Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

εις μνήμην Ευγένιου Σπαθάρη [Απόστολος Θηβαίος]

Αναδημοσίευση από 24Γράμματα.

Το ζήτημα της υπερρεαλιστικής, καλλιτεχνικής προσέγγισης δεν συνιστά μία σταθερά διαμορφωμένη την εποχή της ακμής του εν λόγω κινήματος. Πρόκειται περισσότερο για έναν καθορισμό της έκφρασης, για μια οριστική σχηματοποίηση της ανθρώπινης εικονονογραφίας, που φέρει στις καταβολές της τις προδρομικές αναφορές μεμονωμένων πρωτοπόρων, καθώς και τις οριστικές συντεταγμένες της πνευματικής αυτής τάσης. Το ζήτημα του υπερρεαλισμού στην τέχνη προσδιορίζεται ως μία διάθεση πραγμάτωσης του ανθρώπινου ονείρου, των υπερβατισμών του, μιας διάθεσης ανατροπής και επαναφοράς, ως κεντρικού, τροφοδοτικού υλικού μιας ονειρικής θεώρησης του κόσμου και των αρχών του. Αντλώντας την περίοδο κυρίως της τεχνικής αρτιότητάς του από το φανταστικό υλικό της ανθρώπινης δημιουργικότητας, ο υπερρεαλισμός πρότεινε μια ουσιώδη διαφοροποίηση, μια ολοκληρωτική ελευθερία και περιφρόνηση κοινωνικών και καλλιτεχνικών αξιών, οι οποίες μάλλον έλεγχαν και χειραφετούσαν περιοριστικά την καλλιτεχνική δημιουργία, παρά επέτρεπαν να κινηθεί στα πολλαπλά, πνευματικά μήκη και πλάτη. Ετούτο φυσικά στάθηκε έπειτα το αποτέλεσμα μιας περισσότερο τεχνικής προσέγγισης, η οποία στέρησε από το ρεύμα τη φρεσκάδα και την ενεργητικότητα, χαρακτηριστικά αυθόρμητα ενταγμένα μες στο σύστημα των αρχών του. Εντούτοις, το κίνημα του υπερρεαλισμού κατόρθωσε να προτείνει μια διαφοροποίηση στον προσδιορισμό της καλλιτεχνικής κατεύθυνσης, απελευθερώνοντας έναν βαθμό πολυπόθητης αφέλειας και μιας πληθωρικότητα, ικανή να εμπεριέχει όλες τις τάσεις, τις σημάνσεις, τις συμβολοποιήσεις των δημιουργών.

Η βιομηχανική επανάσταση, η μεταβολή των κοινωνικών δομών, η ανάδειξη της ατομικότητας ως πυρήνα της ίδιας της κοινωνίας, συνιστούν καίριες αλλαγές στα πλαίσια των ανθρώπινων οριζόντων. Οι συνθήκες αυτές μάλλον ενήργησαν ανανεωτικά στο υπερρεαλιστικό μοντέλο, επιτρέποντας τη ρεαλιστικοποίηση των αρχών του ακόμη και σε σχέση με την ειδικευμένη παράδοση κάθε τόπου. Έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε πως κατ΄ αντιστοιχία η τάση αυτή πλούτισε και παραχώρησε ταυτόχρονα την αναγκαία ώθηση για την οριστική σχηματοποίηση της ελληνικής, υπερρεαλιστικής σχολής. Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος στη λογοτεχνία, οι σπουδαίοι, μεσοπολεμικοί ζωγράφοι, οι μουσικές καινοτομίες των Ελλήνων συνθετών, όπως ο Ξενάκης ή ο Χρήστου συνέβαλαν όλα τούτα ώστε να βιωθεί σε υψηλά, πνευματικά επίπεδα ετούτο το ρεύμα της «σοσιαλιστικής καλλιτεχνίας.» Επιστρατεύουμε τον όρο, όχι μόνο για να καταδείξουμε το συσχετισμό του κινήματος με τις κοινωνικές εξελίξεις, αλλά για να υπονοήσουμε την ίδια στιγμή ένα πλέγμα ιδεών, οι οποίες αντλούσαν την προέλευσή τους από το οικείο, αστικό πεδίο, υπαγόμενες παράλληλα σε μια καθολική ελευθερία, τόσο θεματική όσο και εκφραστική. Το ζήτημα της παράδοσης παραχώρησε και εκείνο με τη σειρά του μια σπουδαία, χωροταξική πολυτέλεια στο νεόκοπο υπερρεαλισμό, δίχως να απολέσει το αισθητικό, εκείνο στοιχείο της πνευματικότητας, όπως ενυπάρχει στην ιστορική μνήμη, στις ελληνικές, ιστορικές καταβολές, περισσότερο ως συναίσθηση παρά ως συνείδηση ιδεολογική. Ο ελληνικός υπερρεαλισμός στάθηκε κορυφαίος και εξαιρετικά δημιουργικός.

Η υπόθεση της παραδόσεως τόνωσε την ελληνική τέχνη στο σύνολό της και στάθηκε το βασικό υλικό για την εμπέδωση της ιστορικής μνήμης και τη σιωπηρή κατοχύρωση των στοιχείων της ελληνικής ψυχής. Ο υπερρεαλισμός επέτρεψε ακόμη και τολμηρές μίξεις στη θεματολογία, ρήξεις με την ιστορική συνέχεια, οι οποίες όμως ανέδειξαν με λαμπρότητα εκείνο το αδιόρατο, διαμορφωτικό στοιχείο που εμποτίζει την έννοια της ελληνικότητας ως πνεύμα. Κάπως έτσι, υπερρεαλιστικό και τολμηρό, ανατρεπτικό και εκπαιδευτικά συνθετικό στάθηκε το ελληνικό θέατρο σκιών. Ο Ευγένιος Σπαθάρης που γεννήθηκε τη δεύτερη μέρα του έτους 1924, όχι μόνο ανανέωσε το χαρακτήρα του «Καραγκιόζη», μα τόλμησε και έθεσε υπό το φως του την ελληνική ψυχή, ανατρέποντας πολλές φορές την ιστορική συνέπεια, ανάγοντας έξοχα τον ιστορικό, εντόπιο ρεαλισμό σε μια υπό διαμόρφωση πνευματικότητα. Διάφανα ελληνική, εθνική θα λέγαμε. Η μοναδικότητα του θεάτρου σκιών, η εκπαιδευτική διάσταση την οποία η ειδίκευση αυτή δικαίως κέρδισε μες στα χρόνια, η υπερβατική, θεματική ποικιλία, όλα ετούτα καταδεικνύουν μια καθολική ελευθερία, κληροδότημα του Ευγένιου Σπαθάρη, στην ελληνική, γενικότερα τέχνη. Η επιβίωσή του θεάτρου σκιών, αν και συνιστά ζήτημα δύσκολο και εξαιρετικά απαιτητικό, συντηρείται από εκείνους οι οποίοι διέκριναν και διασώζουν ένα πλέον κλασσικό πια υλικό.
Σε μια αντιστοιχία με την καλλιτεχνική προσφορά του Σπαθάρη μπορεί να σταθεί ο Γάλλος κινηματογραφιστής Ζορζ Μελιέ. Σαφώς και μια αντικειμενική εκτίμηση της εργασίας τους δεν μπορεί να ευσταθεί. Η διαφορά των μέσων ενισχύει τούτη τη θέση και καθιστά μια δημιουργική αντιπαραβολή τους σφοδρή αυθαιρεσία. Εντούτοις, όμως μπορεί κανείς να αναλογιστεί το βαθμό της πρωτοπορίας, την προσφορά απέναντι σε ένα απαίδευτο και διψασμένο για το θαύμα της εικόνας, κοινό, την αφοσίωση και την ένταση της εργασίας των δύο δημιουργών καθ΄ όλη τη διάρκεια της εργασίας τους. Τούτα τα στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν τόπο κοινό και σημείο συχνωτισμού ανάμεσα στους δύο δημιουργούς. Η μόνη διαφορά έγκειται στο γεγονός πως η γαλλική κοινωνία έχει καταστήσει τον Μελιέ φορέα πολιτισμού, καθιστώντας τον σπουδαίο κινηματογραφιστή μέτρο της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και της αρτιότητας. Η ελληνική πραγματικότητα μνημονεύει με μια στοργική λύπη τον Σπαθάρη, εξαντλώντας τη δυναμική του στο μουσειακό χώρο, ο οποίος λειτουργεί μετά το θάνατο του Έλληνα δημιουργού. Θα πρέπει όμως να γίνει αντιληπτό πως ο Σπαθάρης κινδυνεύει να πεθάνει πνευματικά, να περάσει στη λήθη, αν το θέατρο σκιών απολέσει ολοκληρωτικά τη θέση του μες στην ελληνική δραματουργία. Και δεν μιλούμε φυσικά για μια επαναφορά στο παρελθόν ή για αναχρονιστικές προσεγγίσεις του αντικειμένου, μα για μια ολόψυχη αναγωγή του εν λόγω θεάτρου σε ένα προϊόν αντίστοιχο με το ιαπωνικό, παραδοσιακό θέατρο, το οποίο εξακολουθεί να συναρπάζει και να καθηλώνει με τους συμβολισμούς και το μυστικισμό του. Ας μην χρειαστεί τόσος καιρός και τόση πνευματική καθυστέρηση, όπως συνέβη με το λαϊκό τραγούδι και την ένταξή του στην πνευματική, εθνική συνείδηση. Ο Τσιτσάνης και ο Σπαθάρης στάθηκαν με την τέχνη τους κοντύτερα στο κατάκοπο πλήθος και το παρηγόρησαν τους πιο δύσκολους καιρούς. Ετούτη τη συνείδηση γυρεύουμε, συζητώντας για τη θέση του Ευγένιου Σπαθάρη στο χώρο μιας ανύπαρκτης, αλλά πιθανής, επιτέλους να υπάρξει, εθνικής τέχνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: