Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016

Γιατί γράφω [George Orwell, μετ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Στέφανος Ροζάνης]


TA ΚΕΦΑΛΑΙΑ

ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ
Ο ΛΗΡ, Ο ΤΟΛΣΤΟΙ ΚΑΙ Ο ΤΡΕΛΟΣ
ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ
ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ

















Γιατί γράφω 

ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΗ ηλικία, ίσως κι από πέντε ή έξι χρονών, ήξερα πως όταν μεγάλωνα θα γινόμουν συγγραφέας. Ανάμεσα στα δεκαεφτά και στα είκοσι τέσσερα χρόνια μου, προσπάθησα να εγκαταλείψω αυτή την ιδέα, αλλά σ’ αυτή μου την προσπάθεια είχα την επίγνωση πως κακοποιούσα την πραγματική μου φύση και ότι αργά ή γρήγορα θα βρισκόμουν αναγκασμένος να στρωθώ κάτω και να γράψω βιβλία.

Ήμουν το μεσαίο από τα τρία παιδιά της οικογένειας, αλλά με χώριζαν πέντε χρόνια από το πρώτο και πέντε από το τρίτο, και μέχρι που έφτασα οκτώ χρονών σπάνια έβλεπα τον πατέρα μου. Γι’ αυτό καθώς και γι’ άλλους λόγους ήμουνα κάπως μονήρης και σύντομα έβγαλα κάποιες κακότροπες ιδιοτροπίες που μ’ έκαναν αντιπαθητικό σ’ ολόκληρη τη μαθητική μου περίοδο. Είχα τη συνήθεια του μοναχικού παιδιού να κατασκευάζω ιστορίες και να ανοίγω κουβέντα με φανταστικά πρόσωπα, και νομίζω πως μιας εξαρχής οι λογοτεχνικές μου φιλοδοξίες αναμειγνύονταν με το αίσθημα πως ήμουν απομονωμένος και παραγνωρισμένος. Ήξερα πως είχα ευχέρεια στη χρήση των λέξεων και δύναμη ν’ αντιμετωπίζω δυσάρεστα γεγονότα, και ένιωθα πως αυτό δημιουργούσε ένα είδος ιδιωτικού κόσμου μέσα στον όποιο θα μπορούσα να βρω τη δική μου δικαιολογία για την αποτυχία μου στην καθημερινή ζωή.

Εντούτοις η ποσότητα των σοβαρών - δηλαδή των σοβαρών προθέσεων - γραπτών που παρήγαγα κατά τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων δεν θα ‘φτανε τις έξι σελίδες. Έγραψα το πρώτο μου ποίημα τεσσάρων ή πέντε χρονών, υπαγορεύοντας το στη μητέρα μου. Δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα σχετικά μ’ αυτό παρά μόνο πως μιλούσε για έναν τίγρη κι ο τίγρης είχε «δόντια σαν χαίτη» - μια φράση αρκετά καλή, αλλά φαντάζομαι πως το ποίημα ήταν μια λογοκλοπή του «Tiger, Tiger» του Μπλαίηκ. Στα έντεκά μου χρόνια, όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1914-18, έγραψα ένα πατριωτικό ποίημα που δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα, καθώς κι ένα άλλο, δυο χρόνια μετά, για τον θάνατο του Κίτσενερ. Από καιρό σε καιρό, όταν μεγάλωσα λίγο ακόμα, έγραφα κακά και συνήθως ημιτελή «φυσιολατρικά ποιήματα» σε Γεωργιανό στυλ. [Οι «Γεωργιανοί» ήταν μια ομάδα ποιητών της μεταβικτωριανης περιόδου. Η ονομασία τους προέρχεται από τη «Γεωργιανή ανθολογία (1912-1922) όπου συνεργάστηκαν οι ποιητές αυτής της τάσης (Ρόμπερτ Μπρουκ, Γουώλτερ Ντέλα Μάρε, Ρόμπερτ Γκραίηβς, Τζων Μάσφηλντ κ.ά.)] Καταπιάστηκα επίσης μια δυο φορές μ’ ένα μικρό διήγημα που βγήκε φρικτή αποτυχία. Αυτή ήταν όλη κι όλη η, ας πούμε, σοβαρή εργασία που πέρασε στο χαρτί κατά τη διάρκεια όλων εκείνων των χρόνων.

Πάντως σ’ όλο αυτό το διάστημα μπλέχτηκα σε διάφορες λογοτεχνικές δραστηριότητες. Πρώτα πρώτα υπήρχε το κατά παραγγελίαν υλικό που παρήγαγα γρήγορα, εύκολα και χωρίς μεγάλη ευχαρίστηση. Εκτός από τη σχολική εργασία, έγραφα ευκαιριακούς στίχους [vers d’ occasion], ημικωμικά ποιήματα που μπορούσα να σκαρώσω με μια ταχύτητα εκπληκτική όπως μου φαίνεται τώρα -δεκατεσσάρων χρονών έγραψα μέσα σε μια εβδομάδα περίπου ένα θεατρικό έργο, κατά μίμηση του Αριστοφάνη, ολόκληρο σε ρίμα -, και βοηθούσα στην έκδοση έντυπων καθώς και χειρόγραφων σχολικών περιοδικών. Αυτά τα περιοδικά ήταν το πιο οικτρό κωμικό υλικό που μπορεί κανείς να φαντασθεί, και κόπιασα πολύ λιγότερο γι’ αυτό απ’ όσο θα κόπιαζα τώρα για την ελαφρότερη δημοσιογραφία. Αλλά παράλληλα μ’ όλ’ αυτά, επί δεκαπέντε χρόνια ή περισσότερο, εκτελούσα μια λογοτεχνική άσκηση εντελώς διαφορετικού είδους: Ήταν το γράψιμο μιας διαρκούς «ιστορίας» γύρω από τον εαυτό μου, ένα είδος ημερολογίου που υπήρχε μόνο μέσα στο μυαλό μου. Πιστεύω πως αυτό είναι μια κοινή συνήθεια των παιδιών και των εφήβων. Πολύ μικρό παιδί συνήθιζα να φαντάζομαι πως ήμουν, ας πούμε, ο Ρομπέν των Δασών, και να παριστάνω τον εαυτό μου ως ήρωα συγκινητικών περιπετειών, αλλά πολύ σύντομα η «ιστορία» μου έπαψε να ‘ναι ακατέργαστα ναρκισσιστική και γινόταν όλο και περισσότερο απλή περιγραφή του τι έκανα και του τι έβλεπα. Ώρες ώρες περνούσαν απ’ το μυαλό μου εικόνες όπως τούτη: «Έσπρωξε την πόρτα, άνοιξε και μπήκε στο δωμάτιο. Μια κίτρινη ηλιαχτίδα φιλτραρισμένη μέσ’ από τη μουσελίνα της κουρτίνας έπεφτε λοξά πάνω στο τραπέζι, όπου ένα μισάνοιχτο σπιρτόκουτο βρισκόταν πλάι στο μελανοδοχείο. Έχοντας το δεξί του χέρι μες στην τσέπη του πήγε προς το παράθυρο. Κάτω στον δρόμο μια καστανοκίτρινη γάτα κυνηγούσε ένα ξερό φύλλο» κλπ, κλπ. Αυτή η συνήθεια κράτησε μέχρι που ‘γινα περίπου είκοσι πέντε χρονών, όσο δηλαδή κράτησαν τα «μη λογοτεχνικά» μου χρόνια. Μολονότι έπρεπε να ψάξω, και έψαχνα για τις σωστές λέξεις φαινόταν σαν να ‘κανα αυτή την περιγραφική προσπάθεια κόντρα σχεδόν στη θέλησή μου, κάτω από ένα είδος εξωτερικής πίεσης. Η «ιστορία» υποθέτω πως πρέπει ν’ αντανακλούσε το ύφος τβν διαφόρων συγγραφέων που κατά καιρούς εθαύμαζα, αλλ’ απ’ όσο θυμάμαι διατηρούσε πάντα την ίδια λεπτόλογη περιγραφική ιδιότητα.

Γύρω στα δεκάξι μου ανακάλυψα ξαφνικά την απόλαυση των λέξεων ανεξάρτητα από το νόημά τους, δηλαδή τους ήχους και τις σχέσεις των λέξεων. Οι στίχοι από τον Χαμένο Παράδεισο:
So hee with difficulty and labour hard
Moved on: with difficulty and labur hee
οι όποιοι τώρα δεν μου φαίνονται και τόσο θαυμάσιοι, έφερναν ανατριχίλα, σ’ όλη μου τη ραχοκοκαλιά˙ και ο συλλαβισμός «hee» αντί για «he» ήταν μια επί πλέον ηδονή. Όσο για την ανάγκη της σωστής περιγραφής των πραγμάτων, ήξερα ήδη τα πάντα. Έτσι είναι σαφές τι είδους βιβλία ήθελα να γράψω˙ στον βαθμό που θα μπορούσα να πω πως ήθελα εκείνο τον καιρό να γράψω βιβλία, ήθελα να γράψω τεράστια νατουραλιστικά μυθιστορήματα, χωρίς ευτυχές τέλος, γεμάτα λεπτομερείς περιγραφές και εντυπωσιακές παρομοιώσεις, και επίσης γεμάτα από φανταχτερά εδάφια, όπου οι λέξεις θα χρησιμοποιούνταν μόνο για τον ήχο τους. Και στην πραγματικότητα το πρώτο μου ολοκληρωμένο μυθιστόρημα «Ημέρες της Μπούρμα», που το ‘γραψα στα τριάντα μου αλλά είχε σχεδιαστεί πολύ νωρίτερα, ανήκει μάλλον σ’ αυτή την κατηγορία.

Εκθέτω όλες αυτές τις πληροφορίες της προϊστορίας μου γιατί δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να εκτιμήσει τα κίνητρα ενός συγγραφέα χωρίς να ξέρει κάτι από το ξεκίνημα της πορείας του. Τα θέματά του θα καθοριστούν από την εποχή μέσα στην οποία ζει -τουλάχιστον αυτό αληθεύει σε ταραχώδεις επαναστατικές εποχές σαν τη δική μας - αλλά πριν αρχίσει κάποτε να γράφει θα ‘χει φθάσει σε μια συναισθηματική στάση απ’ την οποία δεν πρόκειται ποτέ να ξεφύγει τελείως. Δουλειά του είναι, χωρίς αμφιβολία, να πειθαρχήσει την ιδιοσυγκρασία του και ν’ αποφύγει την προσκόλληση σε κάποιο ανώριμο στάδιο, ή σε κάποια κακότροπη διάθεση: αλλ’ εάν ξεφύγει τελείως απ’ τις πρώιμες επιρροές του θα έχει σκοτώσει το ορμέμφυτο προς το γράψιμο. Αν παραμερίσουμε την ανάγκη να κερδίσει κανείς τη ζωή του με τη συγγραφή, νομίζω πως υπάρχουν τέσσερα μεγάλα κίνητρα για το γράψιμο, εν πάση περιπτώσει για το γράψιμο πρόζας. Υπάρχουν σε διαφορετικούς βαθμούς μέσα σε κάθε συγγραφέα - και σε κάθε συγγραφέα οι αναλογίες ποικίλλουν από καιρό σε καιρό και ανάλογα με την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει. Τα κίνητρα είναι τα έξης
1) Ο καθαρός εγωισμός. Επιθυμία να φαίνεται κανείς δεξιοτέχνης, να μιλούν γι’ αυτόν, να τον θυμούνται μετά τον θάνατο του, να έχει τη θέση του ανάμεσα στους μεγαλύτερους που τον περιφρονούν όσο είναι παιδί κλπ. Είναι ψευτιά και ανοησία να ισχυριστούμε πως αυτό δεν είναι ένα κίνητρο, και μάλιστα ισχυρό. Οι συγγραφείς μοιράζονται αυτό το χαρακτηριστικό με τούς επιστήμονες, τους καλλιτέχνες, τους πολιτικούς, τους δικηγόρους, τους στρατιωτικούς, τους επιτυχημένους επιχειρηματίες - κοντολογίς με την αφρόκρεμα της ανθρωπότητας. Η μεγάλη μάζα των ανθρώπων δεν είναι στο έπακρο εγωιστική. Μετά τα τριάντα περίπου οι άνθρωποι εγκαταλείπουν την ατομική φιλοδοξία - σε πολλές περιπτώσεις, πραγματικά, χάνουν σχεδόν τελείως την αίσθηση πως είναι άτομα - και ζουν κυρίως για τους άλλους, ή απλώς βουλιάζουν στη βιοπάλη. Αλλά υπάρχει επίσης η μειοψηφία των προικισμένων, των ανθρώπων με θέληση που προορίζονται να ζήσουν τη δική τους ζωή ως το τέλος - και οι συγγραφείς ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία. Οι μεγάλοι συγγραφείς θα ‘λεγα πως στο σύνολο τους είναι πιο ματαιόδοξοι και πιο εγωκεντρικοί από τους δημοσιογράφους, αν και δεν ενδιαφέρονται τόσο για το χρήμα.
2) Ο αισθητικός ενθουσιασμός. Η πρόσληψη της ομορφιάς που βρίσκεται στον εξωτερικό κόσμο ή, απ’ την άλλη μεριά, στις λέξεις και στη σωστή τους διευθέτηση. Η ευχαρίστηση που δίνει το σμίξιμο ενός ήχου μ’ έναν άλλον, η στερεότητα της καλής πρόζας ή η ευρυθμία ενός καλού διηγήματος. Η επιθυμία να συμμεριστεί κανείς μιαν εμπειρία που νιώθει πως αξίζει και πως δεν θα ‘πρεπε να τη στερηθεί. Το αισθητικό κίνητρο είναι πολύ ασθενικό σε πολλούς συγγραφείς, αλλά ακόμα κι ένας που γράφει μπροσούρες ή ένας που γράφει σχολικά βιβλία έχει τις αγαπημένες του λέξεις και φράσεις οι όποιες τον προσελκύουν - είτε για λόγους ψηφοθηρικούς είτε γιατί μπορεί να συγκινείται με την τυπογραφία, το πλάτος των περιθωρίων κλπ. Κανένα βιβλίο, από το επίπεδο ενός σιδηροδρομικού οδηγού και πάνω, δεν είναι τελείως απαλλαγμένο αισθητικών αποτιμήσεων.
3) Η ιστορική παρόρμηση. Η επιθυμία να δει κανείς τα πράγματα όπως είναι, ν’ ανακαλύψει τ’ αληθινά γεγονότα και να τα διαφυλάξει προς χρήση των μεταγενεστέρων.
4)Η πολιτική πρόθεση - χρησιμοποιώντας τη λέξη «πολιτική» στην πιο πλατειά της έννοια. Η επιθυμία να ωθήσεις τον κόσμο προς κάποια κατεύθυνση, να μεταβάλεις την ιδέα που οι άλλοι άνθρωποι έχουν για το είδος της κοινωνίας για το όποιο πρόκειται ν’ αγωνιστούν. Κι εδώ πάλι, κανένα βιβλίο δεν είναι αυθεντικά ελεύθερο πολιτικών προκαταλήψεων. Η άποψη πως η τέχνη δεν έχει καμιά δουλειά με την πολιτική αποτελεί η ίδια μια πολιτική στάση.


Είναι φανερό πόσο αλληλοσυγκρουόμενες ενδέχεται να είναι αυτές οι ποικίλες ενορμήσεις, και πόσο κυμαινόμενες από άτομο σε άτομο κι από εποχή σ’ εποχή.
Από τη φύση μου - θεωρώντας ως «φύση» την κατάσταση στην οποία καταφέρνει να φθάσει καθένας μας όταν πρωτογίνεται ενήλικος - είμαι ένας άνθρωπος στον όποιο τα τρία πρώτα κίνητρα θα μπορούσαν να νικήσουν το τέταρτο. Σε μια ειρηνική περίοδο ίσως να ‘χα γράψει περίκομψα ή απλώς περιγραφικά βιβλία και ίσως να μην είχα συνειδητοποιήσει ποιά ήταν η βαθύτερη πολιτική μου πίστη. Όπως ήρθαν, ωστόσο, τα πράγματα βρέθηκα αναγκασμένος να γίνω ένα είδος πολιτικού φυλλαδιογράφου. Σπατάλησα πέντε χρόνια σ’ ένα άβολο επάγγελμα (στην Ινδική Αυτοκρατορική Αστυνομία, στη Βιρμανία) και κατόπιν υπόμεινα τη φτώχεια και την αίσθηση της αποτυχίας. Αυτό μεγάλωσε το φυσικό μου μίσος για την εξουσία και μ’ έκανε ν’ αποκτήσω για πρώτη φορά πλήρη επίγνωση της ύπαρξης της εργαζόμενης τάξης ενώ η δουλειά μου στη Βιρμανία μου ‘χε δώσει την ευκαιρία να καταλάβω κάπως τη φύση του ιμπεριαλισμού: αλλ’ αυτές οι εμπειρίες δεν ήταν αρκετές για να μού δώσουν ένα σαφή πολιτικό προσανατολισμό. Μετά ήρθε ο Χίτλερ, ο Ισπανικός εμφύλιος πόλεμος, κλπ. Με το τέλος του 1935 δεν είχ’ ακόμα καταφέρει να κατασταλάξω σε μια σταθερή απόφαση. Θυμάμαι ένα μικρό μου ποίημα, γραμμένο εκείνη τη χρονιά, που εκφράζει το δίλημμά μου

Διακόσια χρόνια πριν
Θα ‘μουν ίσως ένας παπάς ευτυχισμένος
Κηρύσσοντας για την αιώνια καταδίκη
Και βλέποντας τις καρυδιές μου να ψηλώνουν

Μα γεννημένος σε κακούς καιρούς, αλίμονο. 
Στερήθηκα εκείνο το τερπνό λιμάνι, 
Γιατί έχουν μεγαλώσει τα μουστάκια μου 
Κι όλ’ οι παπάδες είναι καλοξυρισμένοι.

Όμως κι αργότερα, οι καιροί ‘τανε καλοί. ΄
Κι εύκολα μέναμε ευχαριστημένοι, 
Νανουρίζαμε τις ταραγμένες σκέψεις μας 
Να κοιμηθούν στην αγκαλιά των δέντρων.

Τελείως ανήξεροι τολμούσαμε 
Εκείνες τις χαρές που σήμερα τις κρύβουμε˙
Ο σπίνος πάνω στον κλώνο της μηλιάς 
Μπορούσε να φοβίζει τούς εχθρούς μου.

Αλλά οι κοιλιές των κοριτσιών και τα βερύκοκα, 
Τ’ ασπρόψαρα στο σκιερό ποτάμι, 
Τ’ άλογα, οι πάπιες που πετάνε την αυγή, 
Αυτά όλα είν’ ένα όνειρο μονάχα.

Απαγορεύεται να ονειρευτούμε πάλι˙
Κρύβουμε τις χαρές μας ή τις κουτσουρεύουμε˙
Τ’ άλογα είναι από χρωμιούχο ατσάλι
Και θα τα καβαλούν κοντόχοντροι ανθρωπάκοι.

Είμαι η κάμπια που ποτέ δεν έβγαλε φτερά, 
Ο ευνούχος που δεν έχει ένα χαρέμι˙ 
Ανάμεσα στον κομισάριο και στον παπά 
Βαδίζω σαν τον Ευγένιο Αρέμη (*)

Και ο κομισάριος μου λέει το γραφτό μου 
Καθώς ακούγεται το ράδιο να παίζει 
Μα ο παπάς μού έχει τάξει ένα «Ώστιν Επτά» 
Πάντα πληρώνει για ένα τέτοιο αμάξι ο Μεγάλος.

Ονειρεύτηκα πως κατοικούσα σ’ αίθουσες μαρμάρινες 
Και ξύπνησα για να το δω στ’ αλήθεια˙ 
Δεν ήμουν γεννημένος για τούτη εδώ την εποχή˙ 
Ήτανε άραγε ο Σμιθ; Ήταν ο Τζών; Ήσουν εσύ;

[(*) Eugene Aram: Μυθιστορηματικός ήρωας ενός μυθιστορήματος του Bulwer Lytton (1803-1873) και ενός ποιήματος τού Τόμας Χουντ (1799-1845). Και τα δύο έργα είν’ εμπνευσμένα από την αυθεντική ιστορία του Eugene Aram ενός δασκάλου με ικανότητες κι ευγενικό χαρακτήρα πού δικάστηκε για φόνο και εκτελέστηκε στα 1759.]

Ό Ισπανικός πόλεμος και τ’ άλλα γεγονότα στα 1936-37 άλλαξαν την κατάσταση και μετά απ’ αυτό έμαθα που στεκόμουν. Κάθε γραμμή σοβαρού έργου που έχω γράψει από το 1936 γράφτηκε, άμεσα ή έμμεσα, εναντίον του ολοκληρωτισμού και υπέρ του δημοκρατικού σοσιαλισμού, όπως τον καταλαβαίνω. Μου φαίνεται ανοησία, σε μια περίοδο σαν τη δική μας, να νομίζει κανείς ότι μπορεί ν’ αποφύγει να γράψει για τέτοια πράγματα. Ο καθένας γράφει γι’ αυτά με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Το πρόβλημα είναι απλώς με ποιά πλευρά τάσσεται κανείς και με ποιόν τρόπο την προσεγγίζει. Κι όσο πιο πολύ συνειδητές είναι οι πολιτικές κλίσεις σου, τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχεις να δράσεις πολιτικά χωρίς να θυσιάσεις την αισθητική και πνευματική σου ακεραιότητα.

Αυτό που πάνω απ’ όλα θέλησα μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια είναι να μετατρέψω την πολιτική γραφή σε τέχνη. Το σημείο αφετηρίας μου είναι πάντα μια αίσθηση αγωνιστικότητας, μια αίσθηση της αδικίας. Όταν κάθομαι να γράψω ένα βιβλίο, δεν λέω στον εαυτό μου «Πρόκειται να κάνω ένα έργο τέχνης». Το γράφω επειδή υπάρχει κάποιο ψέμα που θέλω ν’ αποκαλύψω, κάποιο γεγονός στο όποιο θέλω να επισύρω την προσοχή, και το πρωταρχικό μου μέλημα είναι να δημιουργήσω ένα ακροατήριο. Αλλά δεν θα μπορούσα να καταπιαστώ με το γράψιμο ενός βιβλίου ή ακόμα ενός εκτεταμένου άρθρου σε περιοδικό, αν αυτό δεν αποτελούσε συγχρόνως και μια αισθητική εμπειρία. Οποιοσδήποτε εξετάσει προσεκτικά το έργο μου θα δει ότι ακόμα κι όταν αποτελεί μια ξεκάθαρη προπαγάνδα περιέχει πολύ από εκείνο το στοιχείο που ένας επαγγελματίας πολιτικός θα το θεωρούσε άσχετο με την πολιτική. Δεν μπορώ και δεν θέλω να εγκαταλείψω τελείως την κοσμοαντίληψη που απέκτησα στην παιδική μου ηλικία. Όσο θα είμαι ζωντανός και γερός θα συνεχίσω να προσελκύομαι από το ύφος της πρόζας, να αγαπάω τα επίγεια και να αντλώ ηδονή από στέρεα αντικείμενα και από ξεφτίδια άχρηστων γνώσεων. Είναι ανώφελη προσπάθεια να καταπιέσω αύτη την πλευρά του εαυτού μου. Το ζήτημα είναι να συμβιβάσω τις έμφυτες συμπάθειες και αντιπάθειές μου με τις βασικά δημόσιες, μη ατομικές δραστηριότητες που η εποχή τούτη πιέζει πάνω σε όλους μας.

Αυτό δεν είναι εύκολο. Εγείρει προβλήματα ερμηνείας και γλώσσας και θέτει μ’ έναν καινούργιο τρόπο το πρόβλημα της ειλικρίνειας. Ας δώσω ένα μόνο παράδειγμα του ωμότερου είδους της δυσκολίας που ξεπροβάλλει. Το βιβλίο μου για τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο «Φόρος Τιμής στην Καταλονία» είναι βέβαια ένα ανοιχτά πολιτικό βιβλίο, αλλά κατά κύριο λόγο είναι γραμμένο με κάποια ανεξαρτησία και έγνοια για τη μορφή. Προσπάθησα πάρα πολύ να πω σ’ αυτό το βιβλίο ολόκληρη την αλήθεια χωρίς να προδώσω το λογοτεχνικό μου ένστικτο. Αλλά μεταξύ άλλων περιέχει κι ένα εκτενές κεφάλαιο γεμάτο παραθέματα από δημοσιεύματα εφημερίδων και τα παρόμοια, για να υπερασπίσω τους τροτσκιστές που κατηγορούνταν ότι συνωμοτούσαν με τον Φράνκο. Σαφώς ένα τέτοιο κεφάλαιο, που μετά ένα δυο χρόνια θα έχανε το ενδιαφέρον του για κάθε κοινό αναγνώστη, χαντακώνει το βιβλίο. Ένας κριτικός που τον εκτιμώ μου τα ‘ψαλε για το κεφάλαιο αυτό. «Γιατί έβαλες όλη αυτή τη σαβούρα;» μου είπε. «Μετέτρεψες ό,τι θα μπορούσε να ‘χε γίνει ένα καλό βιβλίο σε δημοσιογραφία». Ωστόσο εγώ ήξερα πόσο ελάχιστοι στην Αγγλία είχαν μπορέσει να μάθουν, ότι κατηγορούνταν αθώοι άνθρωποι. Αν δεν είχα οργιστεί γι’ αυτό, δεν θα ‘χα γράψει ποτέ το βιβλίο.

Αυτό το πρόβλημα επανέρχεται με τη μια ή με την άλλη μορφή. Το πρόβλημα της γλώσσας είναι λεπτότερο και θα απαιτούσε πολύ χρόνο για να το συζητήσουμε. Θα πω μόνο πως τα τελευταία χρόνια προσπάθησα να γράψω με λιγότερη γραφικότητα και μεγαλύτερη ακρίβεια. Εν πάση περιπτώσει ανακάλυψα πως από τη στιγμή που τελειοποιείς έναν τρόπο γραφής, οφείλεις πάντοτε να τον υπερβαίνεις. Η «Φάρμα των ζώων» ήταν το πρώτο βιβλίο στο όποιο προσπάθησα, με πλήρη συνείδηση του τι έκανα, να συγχωνεύσω την πολιτική και την αισθητική σ’ ένα σύνολο. Έχω εφτά χρόνια να γράψω μυθιστόρημα αλλά ελπίζω πολύ σύντομα να γράψω. Προορίζεται να είναι αποτυχία, κάθε μυθιστόρημα είναι αποτυχία, αλλά ξέρω με κάποια σαφήνεια τι είδους βιβλίο θέλω να γράψω.

Κοιτώντας μια δυο σελίδες πίσω, βλέπω πως έκανα να φαίνεται σάμπως όλα μου τα κίνητρα για γράψιμο να ήταν εξ ολοκλήρου πολιτικά. Δεν θέλω να μείνει αυτό σαν τελική εντύπωση. Όλ’ οι συγγραφείς είναι ματαιόδοξοι, εγωιστές και τεμπέληδες και στο βάθος των κινήτρων τους βρίσκεται ένα μυστήριο. Η γραφή ενός βιβλίου είν’ ένας φοβερός εξαντλητικός αγώνας, σαν μια μακριά φάση κάποιας οδυνηρής αρρώστιας. Δεν θα αναλάμβανε κανείς μια τέτοια επιχείρηση αν δεν ωθούνταν από κάποιον δαίμονα που δεν μπορεί ούτε να του αντισταθεί ούτε να τον καταλάβει. Γιατί όλοι ξέρουν ότι ο δαίμονας είναι απλώς το ίδιο ένστικτο πού κάνει ένα μωρό να ξεφωνίζει για να προκαλέσει την προσοχή. Κι όμως είν’ εξ ίσου αληθινό πως δεν μπορεί να γράψει κανείς τίποτα που ν’ αξίζει να διαβαστεί αν δεν αγωνιστεί επίμονα ν’ απαλείψει την προσωπικότητά του. Η καλή πρόζα είναι σαν ένα τζάμι παραθύρου. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ποιά από τα κίνητρά μου είναι τα ισχυρότερα, αλλά ξέρω ποιά απ’ αυτά αξίζουν να τα ακολουθήσω.

Και κοιτώντας αναδρομικά όλο μου το έργο, βλέπω ότι κατά κανόνα όταν μου ‘λειπε ένας πολιτικός στόχος έγραφα άψυχα βιβλία και ξεστράτιζα σε φανταχτερά κατεβατά, σε προτάσεις δίχως νόημα, σε διακοσμητικά επίθετα και γενικά σε αερολογίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: