Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Το μέλλον της ποίησης και η άγρυπνη συνείδηση: το τελευταίο κεφάλαιο από το «Παλαιά και νέα Ποίηση» του Μανόλη Λαμπρίδη.




















ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΓΡΥΠΝΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ


Από μια μακρινή σκοπιά – sub specie aeternitatis – η ποίηση – όπως και κάθε στοιχείο του πολιτισμού - σε κάθε ιστορική στιγμή – και σήμερα, συνεπώς – είναι πάντα κάτι το ατέλειωτο, κάτι, που γίνεται, που είναι να γίνει.
Όπως έχει το παρελθόν της, την παράδοσή της, – έχει και την τάση για υπέρβαση του παρελθόντος προς καινούριες πραγματοποιήσεις. 
Το μέλλον της ποίησης συνάπτεται με το μέλλον και την τύχη του ανθρωπισμού. Αυτό σημαίνει πως και η ποίηση ως κοινωνική λειτουργία για ικανοποίηση βαθύτερων αναγκών, άξιων του ανθρώπου, δεν είναι δυνατόν, κατ' αρχήν, να γνωρίσει πλήρη άνθηση μέσα στα πλαίσια του κατεστημένου πολιτισμού. 
Μια σχετική όμως ανάπτυξη στην ποίηση δεν είναι αποκλεισμένη και μέσα στις υφιστάμενες συνθήκες της βαρβαρότητας και της απανθρωπιάς, σαν αντίθεση προς το υπάρχον, σαν έκφραση συνείδησης, που υπερβαίνει την κοινωνική εξάρτηση, – βέβαια ως παράμερη, περιθωριακή δραστηριότητα.
Αν αφήσομε στην άκρη τους εξωτερικούς καταναγκασμούς και περιορισμούς, στους οποίους υπόκειται κάθε έκφραση του πνεύματος, η ποιητική παραγωγή φαίνεται η λιγότερο εξαρτημένη από τους οικονομικούς και τεχνικούς μηχανισμούς του κατεστημένου (εν αντιθέσει προς τον κινηματογράφο, το θέατρο και την τηλεόραση, ή το μυθιστόρημα και τη μουσική). Από στενά τεχνικοοικονομική άποψη η ποίηση είναι υπόθεση ενός τετραδίου και ενός στυλό, και μερικών χρημάτων, που δεν είναι ακατόρθωτο να τα οικονομήσει κανείς, για τυπωτικά. 
Το ουσιαστικό, το ριζικό ζήτημα είναι για τον ποιητή η διατήρηση, με διαρκή αγώνα, της ανεξαρτησίας του απέναντι στην πίεση των αξιών τον κατεστημένου πολιτισμού, ο οποίος τείνει όχι μόνο να επηρεάσει και να διαμορφώσει τις συνειδήσεις και τις ανάγκες των ατόμων σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες, αλλά και να ενσωματώσει και εξομοιώσει με τον εαυτό του κάθε δημιουργούμενο έργο του πνεύματος, (Κι ένα έργο τέχνης, που θα μοιάζει με αυτήν την πραγματικότητα, δεν μπορεί να είναι παρά ό,τι και η πραγματικότητα αυτή: παρακμή).
Εδώ ανακύπτει η σημασία που έχει η ορθή συνείδηση. Το πάντα ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου του Σολωμού.
Χωρίς την εγρήγορση αυτή, την ορθή συνείδηση, ο ποιητής βρίσκεται ανυπεράσπιστος, ανίκανος ν' αντισταθεί αποτελεσματικά. Κινδυνεύει να καταποντιστεί στη βαρβαρότητα, να δεχτεί τυφλά την «πραγματικότητα», παρ' όλη την εντιμότητα και την ηθική ακεραιότητα που μπορεί να έχει, και – εξαιτίας, ίσα ίσα, αυτών – να γίνει λεία της κτηνώδους και χαμηλού πνευματικού και ηθικού επιπέδου δημαγωγίας, και απάνθρωπων ηθικών και μεταφυσικών θεωριών, όπως, π.χ. είναι η περίπτωση του Ezra Pound.

Δεν παραγνωρίζω ότι μη κατανόηση της πραγματικότητας, ατελής συνείδηση υπήρξε πολλές φορές το εύφορο έδαφος, πάνω στο όποιο φύτρωσαν αξιόλογα ποιητικά άνθη. Μα δε νομίζω ότι η ορθή συνείδηση ευνοεί λιγότερο την ποιητική βλάστηση. Η σωστή συνείδηση, η καθαρή ιδέα για το τί συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας νομίζω ότι είναι πάντα πλεονεκτική – και για την ποιητική δημιουργία επίσης, και για το ποιητικό έργο. Στο μεταίχμιο, μάλιστα, που βρισκόμαστε σήμερα, ένα έργο τέχνης – προϊόν ατελούς συνείδησης κινδυνεύει να είναι «αλλοτριωμένο», όπως και ή συνείδηση.
Μια ειδική ψεύτικη συνείδηση, ως προς τη λειτουργία της τέχνης, η ψεύτικη ιδέα που έχει ο ποιητής ως προς την κοινωνική σημασία της ποίησης του και του ρόλου του μέσα στην κοινωνία, μπορεί να ευνοήσει ιδιαίτερα την ποιητική του ευφορία. Κάτι τέτοιο έχει παρατηρηθεί όταν ο ποιητής φαντάζεται πως είναι προφήτης, μυσταγωγός, εθνάρχης, χαλαστής και πλάστης, που σηκώνει πάνω στους ώμους του τη μοίρα της ανθρωπότητας, και άλλα παρόμοια. Τέτοιες ψεύτικες ιδέες συναντά κανείς λ.χ. μέσα στα ποιήματα του Παλαμά˙ (όλο εκείνο το «έπος» «Η φλογέρα του Βασιλιά», όπως φαίνεται από το προλογικό ποίημα, γράφτηκε με τέτοια εθνεγερτική πρόθεση). Ανάλογα βρίσκομε και στο Σικελιανό με τα «δελφικά» του, στον Καζαντζάκη, και σε πολλούς νεότερους που λένε: η ποίησή μου είναι έτσι, η ποίησή μου είναι αλλιώς, οι στίχοι μου είναι βόλια κλπ.

Αλλά και το αντίθετο, η σωστή εκτίμηση των ορίων, της σημασίας που μπορεί να έχει η ποίηση, δε φαίνεται ν' αποθαρρύνει τον ποιητή να συνεχίζει να γράφει ποιήματα. Μου έρχονται στο νου δυο αυθεντικές μαρτυρίες: Η «Δικαιοσύνη» του Γρυπάρη, και η «Λειτουργία» από τούς «Βωμούς» του Παλαμά. Ας θυμηθούμε και τον Καρυωτάκη.
Σήμερα δε φαντάζομαι να υπάρχει ποιητής με κάποια σοβαρότητα που να μην έχει συναίσθηση πόσο μικρή ενδέχεται να είναι η «εξουσία» της ποίησης και της τέχνης, γενικότερα – η συμβολή της στη λύση της μεγάλης ανθρώπινης τραγωδίας.
Ο τύπος του «ποιητή» που δεν είναι παρά μονάχα ποιητής, δηλαδή που φέρεται αποκλειστικά ως ποιητής, που πρακτικώς δεν έχει ζωή έξω από την τέχνη του, φαίνεται να είναι μάλλον φιλολογικό πλάσμα. Σήμερα πάντως δε νομίζω ότι είναι υπαρκτός. 
Όμως και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι, που θεωρούν ως πλήρωση ζωής, ως καταξίωση της όχι τόσο τις άλλες τους δραστηριότητες, όσο την ενασχόληση τους με την ποίηση. Αυτοί θ’ αποτελέσουν κρίκους – όσο αδύνατοι κι αν αποδειχτούν – στην αλυσίδα των κατακτημένων ανθρώπινων άξιων του παρελθόντος προς τις αξίες του μέλλοντος. Θα είναι κι αυτοί μεταξύ εκείνων, χάρη στους οποίους θα έχει αποτραπεί ένα απόλυτο πολιτισμικό κενό ανάμεσα στο χτες και στο αύριο. Η αξία, η ποιότητα των δημιουργημάτων τους είναι πια ζήτημα ταλέντου, πνευματικών ικανοτήτων και άγρυπνης συνείδησης, δηλαδή της ικανότητάς τους να στέκονται στο ακραίο όριο των καιρών, να είναι πραγματικά σύγχρονοι, αυθεντικά μοντέρνοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: