Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ [Απόστολος Θηβαίος]



ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Τον είχαν για χαμένο τόσα χρόνια. Δεν είχαν μάθει τίποτε για εκείνον. Και ρώτησαν, πάσχισαν, στάθηκαν σαν σιδεριές, ακίνητοι με όλους τους καιρούς, κάτω στο λιμάνι. Μήπως κανείς ήξερε, μην έμαθε κανείς τίποτε, μία πληροφορία, αν ζει ή αν πέρασε σε αιώνιες, πια μονές. Μάταια. Κανείς δεν είχε υπόψη του το παραμικρό. Μόνο κάτι σκόρπιες ειδήσεις για έναν που του έμοιαζε στο Καράκας ή μετά στην Παταγονία, ότι εκεί αγόρασε γη και ζει πια με την οικογένειά του, ευτυχισμένος, μακριά από την Κόρινθο. Όλα ετούτα δημιουργούσαν βέβαια μια κάποια αισιοδοξία, όμως ύστερα που γύρναγαν στο έρημο σπίτι, λησμονούσαν τη χαρά τους γιατί σε όλες τις γωνιές και τα δοκάρια και έξω πάλι στους κήπους, μαύρο σκοτάδι και απαίσια πουλιά, τα σκιερά πουλιά της λήθης. Ένας εκκωφαντικός ήχος, αργός, να μετράει τις μέρες και τα χρόνια και εκείνους που φεύγουν ένα κάποιο απόγευμα, όταν όλος ο τόπος φλέγεται από τη θέρμη και τα παιδικά παιχνίδια. Ο χειμώνας στο συνοικισμό είναι βαρύς, σκληρός, αργός χειμώνας. Και το παιδί εχάθη πια στις μακρυσμένες θάλασσες και ίσως να έδωσε μια λάθος απάντηση και ίσως να πνίγηκε και να έχει τώρα κοράλλια μες στα μάτια και γύρω από τα μαλλιά του ή πάλι να αγάπησε ένα θαλασσινό κορίτσι, καθώς εκείνα που λεν πως ζουν στα σπουδαία βάθη. Γέρασαν. Οι συγγενείς τους συμβούλεψαν να τον δηλώσουν για νεκρό. Να αγοράσουν και ένα κενοτάφιο, να βάλουν εκεί μέσα μια καλή, ασημένια φωτογραφία από τον καιρό του στρατού που ήταν χρόνια εύθυμα. Ο πατέρας είχε σχεδόν πειστεί. Πήγαινε στο καφενείο, μέσα βαθιά κοντά στα ψυγεία και πνιγότανε στο κρασί ίσαμε αργά το βράδυ. Έπειτα καθώς πάντα στο εμπορικό λιμάνι της πόλεως που έχει ολόφωτες γερανογέφυρες και πλοία φορτωμένα με ξυλεία, καπνό και σίδερα. Ρωτά, χτυπιέται, έπειτα όσοι τον γνωρίζουν από τους φύλακες περπατούν μαζί του , τον αφήνουν και μιλά για τα βάσανά του, πρέπει να γυρίσει στη γυναίκα του, είναι γριά, η μοναξιά της είναι σκληρό και αδίσταχτο πράγμα. Πάντα γυρνά και κοιτά κατά τη θάλασσα, στο μακρινό, χερσαίο άνοιγμα του Ηραίου και σχεδόν τον αντικρίζει που γνέφει και είναι ολοκάθαρος, όπως τα σπίτια τις βορινές μέρες. Σέρνει τα βήματά του στο συνοικισμό, οι λιγοστοί ποδηλάτες που αναχωρούν για τα εργοστάσια κοντά στο στρατόπεδο τον χαιρετούν ή σαστίζουν που τον βλέπουν μια τέτοια ώρα. Είναι χάραμα και το πρωί είναι αβάσταχτο, γιατί θα πρέπει να σηκωθεί ξανά η σπαραχτική ελπίδα, σαν τις σημαίες των λεπρών στα απομακρυσμένα κάστρα. Είναι αβάσταχτο και θέλει πολύ να πεθάνει μια τέτοια ώρα. Η γριά απελπισμένη καίγεται εμπρός στα εικονίσματα, σαν απελπισία καίγεται και δεν θα αργήσει εκείνη η ώρα που θα συρθεί ως το λιμάνι και έτσι, ως ρωγμή βαθύτατη μες στο λιοπύρι θα προσμένει τα ποντοπόρα πλοία. Και εκείνο το μαχαίρι πάνω στο τραπέζι που κρατιέται, εκείνο το μαχαίρι που σκουριάζει, πώς ουρλιάζει η ψυχή του εμπρός στο μαχαίρι. Έτσι περνούν τόσοι χειμώνες και αλλάζουν τα φεγγάρια και το χρώμα των μαλλιών τους. Αργά το απόγευμα φάνηκε από το βάθος της οδού η μορφή ενός νεαρού άνδρα. Κρατήθηκαν από τα χέρια, σηκώθηκαν και τον κοιτούσαν που ερχόταν πελώριος και μυστικός ο άνδρας εκείνος. Λησμονήσαν τότε και το μαχαίρι και τη σκουριά και τον εκκωφαντικό χρόνο λησμόνησαν. Ο άνδρας ερχόταν και όλο ξεχώριζε η νεανική του όψη, το ισχνό του σώμα, καθώς τα σώματα όσων ταξίδεψαν πέρα από τους καημούς και τις τραχιές μέρες. Οι δυο γέροι, χρόνια έρημοι μες στο συνοικισμό, τον λησμόνησαν το γιο τους, συλλογίστηκαν εκείνον τον άνδρα που πλησίαζε σαν βροχή από μια άλλη γη και έτσι τρυφερά και ανθρώπινα στάθηκαν με τα «ιμάτιά τους ξεσκισμένα, με τις ψυχές κατάσαρκα να πάλλονται σαν πληγές αναβλύζουσες, με  τα αγκάθινα στεφάνια που κατέτρωγαν τις σάρκες τους.» Νύχτωνε στην Κόρινθο τότε που ο άνδρας ερχόταν και είχε μια βαθιά και ριζωμένη Άνοιξη ίσαμε πέρα, τα σκεπασμένα κτήματα του όρους Ζήρια. Οι εποχές που αλλάζουν καθώς το χρώμα των μαλλιών, οι στάχτες που πνίγουν τα σώματα. Άπλωσαν τα χέρια και τον αποκάλεσαν γιο τους. Ξερνούσε κόσμο ο συνοικισμός, κοπάδι ανθρώπινο κατέβαινε από τη γειτονιά του νοσοκομείου. Φαντάροι, κορίτσια των ναύλων, οι ιδρωμένοι ποδοσφαιριστές, αδέσποτα με λυτές σιαγόνες, βαριά οχήματα φορτωμένα στρατονόμους και παιδιά με ολάνθιστο το εφηβικό τους φύλλο. Τα μάτια της γριάς, βρώμικοι φεγγίτες, κλεισμένοι χρόνια, γύρω υγρασία από μεγάλα δάκρυα βροχής. Ο νεαρός άνδρας μύριζε βασιλικό και ζεστό ψωμί.

(αναδημοσίευση από 24γράμματα)

Δεν υπάρχουν σχόλια: