Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Εις την Μούσα μου [Παναγιώτης Πανάς]



Εις την Μούσα μου

Μούσα μου, εξ αιτίας σου θα εύρω τον μπελά μου.
Ήσυχο δεν μ’ αφίνουμε να κάμω τη δουλειά μου.
Όλοι μ’ εμένα τάχουνε. Με βρίζουν, μ’ απειλούνε.
Χίλια σκυλιά από πίσω μου αδιάκοπα αλυχτούνε…
Τα βλέπεις; Δεν σου τάλεγα; τι σούρθε ν’ αρχινήσεις
Δεν ξεύρεις πως τη σάτυρα όλοι μισούν επίσης;
Μούσα μου, αν θέλης να περνάς καλά ‘ς την κοινωνία,
Άλλες χορδές γρατσούνιζε, βγάνε άλλη αρμονία…
Αν οι Ταρτούφοι εμπαίζουνε τον κόσμο, τη Θεότη,…
Ας κάνουνε ό,τι θέλουνε˙ έτσ’ είναι η ανθρωπότη.
Αφού ο κόσμος έγεινε, ιδούκ’ η υποκρισία
Έστησε ακούνηγο θρονί μέσα ‘ς την κοινωνία.
Γύρου έστησε τα δίχτυα της, και βόσκει αγάλι, γάλι
Ξένοιαστη, σαν το σπίθουλα που βόσκει ‘ς το τροφάλι˙
Ας βόσκη, ας βόσκη ξέγνοιαστη… εσένα τι σε μέλει;…
Επλάσθηκε ο άνθρωπος να κάνη ό,τι θέλει.
Έχομε αυτεξούσιο τον άνθρωπο η Θεότη…
Και συ δεν τόχεις για καλά;… α! μη χαλάς το σκότι.
Ο κόσμος έτσι εφτιάχτηκε, και έτσι θα τελειώση.
Πιάσε άλλο δρόμο, Μούσα μου˙ βάλε, καϋμένη, γνώσι˙
Αν βλέπης να θεώνεται βασίλισα η απάτη˙
Αν βλέπεις το κακούργημα ‘ς το νυφικό κρεββάτι˙
Αν βλέπης να δοξάζωνται ‘ ς τον κόσμο οι λαοπλάνοι,
Και να περνάν για γίγαντες και παληκάρια οι νάνοι˙
Αν βλέπης να φωνάζουνε θ ρ η σ κ ε ί α και π α τ ρ ί δ α,
Όσοι από τέτοια μέσα τους δεν έχουν λ ι μ α τ ί δ α˙
Αν βλέπης πως για το λαό σκούζουνε κι’ αλυχτούνε,
Όσοι να ιδούν να κρέμεται ‘ς τη φούρκα επιθυμούνε˙
Αν βλέπης να κηρύττουνε ένα τρελλό προφήτη,
Κ’ εμπρός ‘ς τα ζούδια οι άνθρωποι να σκύβουνε τη μύτη˙
Αν βλέπης τους αγράμματους να γένωνται δασκάλοι˙
Εισαγγελέα, δικαστή, αν βλέπης το χ α μ ά λ η˙
Αν βλέπης αυταπάρνησι να σκούζουνε οι ληστάδες,
Ή Φρύνες τιμιότητα, μετάνοια οι παπάδες˙
Αν βλέπης αδιάντροπα τους Κίτσους να σ τ α υ ρ ό ν ο υ ν,
Και υπουργοί αχόρταγοι το έθνος να γυμνόνουν ˙
Αν βλέπης το εμπόριο… Μούσα μου, τι σε γνοιάζει;
Εσ’ είσαι πράμμα άυλο, κανείς δεν σε πειράζει…
Καλά αν θέλης, Μούσα μου, ναν τάχης και μαζή μου,
Και με τον κόσμον όλονε, άκου τη συμβουλή μου˙
Αρχίνησε λιβάνιζε ένα-ένα τους μεγάλους˙
Εδώ αυτούς κολάκευε˙ γλύφε εκεί τους άλλους˙
Οι υπουργοί, κοπάνιζε, σώζουνε την Ελλάδα˙
Με μία δε ψαρόβαρκα την τουρκική αρμάδα,
Αν θέλουμε, τη σέρνουμε ‘ς τον Πίνδο επάνω όλη,
Και εν ο υ δ ε τ ε ρ ό τ η τ ι θα πάρωμε τον Πόλι…
Αυτά να γράφης, Μούσα μου. στον Κούτση και στο Λάλα
Με τα δυο χέρια χάριζε επίθετα μεγάλα.
Γένε δε ίσκιος του μιανού, γένε του άλλου φίλος,
Και κούνειε ‘ς όλους την ουρά σαν πεινασμένος σκύλος
Ναι˙ τες χορδές της σάτυρας από τη λύρα βγάλε˙
Τέντωσε μαλακώτερες, κ’ επαίνους πάντα ψάλλε.
Τότε να ιδής χαρίσματα. Τότε να ιδής φιλίες,
Και γεύματα και χρήματα… ποτέ δεν θάχης χρείες˙
Ακούς; αν θέλης άκουσε, και μάσε τα μυαλά σου.
Ξαλληώς, ‘ς το λέω παστρικά, κόπιασε ‘ς τη δουλειά σου.
Άλλο δεν θέλω να σε ιδώ, όσο που να πεθάνω,…
Κ’ εγώ δεν θέλω μάγκανα και έχθρητες να κάνω…

(1868)


Δεν υπάρχουν σχόλια: