Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Φυγή.


Χώρος: Ένα δωμάτιο με ελάχιστο φωτισμό στο οποίο διακρίνεται μόνο ένας άντρας ο οποίος κάθεται σ' ένα τραπέζι και μονολογεί γράφοντας. Μια λάμπα φωτίζει μόνο το τραπέζι στο σημείο που γράφει. Δίπλα του κάτω στο πάτωμα ίσα, ίσα που διακρίνεται το περίγραμμα μιας βαλίτσας.
Η σκηνή ξεκινάει με τον άντρα να σκίζει σε μικρά κομμάτια ένα φύλλο χαρτί.

Όχι! Όχι! Δε θα τα γράψω όλα αυτά. Δεν υπάρχει λόγος. Τι σημασία έχει να αναφέρω τόσα για τα χρόνια που περάσαμε και πως άλλαξε... Τίποτα! Τρεις λέξεις είναι αρκετές. «Δεν αντέχω άλλο...
Γράφει.  
... και φεύγω».
Σβήνει νευρικά.
Το φεύγω δεν χρειάζεται, εννοείται! Σκέτο: «Δεν αντέχω άλλο». Τελεία. Ή μήπως θαυμαστικό; «Δεν αντέχω άλλο!». Ναι! Καλύτερα έτσι. Με θαυμαστικό!... Να δηλώνει το θαύμα της αντοχής μου...  Ίσως να έβαζα τρία θαυμαστικά. Ένα μετά από κάθε λέξη! Όχι τρία. Περισσότερα! Να γεμίσω το χαρτί θαυμαστικά! Και τους τοίχους... Έχουν αυτιά και ξέρουν. Μιλιά δεν έχουν. Αν τους ξύσουν, κάτω απ' τη μπογιά, θα τα βρούνε όλα τυπωμένα! Όλα όσα άδικα έχω ακούσει. Μόνο που θα χρειάζεται και κάποιος ειδικός, σαν αυτούς που αφαιρούνε τα διαδοχικά στρώματα από μπογιές από τους πίνακες για να τα βρούνε όλα. Αποκλείεται οι τοίχοι να τα χωρούσανε σε μια στρώση! Ποιος ξέρει πόσα επάλληλα στρώματα θα έχουν σχηματιστεί.
Κάνει κίνηση να σηκωθεί.
Άσε καλύτερα, ας τους ψάξουν οι ειδικοί. Εμένα τι με νοιάζει πια. Εγώ φεύγω. Δεν αντέχω άλλο και φεύγω. Και πολύ άντεξα. Άσε που θα με καθυστερήσει να ξύνω τους τοίχους και μπορεί και να γυρίσει και... Όχι, όχι! αυτό δεν το μπορώ. Πρέπει να φύγω γρήγορα. Τώρα!
Πάει να σκίσει το χαρτί που έγραφε, αλλά μετανιώνει.
Μάλλον όχι, έτσι θα το αφήσω, με τη μουτζούρα. Ναι είναι πιο ωραίο με τη μουτζούρα. Να δείχνει ότι κάτι πήγα να γράψω, να εξηγήσω, αλλά... βαρέθηκα! Ναι να φαίνεται αυτό. Ότι βαρέθηκα. Ούτε να εξηγήσω δεν ήθελα. Πρέπει να φαίνεται αυτό!... Ότι βαρέθηκα! Να εξηγήσω; Τι να εξηγήσω; Λες και δεν ξέρει και χρειάζεται και εξήγηση. Καμία εξήγηση! Ξέρει! Εξηγείς σε αυτόν που δεν ξέρει. Αυτή ξέρει! Άσε που μπορεί να το δείχνει και να λέει: «Κοιτάξτε πόσα ψέματα γράφει για να δικαιολογηθεί που με άφησε!» Ναι έτσι θα λέει: «Να δικαιολογηθεί που με άφησε». Όχι δε θα λέει «που με άφησε», «που με παράτησε», θα λέει. «Παράτησε»! Αυτή είναι η λέξη που θα χρησιμοποιεί. Το άφησε σημαίνει και ελευθέρωσε ενώ το παράτησε σημαίνει εγκατέλειψε.  «Εγώ», ναι θα βάζει το εγώ μπροστά όπως κάνει πάντα. Ήθελα να ήξερα ποιος δάσκαλος της έμαθε να ξεκινάει όλες τις προτάσεις με το εγώ; Λες και οι υπόλοιπες λέξεις δεν επιτρέπεται να είναι στην αρχή μιας πρότασης. «Εγώ, εγώ, εγώ...». «Εγώ του ήμουνα πάντα δίπλα». Ναι έτσι θα λέει: «πάντα δίπλα, ακόμα και τώρα που έτρεχα με τη μαμά τίποτα δεν του έλειψε. Μόνη μου», ναι έτσι θα λέει, «μόνη μου τράβαγα το κάρο με τη μαμά και σε αυτόν δεν έλειψε τίποτα. Έτρεχα» ναι έτσι θα λέει, «έτρεχα για να τα προλάβω όλα και να είμαι σε όλα συνεπής». «Και ήμουν!», ναι έτσι θα λέει, «και ήμουν». Ναι αλλά εγώ όταν έλειπε έκανα τα πάντα, αυτό δε θα το πει, και όταν ήταν εδώ, δεν ανέπνεα! Δεν υπήρχε οξυγόνο για μένα!... «Εγώ του ήμουνα πάντα δίπλα κι αυτός με παράτησε και με παράτησε τώρα που η μαμά έπεσε και χτύπησε και κάθε δεύτερο βράδι κάθομαι δίπλα της για να γυρίζει και κοιτάξτε, κοιτάξτε εδώ!, τι δικαιολογίες γράφει. Κοιτάξτε τι ψέματα γράφει για να δικαιολογηθεί που με παράτησε. Ναι! ψέματα και γελοίες δικαιολογίες. Και με παράτησε τώρα που χτύπησε η μαμά και αναγκάζομαι να πηγαίνω βράδυ παρά βράδυ να την προσέχω». Και γιατί πάει παρακαλώ; Γιατί η αδελφούλα της, της το ξεκαθάρισε: Αφού δε μπορεί, βέβαια μπορεί! όχι μπορείτε, μπορεί! Γιατί εγώ είμαι ο ανίκανος...  Αφού δε μπορεί, λοιπόν, να δώσει τα μισά τότε να έρχεσαι να κοιτάς τη μαμά κάθε δεύτερη μέρα μέχρι το επόμενο πρωί. Αυτός, εγώ δηλαδή! δε μπορεί, εσύ να υποφέρεις! Εγώ ο ένοχος! Λες και φταίω που έπεσε η μαμά! Αλλά «έτσι είναι», θα φωνάζει, «όταν δίνεις τα πάντα κανείς δε σε εκτιμά»... «Και περίμενε τώρα» , ναι θα το τονίσει το τώρα, «για να το σκάσει». Το χειρότερο κατηγορητήριο που υπάρχει. Καμία υπεράσπιση δεν το ανατρέπει... Δε με νοιάζει όμως... «Δεν αντέχω άλλο». Όχι καμία εξήγηση. Όχι ότι δε θα πει, αλλά δε θα μπορεί να το δείχνει. Δε θα μπορεί να εξηγεί. Άσε που μπορεί και να το σκίσει και να λέει: «Δεν ξέρω χάθηκε. Ήταν η μέρα που πήγαινα στη μαμά και καθόμουν όλη τη νύχτα και όταν γύρισα το πρωί είχε φύγει μαζί με κάποια πράγματά του και μια βαλίτσα. Δεν ξέρω», θα λέει, «ούτε ένα απλό σημείωμα δε βρήκα». «Όχι, δεν είχα καταλάβει κάτι», χα-χα-χα, έτσι θα λέει: «Δεν είχα καταλάβει κάτι». «Ήτανε να μετακομίσουμε και στο καινούργιο μας σπίτι». Εννοείται πως η μετακόμιση μας στο καινούργιο σπίτι θα είναι κριτήριο. Κριτήριο ότι όλα πήγαιναν καλά. Ποιο ζευγάρι πάει σε καινούργιο μεγαλύτερο σπίτι όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά;... Εμένα όμως δε με ρώτησε ποτέ αν μπορούσα. Αν μου έφταναν. Ποτέ δεν ασχολήθηκε. Πάντα έπρεπε να μπορώ. Τη νύχτα μέρα έκανα να μπορώ να της δίνω. Και λοιπόν; Και που το έκανα;  Πάντα έπρεπε να φέρνω περισσότερα! Δέκα χρόνια γάμου και είναι το τέταρτο σπίτι που θα μετακομίζαμε. Πάντα δε μας χώραγαν. Και αυτό σε δυο τρία χρόνια θα άρχιζε πάλι να το βρίζει ότι την πνίγει. Όταν το άκουγα αυτό, ότι «αυτό το σπίτι με πνίγει», ήθελα να την πνίξω. Καλά το πρώτο ήτανε μικρό, τα επόμενα όμως ήτανε μεγάλα και σε πολύ καλή θέση. Όταν τα έβλεπε τρελαινόταν από τη χαρά της και έλεγε για τις παιδικές φωνές που θα το πλημμύριζαν, τα παιδιά που θα κάναμε, αλλά μετά από ένα δυο χρόνια άρχιζε: «Με πνίγει»... Ναι αλλά αυτός που πνιγόταν να μπορέσω ήμουνα εγώ! Εγώ που ότι και να έκανα ποτέ της δεν το αναγνώρισε. Έπρεπε! Εγώ έπρεπε! Ενώ αυτή πρόσφερε! Εγώ έπρεπε, αυτή πρόσφερε. Και βέβαια το ευχαριστώ ανήκει σε αυτόν που προσφέρει και όχι σε αυτόν που οφείλει!... Ας μην αργώ άλλο. Μπορεί να γυρίσει όπου να 'ναι... Θα ξημερώσει σε λίγο... Πρέπει να φύγω. Θα το αφήσω στην κουζίνα...
Κάνει κίνηση σα να πάει να σηκωθεί...
Εδώ θα το αφήσω. Όχι στην κουζίνα. Θέλω να το δει αμέσως μόλις μπει! Αμέσως!
Σηκώνεται, πιάνει τη βαλίτσα, ανάβει ένα φως και ρίχνει μια ματιά στο δωμάτιο το οποίο διακρίνεται για πρώτη φορά από τους θεατές. Πρόκειται για ένα λιτό σαλόνι όπου όμως, στη άλλη άκρη του τραπεζιού που καθόταν, βρίσκεται πεσμένη κάτω, νεκρή, μια γυναίκα αιμόφυρτη κι ένα μαχαίρι γεμάτο αίματα. Τρέχει δίπλα της και μαζεύει ένα σπασμένο κομμάτι καθρέφτη. Κάτι είναι γραμμένο πάνω του με αίμα. Το διαβάζει: 
«ΔΕΝ! ΑΝΤΕΧΩ! ΑΛΛΟ!»

(11.12.2009)


Δεν υπάρχουν σχόλια: