Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

A todos, a vosotros... [Pablo Neruda, μετ. ΦΚ]

Σε όλους, σε σας …

ΣΕ ΟΛΟΥΣ, σε σας,
Τις σιωπηλές υπάρξεις της νύχτας
Που με πήρατε απ’ το χέρι στα σκοτάδια, σε σας,
Λαμπτήρες φωτός αθανάτου, γραμμές των αστέρων,
Ψωμί της ζωής, κρυμμένα μου αδέλφια,
Σε όλους, σε σας,
Λέω: δεν υπάρχει ευχαριστώ,
Τίποτε δεν θα μπορέσει να γεμίσει τα κύπελλα
Της αγνότητας,
Τίποτε δεν μπορεί
Να χωρέσει τον ήλιο ολάκερο στα φλάμπουρα
Της ανίκητης άνοιξης,
Σαν την καταρρακωμένη σας αξιοπρέπεια.
Μονάχα σκέπτομαι
Ότι υπήρξα τότε άξιος τόσης
Απλότητας, τόσο καθάριου λουλουδιού,
Τότε είμαι εσείς οι ίδιοι,
Αυτή η ψίχα από χώμα, αλεύρι και τραγούδι,
Αυτή η ζύμη η φυσική που ξέρει
Από πού βγαίνει και πού ανήκει.
Δεν είμαι τόσο μακρινή καμπάνα,
Ούτε ένας κρύσταλλος τόσο βαθιά θαμμένος,
Που δεν μπορείς να λύσεις το μυστήριό του, είμαι μονάχα
Ο λαός, κρυμμένη πύλη, μαύρο ψωμί,
Κι όταν με δέχεσαι, τον ίδιο δέχεσαι εσένα,
Αυτόν τον καλεσμένο
Τόσες φορές πληγωμένο
Και τόσες φορές αναγεννημένο.
Στον καθένα και σε όλους,
Σε όσους δεν γνωρίζω, σε όσους ποτέ
Δεν θα ακούσουν αυτό το όνομα, σε όσους ζουν
Κατά μήκος των μεγάλων ποταμών μας,
Στα ριζά των ηφαιστείων, στη σκιά
Από θειάφι του χαλκού, στους ψαράδες και τους αγρότες,
Στους κυανούς ινδιάνους στις ακτές των λιμνών,
Που στραφταλίζουν σαν τα τζάμια,
Στον παπουτσή που αυτή την ώρα αναρωτιέται
Χτυπώντας με τα ροζιασμένα χέρια του το δέρμα,
Σε σένανε, σε κείνον που δίχως να το ξέρει με περίμενε,
Ανήκω, υμνώ κι ευγνωμονώ.


A todos, a vosotros...

A TODOS, a vosotros,
los silenciosos seres de la noche
que tomaron mi mano en las tinieblas, a vosotros,
lámparas
de la luz inmortal, líneas de estrella,
pan de las vidas, hermanos secretos,
a todos, a vosotros,
digo: no hay gracias,
nada podrá llenar las copas
de la pureza,
nada puede
contener todo el sol en las banderas
de la primavera invencible,
como vuestras calladas dignidades.
Solamente
pienso
que he sido tal vez digno de tanta
sencillez, de flor tan pura,
que tal vez soy vosotros, eso mismo,
esa miga de tierra, harina y canto,
ese amasijo natural que sabe
de dónde sale y dónde pertenece.
No soy una campana de tan lejos,
ni un cristal enterrado tan profundo
que tú no puedas descifrar, soy sólo
pueblo, puerta escondida, pan oscuro,
y cuando me recibes, te recibes
a ti mismo, a ese huésped
tantas veces golpeado
y tantas veces
renacido.
A todo, a todos,
a cuantos no conozco, a cuantos nunca
oyeron este nombre, a los que viven
a lo largo de nuestros largos ríos,
al pie de los volcanes, a la sombra
sulfúrica del cobre, a pescadores y labriegos,
a indios azules en la orilla
de lagos centelleantes como vidrios,
al zapatero que a esta hora interroga
clavando el cuero con antiguas manos,
a ti, al que sin saberlo me ha esperado,
yo pertenezco y reconozco y canto.



Δεν υπάρχουν σχόλια: