξεων και κάτου από τον ήλιο
τσάκισα την περίφραση˙ τ’ αλφάβητο, τον πύργο
το σκοτεινό, ανακάτεψα, που απ’ τη Βαβέλ βαστούσε,
και το ίσωσα˙ τι τόξερα: το φουρκισμένο χέρι
τη λέξη λευτερώνοντας, τη σκέψη λευτερώνει.

Όλες έχουν ένα σκοπό οι προσπάθειες του αθρώπου,
σ’ ένα σημάδι ρίχνουνε, κι όλες είναι ένα βέλος.

Λοιπόν είμαστε σύφωνοι, και να, σας λέγω τίμια
πολλά μου εγκλήματα και κάτου βάζω το κεφάλι. 
Πρέπει για νάστε γέροι εσείς και βέβαια και μπαμπάδες,
και να! για δέκατη φορά, το σφάλμα μου σας λέω.
Ναι, αλήθεια, αν ο Μπωξέ είναι θεός, είμαι άθεος εγώ τότες.
Συγυρισμένη, σεβαστή, σε τάξη ήταν η γλώσσα
με τα χρυσά της σήματα, στολίδια είχε στους τοίχους,
ήταν Τριστάνος και Μπουαλώ˙ στη μέση είχε ένα θρόνο
κ’ έδρες σαράντα γύρω˙ εγώ την έκαμα άνω κάτω,
έσπασα απ’ όλα κάτι τις στο ξακουστό σαλόνι˙
ή κύρια η λέξη η χωριανή, λοχίας ήταν μονάχα,
την έκαμα συνταγματάρχη εγώ˙ και γιακωβίνο
έκαμα την αντωνυμία, τη μετοχή τη σκλάβα,
με τ’ άσπρα τα μαλλιά θεριό, το ρήμα αναρχική ύδρα.
Ομολογεί ο υπόδικος. Ομπρός πυροβολείστε!
Είπα στον ρώθωνα: «Μα εσύ! μια μύτη είσαι μονάχα!»
Και στον μακρόν χρυσούν καρπόν: «Είσαι ένα απίδι!» τούπα
Είπα στον μέγαν Βωγελά: «Μια μάσκα είσαι μονάχα!» 
Γενείτε μια δημοκρατία! γενείτε είπα στις λέξες, 
η μυρμηγκιά η απέραντη, κ’ εργάζεστε, αγαπάτε,
ζείτε˙ κι όλα τα κλόνισα, τον ευγενή το στίχο
δύστροπα πέταξα στα μαύρα τα σκυλιά της πρόζας.

Κι άλλοι το κάμαν πιο καλά αυτό πού εγώ έχω κάμει,
η Ευτέρπη πούχε ύφος ψυχρό, η Πολυμνία, η Καλλιόπη
δεν έχουν πια την ψεύτικη τη σοβαρότη εκείνη.
Και του ημιστίχιου κάμαμε τη ζυγαριά να παίζει. 
Λοιπόν καταραστείτε μας. Στο μέτωπο του ο στίχος
στεφάνι δωδεκάφτερο φορούσε άλλοτες πάντα,
και χοροπήδαε αδιάκοπα πα στη διπλή ρακέτα
που τηνέ λένε προσωδία, τη λένε κι ετικέτα,
σπάει τούς κανόνες τιάρα πια, γελάει το ψαλίδι,
κι απ’ το κλουβί της, την τομή, σαν το πουλί πετάει
και φεύγει μες στη λαγκαδιά, ανεβαίνει στα ουράνια,
σα θείος, ουράνιος σκορδαλιός, ελεύτερος στη φύση.

Και τώρα όλες οι λέξες πια μέσα στο φως πλανιούνται.
Οι συγραφιάδες λεύτερη την κάμανε τη γλώσσα
και χάρη στους ληστές αυτούς, σ’ αυτούς τούς τρομοκράτες,
η αλήθεια των σκολαστικών δασκάλων το μελίσσι
διώχνοντας τώρα, η φαντασία, που με φωνές χιλιάδες
πάταγο κάνει, τζάμια σπάει μες στων αστών το πνέμα,
η ποίηση η τριπρόσωπη, που τραγουδάει γελάει
αναστενάξει, περγελάει, πιστεύει, που ο Σαιξπήρος
κι ο Πλαύτος τηνέ σπέρνανε στον όχλο, στους πληβείους˙ 
όπου τη φρόνηση του Ιώβ σκορπίζει στα έθνη απάνω 
κι ανάμεσα στην τρέλα του τη λογική του Οράτιου˙ 
που τη μεθάει τ’ άπειρο το φρένιασμα του αιθέρα,
τρελή ιερή, μ’ αστραφτερές ματιές, όπου ανεβαίνει
τα σκαλοπάτια του καιρού, που παν στην αιωνιότη,
η Μούσα ξαναφαίνεται, μας ξανασυνεπαίρνει,
τη φτώχεια την αθρώπινη ξαναρχινάει να κλαίει,
απ’ το ζενίθ ως το ναδίρ πάει κ’ έρχεται χτυπάει
παρηγοράει, στραφτοκοπάει, το πέταμα της λάμπει
σίφουνας, σπιθοστρόβιλος λύρα στα μέτωπα όλων,
λάμπουν τα μύρια μάτια της στις μύριες της φτερούγες.

Το κίνημα, έτσι κάνοντας, το έργο του τελειώνει.
Σήμερα η επανάσταση χάρη σε σένα, πάλλει
ζει, ώ άγια πρόοδο, στη φωνή στον αέρα στο βιβλίο.
Στη λέξη, τη σπαρταριστή, τη νοιώθει ο αναγνώστης˙
φωνάζει, τραγουδάει, γελάει, διδάσκει, διασκεδάζει.
Ως λύθηκε το πνέμα της τής λύθηκε κ’ η γλώσσα.
Στο μυθιστόρημα κρυφά μιλάει στις γυναίκες.
Δυο φλόγες τώρα λάμπουνε μέσα στα δυο της μάτια,
γι’ αυτόν που σκέφτεται είν’ η μια για τον πολίτη η άλλη.
Την αδερφή της λευτεριά την παίρνει από το χέρι
κι απ’ των αθρώπων όλωνε τηνέ περνάει τούς πόρους.
Οι πρόληψες σαν κοραλλιών πετρώματα, που γίναν
απ’ το θαμπό συσσώρεμα, απ’ τω χρόνωνε τις πλάνες,
διαλύνουνται στο χτύπημα των λέξεων, πού πλέουνε,
γιομάτες από την ψυχή, κι από τη θέληση της.
Αυτή ‘ναι η πρόζα, αυτή ‘ναι ο στίχος, τούτη και το δράμα˙
αυτή ‘ναι η έκφραση, ναι αυτή, και το αίστημα αυτό πάλι
ένα άστρο απά στον ουρανό, φανάρι μες στο δρόμο.
Στα πιο βαθιά τα βάραθρα της γλώσσας μέσα μπαίνει˙
με μια τρομπέτα τρομερή φυσάει στην τέχνη απάνω.
Και, θεού ‘ναι τούτο θέλημα, αφού γιόμισε τον κόσμο
αυτή απ’ τις περηφάνιες της και τις παλιές ρυτίδες
αφού έσβησε απ’ τα μέτωπα, τον ξεπεσμένο όχλο
αφού τον ξανασήκωσε, τον έβαλε όπου πρέπει
κι αφού έγινε δικαίωμα, γίνεται τώρα Ιδέα!


Σχόλιο του Νουμά: Η κ. Ε. Ελευθεριάδη, από τη Σμύρνη, μας έστειλε, στην ώρα της, μπορεί να πει κανείς, τούτη τη μετάφραση, που ‘ρχεται σαν απάντηση στο Μιστριώτη (*) και στα διάφορα μιστριωτόπουλα.

(*) Γεώργιος Μιστριώτης (1840 – 1916): φιλόλογος και φανατικός υπέρμαχος της καθαρεύουσας.
Πρωτοστάτησε στα ευαγγελικά και στα ορεστιακά.
Περισσότερα:
wikipedia.org/ευαγγελικα
wikipedia.org/ορεστεικά
sarantakos.wordpress.com/mistriotis


20 Αυγούστου 2015

Ο Απόκληρος [Henry W. Longfellow]



Ο Απόκληρος

Η μέρα πάει κι απ’ τα φτερά
της νύχτας το σκοτάδι
πέφτει σαν το φτερό τ’ αητού
που πέφτει στο λαγκάδι.

Βλέπω τα φώτα του χωριού
μέσ’ απ’ το πρωτοβρόχι
να λάμπουν, και λύπη βαριά
μ’ αδράχνει σαν απόχη.

Λύπη και πόθος δυνατός
αταίριαστα στον πόνο.
Σαν η βροχή της καταχνιάς
της θλίψης μοιάζει μόνο.

Έλα και διάβασέ μου το
τραγούδι που θα γιάνει
κάθε καημόν ακοίμητο
κάθε έννοια που έχω βάνει.

Όχι τραγούδι ξακουστού
βάρδου ή παλιού τεχνίτη
κι όπου το φως του αντιφεγγά
στου χρόνου το φεγγίτη.

Τι σαν πολέμου μουσική
τις σκέψες τους γρικάω
μ’ έννοιες πολλές – μ’ απόψε εγώ
ν’ αναπαυτώ ποθάω.

Μα κάποιου ταπεινού ποιητή,
που το τραγούδισμά του,
σαν καλοκαιρινή δροσιά
ξεφεύγει απ’ την καρδιά του.

Που μες στης νύχτας τον καημό,
στης νύχτας την ανία,
της μουσικής του ακούγεται
σα θάμα η μελωδία.

Τέτοιο τραγούδι το βαρύ
παλμό της έννοιας σβήνει.
Μοιάζει ευλογία που ο Θεός
στην προσευχή μας δίνει.

Και διάβασε ένα ποίημα
απ’ αυτά της εκλογής σου,
και δώσ’ στη ρίμα του ποιητή
το κάλος της φωνής σου.

Τότε μεμιάς η μουσική
τη νύχτα θα γιομίσει
και της μέρας τον καημό
στη γλύκα της θα σβήσει.


Πηγή: Ο Νουμάς, τεύχος 792 (1930)
   

26 Αυγούστου 2013

Το άλογο [Sliamn Ben Ibrahim, η μετάφραση στα ελληνικά, υπογράφεται από ‘Graziella’, με βάση τη γαλλική μετάφραση του E. Dinet]

Ο Νουμάς - Τεύχος 656 (1919)

Το άλογο 


Αράπικα ή ίδια λέξη σημαίνει μαζί κι άλογο και κάστρο˙ και μήπως για τον καβαλάρη τ’ άλογο δεν είναι αληθινό ταμπούρι! Η σφαίρα, πονώντας ανάμενα απ’ τ' αυτιά του αλόγου του, πηγαίνει και χτυπάει τον εχτρό, ενώ σύχρονα το γοργό του τρίξιμο τον προφυλάει απ’ τη σφαίρα του εχτρού. 

Γιατί αυτό το κάστρο χτίστηκε στον άνεμο κι αλλάζει θέση με όση γληγοράδα η αστραπή στην καταιγίδα. 
Μα κ’ η καρδιά του αλόγου στολίστηκε απ’ τον Προφήτη με αιστήματα όμοια μ’ εκείνα πού στολίζουνε την καρδιά του ανθρώπου στον όποιο θα χρησιμέψει για σύντροφος αχώριστος. 
Ο Μπεν Μερζούγκ πήρε το παράνομα του Μπεν Αουντά, Γιού της Φοράδας, γιατί η μάννα του, αφού τόνε βύζαινε, τον μπιστευότανε στη ράχη μιανής φοράδας που τόνε βαστούσε και τόνε λίκνιζε σα μάννα.
Κ’ έτσι, πριν μάθει ακόμα να περπατά ήτανε σωστός καβαλάρης.
Πιο ύστερα, όταν έγινε άντρας, πάνω στον πιστό του Αζρέγκ, που το φόρεμα του ήτανε γκρίζο, στολισμένο που και που με πέτρες του ποταμού, έγινε ξακουστός από τα πολλά του κατορθώματα σ’ όλο τον Οντνά.
Έπρεπε να τόνε βλέπατε, ολόρθο πάνω στα ζεγγιά, να παίζει το παιγνίδι του μπαρουτιού και να γεννάει με την τόλμη του τις ενθουσιώδικες κραυγές των γυναικών! 
Έπρεπε να τόνε βλέπατε σαν ήξερε πως η πεταχτούλα Φεραόχα, η ξαδέρφη του, τον παρακολουθούσε με τα βλέμματα της, παραμερίζοντας τις κουρτίνες του φορείου της! 
Kι αυτός ο Άζρέγκ ένιωθε τα μάτια της αγαπημένης του κυρίου του στηλωμένα απάνω του κι άφηνε πολύ μακριά, ξοπίσω του, όλα τα’ άλλα αλόγα του Γκουμ, για να ‘ρθει να γονατίσει μπροστά της. 
Έπειτα τραβούσε τον κύριό του σε κυνηγετικές εκδρομές και σε τρομαχτικά καθρεφτίσματα στους δρόμους της έρημου. 
Βρισκόντουσαν στα περίχωρα του Μδουκάλ, στην εποχή που οι προσκυνητές μαζώνονται να επισκεφτούνε τον τάφο του Σιντί Μαωμέτ ελ Αντζ, όταν πήρε γράμμα από το Μπου Σααντά, την πατρίδα της ξαδέρφης του. 
«Βρέξε την κεφαλή σου, του γράφανε, και προσπάθησε να φτάσεις, εδώ πριν στεγνώσει, α θέλεις να ξανάδεις για στερνή φορά την ξαδέρφη σου, που είν’ έτοιμη να κατέβει στον τάφο και να χαθεί για πάντα εκεί». 
Κατατρομαγμένος απ’ αύτη την είδηση ο Μπεν Μερζούγκ σέλωσε χωρίς να χασομερίσει στιγμή το άλογό του και του ‘πε: «Είναι η νυχτιά σου Αζρέγκ» Και τ’ άλογο αποκρίθηκε: «Ω, κύριέ μου, θα ‘σαι στο Μπου Σααντά την αυγή ή να μη με λένε «Αζρέγκ το Χλιμιντριστή».
Κ’ έτσι έφτασαν, ξεπερνώντας δυο μακρινούς σταθμούς σε μια και μόνη νυχτιά. 
Το φως του ήλιου μόλις απλωνότανε σε χρυσά στρώματα μπρος στην μπασιά του σπιτιού όταν ο Αζρέγκ χρεμέτιζε, κ’ η Φεραόχα, που ψυχομαχούσε, ανασηκώθηκε κραυγάζοντας: «Το χρεμέτισμα του Αζρέγκ χτύπησε τ’ αυτιά μου.»
Ο αδερφός της δεν πίστεψε, μα βγήκε όμως όξω και χαιρετώντας τον ξάδερφο του του ‘πε με κατάπληξη:
-Πώς μπόρεσες να ‘ρθεις τόσο γλήγορα; Απ' το δρόμο του αγέρα ήρθες ή απ’ της γης; 
—Βλόγησε τον Αζρέγκ που κοντένει τις μακρινές απόστασες και περιποιήσου τον πριν ασκοληθείς με μένα.
Κι ο Μπεν Μερζούγκ γεμάτος ευγνωμοσύνη φίλησε τ’ άλογό του στην κάτασπρη βούλα του μετώπου του. Έπειτα τ’ άφησε στις φροντίδες του αράπη Καμές και μπήκε στο σπίτι. Όταν τα μάτια του αντίκρισαν τα μάτια της Φεραόχας, η δυστυχισμένη ανασηκώθηκε, άλλα έπεσε πάλι εξαντλημένη. 
Ο Μπεν Μπερζούγκ της ανασήκωσε το κεφάλι τ’ ακούμπησε στο στήθος του και της είπε: 
—Όλος ο κόσμος πληρώνει κάποιο σκληρό φόρο στην αρρώστια, αγάπη μου. Αλλά η άνοιξη φτάνει και θα σου φέρει καινούρια δύναμη˙ σε λίγο, α θέλει ο Θεός, θα ταξιδέψουμε μαζί ο ένας κοντά στον άλλο, μαζί θ’ αναπνέψουμε το ζωογόνο αέρα των απέραντων κοιλάδων: εσύ στο φορείο σου με τις ολόχρωμες φράντζες η εγώ απάνω στον πιστό μου Αζρέγκ. Και θα πατούμε απάνω σ’ ολοπράσινο χαλί σπαρμένο με τα πιο μοσκομύριστα λουλούδια. Μ’ αυτή τη στιγμή, σε τι τροφή τονωτική φυσά ο άνεμος της πιθυμιάς σου;
—Για το κυνήγι, αγαπημένε μου, και μάλιστα για το κυνήγι ενός τέτοιου κυνηγού σαν και σε.
Χωρίς να ξεκουραστεί ούτε στιγμή, ο Μπεν Μερζούγκ σέλωσε τον Αζρέγκ ακόμα γεμάτο ιδρώτα κι αφρούς, ζητώντας του μια καινούρια χάρη. Πήδησε στη ράχη του και φεύγοντας φώναξε στην ξαδέρφη του: «Μείνε ήσυχη, απόψε θα σου φέρω κυνήγι ποτισμένο μ’ όλα τα αρώματα της Σαχάρας.»
Έφυγε˙ άλλα δεν είχε προφτάσει να βγει όξω απ’ την πόλη κ’ είδε να πετούνε πάνω απ’ την κεφαλή του κοράκια που σκούζανε θλιβερά. Ένιωσε μέσα του ένα θανάσιμο προαίστημα, ακούγοντας το κρώξιμο του πουλιού με τ’ άσκημα φτερά, πού όλοι το θεωρούνε για χωριστή των φίλων. 
Άλλα σε λίγο, μια ζώνη από βουναλάκια, καταφύγιο κυνηγιού, τον περικύκλωσε˙ η συγκίνηση που αιστάνεται ένας κυνηγός σε παρόμοιες στιγμές κυριάρχησε στις θλιβερές ιδέες και το όπλο του σκόρπισε το θάνατο στις πέρδικες με τις όποιες γιόμισε το σάκο του. 
Έπειτα πήρε το δρόμο για να γυρίσει πίσω. Αντάμωσε ένα βοσκό που ότι είχε τσακώσει μια νεαρή Ριμ, χαριτωμένο λευκό, ολόλευκο ζαρκάδι της ερήμου, που τα παραπονιάρικα μάτια της του θύμισαν τα μαύρα αμυγδαλωτά μάτια της Φεραόχας του. 
Δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά του σ’ αυτή τη θύμηση. Έδωσε δυο τετράπαχες πέρδικες στο βοσκό για το δειλό ζαρκάδι, το φίλησε στα μάτια και τ’ άφησε λεύτερο λέγοντάς του: «Μείνε λεύτερο, μείνε, για χάρη εκείνης που σου μοιάζει.»
Ζυγώνοντας προς την πόλη, αναγκαστικά πέρασε απ’ το βορεινό νεκροταφείο που παρατήρησε ένα λάκκο νεοσκαμμένο. 
Στις τρεις ορθές πλάκες αναγνώρισε πως ήταν γυναικείος τάφος˙ τα θανάσιμα προαισθήματα του ξανάρθαν τρομερώτερα και του σπάραξαν την καρδιά: γιατί η καρδιά μαθαίνει τα νέα πολύ πριν να τα ιδούν τα μάτια και να τ’ ακούσουν τ’ αυτιά. 
Του φάνηκε πως αυτός ο τάφος είτανε ο τάφος ενός πλάσματος που μόλις είχε προφτάσει να ζήσει λίγο απάνω στη γη για να ξανάμπει πάλι σ’ αυτή. 
Άρχισε να κλαίει ενώ ο Αζρέγκ στήλωνε τα μάτια του απάνω στη γη σα να ‘θελε κει μέσα να τα βυθίσει. 
Και καθώς απομακρυνόντουσαν, βιαστικοί για να μπούνε στην πόλη, ένα χόρτο που ‘χε πρασινίσει κάτω απ’ την υγράδα των φιλικών βλεμμάτων μαράθηκε και ξεράθηκε απότομα. 
Ο Μπεν Μερζούγκ έφτασε αντίκρυ στο σπίτι˙ σωρός ζητιάνοι περίμεναν μπρος στην πόρτα να τους μοιράσουν το φαγί που έχουνε συνήθεια να προσφέρνουν από μέρους εκείνων που μπήκανε στον άλλο κόσμο. 
Κατάλαβε... κάθε δύναμη του τον άφησε και κύλησε απ’ τα πλευρά τ’ αλόγου του που γονάτισε για να τον αφήσει μαλακά πάνω στη γη. 
Έπειτα αναστέναζε: «Ο κόσμος έγινε για μένα πιο στενός απ’ το δαχτυλίδι μου˙ μόνο ο τάφος θα ‘ναι αρκετά φαρδύς για να χωρέσει την απελπισιά μου!» 
Άξαφνα ένα πένθιμο χρεμέτισμα αντήχησε, σειώντας κι αυτούς τους τοίχους, και ο Αζρέγκ αφού χτύπησε λυσσώδικα με το πόδι του την καταραμένη γη που στέρησε τον κύριό του απ’ το μόνο θησαυρό του, έπεσε αμέσως νεκρός. 
Ο Αζρέγκ ήταν η ενέργεια˙ τα θάρρητα του καβαλάρη.
Δεν μπορούσε πια να ζήσει. Τι θα μπορούσε πια να κάνει σ’ αυτόν τον κόσμο, μακριά από κείνη που του θέρμαινε τόσα ευγενικά πάθη; 
Ο Μπεν Μερζούγκ έθαψε τον πιστό του φίλο, αφού τον τύλιξε σε ολομέταξο πράσινο σάβανο πού το χρώμα συμβόλιζε τη δροσιά της περασμένης χαράς. Έπειτα, αφού είπε ένα τελευταίο χαίρε στο θάρρος του που το εγκατέλειπε σ’ αυτό το σάβανο, πήγε και ξαπλώθηκε πάνω στον άλλο τάφο που κλειούσε μέσα του την καρδιά του. 
Κι όταν πήγαν ναν τον σηκώσουν, δεν εσήκωσαν παρά ένα σώμα χωρίς καρδιά, χωρίς ενέργεια, χωρίς πνοή και που η γη, αχόρταγη, αλύπητα τ’ αποζητούσε.