Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ Διαφορές και Συγκρίσεις [Τζίμης Παπανικολόπουλος] -1

Από τις "Σημειώσεις" (τεύχος 73, Ιούνης 2011) των εκδ. Έρασμος.

ΜΕΡΟΣ 1

Το κείμενο αυτό έχει τη φιλόδοξη πρόθεση να παρουσιάσει συνοπτικά αλλά και ευδιάκριτα τις διαφορές μεταξύ ελληνικής και χριστιανικής σκέψης με την παράθεση παράλληλων αποσπασμάτων από τους σταθμούς και τα συμπεράσματα της μιας ή της άλλης διαδρομής. Η εκφραστική ακρίβεια που είχαν καλλιεργήσει οι Έλληνες και έφτασε στο απόγειο της με τον Αριστοτέλη, προϋπέθετε την ελεύθερη κίνηση της κριτικής σκέψης, αλλά μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση η Ελευθερία έγινε πλέον επικίνδυνη αρετή, γι’ αυτό και η εξέλιξη της γλώσσας ήταν επόμενο να περιοριστεί στις ρητορικές της συνέχειες μέχρι την οριστική της μεταμφίεση σε τελετουργικό παρακολούθημα της νέας θρησκείας, έτσι ώστε οι δούλοι του αυτοκράτορα να αισθάνονται αυτάρκεις, ως δούλοι του θεού. Αυτή την υποδούλωση την αποδέχτηκε με το δόγμα του και τη διακήρυξε με τους αποστόλους του ο χριστιανισμός. «Ο πιστός πιστεύει, δεν συζητά», ισχυριζόταν ο άγιος Βερνάρδος, και αυτή η απροκάλυπτη απαγόρευση του διανοείσθαι αποτέλεσε το υποκατάστατο μιας δικαιοσύνης που επρόκειτο να σταδιοδρομήσει στους ουρανούς.

«Διάλογος» λοιπόν μεταξύ Ελλήνων και Χριστιανών δεν έγινε ποτέ ουσιαστικός. Και αν - μέχρι το 542 μ.Χ. που ο Ιουστινιανός διέταξε τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό όλων των "εθνικών" της αυτοκρατορίας - επιχειρήθηκε να γίνει ποτέ, η χριστιανική παράταξη άλλοτε θα ανατρέχει στα ρήματα των προφητών της και άλλοτε θα δικαιολογεί τις αντιφάσεις της με τον όρο «μυστήρια». Μεταξύ Πίστεως και Λόγου δεν υπάρχει δυνατότητα συμφιλίωσης και σύμφωνα με τους θεολόγους του μεσαίωνα μόνον «η αγία αφέλεια» της πίστης μπορεί να μας προφυλάξει από τις πλάνες της λογικής. Ένας μάλιστα από αυτούς - ο P. Damiani - συνοψίζει τις δυνατότητες της λογικής με τη φράση: «δεν ανάβεις κερί για να δεις τον ήλιο» και συμπληρώνει πως: «ο διάβολος είναι ο πρώτος Γραμματικός διότι - σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής - η λέξη "θεός" υπάρχει και στον πληθυντικό». Μετά από τέτοιες και άλλες παρόμοιες διακηρύξεις που η Εκκλησία προσυπέγραψε με την πρακτική της, δεν είναι καθόλου παράξενο που ο Ακινάτης ανέσυρε τον ορθολογισμό του Αριστοτέλη και δεν κατέφυγε στις μεταφυσικές αυθαιρεσίες του Πλωτίνου, διότι από τη στιγμή που ο Λόγος του Θεού εξακολουθούσε να παραμένει ανεπικύρωτος από τον ανθρώπινο Λόγο, η συνέχεια της νέας θρησκείας θα ήταν αμφίβολη όπως εύστοχα είχε επισημάνει λίγο πριν ο γοητευτικός Αβελάρδος.

Με αφορμή τις παρατηρήσεις αυτές, ένα συνοπτικό σχεδίασμα που θα παρουσιάζει και θα συγκρίνει αντίστοιχα τις αντιλήψεις της κάθε παράταξης για τον Άνθρωπο, το Θεό και τον Κόσμο, θα απέβαινε χρήσιμο ως προς την παιδαγωγική του σημασία, αλλά και τις διευκρινιστικές του προθέσεις.

Ας το παρακολουθήσουμε.

1. Η εικόνα του Θεού

ΕΛΛΗΝΕΣ: Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση των Ελλήνων, οι θεοί είναι δυνατόν να αποκτήσουν όχι μόνο την ανθρώπινη μορφή, αλλά και οποιαδήποτε άλλη, όμως με την έναρξη της φιλοσοφίας ο ανθρωπομορφισμός των θεών εγκαταλείπεται. Ο Ξενοφάνης έλεγε πως «αν τα βόδια ήξεραν να ζωγραφίζουν θα παρίσταναν τους θεούς των με κέρατα» [Με ανάλογο γούστο ο Μοντεσκιέ θα Ισχυριστεί πως: «Αν τα τρίγωνα ήταν σε θέση να φτιάξουν έναν θεό, θα τον έφτιαχναν με τρεις πλευρές» (Περσικές Επιστολές, 59)] και ο Ζήνων αργότερα θα επαναλάβει τον ισχυρισμό του Αριστοτέλη, πως δηλαδή οι θεοί δεν είναι ανθρωπόμορφοι αλλά απλώς σύμβολα [Μη είναι μέντοι άνθρωπόμορφον (Διογ. Λαέρτιος, Ζ-147)], ενώ ο Καρνεάδης με τον Πλωτίνο εξηγούσαν ότι η θεότητα βρίσκεται πέρα από κάθε νοητική ιδιότητα, ακόμα έξω και από τον ίδιο το Νου (επέκεινα νοήσεως) [Μια συνοπτική ιδέα γύρω από τις ενδιαφέρουσες αυτές απόψεις μπορεί να σχηματίσει ο αναγνώστης ανατρέχοντας στην Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας των Zeller Nestle και στην παράγραφο 87. (Μτφρ. Χ. Θεοδωρίδη, εκδ. «Εστία»)]. Ήδη από την κλασική εποχή αμφισβητείται η ίδια η ύπαρξη των θεών με τους σοφιστές: Περί θεών ουκ έχω είδέναι, ούθ’ ως εισίν ούθ’ ως ουκ εισίν (Πρωταγόρας).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ: Στους χριστιανούς, ο Θεός εποίησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσιν αυτού, ο δε Υιός του Θεού αναγνωρίζεται με το ανθρώπινο πρόσωπο του το όποιο διατηρεί ακόμα και όταν αναληφθεί στους ουρανούς. Όταν μετά την Ανάσταση ο Ιησούς εμφανίστηκε στους μαθητές, τους καθησύχασε λέγοντας: Ίδετε τας χείρας μου και τους πόδας μου ότι αυτός εγώ ειμί: ψηλαφήσετέ με και ίδετε..., και όταν εκείνοι εξακολουθούσαν να απορούν και να αμφιβάλλουν, τους ρώτησε αν έχουν τίποτε φαγώσιμο. Οι μαθητές τότε του έφεραν ψάρι ψητό και μέλι, και ο Ιησούς λαβών ενώπιον αυτών έφαγεν (Λουκάς, κεφ. 24, 38). Είναι γνωστό επίσης το επεισόδιο με το Θωμά που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (κεφ. 30, 24).


2. Ο Λόγος
[Εδώ με την αριστοτελική διάκριση: «Η εμπειρία μάς μαθαίνει το τι είναι και ο λόγος το γιατί»].

ΕΛΛΗΝΕΣ: Στην ελληνική φιλοσοφία, από την κοσμολογία του Ηράκλειτου μέχρι την Ειμαρμένη των Στωικών, και από τη μεταφυσική των νεοπλατωνικών μέχρι την αριστοτελίζουσα θεολογία του Πρόκλου, πρωταγωνιστεί ο Λόγος και όχι ο Θεός. Ο Καρνεάδης ερευνώντας το πρόβλημα για τη δυνατότητα της Γνώσης πολύ πριν από τον Locke, αναγκάστηκε να θέσει την έννοια του Θεού έξω από τις διαδικασίες του Λόγου. Ο Λόγος στους Έλληνες - και όχι ο Θεός - είναι η αρχική αιτία του Κόσμου, ο κοινός εκείνος νόμος που κατευθύνει τα πάντα και η δύναμη που τα ισορροπεί. Όλα στον Κόσμο προσδιορίζονται μέσα από τις διαδικασίες του Λόγου, ανεξάρτητα αν οι διαδικασίες αυτές είναι υλικές, νοητικές, βουλητικές, ηθικές κ.λ.π. Ο Κόσμος είναι άφθαρτος και ζωντανός, διαθέτει Νου, Ψυχή και Λογικό [...και λογικόν και έμψυχον και νοερόν (Διογ. Λαέρτιος, XII-143)], επομένως η ανθρώπινη ψυχή ως τμήμα της Κοσμικής Ψυχής είναι και αυτή άφθαρτη και διαθέτει και Νου. Η δεύτερη αυτή διάκριση γίνεται σαφέστερη όταν οι λογικές συμπεριφορές δεν επαρκούν. Τότε η λογική αντιτίθεται ή και αντιδικεί με το ανώτερο μέρος της Ψυχής, τον θεωρητικό ή τον ποιητικό Νου όπως λέει ο Αριστοτέλης, με εκείνο δηλαδή το τμήμα που αντιστοιχεί στον Κοσμικό Λόγο. Και ενώ οι Έλληνες φιλόσοφοι θα «μεταφυτεύσουν» στο Σύμπαν τις διαδικασίες του Λόγου, οι ποιητές θα αμφισβητήσουν το επινόημα των φιλοσόφων, η δε αντιδικία μεταξύ ανθρώπινου Λόγου και «Κοσμικού Λόγου» θα διατυπωθεί εναργέστερα στην Τραγωδία όπου οι ήρωες δεν αποτελούν χαρακτήρες αλλά ενσαρκώνουν αξίες [Αριστοτέλης, Ποιητική 145α-19], όμως οι αξίες αυτές θα ηττηθούν όταν βρεθούν αντιμέτωπες με τη μεγαλειώδη αδιαφορία των νόμων του Σύμπαντος [Η αντιδικία μεταξύ Ανθρώπινου και Κοσμικού Λόγου θα ήταν δυνατόν να μεταγραφεί ως αντιδικία μεταξύ ποιητών και φιλοσόφων αντίστοιχα, διότι από τη στιγμή που το απαραβίαστο των νόμων του Σύμπαντος θα νομιμοποιεί τη σκληρότητα των νόμων της πολιτείας, ο Άνθρωπος θα εξοντώνεται νόμιμα δίχως τις τύψεις κανενός. Είναι διαφωτιστική στο σημείο αυτό η παρατήρηση του Kitto: «Ο Κρέων στην «Αντιγόνη» και ο Μενέλαος στον «Αίαντα» μπορούσαν να δουν μόνο ότι ο Πολυνείκης ή ο Αίας ήταν ένας νεκρός προδότης, και δεν μπορούσαν να δουν το σπουδαιότερο: ότι ήταν ένας νεκρός άνθρωπος» (H.D.F. Kitto, Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία - μτφρ. Λ. Ζενάκος, εκδ. «Παπαδήμα», 68, σελ. 199)]. Αντίθετα, στον χριστιανικό κόσμο δεν υπάρχει αντιδικία, ο Άνθρωπος θα εγκαταλείψει την «ασέβεια» των ερωτημάτων του μια και ο Θεός εφρόντισε να ικανοποιήσει την επιθυμία του για διαιώνιση της ταυτότητας του.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ: Στη χριστιανική θεολογία ο Λόγος ταυτίζεται με το Θεό και προσωποποιείται: ... Θεός ην ο Λόγος, και από θεωρητική δύναμη που είναι στους Έλληνες, θα αποκαλυφθεί εδώ ως παρουσία: και ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν. Η ρήση αυτή του ευαγγελιστή που μοιάζει αυθαίρετη, μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από τον απλό συλλογισμό των πρώτων Στωικών, οι όποιοι με τον ανυποχώρητο πραγματισμό τους υποστήριζαν πως: ο Λόγος ανήκει στις ενεργητικές αξίες του Σύμπαντος, αλλά από τη στιγμή που ενεργεί, είναι Σώμα [Βλ. S.v.F. Arnim, άπ. 300 και Διογ. Λαέρτιος VII-134.7]. Στους χριστιανούς όμως βεβαιώνεται ότι ο Λόγος έγινε ανθρώπινος με την αποκάλυψη του Θεού, με άλλα λόγια ο Θεός παρουσιάζεται, περιγράφεται και εμφανίζεται σε όλη του τη δόξα μέσα από τα ιερά κείμενα που υπαγόρευσε το πνεύμα Του στους εκλεκτούς συντάκτες του ανθρώπινου λόγου. Μετά από αυτή την «ενανθρώπιση» του Λόγου, ο Θεός θα παρακολουθήσει αλλά και ο ίδιος θα συμμετάσχει στο ανθρώπινο δράμα της γέννησης και του θανάτου που επαληθεύεται σε κάθε φυσική διαδικασία και γίνεται αντιληπτό με τον εποχικό κύκλο της σποράς και της βλάστησης, όπως αφήνεται να εννοηθεί στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο: «Αν ο σπόρος που θα πέσει στο χώμα δεν πεθάνει (δηλ. αν δεν διαλυθεί), θα μείνει απλά σπόρος και η ζωή δεν θα έχει συνέχεια, αν όμως πεθάνει (διαλυθεί), θα απλώσει ρίζες και θα φέρει πολλούς καρπούς» [... εάν μη ο κόκκος σίτου πεσών εις την γην αποθάνει, αυτός μόνο μένει εάν δε αποθάνει, πολύν καρπόν φέρει (Κατά Ίωάννην, κεφ. 12-24)]. Η ανάσταση διαπιστώνεται πλέον ως φυσικό επακόλουθο του θανάτου, έχει όμως προηγηθεί ένα Δράμα, εκεί όπου ο Άνθρωπος ακολουθώντας τα βήματα του Θεού θα ταυτίζεται με τα πάθη Του.

Έτσι, με την ενανθρώπιση του Λόγου η αυλαία θα κλείνει με το ευτυχές γεγονός της Ανάστασης του Θεού, και ο Άνθρωπος θα αποχωρεί με τη βεβαιότητα πως του παραχωρήθηκε ένα ίσο δικαίωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: