Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Από το Μαγικό Βουνό του Thomas Mann (μετ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος]

[...] τώρα θυμόταν πάλι και όλες οι εντυπώσεις του τότε επανήλθαν ταυτόχρονα, ακριβώς οι ίδιες, απαράλλαχτες και διαπεραστικές με την ασύγκριτη ιδιαιτερότητά τους.
Αναλυμένες και εκφρασμένες με λόγια θα ακούγονταν περίπου έτσι: ο θάνατος είχε κάτι το ευλαβές, αισθαντικό και θλιβερά ωραίο, δηλαδή κάτι πνευματικό· και ταυτόχρονα κάτι τελείως διαφορετικό, σχεδόν αντίθετο, πολύ χειροπιαστό, πολύ υλικό, κάτι που δεν θα μπορούσε κανείς να το αποκαλέσει ούτε ωραίο, ούτε αισθαντικό, ούτε ευλαβές αλλά ούτε και πραγματικά θλιβερό. Η τελετουργικά πνευματική πλευρά εκφραζόταν με την πομπώδη έκθεση του πτώματος, το μεγαλείο των λουλουδιών και των βαΐων, που, ως γνωστόν, σήμαιναν την επουράνια ειρήνη· επίσης, ακόμα πιο σαφώς, με το σταυρό ανάμεσα στα πεθαμένα δάχτυλα του πρώην παππού, με τον ευλογούντα Σωτήρα του Τόρβαλντσεν, που ορθωνόταν στην κεφαλή του φέρετρου και με τα καντηλέρια που υψώνονταν στις δυο πλευρές και τα οποία σε αυτή την περίπτωση είχαν αποκτήσει έναν επίσης εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Όλες αυτές οι ετοιμασίες έβρισκαν προφανώς το ακριβές και πραγματικό τους νόημα στη σκέψη ότι ο παππούς είχε μεταβεί τώρα για πάντα στην αυθεντική και αληθή μορφή του. Εκτός αυτού όμως είχαν, όπως παρατήρησε ο Χανς Κάστορπ, αν και δεν το ομολόγησε ρητά, όλες, ιδιαίτερα όμως το πλήθος των λουλουδιών και ανάμεσά τους πάλι ιδιαίτερα τα πολυάριθμα πολυανθή, ένα ακόμη νόημα και έναν πεζό σκοπό, δηλαδή να ομορφύνουν, να την κάνουν να ξεχαστεί ή να την εμποδίσουν να γίνει συνειδητή την άλλη, ούτε όμορφη ούτε πραγματικά θλιβερή, αλλά σχεδόν απρεπή, ταπεινά σωματική πλευρά του θανάτου.
Με αυτή την πλευρά του πράγματος μπορούσε να εξηγηθεί ότι ο νεκρός παππούς φαινόταν τόσο ξένος, στην πραγματικότητα όχι σαν ο παππούς, αλλά σαν μια κέρινη κούκλα σε φυσικό μέγεθος, που είχε παρεμβάλει ο θάνατος αντί του ιδίου και με την οποία γινόταν τώρα όλη αυτή η ευλαβής και τιμητική φασαρία. Αυτός που ήταν εκεί ξαπλωμένος ή ορθότερα: αυτό που ήταν ξαπλωμένο εκεί, δεν ήταν λοιπόν ο ίδιος ο παππούς, αλλά ένα περίβλημα - που, όπως ήξερε ο Χανς Κάστορπ, δεν αποτελείτο από κερί αλλά από τη δική του ύλη· μόνο από ύλη: αυτό ακριβώς ήταν το απρεπές και σχεδόν καθόλου θλιβερό - τόσο λίγο θλιβερό, όσο θλιβερά είναι πράγματα που έχουν σχέση με το σώμα και μόνο με αυτό. [...]

Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο, το ανωτέρω, δεν είναι παρά ένα από τα πάρα πολλά σημαντικά αποσπάσματα (που θα μπορούσε κάποιος να "απομονώσει") του κορυφαίου μυθιστορήματος. Το Μαγικό Βουνό, των 800 κοντά σελίδων στην δίτομη έκδοση τού Εξάντα, όπως γράφει ο συγγραφέας, θα πρέπει να το διαβάσεις δύο φορές. Ακόμα κι έτσι κάποια στιγμή θα το ζητήσεις και πάλι. Μπορεί οι βιτρίνες των βιβλιοπωλείων να κατακλείζονται από μυθιστορήματα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία σύγχρονων εν ζωή συγγραφέων, αλλά τελικά οι κλασσικοί μυθιστοριογράφοι όπως και οι θεατρικοί συγγραφείς, ιδίως του 19ου και των αρχών με μέσα του 20ου αιώνων, αποδεικνύεται ότι έφτασαν το μυθιστόρημα και το θέατρο εκεί που οι επόμενοι το μόνο που κατάφεραν ήταν να το κατρακυλήσουν στον πάτο της ανιαρής κενής μακρόσυρτης ρηχότητας. Ίσως στην εποχή μας: των προτύπων τού life style στο δυτικό κόσμο, της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας στην ανατολή και της νίκης τής, απαλλαγμένης από κάθε ενοχλητική απαίτηση αναδιανομής υπέρ των πολλών, παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομοκρατίας (αναμενόμενη απέναντι σε έναν αντίπαλο που μετάτρεψε το όνειρο σε συρματοπλέγματα) να είναι, το σύγχρονο μυθιστόρημα στις βιτρίνες, το μόνο συμβατό με αυτήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: