Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Ηράκλειτος - Άπαντα - Πρόλογος [Τάσος Φάλκος Αρβανιτάκης]


























ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος                                 9
Α. Ζωή και Διδασκαλία           23
Β. Αποσπάσματα                    72
C. Μιμήσεις                           140
W.K.C. Guthrie: Ηράκλειτος 179
Βιβλιογραφία                        323
Επίμετρο                              325




ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Όταν ρώτησαν τον Σωκράτη πώς του φάνηκε το βιβλίο του Ηράκλειτου, απάντησε ότι όσα κατάλαβε του φάνηκαν «γενναία», που πάει να πει στοχασμοί ευγενικού, τολμηρού και μεγαλόψυχου ανθρώπου. Υπέθετε ότι «γενναία» ήταν και όσα δεν κατάλαβε. Και πρόσθεσε ότι για να τα καταλάβεις πρέπει να μπορείς να κάνεις βουτιές σε μεγάλα βάθη.
Μια θάλασσα λοιπόν βαθιά είναι ο Ηράκλειτος, μες στην οποία εμείς κάνουμε βουτιές άλλοτε για να γνωρίσουμε, άλλοτε για να θαυμάσουμε τις ομορφιές που περικλείνει και άλλοτε για να τραφούμε. Όποιος δεν αγαπάει τον κίνδυνο, δεν ξέρει τι θα πει ενθουσιασμός και δεν εκστασιάζεται μπροστά στη μεγάλη ομορφιά, δεν χρειάζεται ν' ασχοληθεί με τον Ηράκλειτο.
Αν διάλεξα να κάνω έναν πρόλογο και όχι μια εισαγωγή, είναι γιατί σε μια εισαγωγή μιλάμε όσο μπορούμε αντικειμενικά για το θέμα με όρους καθαρά επιστημονικούς. Αντίθετα σε έναν πρόλογο επιτρέπεται να μιλήσουμε για την προσωπική μας σχέση με το θέμα, με. κάποιο μέτρο βέβαια. Εδώ θα κάνω μια μικρή υπέρβαση της δεοντολογίας και θα μιλήσω αποκλειστικά για τη σχέση μου με τον Ηράκλειτο. Το κάνω αυτό, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς ν' αντιληφθεί πραγματικά με ποιο τρόπο η φιλοσοφία μπορεί να είναι ζωντανή, να φωτίζει πραγματικά το μυαλό και να γονιμοποιεί τις καρδιές. Έχω πλέον βαρεθεί τους ερευνητές με την κατάξερη ψυχή που συναγωνίζονται στο ποιος θα μιλήσει πιο «αντικειμενικά», δηλαδή πιο ψυχρά, ποιος θ' αποκρύψει με επιτυχία τα συναισθήματά του -εδώ κάνουν πολύ καλά, γιατί συχνά δεν αγαπούν διόλου το θέμα τους- και ποιος θα πάρει τη μεγαλύτερη απόσταση, ώστε να φαίνεται πως κρίνει «επιστημονικά» και αφ' υψηλού. Τα πέρασα κι εγώ αυτά. Τώρα που είμαι αρκετά μεγάλος -γέρος για τα παλιά δεδομένα- επιτρέπω στον εαυτό μου να μιλήσει με τον τρόπο που θα μιλούσε ένας έφηβος για την αγαπημένη του. Η σχέση πράγματι που επιβάλλει ο Ηράκλειτος είναι ερωτική. Ή καταπλήσσεσαι, τον αγαπάς βαθιά, και τότε ωφελείσαι από αυτά που έχει να σου δώσει, ή λες «ωραία και ενδιαφέροντα είναι αυτά που λέει» και προσπερνάς αδιάφορος.
Πρέπει να ήμουν αρκετά μικρός -παιδί σχεδόν- όταν πρωτάκουσα ή πρωτοδιάβασα τη φράση «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι». Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως πρέπει να χωρίσω τη ζωή μου στην περίοδο πριν το άκουσμα της φράσης αυτής και στην υπόλοιπη ζωή μου. Είναι από τις αποκαλυπτικές φράσεις που σε κάνουν ν' αλλάξεις ζωή. Η φράση «τα πάντα ρει» με προβληματίζει και με βοηθάει να καταλάβω ένα μέρος της αλήθειας. Αλλά η φράση «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι» με καταπλήσσει και με συναρπάζει ως μεταφορά και ως σκηνοθεσία. Η μία απευθύνεται στη νόησή μου, η άλλη απευθύνεται στη νόηση και στην ευαισθησία μου συγχρόνως. Συνδυάζει με τρόπο έξοχο την ποίηση και τη φιλοσοφία. Συγκινεί και κερδίζει περισσότερα μέρη της ψυχής.
Αργότερα διαπίστωσα ότι και άλλοι προσωκρατικοί, αλλά κι ο Πλάτωνας επίσης, εργάζονταν παρόμοια. Συχνά εξέφραζαν τη σκέψη τους με τρόπο καλλιτεχνικό. Πρόσεξα επίσης ότι κι ο Χριστός το ίδιο έκαμνε.
Ας σημειώσω ότι ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος που απαίτησε τον χωρισμό της φιλοσοφίας από την ποίηση, λέγοντας ότι προτιμάει εκείνους που εκφράζονται «δια λόγων», δηλαδή με λογικά επιχειρήματα, και όχι «διά μύθων». Με τη λέξη «μύθους» εννοούσε προφανώς τα ποιητικά και γενικότερα τα καλλιτεχνικά μέσα. Οι νεότεροι εφάρμοσαν κατά κόρον την υπόδειξη αυτή. Οι ποιητές ξέχασαν τον Πίνδαρο και τους τραγικούς, που συνδύαζαν έξοχα τον στοχασμό με την ποίηση, και έτσι φτώχυναν την ποίηση, ενώ οι φιλόσοφοι απέκλεισαν τα καλλιτεχνικά-ποιητικά στοιχεία, και η φιλοσοφία κατάντησε μια κατάξερη πεδιάδα που την διασχίζουν πέντε ειδικοί.
Τον ενθουσιασμό μου απ' τη γνωριμία μου με τον Ηράκλειτο την απεικόνισα στο έργο μου «Αναζήτηση». Μεταφέρω εδώ μερικά χωρία/Ένας νέος πρωτοδιαβάζει τ' αποσπάσματα του Ηράκλειτου:
«Για κάποια κείμενα είχε αμφιβολίες, πολλά όμως τα καταλάβαινε ή τα 'νιώθε από διαίσθηση. Βοήθησε και η γερμανική μετάφραση κι η αγγλική. Αφού τα διάβασε δυο-τρεις φορές, να εξοικειωθεί λιγάκι, τ' αρχαία κείμενα άρχισαν να τραγουδούν και να πετάνε αστραπές. Ήτανε ένας λόγος σαν τον κεραυνό, «κεραύνιος» λόγος, που έβρισκε το μυαλό και την ψυχή μαζί, κι άναβε πυρκαγιές!
Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο το ποτάμι.
Τα πάντα ρει...
Αυτά τα ήξερε. Αλλά εδώ διάβαζε ότι τον κόσμο αυτό, που είναι ίδιος για όλα τα όντα, δεν τον έπλασε κανένας θεός και κανένας άνθρωπος, αλλά ήταν πάντα, είναι και θα είναι αείζωη φωτιά, που ανάβει σύμφωνα με κάποιο μέτρο και παρόμοια σβήνει.
Ότι τα πάντα ανταλλάσσονται με τη φωτιά και η φωτιά με τα πάντα, όπως τα εμπορεύματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα εμπορεύματα.
Ότι ο ήλιος είναι καινούργιος κάθε μέρα, ίσως γιατί κι αυτός ακόμα μεταβάλλεται..
Ότι ο χρόνος, η αιωνιότητα είναι ένα παιδί, ένα παιδί που παίζει με αστράγαλους. Η βασιλεία των πάντων ανήκει σ' ένα παιδί.
Ότι υπάρχει ένας νους καθολικός, αλλά οι περισσότεροι θνητοί έρχονται σε ρήξη μαζί του και ζουν σα να 'χουν δική τους φρόνηση/;Oτι είναι σοφία να γνωρίζει κανείς την αρχή που κυβερνάει τα πάντα με τη βοήθεια των πάντων.
Εκεί έβλεπε πως στα πράγματα υπάρχει μια αρμονία φανερή και μια κρυμμένη, που ήτανε καλύτερη από την φανερή. Ότι τα εναντιόδρομα έχουν ενιαία φορά κι από τ' αντίθετα γεννιέται η ωραιότερη αρμονία.
Ότι ο πόλεμος είναι καθολικό φαινόμενο και ότι η δικαιοσύνη είναι πάλη, κι ότι τα πάντα γίνονται με την πάλη και με τρόπο αναγκαίο.
Εδώ, πως όλα για το θεό είναι καλά και δίκαια, ενώ οι άνθρωποι άλλα τα θεωρούν άδικα και άλλα δίκαια.
Εδώ, ο ήλιος δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα καθορισμένα μέτρα. Ειδάλλως θα τον κυνηγήσουν οι Ερινύες, οι βοηθοί της Δικαιοσύνης.
Ότι οι νόμοι οι ανθρώπινοι τρέφονται από τον θεϊκό νόμο.
Και πώς θα μπορούσε κανείς κρυφτεί μπροστά στο νοητό φως που δεν δύει ποτέ;
Αλλού μιλούσε γι' αλλαγές των καταστάσεων, αιώνιες αλλαγές, που υπακούν σε κάποιους νόμους: το ζεστό κρυώνει, το κρύο ζεσταίνεται.,.
Τα πάντα τα κυβερνάει ο κεραυνός!
Στο τέλος θα 'ρθει η φωτιά, θα ξεχωρίσει τα πάντα και θα τα κυριέψει!
Μια ήταν αναστατωμένος, μια αποσβολωμένος. Μετά έκαμνε σαν τρελός. Σα να 'τανε δικά του αυτά τα πράγματα. Να είχανε σταλεί σ' αυτό να ειδικά, αλλά δεν τ' άντεχε όλα μαζί. Δεν άντεχε απ' τη χαρά του, χοροπηδούσε η καρδιά του, ο ίδιος πηδούσε δεξιά κι αριστερά.
Τι πράγματα καθάρια! Ήλιοι, φωτιά, ποτάμια, νους καθολικός και αρμονία, κρυφή και φανερή. Και κάποιοι νόμοι που σαν τη μητέρα τρέφουν τους άλλους, τους ανθρώπινους!
Κι αν η ψυχή σου γίνει σαν φωτιά, ενώνεται με την συμπαντική ψυχή και ζει σύμφωνα με το αιώνιο πλάνο. Αλλιώς μένει υγρή και άσοφη και κοιμισμένη, φαντάζεται πως ζει σε κάποιο δικό της κόσμο, μακριά από την αρμονία την συμπαντική.
Τα πάντα είναι ένα!
Είναι αδύνατο να μείνεις απαθής, υγρός και άσοφος και βλάκας μπροστά στη γιγάντια φωτιά που άναψε και καίει εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια! Και να σκεφτείς ότι τον είπαν "σκοτεινό"! Μα χρειάζεται να "καταλάβεις" τις αστραπές και τη φωτιά;»
Αλλά τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου έσκαβαν πάντα μέσα μου, ακόμα κι όταν δεν το υποψιαζόμουν. Την εποχή που έγραφα τη «Νύχτα», που περιέχει αφηγήματα για τη Μικρασία, την πατρίδα του πατέρα μου, μια μέρα ξαφνικά ορθώθηκε μπροστά μου η γιγάντια μορφή του Μικρασιάτη Ηράκλειτου. Τον είδα ξαφνικά από μια άλλη οπτική γωνία, που ίσως και να μην ήταν ακριβώς ιστορικά σωστή -αυτό λίγο με ενδιέφερε-, αλλά για μένα ήτανε αληθινή. Τότε μου «δόθηκε» σχεδόν το αφήγημα που τιτλοφορώ «Το ποτάμι». Μιλάει ένας γέρος Μικρασιάτης προς τον συγγραφέα:
«Εντύπωση μου έκανε το πόσο ασχολήθηκες με τον Ηράκλειτο. Έμαθα πως τον δίδαξες δυο χρόνια. Μετέφρασες και τ' αποσπάσματα που σώθηκαν. Πιστεύω πως τον ένιωθες καλύτερα, γιατί ο πατέρας σου ήταν Μικρασιάτης.
Στα έργα σου αναφέρεις τον πόθο για ενότητα των ορφικοπυθαγορείων, τον πόθο της ψυχής να ξαναβρεί τη θέση της που έχασε. Παρόμοια, στον Ηράκλειτο, μιλάς γι' αυτή την τάση της ψυχής να ξεφύγει από τον καθημερινό θάνατο κι από την υγροποίηση, να γίνει πύρινη και να ενωθεί με τη φωτιά του κόσμου, να φτάσει στην πραγματική πατρίδα της. Το θέμα αυτό, και μόνο για το ότι είμαι Μικρασιάτης, με συγκινεί πολύ βαθιά. Εμείς το νιώθουμε καλύτερα απ' τους άλλους, γιατί γυρνάμε εδώ κι εκεί με την ψυχή μας ναρκωμένη και υγρή. Χάσαμε την πηγή μας, χάσαμε τον εαυτό μας και την ελπίδα να τον ξαναβρούμε...
Μου φαίνεται πως ο Ηράκλειτος ήτανε κάποιος που τον βασάνιζαν ο ήλιος, οι φωτιές και τα ποτάμια της πατρίδας μας. Έβλεπε πως τα βρώμιζαν, σιχάθηκε και ξενιτεύτηκε. Μια μέρα όμως, ξαφνικά, ένιωσε ξεκομμένος από τις πηγές του. Μετά από χρόνια γύρισε στον τόπο που γεννήθηκε, καθώς πέρσι εγώ. Αυτός ο ήλιος ήταν ίδιος και δεν ήταν. Ήτανε σάμπως να γεννιόταν άλλος καθημερινά. Πήγε και στο ποτάμι. Οι όχθες ήταν ίδιες και δεν ήταν, τα νερά ήταν ίδια και δεν ήταν, ο ίδιος ήταν ίδιος και δεν ήταν/Ένιωσε ότι ήτανε αδύνατο να ξαναβρεί εκείνη τη χαμένη ενότητα με την πατρίδα. Στάθηκε και συνέλαβε τη φράση αυτή που ταξιδεύει μέσα στους αιώνες: "Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι!" Έτσι η φιλοσοφία του, από προφητική και μυστική, έγινε τραγική.»
Αλλά οι σχέσεις σου με κάποιον που αγαπάς πολύ περνούν συχνά κάποιες δοκιμασίες. Καταλαβαίνω τι εννοεί όταν μου λέει ότι ο πόλεμος είναι ο πατέρας των πάντων και ότι άλλους τους κάνει ελεύθερους και άλλους δούλους. Ακόμα μια αιώνια αλήθεια. Το κύριο χαρακτηριστικό της ίδιας της ζωής είναι η αλληλοκαβρόχθιση, που είναι και αυτό μία μορφή «πολέμου». Ακόμα και στον ίδιο τον οργανισμό μας τα πάντα «πολεμούν», «αφομοιώνουν» κι εξοντώνουν. Παντού γίνεται πόλεμος για επιβίωση ή επικράτηση. Αυτή είναι η μοίρα μας. Αλλά αυτοί που έζησαν στα τρυφερά τους χρόνια τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κι έπειτα τον εμφύλιο, αυτοί που έμαθαν για τη Μικρασία και την εξόντωση των Αρμενίων, αυτοί που έζησαν τον πόλεμο του Βιετνάμ και όσους άλλους άθλιους «πολέμους» σχεδιάστηκαν στον βρομερό αιώνας μας, τον αθλιότερο κατά τη γνώμη μου όλων των εποχών, αισθάνονται μια μύχια αηδία για την αρχή αυτή του καθολικού πολέμου κι αγανακτούν μ' όσους τη δέχονται παθητικά, έστω ηρωικά. Πέρασα έτσι κάποια χρόνια μισώντας τον Ηράκλειτο και παραφράζοντας τα αποσπάσματά του, επί το χείρον φυσικά:
«Αυτές τις μέρες βρήκε την μακάβρια ευχαρίστηση να διαστρέφει ρήσεις του Ηράκλειτου! Σκεφτόταν ότι ο σοφός αυτός τον είχε κατά κάποιο τρόπο ξεγελάσει. Ο κόσμος που ανακάλυψε μοναχός του ήταν πολύ διαφορετικός.
«Εδώ πραγματικά βρίσκεις πολλούς αστραγάλους», έλεγε ο Χρόνος, το σκληρό βασιλοπαίδι, τ' αδιάφορο και καταδικασμένο να πεσσεύει ανάμεσα στα πτώματα.
Ο πόλεμος είναι καθολικός, η Δίκη δολοφόνος. Τα πάντα γίνονται με σκοτωμό και θάνατο, με τάξη αναγκαστική.
Τα πάντα αλλάζονται με θάνατο κι ο θάνατος με τα πάντα, όπως τα εμπορεύματα με το χρυσάφι και το χρυσάφι με τα εμπορεύματα.
Για τους θεούς και για τους νικητές τα πάντα είναι ωραία κι αγαθά και δίκαια, ενώ οι δούλοι και οι νικημένοι άλλα τα θεωρούνε δίκαια και άλλα άδικα. Έχουν δα γνώση οι θεοί, γι' αυτό μπορούν να μας αποκαλούν και νήπιους και πίθηκους.
Η θάλασσα για τα ψάρια είναι νερό πόσιμο και σωτήριο' για τους ανθρώπους άποτο κι ολέθριο. Το έγκλημα για τους θύτες είναι σωτήριο. Τα θύματα το θεωρούν κι αφύσικο κι ολέθριο.
Πρέπει να το χωνέψεις: το πεθαμένο και το ζωντανό, η σύφιλη κι η γρίπη, η συγκοπή και το μαχαίρωμα, ο θύτης και το θύμα είναι ίδια.
Είτε τον κάτω δρόμο πάρεις είτε τον επάνω εκείνοι τα κανόνισαν να βγεις στον βόρβορο. Αν πας να ξεστρατίσεις από την πορεία, τριγύρω σου γαβγίζουν τα σκυλιά. Μάθε να χαίρεσαι στο βόρβορο!
Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τη μοίρα του εγκλήματος όπως ο ήλιος δεν μπορεί να ξεπεράσει τα καθορισμένα μέτρα. Ειδάλλως θα σε κυνηγήσουν ot Ερινύες οι βοηθοί της δολοφόνου Δίκης.
Για τους ξύπνιους ο κόσμος είναι ένας και κοινός, ενώ ο καθένας απ' τους κοιμισμένους στρέφεται στον δικό του κόσμο: Θαρρεί πως είναι αθώος!
Τα πτώματα και τις κοπριές να τα πετάς μακριά και να τα κρύβεις, όπως η φύση κρύβει τον εαυτό της και τα πτώματά της!»
Περνούν τα χρόνια, γέρασα σχεδόν, και ο Ηράκλειτος πάντα είναι στη σκέψη μου. Το τελευταίο μου γραφτό γι' αυτόν επισημαίνει την επιθυμία μου αλλά και την αδυναμία μου να δω πλέον τον κόσμο με τα δικά του μάτια. Η σύγχρονη συνείδηση, και εννοώ τις συνειδήσεις αυτών που δεν αφήνουν απέξω ό,τι διαταράσσει την ησυχία τους, είναι τραγικά διχασμένη:

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Πού η ζωή και πού η απουσία; 
Πού η φυλακή και πού ο έγκλειστος; 
Πού ο θύτης πού το θύμα;
Γιε του νερού και της φωτιάς
που σ' οδηγεί ο κεραυνός,
πάρε τη λύρα και πυρπόλησε μας
εμάς που πιθηκίζουμε τον άνθρωπο.
Δείξε κι ονόμασε ξανά τα πράγματα.
Γιατί μόνον εσύ μπορείς
να διώξεις την ολέθρια στάχτη
που συσσωρεύτηκε στα μάτια μας,
εσύ ο αινιγματικός
ο πάναγνος και λυπημένος
που τις φτερούγες σου τις πλήγωσαν
ανίδεοι και παιδιά,
Κύριε της θλίψης και της λύτρωσης,
βόηθα κι εμάς τους βυθισμένους 
τους ξεκομμένους από τα μεγάλα σχέδια, 
εμάς που απ' έξω το νερό μας πνίγει 
ενώ τα σπλάχνα μας τα κατακαίει 
θανάσιμη φωτιά.

Μετέφρασα όσα καλύτερα μπορούσα τα γνήσια αποσπάσματα, αλλά και όλες τις μαρτυρίες για το έργο και τη ζωή του Ηράκλειτου, που περιλαμβάνονται στο γνωστό έργο των Diels και Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker. Δεν περιέλαβα το κριτικό υπόμνημα, που προορίζεται για ειδικούς.
Για τον μη ειδικευμένο επιστήμονα, στον οποίο απευθύνεται η εργασία που επιμελήθηκα, η ανάγνωση και μόνη των ελάχιστων αποσπασμάτων που σώθηκαν δεν προσφέρει μια σαφή εικόνα της δομής της σκέψης του Εφέσιου σοφού και ποιητή. Χρειάστηκε η εντατική και παθιασμένη εργασία πολλών γενεών ερευνητών, ώστε να βγει κάποιο νόημα από τις ελάχιστες και ξεκομμένες φράσεις που μας σώθηκαν. Αυτό σημαίνει πως είναι απολύτως απαραίτητο να δει κανείς κάποια ή κάποιες εργασίες νεότερων επιστημόνων που συνοψίζουν τα πορίσματα της μακροχρόνιας έρευνας. Ως τέτοια εργασία επέλεξα τη μελέτη για τον Ηράκλειτο του Guthrie, που περιλαμβάνεται στο πολύτομο έργο του A History of Greek Philosophic.
Προτείνω τον εξής τρόπο ανάγνωσης του παρόντος βιβλίου: Να διαβάσει κανείς πρώτα τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου, χωρίς να προσπαθεί να αναλύσει και να καταλάβει τα πάντα. Να αφεθεί απλώς στη γοητεία τους, να ονειρευτεί και να σκεφτεί, ακόμα και πράγματα που αργότερα θα καταλάβει ότι δεν είχαν σχέση με τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου. Αν σ' αυτούς τους ασύνδετους αφορισμούς-ποιήματα τίποτε δεν τον συγκινεί και δεν τον συγκλονίζει, θεωρώ μάταιη την ανάγνωση του υπόλοιπου βιβλίου. Αν όμως δεν συμβεί αυτό, τότε θα ωφεληθεί πολύ απ' τη μελέτη του άγγλου σοφού, που φυσικά δεν διεκδικεί τη μοναδικότητα στις αναγνώσεις και στις εκτιμήσεις του.



Σε επόμενη ανάρτηση "Το Επίμετρο" του Ι.Σ. Χριστοδούλου.




Δεν υπάρχουν σχόλια: