25 Απριλίου 2016

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ - Οι κόσμοι της πίστης μας [Απόστολος Θηβαίος]

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ - Οι κόσμοι της πίστης μας.

Η αισθητική της ανατολικής, ορθόδοξης εκκλησίας αποτέλεσε ανέκαθεν ένα ζήτημα ουσιώδες, στοιχείο διαφοροποιητικό σε σχέση με εκείνα τα κριτήρια, τα οποία θέτονται από τη δυτική τεχνοτροπία. Μιλούμε για ένα ζήτημα, το οποίο πραγματώνεται έξω και πέρα από κάθε δογματική διαφορά. Θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί βεβαίως τον εξανθρωπισμό της θεϊκής αίσθησης, ως μία ποιοτική εναλλαγή ανάμεσα σε δύο, κατ΄ ουσίαν ολότελα διαφορετικούς κόσμους. Η θέση του ίδιου του Θεού, ο συσχετισμός με την ανθρώπινη ουσία ρεαλιστικοποιείται με ένα ξέχωρο τρόπο, ο οποίος σε τίποτε δεν έχει να κάνει με το ανατολικό πρότυπο. Η θέση της δύσης ανακτά έναν περισσότερο, πνευματικό χαρακτήρα με το ύφος και το πρόσωπο ετούτης της ανώτερης δύναμης, καθιστώντας τη βιωματική διάσταση λιγότερο ουσιώδη. Η καθολική διάσταση, όπως ακεραιώθηκε μες στην ιστορική πορεία, υιοθέτησε έναν χαρακτήρα σεβάσμιο, έθεσε και καθιέρωσε μια απόλυτη διάσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και την θεολογική του υπόσταση. Ίσως με τούτο τον τρόπο ερμηνεύεται η ιλιγγιώδης τεχνοτροπία των επαρχιακών ναίσκων στις ορεινές επαρχίες της Νορμανδίας που κρατούν πελώρια και αιχμηρή της ανεπαρκή γεωμετρία τους. Συνιστά προϊόν της ανθρώπινης ανάθεσης προς το υψηλότερο και το ανώτερο, δείγμα του ανεφάρμοστου εκείνου δεσμού, ο οποίος ρυθμίζει τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το θεώρημά του. Πρόκειται για ένα είδος αδράνειας, -αν θα μπορούσαμε ποτέ να εκτιμήσουμε τον άνθρωπο και τη θέση του εμπρός σε ετούτη την αδράνεια- στην πραγμάτωση του θεϊκού οράματος. Και η πίστη που υπολείπεται μιας ανθρωπινότερης ουσίας δεν στέκει ικανή να αντικαταστήσει τα κενά σημεία, να αποκαταστήσει τη σχέση τρυφερότητας με την οποία προικίστηκε η ανατολική εκκλησία μες στην πορεία των αιώνων.
Η έννοια της ταπεινότητας, εκφρασμένη στις απόμερες βασιλικές και τις σκαμμένες σπηλιές των αναχωρητών στα υψηλότερα επίπεδα των Μετεώρων, η εγκοσμιότητα με την οποία οι μαρτυρικές μορφές περιβάλλονται, η ανθρώπινη αδυναμία εκφρασμένη από τον ίδιο τον φορέα της ανθρώπινης και θρυλικής αμεριμνησίας, όλοι τούτοι οι λόγοι, ακόμα και αν συνδέονται και με τους δύο κόσμους της προλογικής αναφοράς μας, εντούτοις πραγματώνονται με μια απίστευτη πληρότητα στην περίπτωση της ανατολικής ορθοδοξίας. Η τραχύτητά της έχει να κάνει περισσότερο με ένα υποδειγματικό και θαρραλέο, ώριμο τρόπο βίωσης της ανθρώπινης βεβαιότητας του θανάτου, παρά με την αποστασιοποιημένη θέση του Θεού εμπρός στα θεμελιωμένα μας πάθη. Και ίσως για τούτο η έκβαση της θρησκείας, όπως ακεραιώνεται στη θεσπισμένη εκκλησία μας εμπεριέχει ως βασικό κριτήριο το ξεπέρασμα του φόβου, την αποδοχή ενός χρόνου οριστικά κάθετου, άπειρου και αμετάκλητου, ικανού να υπομείνει τη θεραπευμένη πια παρουσία μας. Ο φόβος της ανατολικής εκκλησίας, αποκύημα της ίδιας της ανθρώπινης φύσης, ο τρόμος που στοιχειώνει τις μέρες και τις ευχές μας, μπορεί να γαληνέψει οριστικά μέσω ενός αισθητικού μέσου, μιας οδού βασισμένης στην ψυχική αναγκαιότητά μας. Και έτσι μαιρεύουν πια τα ανθρώπινα πάθη, γιατί υφίσταται ο ρυθμός και τούτος ανταποκρίνεται σε ένα εσωτερικότερο πεδίο, σε μια αισθητική δυναμική κοντύτερα στο συγκινησιακό βάρος που φέρουμε. Οι βλαστόμορφες μορφές των αγίων, οι εξαρθρωμένες αρθρώσεις τους, τα ισχνά σώματα των χρωστήρων βεβαιώνουν την αδυναμία μας και καθιστούν την αγιοσύνη, όχι προτέρημα των λίγων μα ένα κέρδος απόλυτα συνυφασμένο με μια συνεχή και συνεπή, μαρτυρική πορεία. Είναι άλλωστε στην ευθύτητα του βλέμματος των επί του τέμπλου αγίων, ετούτη η συνειδητή κατάφαση και ακριβώς σε αυτό το στοιχείο εντοπίζουμε την παρηγοριά, τη θέρμη που συνεπάγεται η τρυφερή παραδοχή εκ μέρους μας μιας εμπύρετης και οξείας αγωνίας. Η άποψη που θέλει την τελείωση και την πληρότητα βιώματα αδύνατα και για τούτο αμετουσίωτα στο σώμα της τέχνης, εδώ διαψεύδεται. Είναι ακριβώς η ανθρώπινη αδεξιοσύνη που παρηγορείται και υπομένεται από την πάντα τραχιά και λιπόσαρκη αισθητική της πίστης μας. Έτσι θα μπορέσουμε κάποτε να υπομείνουμε τις απειλητικές φαντασμαγορίες που υποκαθιστούν την επιπολαιότητα της φαινομενικά, στερεής ύπαρξής μας. Η διάκριση τούτη, η απόπειρα να απεικονιστούν τα αισθητικά όρια των δύο, διαφορετικών θεολογικά κόσμων δεν συνιστά παρά μια ανεπαρκή προσπάθεια να εκλογικευτεί το άρρητο αίσθημα που μας γεννούν οι προσεχείς μέρες. Προτού ολοκληρώσουμε την αδόκιμη, ετούτη τοποθέτηση ανακαλούμε τις διδασκαλίες της κινηματογραφικής θεωρίας και λογίζουμε τη θεατρικότητα των δύο θρησκειών, με τη σαφή διαβάθμιση ως τελετουργικές συλλήψεις. Την υφολογική αμηχανία έρχεται να καταλαγιάσουν οι φυσικές κινήσεις, ορίζει η σχετική θεωρία και έτσι επιτρέπει την αναγωγή του αξιώματός της στο επίπεδο της φυσικής, όσο και βαθιά ανθρώπινης εκτίμησης των μύχιων φόβων μας, καθώς πραγματώνεται η τελευταία από την ουσία του δόγματος της ανατολικής, ορθόδοξης εκκλησίας. Η πίστη, πέρα ακόμα και από τούτη τη διάκριση παρέχει στις ανθρώπινες απειλές ένα όνομα για να υπάρχουν, ένα πρόσωπο για να μετρηθούμε εμείς οι ίδιοι με την απανθρωπιά τους, παραφράζοντας τον Χαλκιδαίο Γιάννη Σκαρίμπα. Τελειώνοντας, μνημονεύουμε το «Ελεύθερο Πνεύμα» του Θεοτοκά και τη θέση του περί ενός έθνους λιγότερου δογματικού, λιγότερο προσκολλημένου στις αξιωματικές θέσεις της πίστης. Ετούτη η θέση δεν μπορεί παρά να αφήνει μια ευκαιρία στην καλλιτεχνική ευαισθησία, τη μόνη ρεαλιστική πραγμάτωση του δόγματος δηλαδή, προκειμένου να επιβεβαιώσει τη δυναμική της θέση στον καθορισμό του είδους της πίστης μας, των παθών μας, της παράδοξης ζωής μας που καίγεται και εφεξής θα ονομάζεται πια απελπισία και βασίζεται πρώτιστα σε μια διάσταση αισθητική.


Δεν υπάρχουν σχόλια: