Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Η εξομολόγηση του Σταυρόγκιν [Fyodor Mikhailovich Dostoevsky, μετ. "Π" – εκδόσεις "Χ. Γανιάρη"] μέρος ΙΙ από ΙΙΙ

II


Ο τύπος των φύλλων εκείνων φανέρωνε, αληθινά, πως είχανε τυπωθεί στο εξωτερικό. Ήτανε τρεις κόλες κοινού χαρτιού επιστολής, σε σχήμα φυλλαδίου. Θα είχε στοιχειοθετηθεί φυσικά σε κανένα ρούσικο τυπογραφείο του εξωτερικού, γιατί τα φύλλα μοιάζανε σαν προκήρυξη.
Ο τίτλος έλεγε: «Από μέρος του Σταυρόγκιν».
Αντιγράφω κατά λέξη το έγγραφο τούτο, στο διήγημα μου. Φρόντισα ωστόσο να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη, που ήταν πάρα πολλά, τόσο που με ξάφνισαν, γιατί αυτός που τα έγραψε ήταν, μ’ όλα τούτα, άνθρωπος μορφωμένος και διαβασμένος μάλιστα πολύ. δεν πείραξα όμως καθόλου το ύφος, κι ας είχε και σολοικισμούς, ακόμη και ασάφειες. Είναι οπωσδήποτε φανερό, πως αυτός που τα ‘γραψε δεν ήτανε συγγραφέας. Θα προσθέσω ακόμα μια παρατήρηση, μ’ όλο που προτρέχω απ’ τη διήγηση. Το έγγραφο αυτό, είναι, κατά την ιδέα μου, προϊόν ανθρώπου, που όταν έγραφε βρισκότανε σε κρίση˙ το έργο του είναι δημιούργημα του δαιμονίου που τον κατείχε. το συναίσθημα που τον έσπρωξε να γράψει το έγγραφο αυτό, είναι απαράλλαχτο σαν κ’ εκείνο που νοιώθει ένας άρρωστος που υποφέρει από πόνους δυνατούς και που στριφογυρίζει στο κρεβάτι του για να ξαπλωθεί με τρόπο τέτοιο, που να νοιώσει κάποιο ξαλάφρωμα ή, αν όχι ξαλάφρωμα, κάποια μεταβολή του πόνου. Κι άμα το πετύχει, δε συλλογιέται, βέβαια, πια, αν είναι όμορφη ή αν είναι καλή η θέση που πήρε.
Η κυρίαρχη σκέψη του εγγράφου αυτού συνίσταται στην τρομαχτική ανάγκη της τιμωρίας, του σταυρώματος, του βασανισμού μπροστά σε κόσμο.
Από την άλλη πάλι τη μεριά, ολόκληρο το έγγραφο είναι ταυτόχρονα έργο στασιαστού, ανθρώπου απελπισμένου, μ’ όλο που φαίνεται πως γράφτηκε γι’ άλλο σκοπό. Ο συγγραφέας δηλώνει πως «δεν μπόρεσε να μη γράψει˙ πως ήταν «αναγκασμένος να γράψει», κι αυτό φαίνεται λογικό.
Θα ήθελε, σίγουρα να παρέλθει απ’ αυτού το ποτήριον τούτο, άλλα κάτι τον έδενε μ' αυτό, τον έδενε πραγματικά, κ' έτσι, άρπαξε την ευκαιρία καινούργιας μανίας, σωστής επανάστασης. Ναι, ο άρρωστος αναταράζεται στο κρεβάτι του και πολεμά ν’ αναπληρώσει έναν πόνο μ' άλλον πόνο. Από κει παίρνει αφορμή ο αγώνας του κατά της κοινωνίας, αγώνας που θα του εξασφαλίσει μια θέση, πιο υποφερτή, και τότε ρίχνει στην κοινωνία το γάντι του. Το γεγονός και μόνο της συντάξεως παρόμοιου εγγράφου είναι πρόκληση κατά της κοινωνίας απροσδόκητη και ασυγχώρητη. Διακρίνεις μέσα σ’ αυτό μια δίψα μια πρόκληση ενός οποιουδήποτε αντιπάλου.
Μπορεί ακόμη να υποτεθεί, πως τα φύλλα αυτά, τα προορισμένα για το φως της δημοσιότητας, είναι πράξη προσβλητική, ιδιόρρυθμη. Οπωσδήποτε, δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει, πως, μ' όλα ταύτα το έγγραφο είναι πλαστό, πως μ’ άλλα λόγια όλα όσα λέγονται εκεί μέσα είναι απ’ αρχής ως στο τέλος παραμύθι. Δίχως άλλο, η αλήθεια πρέπει, να ζητηθεί ανάμεσα από τα δυο άκρα.
Μα θαρρώ, πως πάρα πολύ έχω προκρίνει τα πράγματα και πως το σίγουρο είναι να ξαναγυρίσουμε στο έγγραφο το ίδιο.
Ιδού τι διάβασε ο Τύχων :
«Από μέρους του Στανρόγκιν.
« Εγώ, ο Νικόλας Σταυρόγκιν, απόστρατος αξιωματικός, έζησα στην Πετρούπολη το 186... περνώντας άσωτη ζωή, χωρίς να βρω σ' αυτή καμιά ευχαρίστηση. Για κάμποσον καιρό, κρατούσα εκεί τρεις κατοικίες. «Καθόμουνα ταχτικά σ’ ένα σπίτι που νοίκιαζε δωμάτια επιπλωμένα, όπου κατοικούσε τότε κ' η Μαρία Λεβιαδκίν, που έγινε αργότερα νόμιμη γυναίκα μου. Τις άλλες τις κατοικίες τις είχα νοικιασμένες για βρωμοδουλειές: στη μια απ’ αυτές δεχόμουνα μια κυρία πού μ’ αγαπούσε˙ στην άλλη την καμαριέρα της. Για κάμποσον καιρό με παρακινούσε η όρεξη να κάμω ν' απαντηθούμε στο σπίτι μου η κυρία και το κορίτσι. Επειδή ήξερα τους χαραχτήρες τους, λογάριαζα πως θα γλεντούσα κάπως με το ηλίθιο αυτό χωρατό.
«Για να προετοιμάσω το συναπάντημα τούτο, πήγαινα συχνότερα στην κάμαρα που κρατούσα σ’ ένα μεγάλο σπίτι της οδού Γκοροχοβίγια, όπου ερχότανε πάντα η καμαριέρα. Η κάμαρα μου ήτανε στο τέταρτο πάτωμα, μέσα σε μια κατοικία φτωχονοικοκυραίων της Πετρούπολης. Οι νοικοκύρηδες μου βαστούσανε ένα δωμάτιο διπλανό, τόσο πολύ στενόχωρο, που αναγκαζόντανε ν’ αφήνουνε ανοιχτή την πόρτα που συγκοινωνούσε με την κάμαρά μου. Ο άντρας, με γενειάδα μεγάλη και μακριά ρεντιγκότα, ήταν υπάλληλος σε κάποιο γραφείο, και ξεκινώντας το πρωί, δε γυρνούσε παρά τη νύχτα πίσω. Η γυναίκα καμιά σαρανταριά χρονών, ξήλωνε παλιά ρούχα και τα γύριζε από την ανάποδη, κ’ έλειπε συχνά για να πηγαίνει να παραδώσει τη δουλειά της. Έμενα ολομόναχος με το κοριτσάκι τους, που φαινότανε ολότελα σαν παιδί. Τήνε λέγανε Ματριόσα. Ή μητέρα της την αγαπούσε, μα την έδερνε συχνά, και της έβγαζε τις φωνές για το τίποτα, όπως συνηθίζουνε αυτής της λογής οι γυναίκες. Η μικρούλα με υπηρετούσε και συγύριζε την κάμαρα μου.
«Δηλώνω πως έχω ξεχάσει τον αριθμό του σπιτιού. Ζήτησα πληροφορίες, κ’ εκείνο που ξέρω σήμερα, είναι μονάχα πως το παλιό αυτό ακίνητο το γκρεμίσανε και πως στη θέση του, όπως και στη θέση δυο άλλων ακόμη παλιών σπιτιών. Χτίστηκε τώρα ένα μεγάλο σπίτι καινούργιο. Ξέχασα ακόμη και το όνομα των φτωχονοικοκυραίων εκείνων˙ μπορεί και να μην το ήξερα ποτέ μου. Θυμούμαι ωστόσο, πως τη γυναίκα τήνε λέγανε Στεπανίδα˙ τ’ όνομα του ανδρός δεν το θυμούμαι, μήτε ξέρω τι απογίνανε κ’ οι δυο τους. Φαντάζουμαι, πως αν ψάξει κανείς, κι αν ζητήσει πληροφορίες στην αστυνομία της πρωτεύουσας, θα μπορούσε να ξαναβρεί τα χνάρια τους.
«Η κατοικία έβλεπε κατά την αυλή».
«Τα γεγονότα που θα ιστορήσω γίνανε τον Ιούνιο. Μια μέρα χάθηκε από το τραπέζι μου ένας σουγιάς, που δεν τον μεταχειριζόμουνα ποτέ μου˙ έστεκε εκεί απάνω χωρίς λόγο. Μίλησα για το χάσιμο αυτό στη νοικοκυρά, χωρίς να συλλογιστώ πως εκείνη θα ξυλοφόρτωνε την κόρη της. Είχε βγάλει κιόλας τις φωνές γιατί χάθηκε κάποιο κουρέλι και τα ‘χε βάλει με τη μικρή, θαρρώντας πως το ‘χε σουφρώσει για την κούκλα της. Όταν αργότερα το κουρέλι εκείνο βρέθηκε κάτω απ’ το τραπεζομάντηλο, η μικρή δεν είπε ούτε ένα παράπονο που τιμωρήθηκε άδικα και κοιτούσε μονάχα σιωπηλή. Πρόσεξα, πως το έκανε επίτηδες, και τότε, για πρώτη φορά, κοίταξα καλύτερα το πρόσωπο της. Ως τότε δεν είχε προκαλέσει την προσοχή μου. Ήτανε ξανθουλή, με πρόσωπο γεμάτο από πανάδες, πρόσωπο πρόστυχο μα με κάποιαν έκφραση ολότελα παιδιάτικη και εξαιρετικά γλυκεία.
«Η μητέρα ήταν δυσαρεστημένη που δεν έβλεπε την κόρη να της παραπονιέται για την άδικη τιμωρία. Κ’ έτσι το περιστατικό του σουγιά της χάλασε ακόμη περισσότερο το κέφι. Ήταν απελπισμένη που τιμώρησε δίχως λόγο το παιδί της. Έβγαλε μερικές βέργες απ’ τη σκούπα της κ’ έδειρε μ’ αυτές την κόρη της τόσο δυνατά, που μείνανε κόκκινα χνάρια στο πετσί της. Και το ‘καμε αυτό μπροστά μου, μ’ όλο που η κόρη της ήτανε κιόλας δώδεκα χρονών. Η Ματριόσα δεν έβγαλε φωνές που τις έφαγε, σίγουρα επειδή ήμουνα κ’ εγώ μπροστά στο καταχείρισμά της, σε κάθε όμως χτύπημα έβγαζε ένα παράξενο αναφιλητό σα λόξυγκα, κ' εξακολούθησε να ‘χει λόξιγκα και μιαν ώρα ακόμα αργότερα.
«Ωστόσο, είχε συμβεί τούτο στην αρχή: την ίδια τη στιγμή που η νοικοκυρά όρμησε στη σκούπα για να βγάλει μερικές βέργες, εγώ ξαναβρήκα το σουγιά στο κρεβάτι μου, όπου θα είχε πέσει σίγουρα από το τραπέζι. Αμέσως μου ήρθε η ιδέα να μην το μαρτυρήσω για να ξυλοκοπηθεί το κοριτσάκι. Την απόφαση αυτή την πήρα μονομιάς˙ σε στιγμές παρόμοιες, λες και μου σβήνει η πνοή... Μα είμαι αποφασισμένος να τα ιστορήσω όλα καθαρά και ξάστερα, για να μη μείνει τίποτα κρυφό.
«Κάθε κατάσταση εξαιρετικά άθλια, τρομερά ταπεινωτική και πρόστυχη, κι απάνω απ’ όλα τα γελοία, όπου μου ‘τυχε να βρεθώ, προκαλούσε μέσα μου θυμό μεγάλο, μα και κάποια ηδονή ανέκφραστη ταυτόχρονα. Το ίδιο πάθαινα και στις στιγμές που έκανα καμιά παλιανθρωπιά, ή που βρισκόμουνα σε κίνδυνο. Αν είχα κλέψει τίποτα, θα αισθανόμουνα την ώρα της κλοπής κάποια μέθη μπροστά στο βάθος της ατιμίας μου. Εκείνο που σε τέτοιες περίστασες μ’ ευχαριστούσε, δεν ήταν η ατιμωτική πράξη - όχι - αλλά η εξαίρετη ηδονή που μου ‘δινε το οξύ συναίσθημα της προστυχιάς μου. Το ίδιο μου τύχαινε κάθε φορά, που, τη στιγμή της μονομαχίας, περίμενα, τον πυροβολισμό του αντιπάλου μου: ένοιωθα συναίσθημα παρόμοιο. Ομολογώ, πως το συναίσθημα αυτό το γύρεψα συχνά επίτηδες, γιατί έχει απάνω μου πολύ δυνατήν επίδραση. Όταν δεχόμουνα κανένα ράπισμα (κ’ έχω δεχθεί δυο φορές μπάτσους στη ζωή μου), ένοιωθα και πάλι το ίδιο συναίσθημα, κι ας μ' έπιανε αγανάχτηση, Άμα καταφέρνεις όμως να κράτησης το θυμό σου, τότε η ευχαρίστηση ξεπερνά κάθε ηδονή που μπορείς
να φανταστείς.
«Ποτέ μου δε μίλησα σε κανέναν, φυλάχτηκα μάλιστα. να μην κάμω ποτέ μήτε τον παραμικρότερο υπαινιγμό γι’ αυτή μου την αθλιότητα, την έκρυψα πάντα σαν ντροπή μου. Όταν με χτυπήσανε κάποτε και με σύρανε από τα μαλλιά σε μια ταβέρνα της Πετρούπολης, δεν ένοιωσα το συναίσθημα αυτό της ντροπής, αλλά μονάχα φοβερό θυμό, μ’ όλο που δεν ήμουνα μεθυσμένος. Αν, από την άλλη μεριά, ο Γάλλος εκείνος υποκόμης, που, στο εξωτερικό, με μπάτσισε, και που του κομμάτιασα, σε μονομαχία, το κάτω του σαγόνι, αν ο υποκόμης αυτός μ’ έπιανε από τα μαλλιά και μ’ έριχνε κατά γης, θα ένοιωθα τότε σίγουρα ηδονή μεθυστική κι όχι θυμό.
«Όλα τούτα τα λέω για να μάθουν όλοι, πως το συναίσθημα εκείνο ποτέ δε με κυριαρχούσε ολότελα, και πως διατηρούσα πάντα και τέλεια τη συνείδηση μου. Αν το ήθελα, θα μπορούσα να εξουσιάσω το συναίσθημα εκείνο, ακόμα κι όταν έφτανε στη μεγαλύτερη ένταση του, μα ποτέ δε μου ήρθε τέτοια διάθεση. Είμαι πεπεισμένος πως θα κατάφερνα να περάσω ολόκληρη τη ζωή μου, σαν αγνός καλόγερος, μ’ όλο που είμαι προικισμένος με κτηνώδη ηδυπάθεια, που πάντα την ερέθιζα μέσα μου. Επιμένω λοιπόν να δηλώσω, πως δεν έχω καμιά πρόθεση να δικαιολογήσω τα κρίματά μου, ούτε με την επίδραση του παρελθόντος, ούτε με το ανεύθυνο μυαλό αρρωστημένου.
«Όταν η τιμωρία του κοριτσιού πήρε τέλος, έβαλα το σουγιά στην τσέπη του γιλέκου μου, βγήκα απ’ το σπίτι χωρίς να πω λέξη και πήγα και τον πέταξα μακριά στο δρόμο, για να μη μάθει ποτέ κανείς πως τον είχα βρει.
«Ένοιωσα αμέσως πως αυτό που έκαμα ήτανε παλιανθρωπιά, και μ’ όλο τούτο αισθάνθηκα κάποια ευχαρίστηση, γιατί ένα συναίσθημα ακαθόριστο με φλόγισε σαν πυρωμένο σίδερο κ' έκανα γούστο.
«Περίμενα έπειτα δυο μέρες. Η μικρή, αφού έκλαψε, έγινε ακόμη περισσότερο σιωπηλή. Είμαι σίγουρος, πως δε μου κρατούσε καθόλου κάκια, ένοιωθε όμως ντροπή που τιμωρήθηκε με τέτοιον τρόπο μπροστά μου. 'Ωστόσο, σαν υπάκουο παιδί που ήτανε τα ‘βαζε μονάχα με τον εαυτό της για το ντρόπιασμά της αυτό. Το σημειώνω τούτο, επειδή έχει σημασία για ό,τι θα διηγηθώ πάρα κάτω.
«Πέρασα τις δυο-τρεις αυτές ήμερες στην κυριότερη κατοικία μου. Ένα σωρό άνθρωποι καθόντανε στο σπίτι εκείνο που νοίκιαζε επιπλωμένα δωμάτια: υπάλληλοι χωρίς θέση ή υπάλληλοι κατώτεροι, γιατροί δίχως πελατεία, κάθε λογής Πολωνοί, που μαζευόντανε όλοι γύρω μου. Ζούσα μέσα σ’ εκείνη τη χάβρα σαν ερημίτης, δηλαδή απομονωμένος μέσα στο μυαλό μου, τριγυρισμένος όμως ολημέρα από τσούρμο ολάκερο «συντρόφων», πολύ αφοσιωμένων σε μένα και που με λατρεύανε σχεδόν για τα χατίρι του πουγκιού μου. Θαρρώ, πως κάμαμε όλοι μαζί πολλές μπερμπαντιές, σε τρόπο που άλλοι νοικάρηδες μας φοβόντανε, δηλ. μας έδειχναν σεβασμό, κι ας κάναμε κακοήθειες πάρα πολύ τολμηρές κάπου-κάπου. Λιγουλάκι ακόμα να τραβούσαμε το σκοινί, θα ‘πρεπε να ετοιμάζουμαι για κανένα ταξιδάκι αναψυχής ως στη Σιβηρία. Βαριεστούσα σε τέτοιο σημείο, που θα μπορούσα να πάω να κρεμαστώ˙ κι αν δε κρεμάστηκα, είναι γιατί περίμενα πάντα πως θα γίνει κάτι, όπως αυτό το κάτι το περίμενα και σ’ όλη μου τη ζωή.
«Θυμούμαι, πως τότε ασχολήθηκα σοβαρά με τη θεολογία. Βάσταξε αυτό κάμποσον καιρό, ύστερα μου ξανάρθε η πλήξη, ίδια και χειρότερη.
«Όσο για τα πολιτικά μου τα φρονήματα, - αυτά κατασταλάζανε μέσα μου έτσι, που να μου γεννούν τη διάθεση να βάλω φουρνέλα στις τέσσερις άκρες του κόσμου και να τον τινάξω στον αέρα ολόκληρον, αν άξιζε, οπωσδήποτε, τον κόπο να το κάμω. Και τούτο όχι από καμιά ιδιαίτερη κακία, άλλα μονάχα από πλήξη. Δεν είμαι καθόλου σοσιαλιστής. Θαρρώ, πως όλη μου αυτή η διάθεση ήταν αρρώστια. Ο γιατρός Δομπρολιούβωφ, που καθότανε στο σπίτι εκείνο με τη φαμελιά του, μου αποκρίθηκε μια μέρα, όταν τόνε ρώτησα στα χωρατά αν υπάρχει κανένα φάρμακο, που να μπορεί να διεγείρει πολιτικές αρετές: «Για να διεγείρει πολιτικές αρετές, ίσως να μην υπάρχει κανένα˙ μα θα μπορούσε να βρεθεί φάρμακο που να διεγείρει τάσεις προς εγκλήματα». Ευχαριστήθηκα πάρα πολύ με το αστείο του, μ’ όλο που ήτανε φτωχός, κ’ είχε απάνω στο κεφάλι του γυναίκα έγκυο και δυο κοριτσάκια ψόφια από την πείνα. Η αλήθεια όμως είναι πως αν δεν ήτανε οι άνθρωποι υπερβολικά ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους, δε θα καταφέρνανε ποτέ να ζήσουν.
«Σ’ αυτές ακόμη τις δυο-τρεις μέρες (που τις άφησα να περάσουνε για να δώσω καιρό στο κοριτσάκι να ησυχάσει), έκαμα και μια κλεψιά, για να λυτρωθώ, χωρίς άλλο, από την ιδέα που μου ‘χε καρφωθεί στο νου, ή και μονάχα για να κάμω γούστο. Αυτή η κλεψιά ήταν η μοναδική που ‘χω κάμει στη ζωή μου.
«Σε δυο από τα επιπλωμένα δωμάτια που νοικιαζόντανε στο σπίτι μας, καθότανε ένας υπάλληλος με την οικογένειά του. Ήταν άνθρωπος καμιά σαρανταριά χρονών, όχι πολύ κοντός, και με καλό παρουσιαστικό, άλλα φτωχός. Δεν είχαμε σχέσεις πολλές, και φοβότανε τη βρωμοπαρέα μου.
«Μόλις είχε πάρει το μισθό του - εικοσιπέντε ρούβλια. Είχα πραγματικά ανάγκη από παράδες τη στιγμή εκείνη (μ' όλο που θα ‘παιρνε σίγουρα χρήματα σε τρεις μέρες με το ταχυδρομείο), έτσι που μπορεί να πιστέψει κανείς πως έκλεψα από ανάγκη, κι όχι για να κάμω γούστο. Η κλεψιά μου έγινε με θρασύτητα και, σα να πούμε, στα φανερά: μπήκα στην κάμαρα του υπαλλήλου τη στιγμή που έτρωγε με τη γυναίκα του και με τα παιδιά του στο άλλο το δωμάτιο. Δίπλα στην πόρτα της εισόδου, ήταν απιθωμένη σε μια καρέκλα η ρεντιγκότα του υπαλλήλου, η στολή του. Η σκέψη εκείνη μου καρφώθηκε άξαφνα στο μυαλό, καθώς περνούσα στο διάδρομο. Έχωσα το χέρι μου στην από μέσα τσέπη της ρεντιγκότας κ’ έβγαλα από κει το πορτοφόλι. Ο υπάλληλος όμως άκουσε τον ελαφρό θόρυβο που είχα κάμει κ’ έβγαλε το κεφάλι από την πόρτα της διπλανής κάμαρας. Μου φάνηκε μάλιστα πως είδε το κίνημα μου, όχι όμως καθαρά, και δεν πίστεψε, βέβαια, μήτε στα ίδια του τα μάτια. Του εξήγησα πως περνώντας από την ανοιχτή του πόρτα, μπήκα μέσα για να ιδώ την ώρα στο ρολόγι του τοίχου. «Δε δουλεύει», έκαμε εκείνος κι αποτραβήχτηκε.
«Είχα την εποχή εκείνη πολλή όρεξη για πιοτό, και κέρασα όλη τη βρωμοπαρέα μου. Πέταξα το πορτοφόλι στο δρόμο και κράτησα τα χαρτονομίσματα. Είχε μέσα τρία τραπεζογραμμάτια κόκκινα των δέκα ρουβλιών και δυο κίτρινα του ενός, τριανταδυό ρούβλια όλα-όλα. Χάλασα αμέσως το ένα από τα κόκκινα κ’ έστειλα να μας φέρουνε σαμπάνια, έπειτα ξόδεψα το δεύτερο κόκκινο, κ’ υστέρα το τρίτο.
«Τέσσερις ώρες, απάνω-κάτω, αργότερα, κατά το βράδυ, ο υπάλληλος με απάντησε στο διάδρομο, και με ζύγωσε.
-Νικόλα Βσεβιλόδοβιτς, μου είπε, μπήκατε στην κάμαρα μου λίγες ώρες πριν˙ μήπως ρίξατε, χωρίς να το θέλετε, τη στολή μου που ήτανε σε μια καρέκλα... κοντά στην πόρτα;
-Ναι.
-Καταγής ;
-Στην αρχή στην καρέκλα, κ’ υστέρα χάμω.
-Και σεις τη σηκώσατε;
-Τη σήκωσα.
-Λοιπόν, τι άλλο θέλετε από μένα;
-Μα... αν είν’ έτσι, αυτό ήταν όλο...
«Δεν τόλμησε ν’ αποσώσει τη σκέψη του και δεν είπε μάλιστα τίποτα σε κανένα, τόσο οι άνθρωποι αυτοί δείχνουνται δειλοί πολλές φορές. Έπειτα, όλοι οι άλλοι νοικάρηδες με φοβόντανε πολύ και με σεβόντανε. Έκαμα γούστο υστέρα να καρφώνω τα μάτια μου απάνω του, αργότερα όμως κι αυτό δε μου ‘κανε πια κέφι.
«Ύστερα από τρεις μέρες, ξαναγύρισα στη Γκοροχοβίγια. Η μητέρα ετοιμαζότανε να βγει έξω μ’ ένα χοντρό πακέτο. Ο άντρας δε βρισκότανε φυσικά, στο σπίτι κ' έμεινα μονάχος με τη Ματριόσα.
«Τα παράθυρα που βλέπανε κατά την αυλή, ήταν ορθάνοιχτα. Στο σπίτι καθόντανε ένα σωρό τεχνίτες, κ’ έτσι, όλη τη μέρα, απ’ όλα τα πατώματα ανέβαινε ο θόρυβος των σφυριών και των τραγουδιών. Πέρασε μια ώρα. Η Ματριόσα, καθισμένη σ' ένα μικρό πάγκο, στην καμαρούλα, μου έστριβε τη ράχη κ' ήταν αφοσιωμένη σε κάποιο ράψιμο. Άξαφνα άρχισε να τραγουδά με σιγανή φωνή˙ της ερχότανε κάπου- κάπου τέτοιο κέφι. Έβγαλα το ρολόγι μου. Ήταν δύο η ώρα. Ένοιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Σηκώθηκα και τη ζύγωσα σιγά-σιγά.
«Το πεζούλι των παραθύρων ήτανε στολισμένο με πολλές γλάστρες από γεράνια κι ο ήλιος έλαμπε ζωηρά. Κάθισα σιμά της, χάμω στο πάτωμα. Πήρα το χέρι της και το φίλησα, την ανάγκασα να ξανακαθίσει κι άρχισα να την κοιτάζω μες στα μάτια. Το κίνημά μου, που της φίλησα το χέρι. την έκαμε στην αρχή να γελάσει σαν παιδί, για ένα όμως δευτερόλεπτο μονάχα γιατί ξανασηκώθηκε απάνω μ’ ένα πήδημα, και τόσο τρομαγμένη τούτη τη φορά, που το πρόσωπο της ζάρωσε σπασμωδικά. Με κοίταζε με μάτια ακίνητα, γεμάτα τρομάρα, και τα χείλια της σουφρώσανε, σα να ήθελε να κλάψει˙ δε φώναξε όμως.
«Φίλησα και πάλι το χέρι της και την πήρα στα γόνατα μου˙ τότε αποτραβήχτηκε, ύστερα χαμογέλασε σα να ντρεπότανε, μα με χαμόγελο βιασμένο. Όλο το πρόσωπο της κατακοκκίνισε από ντροπή. Της ψιθύρισα κ' εγώ δε θυμούμαι πια τί λόγια, και γέλασα, Άξαφνα έγινε κάτι παράξενο, κάτι που με ξάφνισε εξαιρετικά και που ποτέ μου δε θα το ξεχάσω: η μικρή έβαλε τα χέρια της γύρω απ' το λαιμό μου κι άρχισε τώρα κι αυτή να με φιλά με θέρμη. Το πρόσωπο της φανέρωνε αληθινή έκσταση. Σηκώθηκα έξω φρενών, τόση εντύπωση μου έκαμε τούτο, σ’ ένα πλασματάκι τόσο μικρό, κι άξαφνα αισθάνθηκα οίχτο.
«Όταν όλα τελειώσανε, η Ματριόσσα φάνηκε πολύ ταραγμένη. Δεν προσπάθησα να την ησυχάσω και δεν τη χάιδεψα πια. Με κοιτούσε χαμογελώντας δειλά. Το πρόσωπό της μου φάνηκε άξαφνα ηλίθιο. Η ταραχή της γινότανε ολοένα μεγαλύτερη, Τέλος, σκέπασε το πρόσωπό της με τα χέρια της, και πήγε και στάθηκε σε μια γωνιά, με την όψη γυρισμένη κατά τον τοίχο. Φοβόμουνα μήπως την πιάσει καινούργια τρομάρα, και βγήκα σιγανά-σιγανά απ’ το σπίτι.
«Θαρρώ, πως ό,τι έγινε θα της έκαμε εντύπωση αφάνταστης φρίκης, καθώς ήταν τόσο φοβερά τρομαγμένη. Μ’ όλο που θα ήτανε συνηθισμένη ν’ ακούει, κι απ' τον καιρό που ήτανε στην κούνια ακόμα, βρισιές αισχρές, είμαι ωστόσο σίγουρος, πως δεν τις καταλάβαινε καθόλου. Είχε τώρα, δίχως άλλο, την πεποίθηση, πως έκαμε κάποιο έγκλημα ανήκουστο και πως ήτανε βαθύτατα ένοχη: «Σκότωσα το Θεό,» έλεγε.
«Τη νύχτα εκείνη, χτυπήθηκα στην ταβέρνα, όπως ανάφερα πάρα πάνω. Μα το πρωί, ξύπνησα στο δωμάτιο μου το επιπλωμένο, όπου μ' έφερε η Λιεβιαδκίν. Η πρώτη μου η σκέψη ήταν: τα διηγήθηκε τάχα όλα η μικρή, ή όχι;
«Η στιγμή εκείνη ήτανε για μένα στιγμή αληθινού τρόμου, μολονότι όχι και πολύ έντονου ακόμη. Ήμουνα πολύ καλοκέφαλος εκείνο το πρωί, καλός με όλους, κι όλη η βρωμοπαρέα ήτανε ευχαριστημένη μαζί μου. Άλλα τους άφησα όλους, και πήγα στη Γκοροχοβίγια.
«Την απάντησα κάτω, στην είσοδο. Γύριζε πίσω από το μανάβη, όπου είχε πάει ν’ αγοράσει ραδίκια. Καθώς με είδε, χίμησε κατατρομαγμένη στη σκάλα. Δεν ήτανε φόβος εκείνος, ήτανε τρόμος σιωπηλός.
«Τη στιγμή που έμπαινα στην κάμαρα μου, είχε προφτάσει κιόλας η μητέρα της να την μπατσίσει, που έτρεχε «σα ζουρλοκόριτσο». Για την ώρα λοιπόν δεν ήξερε κανείς τίποτα. Η Ματριόσσα κρύφτηκε κάπου, και δε φανερώθηκε καθόλου όλο τον καιρό, που έμεινα εκεί. Ύστερα από μια ώρα έφυγα.
«Αλλά, κατά το βράδυ, ένοιωσα πάλι φόβο, και φόβο πολύ πιο δυνατό. Εκείνο που με βασάνιζε απάνω απ' όλα, ήταν πως φοβόμουνα και πως είχα συνείδηση ότι φοβούμαι. Δεν υπάρχει τίποτα πιο φοβερό και πιο ηλίθιο από τούτο. Ποτέ μου, μήτε πρωτύτερα, μήτε αργότερα, δεν ένοιωσα τέτοιο φόβο. Τούτη τη φορά έτρεμα κυριολεχτικά, κ’ είχα συναίσθηση της ταπεινότητάς μου.
«Αν μπορούσα, θα τίναζα τα μυαλά μου˙ αισθανόμουν  όμως, πως ήμουν ανάξιος του θανάτου. Είναι αλήθεια, πως σκοτώνουνται πολλοί από φόβο, κι άλλοι από φόβο εξακολουθούνε να ζουν. Κ’ ύστερα, το βράδυ, σαν έμεινα ολομόναχος στην κάμαρά μου, ένοιωσα τέτοιο μίσος για κείνην, που πήρα την απόφαση να τη σκοτώσω. Με το σκοπό τούτο έτρεξα τότε στην Γκοροχοβίγια. Στο δρόμο έβαζα, με το νου μου πώς θα τη χτυπήσω και πώς θα την ξεγελάσω. Το μίσος μου το φούντωνε πιο πολύ το χαμόγελο της, όπως το ‘βλεπα και με τη φαντασία μου. Τη σιχαινόμουνα που ρίχτηκε στο λαιμό μου, ποιος ξέρει τι έχοντας στο νου της.
«Σαν έφτασα όμως στο κανάλι της Φοντάνκας, ένοιωσα να μην είμαι στα καλά μου. Έπειτα κάποια καινούργια σκέψη πέρασε απ’ το νου μου, σκέψη που ήταν τρομερή ίσια-ίσια, επειδή καταλάβαινα τη σημασία της. Γύρισα πίσω στο σπίτι μου και ξαπλώθηκα στο κρεβάτι μου με ρίγη πυρετού και τρέμοντας από τον τρόμο μου, τόσο που έπαψα ακόμη να μισώ πια τη μικρή. Δεν ήθελα πια να τη σκοτώσω, κι αυτή ήταν η καινούργια σκέψη που μου ήρθε στη Φοντάνκα. Τότε πρόσεξα, για πρώτη φορά στη  ζωή μου, πως ο φόβος, όταν φτάσει στη μεγαλύτερη ένταση του, διώχνει το μίσος και κάθε αίσθημα εκδίκησης,
«Ξύπνησα κατά το μεσημέρι, αρκετά καλούτσικα στην υγεία μου, απορώντας μάλιστα με τα χθεσινά αισθήματα. Ντράπηκα που θέλησα να γίνω φονιάς. Ωστόσο δεν ήμουν καθόλου στα κέφια μου, και μ' όλη μου την αντιπάθεια, ήμουν αναγκασμένος να πάω στη Γκοροχοβίγια. Θυμούμαι, πως τη στιγμή εκείνη, ένοιωσα πολύ δυνατή διάθεση να τσακωθώ άγρια με κανέναν. Μα, σαν έφτασα στην κάμαρά μου στη Γκοροχοβίγια, βρήκα εκεί την καμαριέρα, τη Νίνα εκείνην, που ερχότανε σπίτι μου συχνά και που με περίμενε από μια ώρα,
«Δεν τ’ αγαπούσα καθόλου αυτό το κορίτσι˙ γι’ αυτό τη βρήκα και κάπως δειλιασμένη, σα να φοβότανε μήπως με δυσαρεστούσε με τη βίζιτα της. Ερχότανε πάντα με τέτοιο φόβο. Τούτη όμως τη φορά ευχαριστήθηκα πάρα πολύ που τη βρήκα, κι αυτό την ενθουσίασε. Ήταν αρκετά νόστιμη, ντροπαλή όμως κ’ είχε τους τρόπους εκείνους που εκτιμούν πολύ οι μικροαστοί. Τις βρήκα και τις δυο μπρος σε δυο φλιτζάνια καφέ, κ’ η νοικοκυρά μου ήταν ενθουσιασμένη με την ευχάριστη κουβέντα τους.
«Σε μια γωνιά της άλλης κάμαρας, πήρε το μάτι μου τη Μαριόσα˙ ήταν ορθή, κοιτάζοντας δίχως να σηκώνει τα μάτια στη μητέρα της και την ξένη. Άμα μπήκα μέσα, δεν κρύφτηκε, όπως την άλλη τη φορά˙ τούτο μου ‘καμε εντύπωση, και καρφώθηκε βαθειά μες στο μυαλό μου. Μου φάνηκε μονάχα πως είχε αδυνατήσει πολύ και πως την έκαιγε η θέρμη. Μίλησα με μεγάλη εγκαρδιότητα με τη Νίνα, έτσι που έφυγε καταχαρούμενη. Βγήκαμε όξω μαζί.
«Δυο μέρες δεν ξαναγύρισα στη Γκοροχοβίγια. Είχα παρασκοτιστεί μ’ όλα τούτα και βαριεστούσα τρομαχτικά. Έφτασα στο σημείο ν' αποφασίσω να δώσω μια και καλή ένα τέλος στην κατάσταση αυτή και να φύγω απ’ την Πετρούπολη. Σαν ξαναπήγα όμως στη Γκοροχοβίγια για να ξενοικιάσω την κάμαρά μου, βρήκα τη νοικοκυρά πάρα πολύ στενοχωρεμένη. Η Ματριόσα ήταν από δυο μέρες άρρωστη κ’ είχε παραμιλητά τη νύχτα. Φυσικά, ρώτησα αμέσως τι έλεγε στα παραμιλητά της. Μιλούσαμε με σιγανή φωνή μες στην κάμαρά μου. Η μάννα μου ψιθύρισε πως η μικρή έλεγε πράματα «τρομερά». «Σκότωσα το Θεό», έλεγε. Της είπα να πάω να φέρω γιατρό μ’ έξοδα δικά μου, αλλά εκείνη αρνήθηκε, προσθέτοντας: «Με τη βοήθεια του Θεού, θα περάσει κι αυτό˙ δεν κάθεται όλη την ώρα ξαπλωμένη, τώρα δα είχε πάει κιόλας στον μπακάλη».
«Αποφάσισα να ξαναγυρίσω για να βρω τη Ματριόσα μονάχη της, γιατί η νοικοκυρά μου είπε, πως είχε κάπου να πάει κατά τις πέντε το βράδυ. Η αλήθεια είναι, πως δεν καταλάβαινα μήτε ο ίδιος καλά-καλά για πιο λόγο ήθελα να κάμω αυτήν τη βίζιτα.
«Έφαγα σ’ ένα μαγέρικο. Στις τέσσερις και τέταρτο ακριβώς, ξαναγύρισα στη Γκοροχοβίγια. Έμπαινα πάντα ανοίγοντας την πόρτα με το κλειδί μου. Μονάχα η Ματριόσα ήτανε μέσα. Ήταν ξαπλωμένη στο σκοτεινό καμαρίνι, πίσω από ένα παραβάν, στο κρεβάτι της μητέρας της˙ την είδα που έβγαλε μια στιγμή το κεφάλι, μα έκαμα πως δεν την πήρα χαμπάρι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά. Έκανε ζέστη, και μάλιστα ζέστη πολλή. Περπάτησα κάμποσο καιρό απάνω-κάτω στην κάμαρα, ύστερα κάθισα στο ντιβάνι.
«Τα θυμούμαι όλα, ως στην τελευταία στιγμή. Δεν καλοξέρω γιατί ένοιωθα ευχαρίστηση να μη μιλώ στο κορίτσι και να την κάνω να μαραζώνει. Έμεινα έτσι ώρα ολάκερη, όταν άξαφνα η μικρή σηκώθηκε γρήγορα, και βγήκε από πίσω από το παραβάν. Άκουσα τα δυο ποδάρια της που ακούμπησαν στο πάτωμα, έπειτα τα βιαστικά πατήματά της, και τέλος φάνηκε στο κατώφλι της κάμαράς μου. Ήμουν τόσο χυδαίος, που αισθάνθηκα χαρά καθώς την είδα να ‘ρχεται αυτή πρώτη. Ω! τι ανανδρία φανερώνανε όλα τούτα, και πόσο ντράπηκα! Έστεκε σιωπηλή και με κοιτούσε. Καθώς δεν την είχα ιδεί κάμποσες μέρες, πρόσεξα πως είχε αδυνατίσει πολύ. Τα μάτια της είχανε μεγαλώσει και μου φάνηκε στην αρχή πως καρφωνόντανε απάνω μου με μιαν αόριστη περιέργεια. Εξακολουθούσα να μένω καθιστός και να την εξετάζω. 
«Άξαφνα ένοιωσα και πάλι μίσος εναντίον της. Σε λίγο σχημάτισα την ιδέα πως δε με φοβότανε πια καθόλου˙ ίσως να μην είχε καμιά συναίσθηση για τίποτα. Με μιας όμως άρχισε να κουνά το κεφάλι, όπως κάνουν τ’ αφελή πλάσματα, που δεν έχουν τρόπους, όταν θέλουνε να κατηγορήσουνε κανένα για καμιά πράξη κακή. Ύστερα, απότομα πάλι, σήκωσε τη μικρή γροθιά της και με φοβέρισε από τη θέση της. Την πρώτη τη στιγμή, το κίνημα αυτό μου φάνηκε γελοίο, αλλά, αμέσως υστέρα από λίγο σηκώθηκα κ’ έκαμα μερικά βήματα κατατρομαγμένος. Το πρόσωπο της φανέρωνε τέτοια απελπισία, που μου ‘κανε κόπο να τη βλέπω σ’ ένα πλασματάκι τόσο μικρό. Εξακολούθησε να κινεί προς το μέρος μου τη μικρή γροθιά της και να λικνίζει μ’ έκφραση κατηγόριας το κεφάλι.
«Άρχισα να της μιλώ με γλύκα και με σιγανή φωνή, από ανανδρία βέβαια, ένοιωσα όμως πως δεν καταλάβαινε˙ φοβήθηκα τότε περισσότερο. Άξαφνα σκέπασε το πρόσωπο της με τα χέρια της, όπως την άλλη τη φορά, ζύγωσε στο παράθυρο, και μου ‘στριψε τη ράχη. Ξαναγύρισα στην κάμαρά μου και κάθισα κ’ εγώ σιμά στο παράθυρο.
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έφυγα, αλλά εξακολουθούσα να μένω προσμένοντας, δίχως άλλο, ποιος ξέρει τι. Ίσως, αν  έμενα πολλήν ώρα έτσι, να την εσκότωνα σίγουρα για να δώσω ένα οποιοδήποτε τέλος σ’ αυτήν την κατάσταση. Άκουσα όμως και πάλι τα βιαστικά βήματά της και την είδα να βγαίνει από την πόρτα, κ' υστέρα να τραβά μέσα από το ξύλινο χαγιάτι, απ’ οπού κατέβαινε η σκάλα. Την ακολούθησα αμέσως και πρόφτασα να την ιδώ που έμπαινε σε μια καμαρούλα σκοτεινή, σ’ ένα είδος αποθήκη μικρή, που ήτανε δίπλα στον απόπατο...
«Θυμούμαι, πως η καρδιά μου χτυπούσε φοβερά. Μια στιγμή αργότερα, κοίταξα το ρολόγι μου κ’ έβαλα στο νου μου τι ώρα ήτανε σωστά. Τι μ’ έσπρωχνε να ιδώ ακριβώς την ώρα, δεν το καλοξέρω˙ σίγουρο είναι πως επιθυμούσα να τα παρατηρήσω όλα καλά, και τα θυμούμαι περίφημα όλα.
«Σκοτείνιαζε˙ μια μύγα σφύριζε απάνω από το κεφάλι μου και κάθισε στο πρόσωπο μου. Την τσάκωσα, την κράτησα λίγες στιγμές μες στα δάχτυλα μου και την άφησα να φύγει απ’ το παράθυρο. Ένα καρότσι μπήκε με μεγάλο θόρυβο στην αυλή. Από πολλήν ώρα, κάποιος ράφτης ξελαρυγγιαζότανε τραγουδώντας σιμά σ’ ένα παράθυρο, σύρριζα σε μια κώχη της αυλής. Καθότανε στη δουλειά του κ' εγώ τον έβλεπα περίφημα. Μου ήρθε στο νου η σκέψη, πως αφού κανένας δε με είχε απαντήσει όταν πέρασα από την πόρτα της υπηρεσίας κι ανέβηκα στη σκάλα, έπρεπε ν' αποφύγω κάθε συναπάντημα άμα θα κατέβαινα. Έσπρωξα λοιπόν πίσω από το παράθυρο την καρέκλα μου και κάθισα με τέτοιον τρόπο, που να μην μπορούν οι νοικάρηδες να με βλέπουν.
«Ω, ανανδρία... Πήρα ένα βιβλίο, μα το πέταξα αμέσως κι άρχισα να κοιτάζω προσεχτικά μια μικρουλίτσα αράχνη κόκκινη που είχε σταθεί σ’ ένα φύλλο απ’ το γεράνι˙ βυθίστηκα έτσι σ’ όνειρα. Τα θυμούμαι όλα, ως στην πιο μικρή λεπτομέρεια. 
«Άξαφνα, έβγαλα και πάλι το ρολόγι μου: είχανε περάσει είκοσι λεπτά από τη στιγμή που είχε βγει η μικρή. Οι υποψίες μου αρχίσανε να παίρνουνε το δρόμο της βεβαιότητας. Τότε πήρα απόφαση να προσμείνω ένα κάρτο της ώρας ακόμα. Έδωσα στον εαυτό μου την προθεσμία αυτή. Ύστερα μου ήρθε η σκέψη να βεβαιωθώ, μήπως η μικρή ξαναγύρισε δίχως να την πάρω χαμπάρι. Σιωπή όμως απόλυτη βασίλευε, και θα μπορούσα ωστόσο ν' ακούσω και το θόρυβο εντόμου. Άξαφνα,  η καρδιά μου ξανάρχισε να χτυπά. Έβγαλα το ρολόγι μου˙ μένανε ακόμα τρία λεπτά˙ τ’ άφησα κι αυτά να περάσουνε, μ' όλο που η καρδιά μου χτυπούσε τόσο που έλεγα πως θα σπάσει. Σηκώθηκα τέλος, έβαλα το καπέλο στο κεφάλι μου, κούμπωσα το πανωφόρι μου κ' έριξα μια ματιά γύρω μου για να σιγουρευτώ, πως δεν άφησα ένα χνάρι με το πέρασμά μου.
«Έσπρωξα μαλακά την καρέκλα κατά το παράθυρο για να μπει πάλι στην πρώτη της θέση. Άνοιξα την πόρτα της εξόδου, την έκλεισα πάλι, την κλείδωσα και τράβηξα κατά το σκοτεινό καμαράκι. Η πόρτα ήτανε κλειστή, όχι όμως κλειδωμένη˙ έπειτα ήξερα πως δεν κλειδωνότανε ποτέ˙ δεν είχα όμως σκοπό να την ανοίξω˙ ανασηκώθηκα μονάχα στις μύτες των ποδιών μου και κοίταξα μέσα από τη σκισμάδα του επάνω μέρους της πόρτας. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα, πως άμα καθόμουνα σιμά στο παράθυρο και κοίταζα προσεχτικά τη μικρή κόκκινη αράχνη, έβαζα ίσια-ίσια με το νου μου το κίνημα αυτό˙ να σηκωθώ στις μύτες των ποδιών μου και να κοιτάξω απ’ το πάνω μέρος που χάσκει η πόρτα.
«Τη σημειώνω τούτη δω τη λεπτομέρεια γιατί θέλω να δείξω καθαρά και ξάστερα πόσο καλά ήμουνα στα λογικά μου, πως δεν ήμουνα τρελός και πως είμαι υπεύθυνος για όλα. Κοίταξα ώρα πολλή από τη σκισμάδα, γιατί ήτανε σκοτεινά, όχι όμως ολότελα σκοτεινά. Μ’ ένα λόγο, είδα ό,τι μου χρειαζότανε...
«Αποφάσισα τότε να φύγω, και κατέβηκα τη σκάλα. Δεν απάντησα κανέναν, και κανένας δε θα μπορούσε να καταθέσει εναντίον μου.
«Ύστερα από τρεις ώρες ήμουνα μ’ όλη τη βρωμοπαρέα κ’ έπινα τσάι σε κάποιο εστιατόριο, παίζοντας χαρτιά με βγαλμένο σακάκι. ο Λιεβιαδκίν απάγγελνε στίχους. Είχα κέφι πολύ˙ έλεγα πολλές εξυπνάδες, και τους έκανα όλους να γελούν. Κανένας δεν έπινε, μ’ όλο που ήτανε απάνω στο τραπέζι μια μποτίλια ρούμι. Μονάχα ο Λιεβιαδκίν την τίμησε. Ο Μάλωφ είπε: «Άμα ο Νικόλας ο Βσεβολόδοβιτς είναι ευχαριστημένος και δεν έχει καπρίτσια, όλοι οι δικοί μας είναι γελαστοί και μιλούνε με πνεύμα». Το κάρφωσα τούτο στο μυαλό μου και το αποτέλεσμα ήτανε να είμαι χαρωπός, ευχαριστημένος και ξυπνός. Θυμούμαι ωστόσο περίφημα, πως ένοιωθα σύγκαιρα κι όλη την ατιμία και την ανανδρία μου, ίσια-ίσια επειδή ήμουνα όλο χαρά που αισθανόμουνα τον εαυτό μου λυτρωμένο, και ήξερα πως ποτέ πια δε θα είχα αισθήματα ευγενικά, μήτε εδώ κάτω, μήτε στην άλλη τ η ζωή ποτέ. Κι ακόμα κάτι άλλο: «Τι στιγμή εκείνη πραγματοποίησα τον εβραίικο το λόγο: «Ό,τι έρχεται από τον εαυτό σου είναι κακό μα δε βρωμά». Γιατί, μ’ όλο που καταλάβαινα καλά πως ήμουνα άθλιος, δεν ντρεπόμουνα για τούτο, μήτε και βασανιζόμουνα..
«Καθώς έπινα τότε το τσάι και συζητούσα με τους άλλους, συλλογιζόμουνα για πρώτη φορά στη ζωή μου πως δεν ξέρω κι ούτε αισθάνομαι το κακό και το καλό, και πως όχι μονάχα έχασα τη συναίσθηση αυτή, αλλά ήξερα πως το κακό και το καλό δεν υπάρχουν, πως όλα αυτά ήτανε μονάχα πρόληψες˙ μπορούσα να λυτρωθώ από κάθε πρόληψη˙ αν όμως έφτανα ως στην απολύτρωση αυτή, θα χανόμουνα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα συνείδηση τούτης της αλήθειας και την ένοιωσα ίσια-ίσια τη στιγμή που διασκέδαζα την παρέα με τις εξυπνάδες μου. Το θυμούμαι περίφημα. Πολλές φορές παλιές σκέψεις σου παρουσιάζονται σαν ολοκαίνουργες, κάποτε ύστερα από πενήντα χρόνια ζωής.
«Μ’ όλα τούτα, είχα πάντα τέσσερα τα μάτια μου, και περίμενα πως κάτι θα μου τύχει. Και στις έντεκα το βράδυ, έτρεξε η κόρη του πορτιέρη του σπιτιού της Γκοροχοβίγιας και μου ‘φερε την είδηση πως η Ματριόσα κρεμάστηκε. Ακολούθησα το κοριτσάκι και βεβαιώθηκα πως η νοικοκυρά μου δεν ήξερε για ποιο λόγο είχε στείλει την κοπέλα εκείνη να με ειδοποιήσει. Ούρλιαζε και χτυπούσε το κεφάλι της, όπως κάνουν όλες οι τέτοιες γυναίκες σε παρόμοια περίσταση.
«Ήτανε εκεί κόσμος πολύς και αστυφύλακες, Έμεινα λίγον καιρό, ύστερα έφυγα.
«Δε με σκοτίσανε καθόλου, παρά μόνο για να μου γυρέψουνε μερικές πληροφορίες. Είπα μονάχα πως το κορίτσι ήτανε άρρωστο, είχε παραμιλητά, και πως είχα προτείνει κιόλας να ‘ρθει γιατρός και να τον πληρώσω εγώ. Με ρωτήσανε ακόμα και σχετικά με το σουγιά˙ είπα πως η νοικοκυρά είχε δείρει τότε την κόρη της, μα πως αυτό το πράμα δεν μπορούσε να ‘χει συνέπειες. Όσο για την παρουσία μου στο σπίτι εκείνο, το βράδυ της αυτοκτονίας της Ματριόσας, αυτήν δεν την υποπτεύθηκε κανένας. Η υπόθεση δεν είχε λοιπόν συνέπειες.
«Δεν ξαναγύρισα εκεί ολόκληρη τη βδομάδα, κι όταν ξαναπήγα, ξενοίκιαοα το δωμάτιο. Η νοικοκυρά εξακολουθούσε ακόμα να θρηνεί, μ’ όλο που άρχισε και πάλι να ράβει τα κουρέλια της, όπως πάντα.
«-Για το σουγιά σας τη μάλωσα όσο δεν έπρεπε, μου είπε χωρίς να δώσει και πολύν τόνο σ’ αυτόν το λόγο της.
«Το δωμάτιο το ξενοίκιασα με την πρόφαση πως στενοχωριόμουνα να δέχουμαι τη Νίνα σε τέτοια κατοικία. Τούτο έδωσε αφορμή στη νοικοκυρά να πει μερικά καλά λόγια για τη Νίνα. Καθώς έφευγα άφησα πέντε ρούβλια παραπάνω από το ποσό που χρωστούσα.
«Αφού πέρασε πια ο κίνδυνος, θα ξέχανα ολότελα το επεισόδιο της Γκοροχοβίγιας, όπως ξεχνούσα κάθε τι που έγινε την εποχή εκείνη, αν δεν αναθυμόμουνα στην αρχή με φούρκα την ανανδρία που είχα δείξει. Ξέχυνα τη χολή μου σ’ ό,τι μπορούσα. Μου ήρθε ακόμη η ιδέα να χαλάσω τη ζωή κανενός, όσο πιο χειρότερα ήτανε βολετό. Ένα χρόνο μπροστήτερα, μου είχε περάσει κιόλας απ’ το νου ν’ αυτοκτονήσω˙ ύστερα βρήκα κάτι καλύτερο να κάμω.
«Κοιτάζοντας μια μέρα τη στραβοκάνα τη Μαρία Λιεβιαδκίνα, που βοηθούσε στο συγύρισμα των νοικιασμένων δωματίων, αποφάσισα άξαφνα να την παντρευτώ. Δεν ήταν ακόμα τότε τρελή, άλλα μονάχα ηλιθία, κουρόπαρτη, κ’ ερωτεμένη στα κρυφά μ’ έμενα.
Η ιδέα της παντρειάς του Σταυρόγκιν με πλάσμα που έστεκε στο πιο χαμηλό κοινωνικό σκαλοπάτι, μου ερέθιζε τα νεύρα. Αδύνατο να βάλεις με το νου σου πράμα περισσότερο παλαβό. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω. Ήτανε τάχα απόφαση ασυνείδητη, και που την πήρα μόνο και μόνο επειδή τα είχα με τον εαυτό μου για την ανανδρία που έδειξα τότε στην υπόθεση της Ματριόσας; Δεν το πιστεύω. Όπως και να ‘ναι, δεν παντρεύτηκα μονάχα επειδή «το ‘βαλα στοίχημα στο μεθύσι απάνω», που λέει ο λόγος. Οι μάρτυρες του γάμου ήτανε ο Κυρίλωφ και ο Πέτρος Βερχοβένσκυ, που βρισκόντανε τότε στην Πετρούπολη, περαστικοί, έπειτα Λιεβιαδκίν ο ίδιος κι ο Μαλώφ (πού πέθανε αργότερα). Δώσανε το λόγο τους να βαστάξουνε μυστικό το γάμο τούτο, και κανείς άλλος δεν τον έμαθε ποτέ. Η σιωπή αυτή μου φαινότανε πάντα σαν παλιανθρωπιά˙ κανένας όμως δε φανέρωσε ως τώρα τίποτα, μ’ όλο που είχα σταθερή πρόθεση να τα τελαλήσω όλα˙ το κάνω λοιπόν κι αυτό τώρα μαζί μ’ όλα τ' άλλα.
«Μόλις τέλειωσε η τελετή του γάμου, έφυγα για την επαρχία, όπου έμενε η μητέρα μου. Πήγα έχει για ν' αλλάξω κέφι, επειδή η κατάσταση μου ήταν ανυπόφορη. Άφησα στην πόλη μας την εντύπωση, πως ήμουνα τρελός, εντύπωση που δεν έσβησε ακόμα, και που σίγουρα με ζημιώνει. Ύστερα, έφυγα για το εξωτερικό, όπου έμεινα τέσσερα χρόνια.
«Ταξίδεψα στην Ανατολή˙ σ’ ένα μοναστήρι του Αγίου Όρους, παρακολούθησα λειτουργίες που βαστούσανε οχτώ ώρες, δίχως διακοπή˙ πήγα στην Αίγυπτο, έζησα στην Ελβετία, και τράβηξα ως στην Ισπανία απάνω. Ακολούθησα ένα ολόκληρο χρόνο μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγκης στη Γερμανία. Την τελευταία χρονιά σχετίστηκα στο Παρίσι με μια οικογένεια ρούσικη ανώτερης αριστοκρατίας, κ’ έπειτα με δυο νέες κοπέλες ρωσίδες στην 'Ελβετία.
«Περνώντας από τη Φραγκφούρτη, τώρα και κάνα δυο χρόνια, είδα σε μια βιτρίνα, ανάμεσα από πολλές φωτογραφίες, την εικόνα ενός μικρού κοριτσιού, που μ’ όλο που φορούσε πολύ κομψά και πλούσια ρούχα, έμοιαζε ωστόσο εξαιρετικά με τη Ματριόσα.
Αγόρασα αμέσως τη φωτογραφία, και, σα γύρισα στο ξενοδοχείο την τοποθέτησα απάνω στο τζάκι μου. Έμεινε εκεί βδομάδα ολόκληρη, δίχως να της ρίξω ματιά μήτε μια φορά μονάχα, και φεύγοντας από την Φραγκφούρτη την ξέχασα. Το σημειώνω τούτο, για να δείξω ως ποιο σημείο κατάφερνα να είμαι κύριος του μνημονικού μου, και πόσο ήμουνα αναίσθητος απέναντι στις αναμνήσεις μου. Τις ξανάφερνα όλες με μιας, και σβήνανε πάλι ολότελα κάθε φορά που το ήθελα. Γενικά, τα περασμένα με βαριεστούσανε πάντα, και δεν μπορούσα ποτέ να μιλώ γι’ αυτά, όπως κάνει απάνω-κάτω όλος ο κόσμος, αφού μάλιστα τα  περασμένα μου, όπως και κάθε τι που αναφερότανε σ’ εμένα, μου ήτανε μισητά. Όσο για τη Ματριόσα, ξέχασα ακόμα και τη φωτογραφία της απάνω στο τζάκι.
Πέρσι την άνοιξη, καθώς περνούσα από τη Γερμανία, ξέχασα από αφηρημάδα να κατεβώ στο σταθμό όπου θα ‘πρεπε ν’ αλλάξω βαγόνι. Με υποχρεώσανε να βγω από το τραίνο στην ακόλουθη στάση. Ήταν δύο η ώρα τ’ απόγεμα κ’ ημέρα κατακάθαρη. Βρισκόμουνα σε μια πολύ μικρή γερμανική πολίχνη. Έπρεπε να περιμένω ως στις έντεκα τη νύχτα το πέρασμα του άλλου τραίνου. Δεν ήμουνα και πολύ δυσαρεστημένος με την περιπέτειά μου αυτήν, γιατί το ταξίδι μου δεν ήτανε καθόλου βιαστικό. Μου δείξανε ένα ξενοδοχείο, μικρό και όχι πολύ κόμμοδο, μα που ήτανε ζωσμένο ολόκληρο από πρασινάδες κι από ανθισμένες βραγιές. Έφαγα πολύ καλά, και καθώς είχα ταξιδέψει, όλη τη νύχτα, ξαπλώθηκα στο κρεβάτι κατά τις τέσσερις τ’ απόγεμα και πήρα έναν ύπνο περίφημο.
«Είδα ένα όνειρο πολύ αλλόκοτο, γιατί ποτέ μου άλλη φορά δεν είχα ιδεί παρόμοιο. Στην πινακοθήκη της Δρέσδης υπάρχει μια εικόνα του Κλοντ Λορέν, που, αν δε γελιέμαι, επιγράφεται στον κατάλογο : «Άκις και Γαλάτεια»˙ εγώ την ονόμαζα πάντα. «Ο χρυσούς αιών», δίχως να πολυξέρω για ποιο λόγο. Την είχα ιδεί κι άλλες φορές πρωτύτερα, ωστόσο μου είχε κάμει και πάλι εντύπωση, πριν από τρεις μέρες, στο πέρασμά μου εκείθε. Πήγα μάλιστα επίτηδες για να την ιδώ, κι ίσως μονάχα για χατίρι της να στάθηκα στη Δρέσδη. Τούτην την εικόνα είδα στ' όνειρό μου, όχι όμως σαν κάδρο, αλλά σαν τοπίο αληθινό.
«Ήταν ένας μικρός όρμος μαγευτικός του 'Ελληνικού αρχιπελάγους: γαλανά χαϊδευτικά κύματα,
νησιά και βράχια, ακρογιαλιές ανθισμένες, μαγευτικό πανόραμα στο βάθος, κ’ ηλιοβασίλεμα γλυκό - λόγια δε βρίσκεις να το παραστήσεις. Εδώ ήτανε το λίκνο των Ευρωπαίων, εδώ πρωτοπαίχτηκαν οι πρώτες σκηνές της μυθολογίας εδώ ήταν ο επίγειος παράδεισος... Εδώ ζούσανε θεϊκά ωραίοι άνθρωποι. Ξυπνούσανε και κοιμόντανε ευτυχισμένοι κι αγνοί. Τα χαρωπά τραγούδια τους αντηχούσανε μέσα στις λόχμες, η τεράστια αφθονία ολόδροσων δυνάμεων, ξεσπούσε σ’ έρωτα και σ’ αθώες χαρές... Ο ήλιος πλημμυρούσε με τις αχτίνες του τα νησιά και τη θάλασσα, χαρούμενος που φώτιζε τα θεόμορφα παιδιά του. Όνειρο μαγευτικό. Όμορφη πλάνη. Όνειρο τρέλα, ομορφιά από τις πιο απίστευτες, που σ' αυτήν όμως αφιέρωσε αρχήθε η ανθρωπότητα όλες της τις δυνάμεις, που γι’ αυτήν τα θυσίασε όλα, που γι’ αυτήν σκοτώθηκαν και σταυρωθήκανε οι προφήτες της, και που χωρίς αυτήν οι λαοί δε θέλουνε να ζήσουν και δεν μπορούνε να πεθάνουν. Όλα αυτά μου φάνηκαν σα να τα ζούσα μέσα στ’ όνειρό μου. Τί καλά-καλά, ονειρεύτηκα, δεν το ξέρω, οι βράχοι όμως, η θάλασσα οι λοξές αχτίνες του ήλιου που βασίλευε, όλα αυτά ήτανε ακόμα μες στο μυαλό μου, όταν ξύπνησα κι άνοιξα τα μάτια, που για πρώτη φορά στη ζωή μου ήταν υγρά, περιχυμένα από τα δάκρυα. Συναίσθημα αδοκίμαστης ως τότε ευτυχίας γέμιζε την καρδιά μου κάνοντας τη να πονεί.
«Είχε βραδιάσει. Ο ήλιος που βασίλευε έριχνε μέσα από την πρασινάδα των λουλουδιών που ήταν σε γλάστρες, στο πεζούλι του παράθυρου, δεμάτι ολόκληρο από λοξές αχτίνες, κ’ ήμουνα λουσμένος μες στο φως. Έκλεισα γρήγορα ξανά τα μάτια, διψώντας να βυθιστώ και πάλι στ’ όνειρο, άξαφνα όμως, μέσα στο λαμπρό, ολόλαμπρο φως, είδα ένα μικρουλάκι στίγμα σκοτεινό. Το στίγμα αυτό πήρε μορφή και ξάφνου είδα ολοκάθαρα μια πολύ μικρή, κατακόκκινη αράχνη. Την είδα όπως την είχα αντικρίσει στο φύλλο του γερανιού, τότε που οι λοξές αχτίνες του ήλιου που βασίλευε, μπαίνανε όπως τώρα από το παράθυρο. Ένοιωσα σα να ‘σκιζε μια μαχαιριά τις σάρκες μου, τινάχτηκα απάνω, και κάθισα στο κρεβάτι.
(Έτσι ήταν ό,τι είχα αισθανθεί τότε).
«Την είδα μπροστά μου (ω, όχι ξύπνιος. Ας ήτανε όραμα αληθινό), είδα τη Ματριόσα αδυνατισμένη, με μάτια κόκκινα απ’ τη θέρμη, απαράλλαχτη όπως τότε, όταν έστεκε ορθή στο κατώφλι της κάμαρας μου, και, κουνώντας το κεφάλι, σήκωσε προς το μέρος μου τη μικρούτσικη γροθιά της. Τέτοιον πόνο δεν είχα νοιώσει άλλη φορά. Τη θλιβερή απελπισία του αβοήθητου, μικρόμυαλου ακόμη παιδιού, που με φοβέριζε (και με τι; αχ, Θεέ μου, τι μπορούσε να μου κάμει;) αλλά που, φυσικά, μόνο τον εαυτό του κατηγορούσε. Ποτέ μου δεν είχα νοιώσει τέτοιο πράμα...
«Έμενα έτσι ακίνητος, ως που νύχτωσε, ξεχνώντας πως οι ώρες περνούσανε. Να το ονομάσω τούτο τύψη, μετάνοια; Δεν ξέρω, και μήτε μπορώ σήμερα ακόμα να το ξεκαθαρίσω μέσα μου. Μπορεί μάλιστα η θύμηση αυτή του κακού που έκαμα, να μη μου φέρνει αηδία. Μπορεί η θύμηση αύτη να ‘χει μέσα της κάτι ευχάριστο, κάτι που μπορεί να κεντά το πάθος μου. Όχι, το πιο ανυπόφορο για μένα είναι η οπτασία αυτή, καθώς τη βλέπω ίσια-ίσια στο κατώφλι, με τη γροθίτσα της σηκωμένη κι απειλητική, καθώς τη βλέπω έτσι μονάχα, σ’ εκείνη μόνο τη στιγμή με το κίνημα μονάχα εκείνο του κεφαλιού... Αυτό, αυτό είναι για μένα ανυπόφορο, κ’ η οπτασία αυτή μου φανερώνεται σχεδόν κάθε μέρα από τότε... Και δεν προβάλλει μονάχη της, άξαφνα: εγώ την προκαλώ, και δεν μπορώ να μην την προκαλέσω, μ’ όλο που είναι το βασανιστήριο της ζωής μου. Ω! Να ήτανε κάνε βολετό να την έβλεπα μια φορά μονάχα αληθινά, ή σε κανένα είδος παραίσθηση...
«Έχω κι άλλες πολλές παλιές ανάμνησες, ακόμη πιο χειρότερες. Φέρθηκα πολύ πιο άτιμα με κάποια γυναίκα που πέθανε από το κακό της. Σκότωσα σε μονομαχία δυο ανθρώπους, που δε μου φταίξανε σε τίποτα. μια μέρα πάλι με πρόσβαλε θανάσιμα ένας άλλος άνθρωπος και δεν εκδικήθηκα. Έχω στη συνείδηση μου μια δηλητηρίαση με προμελέτη, που πέτυχε κ’ έμεινε άγνωστη (αν είναι ανάγκη, θα τα φανερώσω όλα τα καθέκαστα).
«Γιατί όμως καμιά από τις ανάμνησες αυτές δεν ξυπνά μέσα μου συναίσθημα παρόμοιο με τη θύμηση της Ματριόσας;
«Πλανήθηκα έπειτα εδώ κ’ εκεί, ένα χρόνο ολάκερο απάνω-κάτω, πολεμώντας να βρω καμιά δουλειά. Ξέρω, πως θα μπορούσα να διώξω την οπτασία της κόρης, τη στιγμή που θα το ήθελα. Κρατώ ολότελα στα χέρια μου τη θέλησή μου όπως κι άλλοτε. Μα ίσια-ίσια ποτέ μου δεν το θέλησα αυτό, δεν το θέλω τώρα και δε θα το θελήσω. Το ξέρω από πριν. Θα τραβήξει έτσι η κατάσταση, ως στη μέρα που θα τρελαθώ.
«Δυο μήνες ύστερα από το θαυμαστό εκείνο όνειρο μου μού ήρθε και πάλι η διάθεση να ερωτευτώ στην Ελβετία μια νέα κοπέλα, ή σωστότερα να νοιώσω ξανά κανένα από κείνα τα ξεσπάσματα του πάθους, από κείνα τα ξεχειλίσματα που τόσο συχνά πάθαινα άλλοτε. Μου ερχότανε η άγρια πιθυμιά να κάμω κι άλλο, καινούργιο έγκλημα, να γίνω μ’ άλλα λόγια, δίγαμος (αφού ήμουνα πια παντρεμένος). Άλλα το έσκασα, σύμφωνα με τη συμβουλή μιας άλλης κόρης, που της τα είχα φανερώσει όλα απάνω-κάτω, ακόμα και το πως δεν αγαπούσα καθόλου εκείνην που λαχταρούσα να πάρω και πως δεν μπορούσα ν’ αγαπήσω ψυχή. Έπειτα, και τούτο το καινούργιο έγκλημά μου δε θα με λύτρωνε καθόλου από τη Ματριόσα...
«Έτσι πήρα την απόφαση να τυπώσω τούτα δω τα φύλλα σε τριακόσια αντίτυπα, και να τα κουβαλήσω μαζί μου στη Ρωσία. Σαν έρθει η ώρα θα τα δείξω στην αστυνομία και στις τοπικές αρχές˙ θα στείλω ακόμα και στις εφημερίδες με την παράκληση να τα δημοσιέψουν, καθώς και σ’ ένα σωρό πρόσωπα που με ξέρουνε, στην Πετρούπολη και σ’ όλη τη Ρωσία. Θα βγει και μετάφραση στο εξωτερικό.
«Ξέρω, πως από την άποψη της ποινικής νομοθεσίας δεν έχω να πάθω τίποτα, ίσως μικροπράματα μονάχα˙ μονάχος μου κατηγορώ τον εαυτό μου κι άλλον κατήγορο δεν έχω˙ απόδειξη δεν υπάρχει καμιά, ή πολύ λίγες˙ τέλος η ιδέα της διανοητικής μου ανισορροπίας, που καρφώθηκε στα μυαλά όλων, καθώς και οι προσπάθειες των συγγενικών μου κύκλων να εκμεταλλευτούν τούτη την ιδέα, θα αποκλείσουν κάθε κίνδυνο ποινικής καταδιώξεως. Το δηλώνω και τούτο, ανάμεσα στ’ άλλα, για να δείξω πως έχω ολότελα τα λογικά μου κ’ έχω κι απόλυτη συναίσθηση της θέσεως μου. Εκείνο όμως που θέλω, είναι να με αντικρίζουνε, τέτοιος που είμαι, όλοι που θα διαβάσουνε την εξομολόγησή μου, όπως θα τους αντικρίζω κ’ εγώ. Όσο περισσότεροι είναι αυτοί τόσο το καλύτερο. Αν θα με ξαλαφρώσει τούτο, δεν το ξέρω. Άλλο όμως δε μου απόμεινε να κάμω.
«Ξαναλέω τούτο: αν γινότανε καμιά ερευνά καλή στ’ αρχεία της αστυνομίας της Πετρούπολης, θα βρισκότανε, σήμερα κανένα χνάρι. Οι φτωχοί εκείνοι άνθρωποι που ήξερα μπορεί να κάθουνται ακόμα στην πρωτεύουσα˙ το σπίτι τους θα το ‘βρισκε κανείς εύκολα. Ήτανε ανοιχτογάλανο. Εγώ όμως δε θα ταξιδέψω, δε θα πάω πουθενά και θα καθίσω κάμποσο καιρό (κάνα-δυο χρόνια) στο Σκβορεσνίκι, στο χτήμα της μητέρας μου. Άμα με γυρέψει κανείς θα παρουσιαστώ ατή στιγμή.

Νικόλας Σταυρόγκιν»

Δεν υπάρχουν σχόλια: