Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

"Λόγος, ουτοπία και διαλεκτική του Διαφωτισμού" του Albert Wellmer [μετ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος] - I


[…]
Ο Βέμπερ όταν περιγράφει τη μετάβαση  στον νεώτερο κόσμο ως μια διαδικασία εξορθολογισμού, και επιπλέον ως μια διαδικασία εξορθολογισμού στην οποία οι κοινωνικές επιστήμες προορίζονται να παίζουν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο, συνεχίζει κατά κάποιον τρόπο την παράδοση των προκατόχων του τού δέκατου ένατου αιώνα. Ωστόσο, μέσα από την ανάλυση του των θεσμικών αντιστοίχων του προοδευτικού εξορθολογισμού – της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, της γραφειοκρατίας, και της επαγγελματοποιημένης εμπειρικής επιστήμης – δείχνει ταυτόχρονα πως ο «εξορθολογισμός» της κοινωνίας δεν περιέχει καμιά ουτοπική αντίληψη, αλλά μοιάζει να οδηγεί ολοένα και περισσότερο σ’ έναν εγκλεισμό του νεώτερου ανθρώπου σε απάνθρωπα συστήματα ενός καινούργιου είδους – σε μία εντεινόμενη «πραγματοποίηση», όπως θα την ονόμαζε αργότερα ο μαθητής του Βέμπερ, ο Λούκατς. Το παράδοξο, κατά το οποίο ο «εξορθολογισμός» σημαίνει ταυτόχρονα και χειραφέτηση και πραγματοποίηση, παραμένει αξεδιάλυτο στη θεωρία του Βέμπερ ˙ είναι ακριβώς το  παράδοξο το οποίο επιχείρησαν αργότερα να ξεδιαλύνουν ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ διαμέσου της σύλληψης τους μιας «διαλεκτικής του Διαφωτισμού».
Το παράδοξο αυτό, βέβαια, μπόρεσε να προκύψει μόνο και μόνο διότι για τον Βέμπερ η «ορθολογικότητα» και ο «εξορθολογισμός» δεν αποτελούν απλώς αναλυτικές ή περιγραφικές κατηγορίες με τις οποίες αναλύει τις δομές και τη γένεση των νεώτερων κοινωνιών, αλλά διότι έχουν μια μη αναγώγιμη κανονιστική σημασία η οποία τις συνδέει με μια εμφατικότερη και περιεκτικότερη ιδέα του Λόγου – μιαν ιδέα του Λόγου όπως ήταν όταν ήταν ακόμη ζωντανός στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού.
[…]
Ότι ο κόσμος, από αντικειμενική άποψη, είναι κενός νοήματος και αξιών, μπορεί να το ισχυριστεί κάποιος για τον οποίο η διαδικασία απο-μάγευσης είναι μια διαδικασία απώλειας ψευδαισθήσεων, δηλαδή μια διαδικασία διαφωτισμού. Αυτή η διαδικασία διαφωτισμού είναι μια διαδικασία εξορθολογισμού με ιδιάζουσα σημασία: διότι 1) ισοδυναμεί, όπως έδειξε ο Χάμπερμας στην πρόσφατη εργασία του Theorie des Kommunikativen Handelns με μια διαφοροποίηση των κατηγοριών της γνώσης και των σφαιρών κύρους – της πραγματολογικής, της κανονιστικής, και της εκφραστικής – οι οποίες στις παραδοσιακές κοινωνίες δεν διαχωρίζονται ακόμη με σαφήνεια μεταξύ τους, και 2) στη βάση αυτής της διαδικασίας διαφοροποίησης φέρνει στο φως της συνείδησης τη σφαίρα της συμβολικά διαμεσολαβημένης ανθρώπινης πράξης ως τη μόνη δυνατή πηγή νοήματος και κύρους, και κατά συνέπεια ως το μόνο δυνατό πλαίσιο αναφοράς για δι-υποκειμενικές αξιώσεις κύρους. Χωρίς εξωτερικές εγγυήσεις σχετικά με το νόημα ή το κύρος της, κάθε πίστη γίνεται μια δυνητική αξίωση κύρους για την οποία καμιά δι-υποκειμενική εξαγορά δεν είναι δυνατή παρεκτός διαμέσου επιχειρημάτων.
Συνεπώς η από-μάγευση του κόσμου είναι η ιστορική διαδικασία διαμέσου της οποίας εμφανίστηκαν οι γνωστικές εκείνες δομές οι οποίες μπόρεσαν να υποβοηθήσουν μιαν ειδικά σύγχρονη σύλληψη της ορθολογικότητας και οι οποίες πρόσφεραν τη βάση για την εμφάνιση της νεώτερης επιστήμης, τον εξορθολογισμό του δικαίου στη βάση μιας αποκοπής της «νομιμότητας» από την «ηθικότητα», και την απελευθέρωση της τέχνης από τα πλαίσια των θρησκευτικών και πρακτικών υποθέσεων. Τώρα, στον βαθμό ακριβώς που είναι θέμα διανοητικής ειλικρίνειας ότι ως σύγχρονα ανθρώπινα όντα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο ως απο-μαγευμένο κόσμο, εξακολουθεί να υπάρχει για τον Βέμπερ εσωτερικός δεσμός ανάμεσα στον εξορθολογισμό και τον διαφωτισμό, ή ανάμεσα σε μια τυπική σύλληψη της λογικότητας και στη λογικότητα ως κανονιστική ιδέα, που υποδηλώνει έναν αυθεντικό τρόπο ζωής. Μόνο γι’ αυτό το λόγο μπορούμε να μιλάμε για ένα «παράδοξο» του εξορθολογισμού στη θεωρία του Βέμπερ: Από τη στιγμή που οι γνωστικές δομές μιας από-μεγευμένης συνείδησης θεσμοποιούνται ως εκκοσμικευμένα συστήματα πολιτιστικού λόγου και κοινωνικής αλληλεπίδρασης τίθεται σε κίνηση μια διαδικασία εξορθολογισμού – με ειδικά βεμπεριανή έννοια τώρα – η οποία τείνει να υπονομεύει την κοινωνική βάση για την ύπαρξη αυτόνομων και έλλογων ατόμων. Για τον λόγο αυτό στη θεωρία του σύγχρονου εξορθολογισμού του Βέμπερ εξυπονοείται μια βαθύτατα απαισιόδοξη φιλοσοφία της ιστορίας. Ο εξορθολογισμός του ανθρώπου – δηλαδή, η έλευση του αιώνα της λογικής (που είναι, τελικά, έργο και προορισμός του ανθρώπου) – προκαλεί με μια εσωτερική λογική ιστορικές διαδικασίες οι οποίες τείνουν να αποπροσωποποιήσουν τις κοινωνικές σχέσεις, να συρρικνώσουν τη συμβολική επικοινωνία και να υποβάλλουν την ανθρώπινη ζωή στην απρόσωπη λογική εξορθολογισμένων, ανώνυμων διοικητικών συστημάτων ˙ ιστορικές διαδικασίες, εν ολίγοις, οι οποίες τείνουν να κάνουν την ανθρώπινη ζωή μηχανική, ανελεύθερη και χωρίς νόημα. Δεδομένων των τάσεων αυτών, ο Βέμπερ, όπως είναι γνωστό, δεν θεωρούσε πως η σοσιαλιστική κοινωνία αποτελούσε μια βιώσιμη εναλλακτική λύση απέναντι στις κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες των ημερών του. Είχε κάνει την πρόβλεψη ότι ο σοσιαλισμός δεν θα μπορούσε να είναι παρά ο έσχατος θρίαμβος της γραφειοκρατίας – μια πρόβλεψη η οποία, οφείλουμε να πούμε, έχει, επί του παρόντος τουλάχιστον, επιβεβαιωθεί κατά δραστικό μάλλον τρόπο από την ιστορία των σοσιαλιστικών επαναστάσεων στον αιώνα μας.
[…]


Σχόλιο (με αφορμή τις με έντονα γράμματα προτάσεις από το ανωτέρω απόσπασμα από το βιβλίο «Λόγος, ουτοπία και διαλεκτική του Διαφωτισμού» του Albert Wellmer, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Έρασμος το 1989 σε μετάφραση Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου και ανατυπώθηκε και επανακυκλοφόρησε πρόσφατα):
Ο μεγάλος κοινωνιολόγος/ οικονομολόγος και φιλόσοφος Μαξ Βέμπερ (1864-1920) δεν αντιλαμβάνεται πως ο «εξορθολογισμός» θα μπορούσε να σημαίνει και χειραφέτηση καθόσον την εποχή εκείνη η παντοδυναμία της λογικής τον οδηγούσε σε μία αυτοματοποιημένη κοινωνία με αναπόφευκτη την απαισιόδοξη προοπτική. Η απάντηση δόθηκε λίγα χρόνια μετά  ο θάνατό του από το χώρο των μαθηματικών, όταν – μια πιο εκτεταμένη αναφορά είχε γίνει στο προηγούμενο blog μου – ο Kurt Gödel απέδειξε την αδυναμία της λογικής και συνεπώς του ορθολογισμού πάνω σε ένα σύστημα (το οποίο φυσικά δεν είναι υποχρεωμένο να είναι μαθηματικό σύστημα) να παράσχει απάντηση σε κάθε πρόβλημα, απαιτώντας ουσιαστικά τη διαρκεί εισαγωγή αξιωμάτων. Σε κοινωνικό επίπεδο [σε μια ορθολογικά δομημένη κοινωνία και όχι σε μια όπου ένα πρόσωπο – ο βασιλιάς ή ο τύραννος παλαιότερα – νομοθετεί μόνο του και μόνο για τη συγκεκριμένη περίσταση], αυτό σημαίνει πως ανά πάσα στιγμή οι αποφασίζοντες μπορεί να κληθούν να θεσμίσουν καθόσον για την πρόκληση που αντιμετωπίζουν το υφιστάμενο καθεστώς δεν δύναται να τους προσφέρει απάντηση. Υπό αυτή την έννοια το ζητούμενο είναι αν η θέσμιση γίνεται από το δυνάστη, τους εκπροσώπους ή από όλους. Στην τρίτη περίπτωση, που φαντάζει μεν ουτοπική αλλά θα έπρεπε να είναι ΤΟ αίτημα,  μπορούμε να μιλάμε για χειραφέτηση.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: