Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

H Ιδεολογία της μη μη-ιδεολογίας (τέσσερις σημειώσεις για την αμεσότητα) [Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος] III


III

Ένα συλλογικό χαρακτηριστικό της ποίησης που επιπλέει σήμερα είναι η σφραγίδα ενός ειδικού αντιδιανοουμενισμού. Μορφολογικά η ποίηση αυτή αντιστοιχεί στα σύγχρονα μέσα ψυχαγωγίας και υπο(ή αντι)κουλτούρας, ενώ γλωσσικά τροφοδοτείται από την τρέχουσα Νεαντερτάλια φρασεολογία. Το γλωσσικό και τα θεματικό υλικό αυτής της παραγωγής συνεκφρέρεται στο ποιητικό προϊόν που πρέπει να ακούγεται σύγχρονο και οικείο ώστε να εντάσσεται άνετα στην επιφάνεια της πραγματικότητας σαν ένα επιπλέον αντικείμενο καθημερινής κατανάλωσης. Οι πυρήνες, τα πρότυπα και οί βαθύτερες αναφορές αυτής της ποίησης βρίσκονται μέσα στον κόσμο της «ποπ», των κόμικς και του χαρούμενου εκείνου κρετινισμού που γέννησε τη λέξη - καραμέλα «κουλτουριάρης». Η ιδεολογία υποτίθεται ότι απουσιάζει επειδή έχει εξοβελισθεί η διακηρυγμένη πολιτική θέση. Αλλά όταν η «αντιπολιτικότητα» γίνεται μόδα ζωής λειτουργεί π ο λ ι τ ι κ ά παράγοντας όλον αυτό τον χυλό των ιδεών που ρέει ακατάσχετα προς μία νέα ολοκληρωτική κομματικοποίηση των πάντων: Το «γυναικείο» (ζήτημα), η διαμαρτυρία του «περιθώριου», η όψιμη απογοήτευση των ελλήνων κομμουνιστών (μια απογοήτευση που ωστόσο δεν προλαβαίνει τις μελλοντικές), ο κομματικός δογματισμός που περνάει για κομματική αδιαλλαξία και η μικροκομματική ελευθεριότητα ηθών που περνάει για αντιδογματισμός, οι σταλινικοί του εξωτερικού και οι σταλινικοί του εσωτερικού, οι θαυμαστές του Καντάφι και οι θαυμαστές του Βαλέσα, οι πιστοί του Μπρέζνιεφ και οι πιστοί του Πάπα, οι εθνοκομμουνιστές και οι Ευρωφασίστες — όλ’ αυτά τα υποκατάστατα μιας απελευθέρωσης που δεν έγινε είναι τα δίδακτρα που καταβάλλουμε (χωρίς να διδασκόμαστε) στην Ιστορία. Και αυτή ακριβώς η πολιτική πραγματικότητα — η ολοκληρωτική κομματικοποίηση κάθε πλευράς της ζωής μας — είναι που αντιστοιχεί στη λεγόμενη «αντιπολιτικότητα» της σύγχρονης ποίησης.

Θα αναφέρουμε εδώ παρενθετικά τη «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη σαν μία ειδική μορφή αυτής της πολιτικής «αντιπολιτικότητας». Είναι ένα έργο πού έχει συλλάβει το πνεύμα των καιρών σε τέτοιο σημείο ώστε να αποτελεί υπόδειγμα ιδεολογικής συναίρεσης δύο γενεών «αμφισβήτησης» που τις χωρίζουν κάπου σαράντα χρόνια. Πρόκειται για ένα φαινόμενο φιλολογικής ανάδρασης ή αμοιβαίας διείσδυσης δύο κόσμων (των νεωτεριστών του 30 και των νεωτεριστών του 70) πού συναντιούνται στο πεδίο της ιδεολογίας και της αισθητικής. Αυτό φαίνεται τόσο στη στιχουργική της «Μαρίας Νεφέλης», που οι ρυθμοί της κυμαίνονται από το γνωστό μελωδισμό του προπολεμικού ελεύθερου στίχου του Ελύτη μέχρι τα μεταπολεμικά ελαφρολαϊκά τραλαλά του, όσο και στα μηνύματά της, όπου ανακατεύονται οι ελληνοφωτολατρικές εξάρσεις του με τα χιππικά μπλα-μπλα της ερωτολογίας του. Όπως ένας νεάζων μπαμπάς δανείζεται καμιά φορά το μοντέρνο πουλόβερ του γιου του, ο παλαιός «σουρεαλιστής» Ελύτης δέχεται τα διδάγματα της σημερινής νιότης και της τα επιστρέφει επάνω στο σεξουαλικό ποδήλατο της Μαρίας Νεφέλης. Έτσι η ιδεολογία της μη-ιδεολογίας ταξιδεύει από τον εθνικιστικό αντικαρυωτακισμό της γενεάς του 1930 στην «απελευθερωτική» σκατολογία του 1970 — ενώ δεσπόζουνε στην αγορά τα εύηχα προστάγματα της αντικαταθλιπτικής γυμναστικής που αναμεταδίδεται απ’ όλα τα μεγάφωνα:

Ένα - δύο - τρία: ζωή μου άγια
σμικρύνω την ψυχολογία (...)
Έκτασης της κεφαλής πίσω: έεεν-νααα
δεν παραδέχομαι κανόνα κανέεεν-νααα(...)
Εις τον καιρόν! Μελετήσατε τον Μπρετόν!
Προσχέεε! Μελετήσατε τον Φουριέ!
Στροφή της κεφαλής αριστερά: όλα είναι σκατά.
Στροφή της κεφαλής δεξιά: όλα είναι σκατά.

Εις θέσιν — εν! Συμπέρασμα κανέν-
α. Τους ζυγούς λύσατε
Τα κορίτσια φιλήσατε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: