Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Η εξομολόγηση του Σταυρόγκιν [Fyodor Mikhailovich Dostoevsky, μετ. "Π" – εκδόσεις "Χ. Γανιάρη"] - μέρος Ι από ΙΙΙ

Η εξομολόγηση του Σταυρόγκιν


Ι


Ό Νικόλας Βσεβολόδοβιτς Σταυρόγκιν δεν κοιμήθηκε όλη εκείνη τη νύχτα κ’ έμεινε καθισμένος στο ντιβάνι, καρφώνοντας συχνά-πυκνά το άτονο βλέμμα του σε κάποιο σημείο, εκεί, κατά τη γωνιά που ήταν σιμά της το κομμό.
Η λάμπα έμεινε αναμμένη όλη νύχτα. Κατά τι ς εφτά η ώρα το πρωί, τον πήρε ο ύπνος στην ίδια εκείνη θέση, κι όταν μπήκε στην κάμαρα ο γεροϋπηρέτης του, ο Αλέξης Γεγκόροβιτς, στις εννιάμιση ακριβώς, κατά πώς συνήθιζε κ' έφερε ένα φλιτζάνι καφέ, ο ερχομός του τον ξύπνησε, κι ανοίγοντας τα μάτια φάνηκε να ξαφνίστηκε και. να δυσαρεστήθηκε που κοιμότανε τόσο αργά. Ήπιε γρήγορα τον καφέ του, ντύθηκε βιαστικά, κ' υστέρα έφυγε τρέχοντας απ’ το σπίτι.
Στον  Αλέξη Γεγκόροβιτς, που τον ρώτησε δειλά: «Δεν ορίζετε τίποτα;» δεν έδωσε καμιάν απόκριση.
Ο Σταυρόγκιν προχωρούσε με χαμηλωμένα μάτια, ολότελα βυθισμένος στις σκέψεις του, σηκώνοντας μόνο πού και πού το κεφάλι με κάποια αόριστη, μα επίμονη ανησυχία.
Σε κάποιο σταυροδρόμι, λίγο πάρα πέρα από το σπίτι του, πλήθος από μουζίκους, καμιά πενηνταριά ή και περισσότεροι, του φράξανε το δρόμο˙ περπατούσανε  σιωπηλοί με τάξη. Κοντά στο μαγαζί, όπου αναγκάστηκε να σταματήσει ο Σταυρόγκιν μια στιγμή κάποιος είπε, πως αυτοί ήταν οι εργάτες της φάμπρικας του Σπιγκουλίν, που είχαν απεργήσει και κάνανε διαδήλωση. Μόλις και τους πρόσεξε.
Τέλος κατά τις δυόμιση, έφτασε στην πόρτα του μοναστηριού της Παναγίας της Σπασσο-Ευφημιώτισσας, που ήτανε στην άκρη της πόλης, σιμά στην ακροποταμιά. Τότε μονάχα φάνηκε σα να θυμήθηκε κάτι. Σταμάτησε, έψαξε με νευρικό κίνημα κάποιο δέμα που είχε στη μέσα τσέπη του και χαμογέλασε. Σα διάβηκε την  οξώπορτα και μπήκε στην αυλή, ρώτησε τον πρώτο κατηχούμενο που απάντησε, πούθε να τραβήξει για να πάει στο κελί του δεσπότη Τύχωνα, που ζούσε αποτραβηγμένος στο μοναστήρι. Ο κατηχούμενος, αφού κοψομεσιάστηκε χαιρετώντας τον, προχώρησε μπροστά.
Στην άκρη της μακρουλής πρόσοψης του μοναστηριού, στεκότανε, σιμά στη σκάλα, ένας καλόγερος παχύς με μαλλιά ψαρά. Σκούντησε βιαστικά τον κατηχούμενο, πήρε αυτός τον επισκέπτη και, εξακολουθώντας ολοένα να τον χαιρέτα,, τον οδήγησε μέσα από μακρύ και στενό διάδρομο. Χοντρός καθώς ήτανε ο καλόγερος αυτός, δεν καλοκατάφερνε να σκύβει το κορμί, κ' έτσι έγερνε με κίνημα βιαστικό το κεφάλι του μονάχα και καλούσε τον Σταυρόγκιν να τον ακολουθήσει, μ’ όλο που τούτος πήγαινε βήμα - βήμα πίσω του.
Ο καλόγερος ρωτούσε και ξαναρωτούσε και μιλούσε για τον άγιο ηγούμενο, τον αρχιμανδρίτη˙ επειδή ωστόσο ο άλλος δεν του αποκρινότανε, ο καλόγερος άρχισε να δείχνει περισσότερο ολοένα σεβασμό.
Ο Σταυρόγκιν είδε, πως δεν ήταν άγνωστος στο μοναστήρι, κι όμως δε θυμότανε να είχε ξαναπάει εκεί απ’ τα παιδιάκά του χρόνια. Σα φτάσανε στην πόρτα που βρισκότανε στο βάθος του διαδρόμου, ο καλόγερος την άνοιξε με κίνημα επίσημο, ρώτησε τον πορτιέρη αν μπορούσανε να μπουν, και, δίχως να προσμένει απόκριση, έσπρωξε το πορτόφυλλο, κ’ ύστερα σκύβοντας τη ράχη, έκαμε τόπο στον «αγαπητό» επισκέπτη να περάσει. Μόλις έβαλε στην τσέπη του το ρεγάλο του, εξαφανίστηκε.
Ο Σταυρόγκιν μπήκε σ’ ένα κελί στενό, όπου την ίδια τη στιγμή πρόβαλε σταματώντας στην πόρτα της διπλανής κάμαρας, ένας άνθρωπος ψηλός, ξεραγκιανός, καμιά πενηνταριά χρονών, φορώντας το εσωτερικό του ράσο˙ η όψη του ήταν κάπως αρρωστιάρικη, στο πρόσωπο του χάραζε αχνό χαμόγελο κ’ η ματιά του είχε κάποιαν έκφραση παράξενης δείλιας. Αυτός ήταν λοιπόν ο Τύχων, που ο Νικόλας Βσεβολόδοβιτς είχε πρωτακούσει να του τον αναψέρει ο φίλος του Σατώφ, και που, αργότερα, έλαβε κι ο ίδιας μερικές πληροφορίες για τον άνθρωπο. Οι πληροφορίες αυτές ήταν διάφορες κι αντιφατικές, συμφωνούσανε μόνο σε τούτο, πως κ’ εκείνοι που αγαπούσαν κ’ εκείνοι που δεν αγαπούσανε τον Τύχωνα (κ’ υπήρχαν και τέτοιοι), δεν πολυμιλούσαν γι’ αυτόν˙ εκείνοι που δεν τον αγαπούσανε σωπαίνανε από περιφρόνηση, βέβαια˙ εκείνοι που τον αγαπούσανε, και είχε οπαδούς φανατικούς, από κάποια επιφύλαξη, σα να θέλανε να κρατήσουνε κρυφό κάτι που τον αφορούσε, μιαν αδυναμία, ίσως και καμιά μανία του αλλόκοτη.
Ο Σταυρόγκιν έμαθε πως ο Τύχων είχε αποτραβηχτεί στο μοναστήρι έξη χρόνια τώρα και πως δεχότανε εκεί και ανθρώπους του λαού και υψηλές προσωπικότητες˙ είχε θαυμαστές θερμούς, ιδίως θαυμάστριες, ως πέρα, σην απόμακρη Πετρούπολη.
Απ’ την άλλη πάλι μεριά, ο Σταυρόγκιν είχε ακούσει κάποιο παλιό μέλος της λέσχης του, ένα γέρο της καλύτερης κοινωνίας και πολύ θρήσκο, να λέει, πως «αυτός ο Τύχων ήτανε μισοπάλαβος, πλάσμα οποιαδήποτε ανάξιο λόγου, και, δίχως καμιάν αμφιβολία, μεθύστακας». Θα προσθέσω εγώ, προτρέχοντας από τα γεγονότα, πως ο τελευταίος τούτος λόγος ήταν απλούστατα ανόητος. Η αλήθεια είναι πως ο επίσκοπος είχε ρευματισμούς και κάπου-κάπου νευρικό τρεμούλιασμα στα πόδια. Ο Σταυρόγκιν είχε μάθει ακόμη, πώς ο δεσπότης δεν είχε καταφέρει, είτε από αδυναμία του χαρακτήρος, είτε από απροσεξία ανάρμοστη στην αξιοπρέπεια του, να εμπνεύσει στους καλογέρους του καταφυγίου του το σεβασμό που του έπρεπε. Λέγανε, πως ο αρχιμανδρίτης, πού ήταν αυστηρός και σκληρός στην εκτέλεση των ηγουμενικών του καθηκόντων, και ξακουστός ακόμα για τη μόρφωση του, είχε ένα είδος έχθρας με τον πάτερ-Τύχωνα, τα ‘βαζε μαζί του (έμμεσα, βέβαια) για την ακανόνιστη ζωή του και τον κατηγορούσε απάνω-κάτω για αιρετικό. Οι άλλοι καλόγεροι του κοινοβίου φερνόντανε με τον άγιον άρρωστο κάπως οικεία.
Τα δύο κελιά που απαρτίζανε την κατοικία τον Τύχωνα, ήταν πολύ παράξενα επιπλωμένα. Ανάμεσα στα παλιά, τριμμένα πέτσινα καθίσματα, έβλεπες τρία τέσσερα έπιπλα κομψά: μια πλούσια αναπαυτική πολυθρόνα, ένα μεγάλο γραφείο, φίνα σκαλισμένο, μια πολύ όμορφη βιβλιοθήκη, τραπεζάκια μονοπόδαρα, εταζέρες που τις είχανε χαρίσει στο δεσπότη. Δίπλα σ’ ένα πλούσιο χαλί της Βουχάρας ήτανε στρωμένες ψάθες απλές. Ανάμεσα σε χαλκογραφίες με θέματα κοσμικά ή μυθολογικά, ήτανε στη γωνία μια μεγάλη βιτρίνα με εικονίσματα, που λάμπανε από ασήμι και χρυσάφι, και μες σ’ αυτά μια εικόνα παλιά που στόλιζε ένα κιβώτιο με άγια λείψανα. Λέγανε, πως κ’ η βιβλιοθήκη είχε βιβλία πολύ ανάμικτου περιεχομένου: δίπλα στα συγγράμματα των αγίων πατέρων και των μαρτύρων του χριστιανισμού, ήταν βαλμένα «βιβλία θεατρικά και ρομάντζα, μπορεί και τίποτα ακόμα πιο χειρότερο».
Ύστερα από τα πρώτα φιλοφρονήματα, που ειπώθηκαν με στενοχώρια και με βιάση δίχως κανένα λόγο, ο Τύχων οδήγησε τον επισκέπτη του στο γραφείο, τον έβαλε να καθίσει στο ντιβάνι, μπρος σ’ ένα τραπέζι, και κάθισε κι ο ίδιος σε μια πλεχτή πολυθρόνα. Ο Νικόλαος Βσεβολόδοβιτς κατασυγκινημένος, εξακολουθούσε να φαίνεται αφηρημένος πολύ. Έκανε την εντύπωση ανθρώπου αποφασισμένου να εκτελέσει κάποια πράξη εξαιρετική, αναπόφευκτη, άλλα που του φαινότανε του ίδιου πως δεν μπορούσε να εκτελεσθεί. Πρόσεξε αρκετή ώρα το κελί που χρησίμευε για γραφείο, χωρίς να διακρίνει όμως τίποτα˙ συλλογιζότανε, ωστόσο δεν ήξερε καλά-καλά κι ο ίδιος τι συλλογιζότανε. Η σιωπή τον έφερε στα λογικά του και του φάνηκε άξαφνα πως ο Τύχω ν χαμήλωνε τα μάτια ντροπαλά και μάλιστα πως χαμογελούσε ελαφρά και άκαιρα.
Ένοιωσε αμέσως αηδία κ’ επανάσταση μέσα του, θέλησε να σηκωθεί να φύγει, επειδή του φάνηκε κιόλας πως ο Τύχων ήταν πιωμένος. Άξαφνα όμως εκείνος σήκωσε τα βλέφαρα και κάρφωσε απάνω του μια ματιά τόσο στερεή, τόσο γεμάτη σκέψεις, με κάποιαν έκφραση τόσο αναπάντεχη κ’ αινιγματική, που ο Σταυρόγκιν τα ‘χασε. Του φάνηκε πως ο Τύχων είχε μαντέψει κιόλας για ποιο σκοπό ήρθε (μ’ όλο που κανείς άνθρωπος στον κόσμο δεν μπορούσε να το ξέρει), κι αν δε μιλούσε πρώτος, ήτανε γιατί τόνε λυπότανε και φοβότανε μην τον ταπείνωσει.
-Με ξέρετε; ρώτησε έξαφνα ο Σταυρόγκιν. Σας συστήθηκα σα μπήκα μέσα; Είμαι πολύ αφηρημένος.
-Δε συστηθήκατε, είχα όμως την ευχαρίστηση να σας συναντήσω κάποτε, τώρα και τέσσερα χρόνια απάνω-κάτω, εδώ, στο μοναστήρι ... κατά τύχη.
Ο Τύχων μιλούσε αργά, με φωνή ανάλλαχτη και γλυκιά, προφέροντας καθαρά τις λέξεις.
-Ήρθα εγώ τώρα και τέσσερα χρόνια στο μοναστήρι τούτο; ρώτησε με ύφος κάπως πρόστυχο ο Νικόλας Βσεβολόδοβιτς˙ εδώ έχω έρθει πολύ μικρός μόνο, όταν εσείς δε μένατε στη μονή ...
-Μπορεί να το ξεχάσατε είπε ο Τύχων, χωρίς να επιμένει πολύ.
-Όχι δεν έχω ξεχάσει τίποτα, και θα ήταν αλήθεια κι απ’ αλήθεια κωμικό να μην το θυμόμουνα, επέμεινε ο Σταυρόγκιν έντονα. Ίσως να ‘χετε μονάχα ακούσει τίποτα για μένα, να σχηματίσατε μια κάποια ιδέα μέσα σας κ’ ύστερα σας φάνηκε πως με είχατε ιδωμένον.
Ο Τύχουν δεν αποκρίθηκε. Τη στιγμή εκείνη ο Σταυρόγκιν πρόσεχε πως μικροί σπασμοί εσούφρωναν κάπου-κάπου το πρόσωπό του, φανερώνοντας κάποια χρόνια νευρική αρρώστια.
-Βλέπω πως είστε λιγουλάκι αδιάθετος σήμερα, θα ήταν καλύτερα να πηγαίνω.
Και μάλιστα σηκώθηκε από τη θέση του.
-Είναι αλήθεια, πως από χτες νοιώθω δυνατούς πόνους στα πόδια και κοιμήθηκα άσχημα την περασμένη νύχτα...
Ο Τύχων δεν απόσωσε το λόγο του. Ο ξένος του ξανάπεσε άξαφνα στο αόριστο ονειροπόλημα που είχε και πριν. Έτσι, η σιωπή βάσταξε αρκετά, δύο λεπτά της ώρας γεμάτα.
-Μ’ εξετάζετε; ρώτησε άξαφνα ο Σταυρόγκιν, ύποπτα.
-Σας κοιτούσα και θυμόμουνα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της μητέρας σας. Μ’ όλη την εξωτερικήν ανομοιότητα, μοιάζετε οι δυο σας πολύ, εσωτερικά, πνευματικά.
-Δεν ε χουμε καμιάν ομοιότητα, και μάλιστα πνευματική. Καμιάν απολύτως! φώναξε ο επισκέπτης με ταραχή και μ’ επιμονή, χωρίς να ξέρει το γιατί. Το λέτε ... από οίκτο για την κατάσταση μου ... Κολοκύθια, πρόσθεσε απότομα. Αλήθεια η μητέρα μου έρχεται εδώ και σας βλέπει;
-Ναι.
-Δεν το ήξερα˙ δε μου ‘καμε ποτέ γι’ αυτό λόγο... Συχνά;
-Σχεδόν κάθε μήνα, κάποτε και συχνότερα.
-Ποτέ δεν την άκουσα να μιλήσει γι’ αυτό, ποτέ...  Κ’ εσείς, θα την ακούσατε βέβαια να σας μιλά για μένα σα για κανέναν τρελό;
-Όχι δα για τρελό, να πούμε την αλήθεια. Άλλοι όμως πολλοί μου έκαμαν τέτοιους υπαινιγμούς.
-Έχετε λοιπόν μνημονικό περίφημο, αφού μπορείτε και θυμάστε τέτοια μικροπράματα... και για τον μπάτσο πού έφαγα, ακούσατε να πούνε τίποτα;
-Ναι, κάτι.
-Δηλαδή, όλα. Έχετε, έπειτα, πολύ καιρό για ν' ακούτε τέτοια πράματα. Και για τη μονομαχία;
-Ακόμα και για τη μονομαχία.
-Εδώ, βλέπω, μαθαίνετε πολλά πράματα. Δε σας χρειάζονται μήτε εφημερίδες! Κι ο Σάτωφ, σας μίλησε κι αυτός για μένα;
-Όχι. Γνωρίζω όμως πολύ καλά τον κ. Σάτωφ, μολονότι πάει καιρός τώρα πού δεν τον έχω ιδεί.
Χμ... Τι είναι τούτος ο χάρτης, εδώ πέρα; Μπα! Είναι χάρτης του τελευταίου πολέμου. Τι σας χρειάζεται εσάς;
-Συμβουλεύομαι το χάρτη για να διαφωτίζω το κείμενο... Πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή.
-Για να ιδώ... Ναι, η περιγραφή είναι πολύ καλή. Παράξενο ωστόσο ανάγνωσμα για σας.
Πήρε το βιβλίο κ’ έριξε μια ματιά. Ήταν ογκώδης διήγηση, καλογραμμένη, των περιστατικών του τελευταίου πολέμου, από άποψη μάλλον λογοτεχνική παρά στρατιωτική. Αφού ξεφύλλισε γοργά-γοργά το βιβλίο, το πέταξε με κίνημα ανυπόμονο.
-Δεν ξέρω, μα την αλήθεια, για ποιο λόγο ήρθα εδώ! είπε με αηδία κοιτάζοντας ολόισια μες στα μάτια τον Τύχωνα, σα να περίμενε την απόκρισή του.
-Φαίνεστε πως είστε αδιάθετος κ' εσείς.
-Ναι, λιγάκι.
Και άρχισε αμέσως να διηγείται με φράσεις σύντομες, απότομες, πως, ιδίως τη νύχτα, του φαινότανε πως βλέπει φαντάσματα, πως κάπου-κάπου έβλεπε η ένιωθε δίπλα του κάποιο ον κακό, χλευαστικό και πονηρό, κάποιο ον αλλόκοτο, με πολλές όψεις και με διάφορους χαραχτήρες, μ’ όλο που είναι ένα και το ίδιο πρόσωπο, -πρόσωπο που με κάνει πάντα να φρενιάζω...
Οι μωρόλογες αυτές εξομολογήσεις μοιάζανε με λόγια παλαβού. Ωστόσο, ο Νικόλας Βσεδολόδοβιτς μιλούσε με τέτοια αλλόκοτη ειλικρίνεια, με μια αφέλεια τόσο αντίθετη προς το χαρακτήρα του, που θα ‘λεγες πως έγινε άλλος άνθρωπος, ολότελα αλλιώτικος. Δεν ντρεπότανε καθόλου να μολογά πόσο φοβότανε το φάντασμα που παρουσιαζότανε μπροστά του. Όμως τούτο βάσταξε μια στιγμή μονάχα κ’ έσβησε ξαφνικά, όπως και ξαφνικά είχε φανερωθεί.
-Κουταμάρες! φώναξε με πείσμα σα να ξανάβρισκε με μιας τα λογικά του. Θα πάω να με ιδεί κάνας γιατρός.
-Πήγαινε χωρίς άλλο, είπε ο Τύχων. Μιλάτε με τόση πεποίθηση ... Σας έχουνε τύχει και άλλοτε άνθρωποι τέτοιοι, σαν κ’ εμένα που να βλέπουν παρόμοια φαντάσματα;
-Μου τύχανε πολύ σπάνια όμως. Δε θυμούμαι παρά ένα μονάχα περιστατικό, όμοιο με το δικό σας. Κάποιον αξιωματικό, που είχε χάσει, λίγες μέρες πρωτύτερα, τη γυναίκα του, την ανεκτίμητη συντρόφισσα της ζωής του. Για τον άλλο τον άρρωστο, άκουσα, μονάχα να γίνεται λόγος. Κ’ οι δυο τους κάνανε συστηματική θεραπεία και γιατρευτήκανε στο εξωτερικό ... Εσείς όμως, βασανίζεστε μ’ αυτόν τον τρόπο πολύν καιρό;
-Τώρα κ’ ένα χρόνο, απάνω-κάτω... Μα, δε βαριέστε! Θα πάω σε κανένα γιατρό... Μ' ένα λόγο, βλακείες!... Είναι ο ίδιος ο εαυτός μου σε διάφορες μορφές, τίποτ' άλλο. Μα, αφού μίλησα τώρα με τέτοιον... τρόπο, εσείς σίγουρα θα βάλετε με το νου σας πως αμφιβάλλω, πως δεν είμαι σίγουρος, αν εγώ είμαι ο εαυτός μου, κι όχι κάνας διάολος.
Ο Τύχων τον κοίταξε με ερωτηματικό ύφος.
- Ώστε λοιπόν το βλέπετε το φάντασμα αληθινά; ρώτησε. Θέλω να πω, έξω κι από κάθε αμφιβολία, πως η παράκρουση σας είναι κατάσταση αρρώστιας, βλέπετε πραγματικά κανένα στοιχειό;
-Μου φαίνεται πολύ παράξενο να σας βλέπω να επιμένετε, αφού σας είπα πως το βλέπω.
Ο Σταυρόγκιν θύμωσε και πάλι, κι ο θυμός του μεγάλωνε σε κάθε λέξη, Ξανάπε:
-Φυσικά το βλέπω, όπως σας βλέπω τώρα εσάς... Κάποτε το βλέπω, δίχως να είμαι σίγουρος πως το βλέπω, μ’ όλο που ξέρω πως είναι πραγματικό..., είμαι εγώ ο ίδιος, ή είναι εκείνος.,. Μ’ ένα λόγο, βλακείες. Μα γιατί να μην υποθέσετε πως μπορεί να είναι κι’ αυτός ο διάβολος με σάρκα και οστά; Μια τέτοια υπόθεση θα ήταν πιότερο σύμφωνη με το επάγγελμα σας, πρόσθεσε παίρνοντας απότομα χλευαστικό ύφος.
-Μου φαίνεται μάλλον πως είναι αρρώστια... Ωστόσο ...
-Τι, ωστόσο!
-Υπάρχουν, χωρίς άλλο, δαίμονες, μα τα πράγματα αυτά τα παίρνει καθένας όπως θέλει.
-Βλέπω, πως, χαμηλώσατε και πάλι τα μάτια γιατί ντραπήκατε για λογαριασμό μου, επειδή πιστεύω στο διάβολο, κι όμως, με το πρόσχημα πως δεν τον πιστεύω, σας έβαλα το δόλιο ερώτημα: Υπάρχει διάβολος ή δεν υπάρχει ; -είπε ο Σταυρόγκιν με θυμό και με χλεύη,
Ο Τύχων χαμογέλασε ελαφρά και αόριστα. Ο άλλος εξακολούθησε:
-Κ’ έπειτα, δεν πάει καθόλου να χαμηλώνετε εσείς τα μάτια˙ αυτό δείχνει προσποίηση, ένα πράμα γελοίο και αφύσικο... Για να αντισταθμίσω τον πρόστυχο τρόπο που σας μιλώ, θα σας πω πολύ σοβαρά και αυθαδέστατα: «Πιστεύω στο διάβολο, πιστεύω σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες, στο διάβολο τον ενσαρκωμένο, κι όχι σε διαβόλους αλληγορικούς,
και δεν έχω καμιάν ανάγκη να ρωτήσω κανένα για το ζήτημα τούτο.» Τελεία και παύλα. Θα νοιώθετε σίγουρα μεγάλη χαρά για τούτο, ε; …
Γέλασε νευρικά. O Τύχων τον κοίταξε περίεργα με τα γλυκά και δειλά μάτια του.
-Πιστεύετε στο Θεό; ρώτησε απότομα ο Σταυρόγκιν.
-Πιστεύω.
-Λένε, θαρρώ, τα κιτάπια, πως άμα πιστεύει κανείς και προστάξει το βουνό να περπατήσει, θα περπατήσει... Βλακείες και πάλι!... Είμαι ωστόσο περίεργος να μάθω: Θα μπορούσατε εσείς να μετατοπίσετε ένα βουνό, ή όχι ;
-Αν το πρόσταζε ο Θεός, θα το μετατόπιζα, είπε ο Τύχων με ύφος ντροπαλό και χαμηλώνοντας αργά τα μάτια.
-Δεν είναι το ζήτημα να το κινήσετε με τη βοήθεια του Θεού. Όχι! εσείς, εσείς μονάχος σας αν θα το κάνετε σαν ανταμοιβή για την πίστη σας στο Θεό;
-Ίσως να το μετατόπιζα και μόνος μου.
-Ίσως; Ωραίο κι' αυτό... Μα γιατί αμφιβάλλετε;
-Δεν έχω πίστη απόλυτη.
-Πως όχι απόλυτη;
-Ναι,... ίσως να μην είναι τελεία.
-Πιστεύετε, τουλάχιστο, πως με τη βοήθεια του Θεού θα το μετατοπίζατε. Είναι κι αυτό κάτι. Είναι, οπωσδήποτε, κάπως περισσότερο από το «πολύ λίγο» ενός άλλου αγίου ανθρώπου, που ήταν κ’ εκείνος αρχιεπίσκοπος, και τον είπε το λόγο αυτόν υπό την απειλήν του ξίφους, είναι αλήθεια... Είστε χριστιανός βέβαια;...
-Μη γένοιτο εμοί καυχάσθαι, ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών ! εψιθύρισεν ο Τύχων με πάθος και χαμηλώνοντας πιο πολύ το κεφάλι. Οι άκρες των χειλιών του τρεμουλιάσανε νευρικά.
-Και μπορεί κανείς να πιστεύει στο διάβολο, χωρίς να έχει απόλυτη πίστη στο Θεό; ρώτησε ο Σταυρόγκιν με καγχασμό.
-Ναι, βέβαια, μπορεί. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά, αποκρίθηκε ο Τύχων σηκώνοντας τα μάτια και χαμογελώντας.
-Και είμαι σίγουρος, πως θα βρίσκετε μια τέτοια πίστη τιμιότερη, παρ' όλα τούτα, από την ολότελη απιστία... Πως φαίνεστε, πως είστε παπάς! είπε ο Σταυρόγκιν γελώντας.
Ο Τύχων του αποκρίθηκε και πάλι μ’ ένα χαμόγελο, και προσέθεσε με φαιδρότητα:
-Τουναντίον, η απόλυτη αθεΐα είναι εντιμότερη από την κοσμική αδιαφορία.
-Μπαμπόγερε ! Τέτοιος μου είστε λοιπόν;
-Η απόλυτη αθεΐα είναι το προτελευταίο σκαλοπάτι του υψηλότερου σημείου της τελείας πίστεως. (Αν το ξεπερνά κανείς ή όχι, είναι άλλο ζήτημα). Ενώ ο αδιάφορος δεν έχει καμιά πίστη, εκτός από έναν άθλιο φόβο κι αυτόν ακόμα σπάνια, αν τύχει να ‘ναι φιλήδονος.
-Χμ!... Έχετε διαβάσει την Αποκάλυψη;
-Την έχω διαβάσει,
-Θυμάστε... : «Και τω αγγέλω της εν Λαοδικία εκκλησίας γράψον...»;
-Θυμούμαι, είναι λόγια όμορφα.
-Όμορφα; Παράξενη έκφραση για ένα δεσπότη˙ οπωσδήποτε, είστε πολύ πρωτότυπος... Που είναι αυτό το βιβλίο; ρώτησε με αλλόκοτη βιασύνη ο Σταυρόγκιν, ψάχνοντας με τα μάτια του στο τραπέζι. Θα ήθελα να σας διάβαζα τη σχετική περικοπή. Έχετε τη ρούσικη μετάφραση;
-Ξέρω το χωρίον, το θυμούμαι πολύ καλά, είπε ιο Τύχων.
-Το ξέρετε απόξω... ; Πέστε το.
Ο Σταυρόγκιν χαμήλωσε τα μάτια, στήριξε τις δυο παλάμες του στα γόνατα του, φανερώνοντας ανυπομονησία. Ο Τύχων απάγγειλε χωρίς να παραλείψει ούτε μια λέξη:
«Και τω αγγέλω της εν Λαοδικία εκκλησίας γράψον: Τάδε λέγει ο αμήν, ο μάρτυς ο πιστός και αληθινός, η αρχή της κτίσεως του Θεού. Οίδα σου τα έργα, ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός˙ όφελον ψυχρός ης ή ζεστός. Ούτως ότι χλιαρός ει, και ούτε ζεστός ούτε ψυχρός, μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματος μου ότι λέγεις, ότι πλούσιος ειμί και πεπλούτηκα και ουδέν χρείαν έχω, και ουκ οίδας ότι συ ει ο ταλαίπωρος και ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός...»
-Φτάνει! διέκοψε ο Σταυρόγκιν. Αυτά λέγονται για κείνους που στέκουν στη μέση, για τους αδιάφορους, δεν είν' έτσι;... Ξέρετε, σας αγαπώ πολύ.
-Κ’ εγώ, εσάς, αποκρίθηκε ο Τύχων με μισόσβηστη φωνή.
Ο Σταυρόγκιν σώπασε και βυθίστηκε και πάλι στη συλλογή του. Αυτό το έπαθε για τρίτη φορά, σα να τον έπιασε κρίση. Το ίδιο και στον Τύχωνα είχε πει : «Σας αγαπώ», μέσα σε κρίση, με κάποιον τρόπο, οπωσδήποτε, απροσδόκητο και για τον ίδιο.
Πέρασε ένα λεφτό της ώρας.
-Μη θυμώνετε ψιθύρισε ο Τύχων αγγίζοντας δειλά με το δάχτυλο τον αγκώνα του Σταυρόγκιν.
Ο άλλος ανατρίχιασε και σούφρωσε με οργή τα φρύδια.
-Πώς το μαντέψατε πως ήμουν θυμωμένος; ρώτησε απότομα
Ο Τύχων θέλησε ν’ αποκριθεί, αλλά ο Σταυρόγκιν εξακολούθησε με παράλογη ανησυχία:
-Γιατί υποθέσατε, πως έπρεπε χωρίς άλλο να θυμώσω; Ναι, ήμουνα έξω φρενών, έχετε δίκιο, και ίσια-ίσια επειδή είπα: «Σας αγαπώ». Έχετε δίκιο, είστε όμως κυνικός. Έχετε πολύ ταπεινή ιδέα για την ανθρώπινη φύση. θα μπορούσα να μη θύμωνα, αν ήμουν άλλος άνθρωπος... Έπειτα, δεν πρόκειται για τον άνθρωπο γενικά, άλλα για μένα. Κ’ εσείς, όσο να ‘ναι, είστε πολύ πρωτότυπος, είστε άρρωστος.
Θύμωνε ολοένα και περισσότερο, και -πράμα παράξενο - δε στενοχωριότανε πια να μεταχειρίζεται τα λόγια που ήθελε.
-Ακούστε, δε μ’ αρέσουν οι σπιούνοι κ’ οι ψυχολόγοι, τουλάχιστον εκείνοι απ’ αυτούς που θέλουνε να τρυπώσουνε μες στην ψυχή μου. Δεν προσκάλεσα κανένα να μπει μέσα μου, δεν έχω από κανέναν ανάγκη, ξέρω να οδηγούμαι μονάχος μου. Θα νομίζετε ίσως πως σας φοβούμαι; ρώτησε δυναμώνοντας τη φωνή και ανασηκώνοντας το κεφάλι του με προκλητικό ύφος. Είστε ολότελα σίγουρος πως ήρθα να σας αποκαλύψω τρομερό μυστικό και το περιμένετε με περιέργεια καλογερική, όπως το συνηθίζετε όλοι σας. Μάθετε λοιπόν, πως δε θα σας αποκαλύψω τίποτα, κανένα μυστικό, γιατί δε σας έχω καθόλου ανάγκη.
Ο Τύχων τον κοίταξε με βλέμμα στερεό και είπε:
-Ξαφνιστήκατε με το γεγονός, ότι ο Αμνός προτιμά τους ψυχρούς από τους χλιαρούς, και δε θέλετε να είστε μοναχά χλιαρός. Προαισθάνομαι πως έχετε κάποια πρόθεση εξαιρετική, τρομερή ίσως. Αν είναι έτσι, σας εξορκίζω, μη βασανίζεστε και πέστε όλα όσα ήρθατε να μου πείτε.
-Και είσαστε σίγουρος, πως ήρθα για να σας αποκαλύψω κάτι;
Το... Το είχα μαντέψει από την όψη σας, ψιθύρισε ο Τύχων χαμηλώνοντας τα μάτια.
Ο Σταυρόγκιν ωχρίασε ελαφρά, τα χέρια του έτρεμαν. Για λίγα δευτερόλεφτα κάρφωσε σιωπηλά το βλέμμα του στον Τύχωνα, σα να ‘παιρνε κάποια απόφαση. Έβγαλε τέλος από τη μέσα τσέπη της ρεντιγκότας του κάτι φύλλα τυπωμένα και τ’ απόθεσε στο τραπέζι.
-Ιδού κάτι φύλλα που είναι προορισμένα να κυκλοφορήσουν, είπε με φωνή μισοκομμένη. Αν τα φύλλα τούτα διαβαστούν κι από ένα μονάχα άνθρωπο δεν υπάρχει λόγος πια να τα κρατήσω μυστικά, και θα μπορούσαν να τα διαβάσουνε όλοι. Αυτή είναι η απόφαση μου... Δε σας έχω καθόλου ανάγκη, εσάς, γιατί τα ‘χω όλα αποφασισμένα... Διαβάστε όμως... μη μου πείτε τίποτα όσο τα διαβάζετε˙ άμα τα τελειώσετε, μου τα λέτε όλα...
-Πρέπει να τα διαβάσω, αλήθεια; ρώτησε ο Τύχων με δισταγμό.
-Διαβάστε. Το ‘χω πάρει απόφαση από καιρό.
-Δεν μπορώ να διαβάσω χωρίς τα γυαλιά μου, τα ψηφία είναι πολύ μικρά. Η εκτύπωση θα ‘γινε στο εξωτερικό...
-Να τα γυαλιά σας, είπε ο Σταυρόγκιν, δίνοντάς του τα ματογυάλια που είχε βρει στο τραπέζι απάνω, κ’ έγειρε προς τα πίσω για ν’ ακουμπήσει στη ράχη του ντιβανιού.
Ο Τύχων βυθίστηκε στην ανάγνωση.

























Το κείμενο γλωσσικά προσαρμοσμένο στο μονοτονικό.
Το βιβλίο, σε μορφή ebook, μπορείτε να το κατεβάσετε: εδώ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: