Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Amagerbro [Βύρων Λεοντάρης]

Από τις "Σημειώσεις" (τεύχος 22, Νοέμβριος 1983) του Στέφανου Ροζάνη.

AMAGERBRO

Το άθλιο τέλος του Έρέβιου μας ρήμαξε. Πάντα φοβόμασταν ενδόμυχα πώς θα ‘χε κακό τέλος, μα όχι σαν κι αυτό που μας άφησε άναυδους να μη μπορούμε ν’ αρθρώσουμε λέξη και να κοιταζόμαστε σαν παραπληγικοί μέσα σε μια εφιαλτική σιωπή. Η ίδια σιωπή κυριάρχησε ανάμεσα σε μας και στον επιστάτη του χοιροστασίου, όταν τρεις μέρες ύστερα από το ανήκουστο συμβάν φτάσαμε τσακισμένοι στο Amagerbro. O αγαθός αυτός χωρικός μέσα στην έντρομη αμηχανία του, έκανε το παν για ν’ αποφύγει κάθε αναφορά στις φρικιαστικές στις που δε λέγονται συνθήκες κάτω από τις όποιες συνέβη αυτό στον Ερέβιο («αυτό» ήταν η λέξη πού χρησιμοποιήσαμε όλοι - γιατί, πώς να μιλήσεις για «θάνατο» με τέτοιες συνθήκες...). Έτσι, δε δυσκολευτήκαμε, με τη βοήθεια και κάποιου φιλοδωρήματος, να τον πείσουμε να μας παραδώσει εκείνον το μικρό ταξιδιωτικό σάκο του Ερέβιου, που περιείχε τα υπάρχοντα και κατάλοιπα του - όλα κι όλα κάποια ασήμαντα προσωπικά χρειώδη και δύο φακέλους με λιγοστά χειρόγραφα μέσα. Σελίδες από τα χειρόγραφα του ενός φακέλου με τον τίτλο «Κατάβαση» το παρόν έγκριτο περιοδικό δέχτηκε ευγενικά να φιλοξενήσει. Τα χειρόγραφα του άλλου φακέλου με τον παράδοξο μα και σημαδιακό τίτλο «Poemata» ας ελπίσουμε πως θα δουν κάποτε το λυκόφως της δημοσιότητας από τον εκδοτικό οίκο «Έρασμος» που με τόση αγάπη περιέβαλλε πάντα τον άτυχο Ερέβιό μας.

Αυτό πού παραμένει μυστήριο είναι το πότε ο Ερέβιος Πικραμένος να έγραψε την «Κατάβαση» καθώς και τα «Poemata». Πριν φτάσει στο Amagerbro, οπότε πώς εξηγείται να φυλάει ακόμη γραφτά του μετά την απόφασή του για το μοιραίο έκανα ταξίδι και μάλιστα αφού είχε ήδη προηγηθεί η διαγραφή του από την Εταιρία Λογοτεχνών μετά από έγγραφη αίτηση του («...δεδομένου ότι από ετών έχω παύσει να ανταποκρίνομαι προς τα κατά το καταστατικό και τις εν γένει υγιείς κοινωνικές αντιλήψεις καθήκοντα του λογοτέχνη, παρακαλώ να προβείτε στη διαγραφή μου από μέλος...» κλπ κλπ) ή κατά το σύντομο διάστημα που, ας πούμε, «έζησε» στο Amagerbro οπότε πώς συμβιβάζονται Amagerbro και οποιαδήποτε συγγραφική δραστηριότητα; Το μυστήριο δε λύνεται (κι αυτό θα πρέπει να το παραδεχτούν και οι σοβαροί μας φιλόλογοι...) ούτε με την αυτοπροσαγόρευση «συβώτης» και το συναφές τοπωνύμιο «Σύβοτα», που προφανώς χρησιμοποιούνται αλληγορικά στο κείμενο και μπερδεύουν χειρότερα το ζήτημα. (Σημείωση Βύρ. Λεοντάρη)



ΚΑΤΑΒΑΣΗ (Ερεβίου Πικραμένου)

I. Αντίλογος

Αβραάμ, συβώτης, το μπαίγνιο του Θεού, εξόριστος στα πέρατα του χρόνου και του πάθους, και πού δεν ξέρω τι μου μέλλεται πέρα απ’ τον χρόνο και το πάθος˙ προς τον Johannes de Silentio που είθε σε συγκατάβαση να βρίσκεται για να μ’ ακούσει και να με νιώσει γιατί το βάρος στην ψυχή μου μέγα.

Σπαράζεται η καρδιά μου και θαυμάζει ο νους μου, αγαπητέ Johannes, που εβάλθηκες με λόγο και έργο ν’ ανιστορήσεις εκείνο το ταξίδι μου «εις την γην την υψηλήν», μα — σε παρακαλώ συγχώρεσέ με — δεν δύναμαι ούτε άξιος είμαι να δεχτώ το «Εγκώμιο» σου [Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης και από τη συνέχεια, ο Αντίλογος αναφέρεται στο έργο του Johannes de Silentio “Φόβος και Τρόμος” (σημ. Β Λ.)]. Περίσσεψε η αγάπη σου για μένα και ως νέφος σου έκρυψε πολλά και σ’ έριξε σε χίλιες πλάνες. Δεν είναι και δε γίναν έτσι τα όσα λες κι όσα η Γραφή διηγάται κι ούτε είναι αλήθεια πως εσώθηκα και δε γκρεμίστηκα πιο πέρα από την πίστη — α, κανείς, κανείς ας μη ιδεί κι ας μην ανιστορήσει τη φρίκη αυτή, το γκρέμισμα και τον παραδαρμό πέρα απ’ τα όρια της πίστης...

Είμαι γέρων πολύ και δεν αντέχω, και πού να βρω λόγια να ξαναρθώ σε πράξεις και παθήματα, ν’ ανασκευάσω εκδοχές και μύθους και προς τι να κουβαλάω τώρα κι εγώ την πέτρα μου στα ερείπια της Βαβέλ...

Μα αν δε μπορώ κι ούτε τολμώ ν’ αγγίξω τις πληγές της εμπειρίας (δικής μου και δικής σου), σε ό,τι είναι σκέτη θεωρία και διδαχή και σφάλλει θα αντιλέξω — και πιο πολύ αφού και σένα σε κρυφοτρώνε αμφιβολίες κι αδιέξοδα [Προφανής υπαινιγμός για άλλα κείμενα του Johannes de Silentio παρουσιασμένα με διάφορα κατά καιρούς ψευδώνυμα, όπου αποκλίνουσες και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις του. (σημ. Β. Λ.)] και δεν ταιριάζει να δείχνουμε τάχα γαλήνη νου εκεί που δεν είναι.

Αναγνωρίζω εδώ μια πρώτη δυσκολία, γιατί εσύ μιλάς τη γλώσσα του Θεού κι εγώ μιλώ τη γλώσσα του μπαίγνιου του Θεού, μια γλώσσα ρέμπελη, κι ο κίνδυνος της παρανόησης και παραμόρφωσης αυτού που έχει λεχθεί σε μία γλώσσα με τη μεταφορά του σε άλλη είναι πανταχού παρών. Παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να συνοψίσω (όπως εγώ τουλάχιστον την εννοώ ή την παρανοώ) τη θεωρία σου για την «παραίτηση» και για την «πίστη» και να αντιλέξω όσο μπορώ.

Πιστεύεις πως ο «ιππότης της παραίτησης» παραιτείται απ’ αυτό που αγαπάει αρνούμενος την δυνατότητα και την χρονικότητά του στον κόσμο, και έτσι το «κερδίζει», το «αποκτά» όχι ως πεπερασμένη υλικότητα αλλά απείρως ως ανάμνηση, μένοντας όμως ο ίδιος ξένος, απόκληρος και πλάνητας στον κόσμο. Εδώ κοντά φαίνεται να τοποθετείς και τον ποιητή ως «το πνεύμα της ανάμνησης»...

Ο «ιππότης της πίστης» παραιτείται κι αυτός, αλλά χωρίς να αρνείται. Και όχι μονάχα παραιτείται, μα και φτάνει μέχρι να θυσιάσει αυτό που αγαπάει. Κι εκεί, στο έσχατο όριο της φονικής του κίνησης, όπου συντελεσμένος και μη συντελεσμένος φόνος συγχέονται μες στο «παράλογο», «κερδίζει», «αποκτά στ’ αλήθεια» αυτό που ήταν να χαθεί, «ξανακερδίζει» και «ξαναποκτά» αυτό πού εχάθη σε όλη την υλικότητα και χρονικότητά του και γίνεται «ο μόνος ευτυχής, ο άμεσος κληρονόμος του πεπερασμένου κόσμου...»

Όμως είναι σκότος βαθύ και μες στην κίνηση της παραίτησης και μες στην κίνηση της πίστης και δε βλέπεις καθαρά τα δυο λειτουργικά στοιχεία τους, το πόθο και τον φόνο.

Δέχεσαι, βέβαια, τον πόθο και στις δύο κινήσεις, αφού κι οι δυο απ’ την αγάπη αρχίζουν, μα σου ξεφεύγει η υποχθόνια δράση του και μάνητά του.

Τον φόνο ούτε που τον υποψιάζεσαι μέσα στην κίνηση της παραίτησης. Την θες αμόλυντη από φόνο (έτσι, κι ο ποιητής ας πούμε πως δεν είναι φονιάς...).

Μα δε μπορείς πια ν’ αρνηθείς ή να αγνοήσεις πως μες στην κίνηση της πίστης ενυπάρχει πάντα ο φόνος. Ο φόνος είτε ως πράξη τελειωμένη είτε ως απόφαση. Βέβαια, όλη σου η θεωρία για την κίνηση της πίστης θεμελιώνεται επάνω στο στοιχείο του φόνου ως απόφασης και ακόμη πάνω στην προϋπόθεση πως τελικά ο φόνος αποτρέπεται. Έχοντας για παράδειγμα την δυστυχή περίπτωση μου, λες: «Ο Αβραάμ πίστεψε πως ο Θεός δεν ήθελε ν’ απαιτήσει από αυτόν τον Ισαάκ, παρόλο που αυτός ήτανε διατεθειμένος να τον θυσιάσει... Ακόμη και τη στιγμή που έλαμψε το μαχαίρι, πίστεψε ότι ο Θεός δεν θα απαιτούσε τον Ισαάκ...». Τον φόνο ως πράξη τελεσμένη μες στην κίνηση της πίστης μόλις που ακροθιγώς τον αντιμετωπίζεις και μόνο υποθετικά {«...έστω ότι ο Ισαάκ είχε πράγματι θυσιαστεί... Ο Αβραάμ πίστεψε... ο Θεός μπορούσε να του δώσει έναν καινούργιο Ισαάκ, να ξαναφέρει στη ζωή το θυσιασμένο παιδί...») και τούτο, παρά τον πανικό που σε κατέχει εμπρός στο φόνο, μόνο και μόνο για τις ανάγκες μιας ολοκληρωμένης θεωρίας.

Αλλά έτσι πια μετατοπίζονται οι βάσεις της θεωρίας σου. Η κίνηση της πίστης δε συνίσταται στο ότι πιστεύω πως ο φόνος τελικά θα αποτραπεί (αφού μπορεί και να μην αποτραπεί...), αλλά συνίσταται στο ότι πιστεύω πως έτσι ή αλλιώς (με φόνο τελεσμένο ή ατέλεστο) κερδίζω κι αποκτώ αυτό που αγαπάω και ποθώ. Με αυτό το «έτσι ή αλλιώς» μηδενίζεις τον φόνο ως πράξη ή ως απόφαση. Η ουσία του παράλογου λοιπόν δεν έγκειται πια στο τι πιστεύω ή δεν πιστεύω ως προς τον φόνο (αν είναι αναγκαίος, αν θα τελεσθεί ή θ’ αποτραπεί...), αλλά στο ότι έτσι ή αλλιώς κερδίζω κι
αποκτώ στην υλικότητά του και στην χρονικότητά του τον κόσμο, και ακριβώς αυτό το «έτσι ή αλλιώς» είναι που παραλύει το νου, αυτό είναι το παράλογο. Γι’ αυτό και η ολοκληρωτική, η τέλεια πίστη φαίνεται να ‘ναι έξω από τη δυνατότητα της ανθρώπινης φύσης και διάνοιας — εξ ου και η αγωνία του ανθρώπου.

Αν ήταν έτσι, τότε προς τι η αιώνια γκρίνια μας με τον Χέγκελ; Η κίνηση της πίστης, είτε απλή είτε διπλή είτε πολλαπλή, είναι πάντα μια τέλεια πλήρης κίνηση, περίκομψη διαλεκτική, αφού στο τέλος τίποτε δε χάνουμε, αφού στο τέλος ο ιππότης της πίστης αποκτάει ό,τι αγαπάει... Ποθώντας την τέλεια απόκτηση αυτού που αγαπάω το σκοτώνω ή έστω (αφού ο φόνος σε τρομάζει...} φτάνω ως την πλήρη απόφαση να το σκοτώσω, και ω του θαύματος (άστραψε φως και γνώρισε ο νιός τον εαυτό του...) την ίδια τη στιγμή που πάω να το χάσω το αποκτώ στ’ αλήθεια «ευτυχής κληρονόμος του πεπερασμένου κόσμου...». Έτσι, «όλα καλά κι όλα ωραία...» κατά πως ψέλνει, όπως μαθαίνω, με κατάνυξη και μ’ ενθουσιασμό η νεολαία στις αγρύπνιες του  Αγίου Λυκαβηττού. Το ίδιο καλά κι ωραία τακτοποιούνται και όλες οι άλλες μιζέριες της ζωής. Ζητώ τη σωτηρία — κι αυτή περνάει μέσα απ’ την αμαρτία˙ μόνο ως αμαρτωλός μπορώ να σωθώ... Διψώ ελευθερία — μα πρέπει να χάσω κι αυτήν που έχω μες στην αναγκαιότητα του αγώνα και του αίματος, για να τη βρω πιο πέρα... Ασκώ την αρετή — πρέπει να κατηγορηθώ άδικα για να λάμψει... Χάνω τα πάντα — τίποτε δε χάνω (από κοντά κι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος «... γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες μέσα στις φλέβες μου είσαι...»).

Αν ήταν έτσι, τότε η πίστη βρίσκεται μέσα στη δυνατότητα του ανθρώπου. Τότε το παράλογο χωράει στο νου μας όπως και η (δια)μεσολάβηση του Χέγκελ. Γιατί, τι πιο οικείο και πιο συνηθισμένο από το θαύμα μέσα στην άθλια καθημερινότητά μας...

Αν ήταν έτσι, τότε θα ‘πρεπε κι ο χωρισμός μας με το Θεό να ‘ταν αγαπημένος. Καλοσυνάτος θαυματοποιός ήταν και γύρναγε στα πανηγύρια βγάζοντας μέσα απ’ το καπέλο του κριάρια, ελάφια ή περιστέρια (σφάγια υπαλλαγής...) διώχνοντας έτσι στην πιο κρίσιμη στιγμή το αβάσταχτο άγχος μας μπροστά στο φόνο.

Από τον κύκλο των θεατών στην τύχη εδιάλεξε εμένα, εσένα ή τον άλλον μόνο για να τον βοηθήσουμε στο νούμερο του. Καλοσυνάτος θαυματοποιός ήταν και γύρναγε στα πανηγύρια κι ούτε που γνοιάστηκε στα σοβαρά τον όβολό μας...

Αν ήταν έτσι... μα δεν είναι, και το ξέρεις. Γιατί μπορεί να είσαι ποιητής, αλλά δεν είσαι Ρίτσος και μπορεί να διψάς ελευθερία και αρετή, όμως δεν υποτάσσεσαι στην αναγκαιότητα του αίματος και της αδικίας.

Γιατί, μέσα στην πίστη είναι ο πόθος, γιατί μες στην παραίτηση είναι ο πόθος, γιατί μέσα στον πόθο είναι ο φόνος. Και «ο καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπάει...», έτσι όπως το λέει ο Σεβαστιανός Μέλμοθ.

Ας δούμε τον «ιππότη της πίστης». Προσμένει την αγαπημένη του κι αυτή αργεί και δεν έρχεται. Γδέρνει τα μάτια του στις στράτες, όμως αυτή δε φαίνεται. Δε φεύγει, επιμένει στην αναμονή και στον ταγμένο τόπο. Κι αρχίζει τότε να  φ ο β ά τ α ι  πως θα ‘παθε κάτι  κ α κ ό  (πρόσεξε εδώ, ποτέ δε σκέφτεται πως ίσως να της έτυχε κάτι καλό και γι’ αυτό δεν έρχεται˙ πάντοτε μόνο το κακό βάζει στο νου του). Και γίνεται η αναμονή του μακελειό. Φαντάζεται εικόνες και σκηνές εφιαλτικές, μακάβριες, πέφτει σε παραισθήσεις πότε πως η αγαπημένη του βρίσκεται σε μαύρη φυλακή, πότε πως σε ατύχημα σκοτώνεται, πότε πως πάει πια την θάψαν κιόλας δίχως να προλάβει να τη δει για τελευταία φορά... (πρόσεξε πάλι εδώ, όλα αυτά εκτυλίσσονται με λεπτομέρειες αδυσώπητης ενάργειας, προπαντός με λεπτομέρειες αδυσώπητης ενάργειας...), χίλιες φορές με χίλιους τρόπους την σκοτώνει μέσα του κι αγριεύονται τα σωθικά του.

Αλλά κι ακόμη όταν κατέχουμε αυτό που αγαπάμε, σε ρωτώ [Ο ευγενικός αναγνώστης θα ήταν άδικο να θεωρήσει ως ηθελημένο το συχνά ρητορικό ύφος του Ερ. Πικραμένου, ύφος που σε συνδυασμό με τη «ρέμπελη» γλώσσα του, τους αναχρονισμούς του και τα χάσματα στον ειρμό των σκέψεών του, θα πρέπει να αποδοθεί στην έκδηλη φυσική κόπωση και κατάπτωση του μυαλού του όταν έγραφε αυτό το λυρικο-δογματικό δοκίμιο του. (σημ. Β. Λ.)], γιατί φοβόμαστε μήπως το χάσουμε και όσο πιο πολύ το έχουμε τόσο και πιο πολύ φοβόμαστε;

Ας δούμε τώρα και τον «ιππότη της παραίτησης». Προσμένει την αγαπημένη του κι αυτός, κι αυτή αργεί και δεν έρχεται. Συνεσταλμένος, με χαμηλωμένο βλέμμα, καρτερεί κι αύτη δε φαίνεται. Αυτός ποτέ δε σκέφτεται μήπως της έτυχε κάτι κακό, μα αντίθετα συνέχεια τον εαυτό του πείθει πως κάτι το καλό της έλαχε και γι’ αυτό δεν έρχεται. Πως άδολες χαρές την συνεπήραν, πως είναι ευτυχισμένη σ’ άλλη συντροφιά, πως σ’ άλλο φως αγάπης λάμπει η ομορφιά της... Αυτός δεν επιμένει σε αναμονή και προσδοκία, φεύγει από τον ταγμένο τόπο, ενδύεται κατάσαρκα αναμονή και προσδοκία, τις παίρνει μαζί του και πλανιέται στον κόσμο. Συγχρόνως όμως στρέφει όλο το κακό επάνω του. Αυτός είναι η αιτία που η αγαπημένη του δεν ήρθε, δεν ήτανε ποτέ αντάξιος για τη χάρη της. Αυτός ο ίδιος κι η προσδοκία του είναι το κακό, κι έτσι η αναμονή και προσδοκία που ντύθηκε και σέρνει πάνω του γίνεται πια χιτώνας Νέσσου πού τον κατατρώει. Σκοτώνει, λοιπόν, κι ο ιππότης της παραίτησης, σκοτώνει τον εαυτό του και πάνω του μαζί μ’ αυτόν σκοτώνει ό,τι αγαπάει...

Το ίδιο κι ο ποιητής. Τι άλλο είναι; Παραίτηση ντυμένη προσδοκία. Χρόνος αναστραμμένος, αυτοσπαρασσόμενος. Γιατί όποιος παραιτείται, κυριολεκτικά  α π ο π ο ι ε ί τ α ι, κομματιάζεται, ξεφτίδια σάρκας και φαρμακερού χιτώνα γίνεται στο σπαραγμό του χρόνου. Κι αυτό το λένε... «ανάμνηση» — τι ανάμνηση, που αντίμνηση είναι... και θέλουνε ο ποιητής να ‘ναι «το πνεύμα της ανάμνησης», ήτοι το πιο δυστυχισμένο πνεύμα, ενώ αυτός χίλιες φορές θα προτιμούσε «καλύτερα χοιροβοσκός πέρα στο Amagerbro...» [Αναφορά στο Diapsalma Ι του Victor Eremita (άλλο ψευδώνυμο του Johannes de Silentio) που ως φαίνεται θα το ‘χε υπόψη του ο Ezra Pound όταν έγραφε το «The lake Isle». Δεν ξέρουμε αν το καπνοπουλιό του Ε. Pound επιφυλάσσει απογοητεύσεις στους επίδοξους καπνοπώλες τέως ποιητές. Οπωσδήποτε όμως ο V. Eremita διαψεύστηκε οικτρά ως προς την ελπίδα του να βρει ο απόκληρος ποιητής «κατανόηση» από τα γουρούνια, αφού τόσο τραγικά αποδείχτηκε πως μπορεί να γίνει και βορά τους. (σημ. Β. Λ.)] 

Θα έλεγα ανώτερη, πιο σπουδαία, πιο φοβερή την κίνηση της παραίτησης από την κίνηση της πίστης, αν πίστη και παραίτηση δεν ήταν η ίδια και μια κίνηση, η κίνηση του πόθου. Γιατί ο πόθος είναι αντίδρομος και αυτοκτόνος. Γιατί μέσα στον πόθο είναι ο φόβος, και μες στο φόβο ο φόνος. Γιατί μέσα στον άνθρωπο είναι πάντα ο φόνος. Τι αποκτάμε; Τίποτε δεν αποκτάμε. Τι έχουμε; Τίποτε δεν έχουμε, αφού ό,τι έχουμε είναι μονάχα ο φόβος μας ότι το χάνουμε... Τι αποκτά ο «ιππότης της πίστης» όταν θα φτάσει κάποτε η αγαπημένη του, αφού η ίδια αυτή είναι και το πτώμα της; Τι αποκτά «ο ιππότης της παραίτησης», τι ο ποιητής, ποια ανάμνηση, αφού ο χρόνος αλέθεται στις συμπληγάδες του σφυγμού;

Και δεν υπάρχει πριν, δεν υπάρχει τώρα ούτε υστέρα. Η ποίηση είναι όπως όταν ταξιδεύουμε στραμμένοι προς τα εκεί απ’ όπου φεύγουμε. Το κάθε τι το βλέπουμε όχι να έρχεται αλλά μόνο να φεύγει...

Τίποτε δεν αποκτάμε, τίποτε δεν έχουμε. Μονάχα  χ ά ν ο υ μ ε, αιώνια χάνουμε. Κι αυτό είναι το μόνο που μαθαίνουμε αφού φτάσουμε «εις την γην την υψηλήν» κι σρχίζει η επιστροφή, η κατάβαση. Κι αυτό είναι το αληθές παράλογο: πως, ενώ τίποτε δεν έχουμε, αιώνια χάνουμε αιώνια χάνουμε...

Προς Johannes de Silentio εγράφη από τα Σύβοτα δια Ερεβίου Πικραμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: