Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Oda a Federico Garcia Lorca [Pablo Neruda, μετ. ΦΚ]


ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Αν το μπορούσε να κλάψει από φόβο μονάχη σ’ ένα σπίτι,
Αν το μπορούσε να μου βγάλει τα μάτια και να τα καταπιεί,
Θα τόκανε για τη φωνή σου από πένθιμο νεράντζι
Και τα ποιήματά σου που βγαίνουν κραυγάζοντας.
Αφού για σένα βάφουν γαλανά τα νοσοκομεία
Και μεγαλώνουν τα σχολεία και τις παράλιες γειτονιές,
Γεμίζουν με φτερά τους πληγωμένους αγγέλους,
Σκεπάζουν με νιφάδες τα γαμήλια ψάρια,
Και πάν πετώντας στα ουράνια οι αχινοί:
Για σας οι ράφτες με τις μαύρες μεμβράνες τους
Γεμίζουν με κουτάλια κι αίμα,
Καταπίνουν σπασμένες ταινίες, φιλιούνται θανάσιμα,
Και ντύνονται στα λευκά.

Όταν πετάς με ρούχο από ροδάκινο,
Όταν γελάς με γέλιο από τυφώνα ριζιού,
Όταν για να τραγουδήσεις σφίγγεις τις αρτηρίες και τα δόντια,
Το λαιμό και τα δάχτυλα,
Θα πέθαινα απ’ τη γλύκα που είσαι,
Θα πέθαινα για τις κόκκινες λίμνες
Που μέσα τους, ντάλα φθινόπωρο  ζεις
Μ’ ένα πεσμένο άλογο κι ένα ματωμένο Θεό, 
Θα πέθαινα για τα κοιμητήρια
Που σαν σταχτιά ποτάμια περνάνε 
Με νερά και τάφους,
Τη νύχτα, ανάμεσα σε πνιγμένες καμπάνες:
Ποτάμια φαρδιά σαν υπνωτήρια

Με άρρωστους στρατιώτες, που ξαφνικά
Υψώνονται ως το θάνατο σε ποτάμια
Με μαρμαρένιους αριθμούς
Και σάπιες κορώνες και λάδια κηδειών:
Θα πέθαινα για να σε δω τη νύχτα να κοιτάς
Πλημμυρισμένους σταυρούς να περνούν,
Πάνω ως κάτω κλαίγοντας,
Αφού πριν το ποτάμι του θανάτου κλαις
Σε πλήρη εγκατάλειψη ή πληγή, κλαις 
Κλαίοντας, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα.
Αν το μπορούσα τη νύχτα, στην τρελή μοναξιά μου, 

Να μαζέψω τη λήθη και τη σκιά και τον καπνό
Πάνω από σιδηροδρόμους και πλοία,
Μέσα σε μαύρη χοάνη, δαγκώνοντας στάχτες, 
Θα τόκανα με το δέντρο που μεγαλώνεις,
Με τις φωλιές των χρυσών νερών που μαζεύεις
Και με το αναρριχητικό φυτό που σου σκεπάζει τα κόκκαλα,
Λέγοντάς σου το μυστικό της νύχτας.

Πόλεις με μυρουδιά βρεγμένου κρεμμυδιού
Σε περιμένουν να περάσεις τραγουδώντας βραχνά, 
Και σιωπηλά βαπόρια με σπόρους σε ακολουθούν, 
Και πράσινα χελιδόνια φτιάχνουν φωλιές στα μαλλιά σου,
Και κάτι άλλο, καρακόλια και βδομάδες,
Τυλιγμένα πανιά καραβιών και κεράσια
Κυκλοφοράν επίμονα για να δείξουν
Το χλωμό σου πρόσωπο με τα δεκαπέντε μάτια 
Και το στόμα σου το αιματοβαμμένο.
Αν το μπορούσα να γεμίσω αιθάλη τα δημαρχεία και,
Σπαρταρώντας στο κλάμα, να γκρεμίσω ρολόγια,
Θα ήταν για να δω πως φτάνει το καλοκαίρι
Στο σπίτι σου, με κόκκινα χείλη,
Πως φτάνουν τόσα πρόσωπα με πένθιμο ρούχο, 
Φτάνουν τόποι με τόσο  θλιμμένη λάμψη,
Φτάνουν νεκρά αλέτρια και παπαρούνες, 
Φτάνουν νεκροθάφτες και καβαλάρηδες, 
Φτάνουν ματωμένοι πλανήτες και χάρτες,
Φτάνουν δύτες σκεπασμένοι από στάχτη,
Φτάνουν μασκαράδες, που σέρνουν παρθένες, 
Διασταυρώνοντας μεγάλα μαχαίρια,
Φτάνουν ρίζες, φλέβες, νοσοκομεία,
Ελατήρια, μυρμήγκια,
Φτάνει η νύχτα με το κρεβάτι όπου
Πεθαίνει ανάμεσα στις αράχνες ένας μοναχικός ουσάρος,

Γίνεται ένα ρόδο από μίσος και πευκοβελόνες,
Φτάνει μια κίτρινη βάρκα,
Φτάνει  μια μέρα με άνεμο κι ένα παιδί,
Έρχομαι κι εγώ με τον Ολιβέριο, τη Νόρα,
Το Βιθέντε Αλεϊξάντρε, την Ντέλια,
τη Μαρούκα, τη Μάλβα Μαρίνα, τη Μαρία Λουίζα 
Και τον Λάρκο, τη Ρούμπια, τον Ραφαέλ Ουγκάρτε,
Τον Κόταπος, τον Ραφαέλ Αλμπέρτι, τον Κάρλος, 
Τον Μπεμπέ, τον Μανόλο Αλτολαγκίρρε, 
Τον Μολινάρι, τον Ροσάλες, την Κόντσα Μένδεθ 
Κι άλλους που δεν θυμάμαι τώρα.
 Έλα να σε στεφανώσω, αγόρι της υγειάς και της πεταλούδας, αγνό αγόρι
Σαν το μαύρο κεραυνό, που είναι για πάντα λεύτερος,
Και που συζητάει μαζί μας,
Τώρα, που κανένας δεν έμεινε ανάμεσα στους βράχους,
Ας μιλήσουμε απλά όπως εσύ είσαι κι 
Εγώ είμαι:

Σε τί χρειάζονται οι στίχοι αν όχι για τη δροσιά;

Σε τί χρειάζονται οι στίχοι αν όχι γι’ αυτή τη νύχτα
Να μας βρει ένα πικρό στιλέτο, αυτή τη μέρα,
Για τούτο το  δειλινό, για τούτη τη σπασμένη γωνιά,
Όπου το χτυποκάρδι 
Του ανθρώπου πάει να σβήσει;

Πάνω από όλα τη νύχτα,
Τη νύχτα υπάρχουν πολλά αστέρια,
Όλα μέσα σε ποτάμι
Σαν μια διαφάνεια σε παράθυρο
Ενός σπιτιού γεμάτου φτωχούς ανθρώπους.
Κάποιος τους σκότωσε, τότε
Χάσανε τις συντεταγμένες τους στα γραφεία
στα νοσοκομεία, στους ανελκυστήρες, στα ορυχεία,
Υποφέρουν τα όντα πεισματικά πληγωμένα

Και υπάρχει σκοπός και θρήνος σε όλους αυτούς:

Εν τω μεταξύ τα αστέρια τρέχουν μες σ’ ένα ποτάμι ατέλειωτο,
Γίνεται θρήνος πολύς στα παράθυρα, 
Τα κατώφλια μούλιασαν στο κλάμα,
Οι σοφίτες βραχήκανε απ’ το θρήνο,
Που ήρθε με τη μορφή ενός κύματος να δαγκώσει  τα χαλιά.
Φεντερίκο,
Βλέπεις τον κόσμο, τους δρόμους, το ξύδι,
Τους αποχαιρετισμούς στους σταθμούς
Όταν ο καπνός υψώνει τους επίμονους τροχούς του
Μέχρι εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε, παρά
Μονάχα κάποια παραπήγματα, πέτρες, σιδηροτροχιές.

Είναι πολλοί άνθρωποι, που ρωτάνε απ’ όλες τις μεριές.
Υπάρχει εκεί ο αιμόφυρτος τυφλός, κι ο οργισμένος κι ο αποθαρρυμένος,
Κι ο άθλιος, το δέντρο με τα νύχια,
Ο ληστής με το ζήλο στα πλευρά.

Έτσι είναι η ζωή, Φεντερίκο, εδώ έχεις
Τα πράγματα,  που μπορεί να σου προσφέρει η φιλία μου,
ενός μελαγχολικού ανδροπρεπούς βαρόνου. 
Και ξέρεις για τον εαυτό σου πολλά πράγματα.
Κι άλλα θα τα μάθεις σιγά-σιγά.



ODA A FEDERICO GARCÍA LORCA 

SI pudiera llorar de miedo en una casa sola,
si pudiera sacarme los ojos y comérmelos,
lo haría por tu voz de naranjo enlutado
y por tu poesía que sale dando gritos.
Porque por ti pintan de azul los hospitales
y crecen las escuelas y los barrios marítimos,
y se pueblan de plumas los ángeles heridos,
y se cubren de escamas los pescados nupciales,
y van volando al cielo los erizos:
por ti las sastrerías con sus negras membranas
se llenan de cucharas y de sangre
y tragan cintas rotas, y se matan a besos,
y se visten de blanco.

Cuando vuelas vestido de durazno, 
cuando ríes con risa de arroz huracanado, 
cuando para cantar sacudes las arterias y los dientes, 
la garganta y los dedos,
me moriría por lo dulce que eres, 
me moriría por los lagos rojos 
en donde en medio del otoño vives 
con un corcel caído y un dios ensangrentado,
me moriría por los cementerios 
que como cenicientos ríos pasan 
con agua y tumbas, 
de noche, entre campanas ahogadas:
ríos espesos como dormitorios

de soldados enfermos, que de súbito crecen
hacia la muerte en ríos con números de mármol 
y coronas podridas, y aceites funerales:
me moriría por verte de noche 
mirar pasar las cruces anegadas, 
de pie llorando, 
porque ante el río de la muerte lloras 
abandonadamente, heridamente,
lloras llorando, con los ojos llenos
de lágrimas, de lágrimas, de lágrimas.
Si pudiera de noche, perdidamente solo,

acumular olvido y sombra y humo 
sobre ferrocarriles y vapores, 

con un embudo negro,
mordiendo las cenizas, 
lo haría por el árbol en que creces, 
por los nidos de aguas doradas que reúnes, 
y por la enredadera que te cubre los huesos
comunicándote el secreto de la noche.
Ciudades con olor a cebolla mojada
esperan que tú pases cantando roncamente,
y silenciosos barcos de esperma te persiguen,
y golondrinas verdes hacen nido en tu pelo,
y además caracoles y semanas,
mástiles enrollados y cerezas
definitivamente circulan cuando asoman
tu pálida cabeza de quince ojos
y tu boca de sangre sumergida.
Si pudiera llenar de hollín las alcaldías 
y, sollozando, derribar relojes,
sería para ver cuándo a tu casa 

llega el verano con los labios rotos,
llegan muchas personas de traje agonizante,
llegan regiones de triste esplendor, 

llegan arados muertos y amapolas, 
llegan enterradores y jinetes, 
llegan planetas y mapas con sangre, 

llegan buzos cubiertos de ceniza, 
llegan enmascarados arrastrando doncellas
atravesadas por grandes cuchillos,
llegan raíces, venas, hospitales, 
manantiales, hormigas,
llega la noche con la cama en donde 
muere entre las arañas un húsar solitario, 

llega una rosa de odio y alfileres, 

llega una embarcación amarillenta, 
llega un día de viento con un niño, 
llego yo con Oliverio, Norah
Vicente Aleixandre, Delia, 
Maruca, Malva Marina, María Luisa y Larco,
la Rubia, Rafael Ugarte, 
Cotapos, Rafael Alberti, 
Carlos, Bebé, Manolo Altolaguirre, 
Molinari,
Rosales, Concha Méndez, 
y otros que se me olvidan.
Ven a que te corone, joven de la salud 
y de la mariposa, joven puro 
como un negro relámpago perpetuamente libre,
y conversando entre nosotros, 
ahora, cuando no queda nadie entre las rocas,
hablemos sencillamente como eres tú y soy yo:

para qué sirven los versos si no es para el rocío?
Para qué sirven los versos si no es para esa noche
en que un puñal amargo nos averigua, para ese día, 
para ese crepúsculo, para ese rincón roto 
donde el golpeado corazón del hombre se dispone a morir?
Sobre todo de noche, 
de noche hay muchas estrellas, 
todas dentro de un río 
como una cinta junto a las ventanas
de las casas llenas de pobres gentes.
Alguien se les ha muerto, tal vez
han perdido sus colocaciones en las oficinas,
en los hospitales, en los ascensores,
en las minas, 
sufren los seres tercamente heridos

y hay propósito y llanto en todas partes:

mientras las estrellas corren dentro de un río interminable
hay mucho llanto en las ventanas, 
los umbrales están gastados por el llanto,
las alcobas están mojadas por el llanto
que llega en forma de ola a morder las alfombras.
Federico, 
tú ves el mundo, las calles,
el vinagre, 
las despedidas en las estaciones
cuando el humo levanta sus ruedas decisivas 
hacia donde no hay nada sino algunas
separaciones, piedras, vías férreas.

Hay tantas gentes haciendo preguntas 
por todas partes.
Hay el ciego sangriento, y el iracundo, y el desanimado, 
y el miserable, el árbol de las uñas,
el bandolero con la envidia a cuestas.
Así es la vida, Federico, aquí tienes
las cosas que te puede ofrecer mi amistad

de melancólico varón varonil.
Ya sabes por ti mismo muchas cosas. 
Y otras irás sabiendo lentamente.

Δεν υπάρχουν σχόλια: