Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Σκόρπιες βιογραφικές πινελιές για τον ‘πατέρα των μπλουζ’ [Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης]


























Η άξια αναφοράς ζωή του W. C. Handy ξεκίνησε σχεδόν οκτώ χρόνια μετά το πέρας του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου. Γεννημένος σε μια ξύλινη καλύβα στη Φλωρεντία της Αλαμπάμα, στις 16 Νοεμβρίου 1873, ο William Christopher Handy εγκαινίασε μια νέα εποχή για τους μαύρους δύσμοιρους ανθρώπους της αμερικανικής ηπείρου, μια εποχή που ο ίδιος βοήθησε τα μέγιστα ώστε να γίνει ευρύτερα γνωστή και αρκούντως δημοφιλής στον κόσμο εκείνη η υπέροχη μουσική της αφροαμερικανικής κοινότητας, καθώς και οι άνθρωποι που την υπηρέτησαν, με τον καλύτερο θα λέγαμε, τρόπο.

























W. C. Handy (1873-1958)
    
Έτσι σταδιακά μεταμορφώθηκε και πήρε το βαρύγδουπο και άκρως τιμητικό όνομα ο ‘Πατέρας των μπλουζ’. Οι προκάτοχοί του σε αυτό το μουσικό ιδίωμα, χρησιμοποιούσαν την κορνέτα, αλλά δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο όνομα. Σε κείνα τα πρωτόγονα τραγούδια των αφροαμερικανών σκλάβων, που τα τραγουδούσαν περισσότερο ως βαθιά συναισθηματική και προσωπική απάντηση στην περιρρέουσα βαρβαρότητα και την απελπισία της καθημερινής τους ζωής στον Αμερικάνικο Νότο. Ήταν ένας απροσδιόριστος ήχος που προερχόταν από τα βάθη της μαύρης ηπείρου και τους ποικίλους αφρικανικούς πολιτισμούς, που άγγιζε το δουλεμπόριο των σκλάβων, ένας ήχος ριζωμένος αναμφίβολα στις Αφρικανικές παραδόσεις. Ήταν το τραγούδι των φτωχότερων ακόμη και μεταξύ των δούλων, ανήκε στους πιο αναλφάβητους, στους αποκαλούμενους ‘αράπηδες των χωραφιών του καλαμποκιού’. 

Γεννημένος στις 16 Νοεμβρίου 1873 στη Φλωρεντία της Αλαμπάμα, ο William Christopher Handy, πέθανε από βρογχοπνευμονία, στις 29 Μαρτίου του 1958, στη Νέα Υόρκη. Στη πόλη Φλωρεντία, στη W College St, βρίσκεται η καλύβα και το μουσείο του πατέρα των μπλουζ. Του WC Handy (1873-1958), συνθέτη του “Memphis Blues” και του “St. Louis Blues”, συγγραφέα του αυτοβιογραφικού ‘Father of the Blues’ (1941), ο οποίος κατέχει για πολλούς σημερινούς ερευνητές και ιστορικούς μια περίεργη θέση στην ιστορία της δημώδους αμερικανικής μουσικής των μπλουζ. 


    

















Συνθέτης, αρχιμουσικός, κορνετίστας, εκδότης και συγγραφέας άφησε το προσωπικό του στίγμα σε διάφορα επίπεδα και παντού. Οι γονείς και οι παππούδες του Handy ήταν μεταξύ των τεσσάρων εκατομμυρίων σκλάβων οι οποίοι απελευθερώθηκαν από τον Πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν με την περίφημη Διακήρυξη Χειραφέτησης και Απελευθέρωσης του 1863. Ο παππούς, από την πλευρά του πατέρα του, William Wise Handy, έγινε αξιοσέβαστος πολίτης της πόλης της Φλωρεντίας και στέλεχος μεθοδιστών της δικής του εκκλησίας. Ο πατέρας του Handy ακολούθησε αυτά τα βήματα, και το ίδιο μέλλον προγραμμάτισε και δρομολόγησε για το νεαρό Handy. Ήταν όμως η γιαγιά του αγοριού εκείνη, από τη μεριά της μητέρας του, η οποία υπαινίχθηκε για κάποιο κρυφό και πολλά υποσχόμενο ταλέντο του εγγονού της στη μουσική. Στην ηλικία των δώδεκα ετών, ο ίδιος ερωτεύτηκε μια κιθάρα σε βιτρίνα καταστήματος, και μια μέρα κατάφερε να την κάνει επιτέλους δική του. Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του Handy, οι γονείς του σοκαρίστηκαν και έμειναν συγκλονισμένοι από το περίεργο ενδιαφέρον του για την κιθάρα. Ο Handy έλαβε την εκπαίδευσή του στα βασικά στοιχεία της μουσικής στην Επαρχιακή Σχολή της Φλωρεντίας για νέγρους. Ο δάσκαλός του ήταν λάτρης της φωνητικής μουσικής και χρειάστηκε χρόνος για να δώσει στους μαθητές του τη φωνή και όλες τις οδηγίες που θα τους επέτρεπαν να τραγουδήσουν θρησκευτικό υλικό χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Οι μαθητές την ίδια στιγμή έρχονταν σε επαφή με έργα κλασικών συνθετών, όπως ο Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο Ζωρζ Μπιζέ και ο Τζουζέπε Βέρντι. Αλλά ο Handy λαχταρούσε να παίξει όργανα, έτσι στα κρυφά αγόρασε μια παλιά κορνέτα και πήρε μαθήματα από τον πρώην ιδιοκτήτη της.


    












Η μπάντα του συγκρότημα του Handy, το 1918. Ο ίδιος βρίσκεται στο κέντρο της φωτογραφίας κρατώντας μια τρομπέτα.
    
Δεν εξελίχθηκε μόνο σ’ έναν μεγάλο μπλούζμαν, αλλά ήταν και κορνετίστας, αρχηγός μπάντας, ένας έμπειρος ενορχηστρωτής, ο οποίος χειρίστηκε έξυπνα την τέχνη του στο μαύρο κύκλωμα του τραγουδιού και των σόου της δεκαετίας του 1890. Μέλος της ελίτ της πολύπαθης και εύθραυστης Πολιτείας της Αλαμπάμα, αρχικά σκανδάλισε την οικογένειά του, με την πρόθεσή του να ασχοληθεί επισταμένως με τη βιομηχανία των σώου. Όταν έδειξε την πρώτη του κιθάρα που αγόρασε με τις οικονομίες του, ο πατέρας του τον αποπήρε, λέγοντάς του ότι πρόκειται για ένα από τα παιχνίδια του διαβόλου και να το πετάξει μακρυά από τα χέρια του, κι ακόμα, ‘Τι σε έκανε να φέρεις αυτό το διαβολικό πράγμα μέσα στο χριστιανικό σπίτι μας’; 

Μπορεί, όμως, ο μαύρος Τύπος να τον έστεψε ‘Πατέρα των μπλουζ’ γύρω στα 1919, αλλά η φήμη του σκιαζόταν από καιρό από την κατηγορία ότι μάλλον ήταν ένας μεγάλος απατεώνας. Σε μια κακόφημη επιστολή προς το περιοδικό Downbeat, άλλη μια μεγάλη μορφή, ο πρωτοπόρος Jelly Roll Morton δήλωσε πως ο Handy δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα στη μουσική που δημιούργησε, όταν άκουσε σε μια εκπομπή ότι ήταν ο πατέρας της τζαζ, καθώς και του μπλουζ. Και ότι μάλλον ‘έχει εκμεταλλευθεί κάποια απροστάτευτο υλικό που επιπλέει τριγύρω…’. Και για να χρησιμοποιήσουμε τα δικά του λόγια και τη γλώσσα του, ‘[T]hese untruthful statements Mr. Handy has made, or caused you to make, will maybe cause him to be branded the most dastardly imposter in the history of music”, τουτέστιν αποκαλώντας τον χωρίς κανέναν υπαινιγμό, ως τον πιο ποταπό απατεώνα στην ιστορία της μουσικής. Αλλά όμως, και οι κριτικοί της μουσικής είχαν τις δικές τους αντιρρήσεις. Όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τα περιπτώσεις, η αλήθεια βρίσκεται στη μέση και σίγουρα υπάρχει κάποια δόση αλήθειας, ψεύδους και υπερβολών, ένθεν κακείθεν. 
    



















Όταν ο Handy έφτασε στο Δέλτα του Μισισιπή για να διευθύνει τη μπάντα Knights of Pythias, ασχολήθηκε με τη κλασσική παράδοση της μουσικής των παρελάσεων και του βαλς. Αργότερα, στο Clarksdale, αφοσιώθηκε στα μπλουζ. (Clarksdale, Μισισιπής, 1939).
    
Πριν έρθει στο Μισισιπή το 1903, στην ηλικία των τριάντα ετών, ο Handy (1873 – 1958) είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος των προηγούμενων επτά χρόνων στο δρόμο με τους Mahara’s Minstrels ως διευθυντής της μπάντας, ένα θίασο που ελάμβανε μέρος στα γνωστά ιατρικά σώου που γίνονταν στον αμερικάνικο Νότο και κυρίως γύρω από το Δέλτα του Μισισιπή. Τόσο αυτός, όσο και οι άλλοι συνάδελφοι και επαγγελματίες, είχαν έρθει επανειλημμένως σε επαφή με μανισμένους όχλους στα περισσότερα μέρη του Νότου, όπως το Τέξας, τη Λουιζιάνα, το Μισούρι και το Τεννεσί, με τη διάχυτη φυλετική βία, είτε θανατηφόρα ή απλώς ταπεινωτική, δηλαδή όλους εκείνους λευκούς άντρες που πυροβολούσαν εναντίον των μαύρων τροβαδούρων, πετώντας πέτρες εναντίον των μεταφορικών τους μέσων, κι ακόμα ευθέως στους ίδιους μέσα στις μικρές πόλεις και εκτάσεις του αμερικάνικου Νότου. Το αίμα του έβραζε, όπως έγραψε ο ίδιος ο Handy αργότερα, αλλά έπρεπε να κάνει υπομονή και να προστατεύσει, όσο και όπως μπορούσε, τους μουσικούς της μπάντας του και τις γυναίκες τους. Μετά την αποχώρηση από εκείνη τη μπάντα, τον Ιούνιο του 1903, φάνηκε ότι βρέθηκε εκτός της λευκής ρατσιστικής βίας, όταν είχε δύο πολύ ελκυστικές επαγγελματικές προσφορές. Μια για να διευθύνει λευκή δημοτική μπάντα στο Μίσιγκαν, και μια άλλη να διευθύνει τη μπάντα Knights of Pythias, στο Clarksdale του Μισισιπή. Υπήρξε μικρή σύγκριση μεταξύ των δύο προτάσεων, ομολόγησε κάποια στιγμή ο ‘Πατέρας των μπλουζ’. Το Μίσιγκαν, σκέφτηκε, ήταν μίλια μπροστά, θα κέρδιζε σίγουρα πιο πολλά χρήματα, περισσότερο κύρος, καλύτερες ευκαιρίες για το μέλλον, ότι καλύτερο δηλαδή γι αυτόν. Για λόγους που δεν μπόρεσε να εξηγήσει, προτίμησε το Νότο που οδηγούσε αναπόφευκτα στα συναισθηματικά μπλουζ. Ο Μισισιπής δεν είχε προηγουμένως παίξει κανένα ρόλο στη ζωή του, κι ούτε μπορούσε να φαντασθεί τον εαυτό του ότι το πεπρωμένο του θα βρισκόταν εκεί κάτω στο Δέλτα του Μισισιπή (“At no time did I even dream that the Mississippi delta would presently become my stomping grounds”). Αυτό που ονόμασε αργότερα ‘πρωτόγονη μουσική των μαύρων του Νότου’, δεν τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή. Η μουσική που έπαιζε στην αρχή η μπάντα, ήταν εμβατήρια και βαλς, αλλά σταδιακά μετατοπίστηκε σε άλλα ανοίγματα και την κλασσική μουσική. 




















Τα ιατρικά σώου του Μέμφις, ελάμβαναν χώρα κάθε καλοκαίρι, και πολλοί παρουσιαστές βρίσκονταν στο Δέλτα του Μισισιπή. Ο W. C. Handy ήταν ο επικεφαλής της μπάντας Mahara Minstrels. Πολλοί καλλιτέχνες, όπως οι Ida Cox, Ma Rainey, Bessie Smith, Ethel Waters, και αρκετοί άλλοι, ξεκίνησαν απ’ εδώ. Οι Louis Jordan, Brownie McGhee και Rufus Thomas εργάστηκαν για ένα τέτοιο θίασο, που αρχικά ιδρύθηκε το 1900 από τον αφροαμερικανό, Pat Chappelle, που ονομαζόταν Rabbit’s Foot Company. Στις αρχές της δεκαετίας του 1900, τα ??ιατρικά σώου παρουσίασαν κάποια στροφή προς το βαριετέ και οι διάφοροι εκτελεστές που βρίσκονταν στο Μέμφις, βρήκαν δουλειά σε κάπως μονιμότερα θέατρα. 
    
Το κεφάλαιο “Mississippi Mud” της αυτοβιογραφίας του Handy, το οποίο περιγράφει τη μπλουζ αφύπνισή του, είναι το συχνότερα αναφερόμενο μέρος του βιβλίου αυτού. Δύο στιγμές ήταν καθοριστικές για την παραπέρα πορεία του. Η συνάντηση στο Tutwiler μ’ ένα κιθαρίστα, και με ένα ορχηστρικό τρίο στο Κλήβελαντ, αμφότερα μέσα στα 1903, ίσως στα 1904, αν και ποτέ δεν τα ανέφερε ο Handy τη χρονολογία μέσα στο αυτοβιογραφικό ‘Father of the Blues’. Το ζήτημα του χρόνου, όμως, είναι ζωτικής σημασίας, δεδομένου ότι πρόκειται ακριβώς για την εξοικείωσή του με την πολιτική του Δέλτα, τα ήθη και έθιμα αυτής της ευαίσθητης και πολύπαθης περιοχής ειδικότερα, το φόβο των νέγρων τον οποίο προπαγάνδιζε ο κυβερνητικός υποψήφιος James Vardaman και η ταυτόχρονη έκρηξη των κρουσμάτων λιντσαρίσματος γύρω από το Clarksdale που μπορεί να εξηγεί την ετοιμότητά του να ασχοληθεί με τα μπλουζ. Από πολλές και κρίσιμες απόψεις, ο Μισισιπής εκπροσωπούσε για τον Handy την προσπάθεια απόδρασης από τον εφιάλτη των περιπλανώμενων ιατρικών σώου, αλλά τη συνέχιση και την εντατικοποίηση μια καριέρας μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο από φυλετική βία, μίσος και φωτιά. 
    
Ο Stack Mangham, ο οποίος είχε υπογράψει την επιταγή που έφερε τον Handy στο Δέλτα, το καλοκαίρι του 1903, αποτελεί βασική μεταβατική φιγούρα, ένα θεματοφύλακα του περίεργου ειδυλλίου με τα μπλουζ στο οποίο ο Handy ετοιμαζόταν να εισέλθει μεθυστικά. Μια μέρα μπήκε στην τράπεζα του Clarksdale, όπου γνώρισε τον τραπεζικό υπάλληλο Stack Mangham, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και κλαρινετίστας και το σημαντικότερο έπαιζε στη μπάντα που είχε έρθει να διευθύνει. Ποτέ όπως έλεγαν οι άλλοι, δεν έφυγε από την εξέδρα όταν έπαιζαν για χορούς, ποτέ δεν έπινε και τίποτα δεν τον ενθουσίαζε. Ήταν μια ήρεμη δύναμη στην πόλη αυτή του αμερικάνικου Νότου. Παρέμεινε στην τράπεζα για τριάντα χρόνια και μέχρι να κλείσει τις πόρτες της. Υπέφερε από κάποιο ιδιόμορφο είδος παράλυσης και έπρεπε να φοράει ένα ειδικό νάρθηκα γύρω από το λαιμό του για να κρατάει το κεφάλι του σταθερό, ώστε να μην στρέφεται δεξιά κι αριστερά.
    
























Ο W. C. Handy, στα 1949. 
    
O Θεόδωρος Ρούσβελτ είχε εξοργίσει τους φτωχούς λευκούς του Δέλτα, το 1901, με το διορισμό της Minnie M.Cox, μιας μορφωμένης μαύρης γυναίκας, ως υπαλλήλου ενός υποκαταστήματος ταχυδρομείου, στην Indianola, μια πόλη που δεν απέχει πολύ από το Clarksdale. Ο James Vardaman, ο οποίος είχε αρχίσει την πολυετή εκστρατεία για τη θέση του κυβερνήτη του Μισισιπή το 1902, επέκρινε τον πρόεδρο γιατί παραγέμιζε το κεφάλι των νέγρων, όπως ισχυριζόταν, με επικίνδυνες ιδέες. Εάν εκλεγόταν θα μείωνε τη χρηματοδότηση των σχολείων για νέγρους και κάπου–κάπου έλεγε πως θα έπρεπε να σκοτώσει περισσότερους νέγρους τους επόμενους δώδεκα μήνες στο Μισισιπή, από ότι είχαν σκοτώσει τα τελευταία είκοσι χρόνια. Τα χρόνια γύρω από την εκλογή του Vardaman, δηλαδή τα χρόνια της παραμονής του Handy στο Clarksdale, ήταν μεταξύ των πιο αιματοβαμμένων στην ταραγμένη ιστορία της περιοχής του Μισισιπή. Σε περιοχές όπου οι μαύροι αγρότες είχαν βιώσει κάποια επιτυχία, οι τρομοκρατικές ομάδες των λευκών τους βασάνιζαν αλύπητα, έκαιγαν τις σιταποθήκες τους, ποδοπατούσαν τις καλλιέργειες και τους πυροβολούσαν άνευ αιτίας μέσα κι έξω από τα σπίτια τους. Με τους συντηρητικότερους υπολογισμούς, εκτιμάται ότι εκατοντάδες μαύρων εκδιώχθηκαν από τη γη τους και πάνω από δέκα δολοφονήθηκαν. Η ρητορική του Vardaman, ήταν πυρετός αλύπητων διώξεων και ειδεχθών θανατώσεων. Μεταξύ 1903 και 1905, τουλάχιστον δεκαεπτά μαύροι κατακρεουργήθηκαν σε ακτίνα πενήντα μιλίων από το Clarksdale, μια περιοχή που περιλαμβάνει τις μικρές πόλεις του Δέλτα, Tutwiler και Cleveland, όπου δηλαδή ο Handy ‘συναντήθηκε’ με τα νέγρικα μπλουζ.
    
























Ένα προφανές κίνητρο για να ασχοληθεί ο Handy με τα μπλουζ, ήταν η επαναλαμβανόμενη αντιπαράθεση με τη δημαγωγία στο Μισισιπή στην πιο αγνή της μορφή, η οποία ήταν σαφώς ο James Kimble Vardaman, ή ο λεγόμενος ‘Λευκός Αρχηγός’. Ίσως, όμως, η πιο συγκλονιστική αποκάλυψη του ‘Πατέρα των μπλουζ’, είναι ότι η μπάντα του Clarksdale προσέφερε αρκετά στην επιτυχή προσπάθεια εκλογής του Vardaman, το 1903. Ο Handy υπενθυμίζει ότι η μπάντα του συχνά προσλαμβανόταν για να προσφέρει μουσική σε μερικές πολιτικές συγκεντρώσεις. Ο Vardaman εξελέγη κυβερνήτης στο 1903, στο γύρισμα του αιώνα, αλλά οι ιστορικοί δεν είναι σίγουροι ότι αυτός ο ανώνυμος κυβερνητικός υποψήφιος που περιγράφεται από τον Handy είναι, στην πραγματικότητα ο Vardaman. Η συνάντησή του με τον Vardaman ενεργοποίησε πάλι επώδυνα και πολύ βαθιά καταχωνιασμένα συναισθήματα της παιδικής ηλικίας, αλλά παράλληλα υπηρέτησε και ως θεραπευτική κάθαρση αυτών των συναισθημάτων. 

Τον Ιανουάριο του 1904 λίγο μετά την εκλογή του Vardaman ως κυβερνήτη, το νομοθετικό σώμα ψήφισε ένα νόμο εναντίον της αλητείας, σύμφωνα με τον οποίο ο κυβερνήτης έπρεπε να καλέσει την αστυνομία και τους εισαγγελείς να τον εφαρμόσουν με ζήλο.
   


















Για να επανέλθουμε σε εκείνο το βράδυ στο Tutwiler, ‘Then one night at Tutwiler, as I nodded in the railroad station while waiting for a train that had been delayed nine hours, life suddenly took me by the shoulder and wakened me with a start’. Και συνεχίζει: ‘... Ένας λεπτός νέγρος είχε αρχίσει να γρατσουνίζει μια κιθάρα δίπλα μου, ενώ εγώ κοιμόμουν. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα και τα πόδια του βγαλμένα έξω από τα παπούτσια του. Το πρόσωπό του είχε πάνω του κάτι από τη θλίψη της ηλικίας. Όπως έπαιζε, πίεσε ένα μαχαίρι πάνω στις χορδές της κιθάρας με τον τρόπο που διαδόθηκε από τους κιθαρίστες της Χαβάης που χρησιμοποιούσαν ράβδους από χάλυβα. Το αποτέλεσμα ήταν αξέχαστο. Το τραγούδι του, μου έκανε μεγάλη εντύπωση αμέσως, ‘Goin’ where the Southern crosses the Dog’. Ο τραγουδιστής επανέλαβε το στίχο τρεις φορές, συνοδεύοντας ο ίδιος την κιθάρα με την πιο περίεργη μουσική που είχα ακούσει ποτέ. Εκείνη η μελωδία έμεινε στο μυαλό μου’. 

Έμεινε στο νου του γιατί ο μαύρος αοιδός ήταν ένας με τον οποίο ο Handy είχε μοιραστεί ένα δωμάτιο κατά τη διάρκεια των περιοδειών του, πολλά χρόνια νωρίτερα. Τα μάτια του ήταν βαθιά και γεμάτα παράξενες σκιές. Το όνομά του ήταν William Malone, και κέρδιζε κάποια χρήματα παίζοντας εδώ κι εκεί, χωρίς πρόγραμμα και σκοπό. Ένα ευγενικό, αυτοδίδακτο αγόρι, που του πρότεινε να ενταχθεί στην δική του παράσταση. Τότε ήταν που ανακάλυψε την απόκοσμη θλίψη του. Σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της νύχτας ένα παράξενος, βασανισμένος ήχος ξέφευγε από τα χείλη του. Και συνεχίζει ο Handy, ‘Δεν μπορώ να περιγράψω τον ήχο. Ήταν σαν η θλίψη ολόκληρου του κόσμου να βρίσκεται πάνω σε αυτόν τον μοναχικό νέο άνθρωπο. Ξανά και ξανά, όσο κοιμόταν, αυτή η λύπη επαναλαμβανόταν… Αργότερα μου έδωσε τη δική του εξήγηση’. 


   
















Φωτογραφία του 1906, στη μέση της οποίας απεικονίζεται το ‘Pee Wee's Saloon’. Εδώ ο W. C. Handy έγραψε το πρώτο μπλουζ τραγούδι του, το ‘Mr. Crump Blues’ , το οποίο έγινε ευρέως γνωστό ως ‘The Memphis Blues’. Βρίσκεται στη γνωστή οδό Beale, στο ιστορικό κέντρο του Μέμφις στο Τενεσί.

Παλιότερα στις μέρες της Ανασυγκρότησης, ο πατέρας του ήταν ενεργά αναμεμιγμένος στην πολιτική του Μισισιπή, με αποτέλεσμα η Κου Κλουξ Κλαν να προσπαθεί να του ψαλιδίσει τα φτερά, κυνηγώντας τον με απειλές και σημειώματα με αίμα. Συχνά κουκουλοφόροι ξεπηδούσαν μέσα από τα αλσύλλια και προσπαθούσαν να επιτεθούν ξαφνικά εναντίον του. Ο φτωχός πρώην σκλάβος προσπάθησε σκληρά να υψώσει το ανάστημά του, αλλά οι πιθανότητες ούτως ή άλλως ήταν μικρές για οποιαδήποτε ή στοιχειώδη αντίδραση. Καθώς ο φόβος μεγάλωσε, απέκτησε τη συνήθεια να κοιμάται κάτω από το πάτωμα της καλύβας του. Από τη μία νύχτα στην άλλη ζούσαν με τη θανάσιμη αγωνία του τι μπορεί να συμβεί σ’ αυτόν, τη γυναίκα και το παιδί τους που περίμεναν να γεννηθεί. Τελικά κι οι τρεις διέφυγαν με ασφάλεια στην Ουάσιγκτον, αλλά το βρέφος σημαδεύτηκε για όλη του τη ζωή. Αυτό, έλεγε ο Malone, ήταν η αιτία της λύπης που γέμιζε τον αέρα γύρω και μέσα του. Ήταν το παιδί εκείνου του ταλαίπωρου ζεύγους! 
    















Ο βασανισμένος ήχος που έβγαινε από τα χείλη του Malone και συντάραξε τον Handy, βρίσκεται σε αναλογία με τα πολύμορφα βασανιστήρια που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ανόδου του θεάματος του λυντσαρίσματος μετά το 1890 και με τις εξοργισμένες επιστολές διαμαρτυρίας στις μαύρες εφημερίδες, γιατί σχεδόν κάθε μέρα δημοσίευαν τέτοιες επιθέσεις εναντίον των μαύρων. Η παρουσία και το τραγούδι του μπλούζμαν Malone, εξέφραζε τη θλίψη αιώνων γραμμένη στο πρόσωπο ενός μαύρου, μια θλίψη για την αυτοδικία και τα λυντσαρίσματα, ενώ η μπλουζ μουσική του Handy, με τη σειρά της, προσπαθούσε να σπάσει το κύκλο του πόνου. Στην ερώτηση που απηύθυνε στον κιθαρίστα, τι σήμαιναν δηλαδή οι λέξεις που τραγουδούσε, ο Handy έλαβε μια απάντηση περίεργη την οποία και μας μετέφρασε: “This fellow was going where the Southern [train] cross’ the Dog [train], and he didn’t care who knew it’’. 
    
Αυτό που είναι ασυνήθιστο, αυτό που φάνηκε στα μάτια του Handy ως αποκάλυψη, είναι η τρεις φορές επαναλαμβανόμενη φωνητική γραμμή που υποστηριζόταν από ένα αξέχαστο και παράξενο σύρσιμο του μαχαιριού πάνω στις χορδές της κιθάρας. Αυτά τα λεγόμενα ‘knifesongs’, ήταν η ξεχωριστή συμβολή της ευρύτερης περιοχής του Μισισιπή σε εκείνο που βρισκόταν το 1903 ακόμα στα σπάργανα, δηλαδή η κουλτούρα των μπλουζ. Το όνομα προέρχεται, σύμφωνα με το λαογράφο Howard Odum, ‘από την πράξη της επαφής της ράχης του μαχαιριού κατά μήκος των χορδών του οργάνου, καθιστώντας το έτσι να τραγουδάει και να συνομιλεί με επιδεξιότητα’. Οι ρυθμικές ηχητικές επαναλήψεις, έλκουν την καταγωγή τους στις μακρινές πολιτιστικές ρίζες, στα τύμπανα της Αφρικής. Η διαφώτιση έρχεται στον Handy μια νύχτα, όταν η μπάντα του παίζει ένα τραγούδι σε ένα χορό για τη λευκή κοινωνία και κάποιος του περνά ένα σημείωμα ζητώντας, όπως λέει ο ίδιος, ‘κάτι από τη δική μας μουσική’. Το λευκό ακροατήριο αρχικά ήταν αδιάφορο. Λίγες στιγμές αργότερα ήρθε κι ένα δεύτερο αίτημα. Η απάντηση στη μουσική, δεν άργησε να έρθει. Μια βροχή από ασημένια δολάρια άρχισαν να πέφτουν γύρω από τα πόδια των χορευτών, οι οποίοι είχαν κυριολεκτικά τρελαθεί. Δολάρια, κι άλλα μικρότερα νομίσματα έπεφταν βροχή, λέει ο Handy και αυτό συνεχίστηκε για ώρα. Τότε είδε μπροστά του ολόκληρη την ομορφιά της πρωτόγονης μουσικής. Η μουσική τους ήθελε στίλβωση, αλλά όμως, περιείχε την ουσία. Εκείνο το βράδυ γεννήθηκε ένας Αμερικανός συνθέτης! Εκείνα τα μαύρα αγόρια από το Κλήβελαντ του είχαν διδάξει κάτι που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει μέσα από τα βιβλία. Η ιδέα του για το τι ακριβώς συνιστά η μουσική άλλαξε από το θέαμα αυτών των χρημάτων γύρω από τα πόδια των μελών της μπάντας. Η μουσική τους δεν είχε ανταπόκριση μόνο στα μαύρα σώματα, αλλά εξ ίσου και σε εκείνα των λευκών χορευτών! 
    
























Άγαλμα του Handy, στο ομώνυμο πάρκο στο κέντρο της παλιάς πόλης του Μέμφις στο Τενεσί.
    
Ο Handy φάνταζε πράγματι στοιχειωμένος από αυτή τη μουσική. Ατελείωτες επαναλήψεις, ακόμη περισσότερο από τρεις φορές, που θύμιζαν επίμονα τον κιθαρίστα στο Tutwiler. Δεν έχουμε κανέναν τρόπο να γνωρίζουμε τι ακριβώς βρήκε στο Κλήβελαντ ο Handy, αλλά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι μεταξύ Ιανουαρίου του 1903 και τον Μαρτίου του 1904, έντεκα μαύροι άνδρες και μία μαύρη γυναίκα κατακρεουργήθηκαν από λευκό όχλο λευκό στο Κλήβελαντ και τα περίχωρα. Η ρητορική εκστρατεία του Vardaman και ο πυρετός λυντσαρισμάτων που οι λευκοί είχαν εξαπολύσει, είχαν πάρει τέτοια σφοδρότητα και πρωτοφανή αγριότητα που ακόμη και ο ‘Λευκός Αρχηγός’ ο ίδιος απογοητεύτηκε και προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο μετά την ανάληψη της θέσεως του κυβερνήτη του Μισισιπή, τον Ιανουάριο 1904. Το Φεβρουάριο, όταν ενημερώθηκε για το λυντσάρισμα στο Doddsville του Luther Holbert και της συζύγου του για τη δολοφονία ενός νεαρού λευκού κτηματία στο Κλήβελαντ, ο Vardaman προέτρεψε αμέσως τους τοπικούς αξιωματούχους να αποκαταστήσουν την τάξη και να συλλάβουν τους υπεύθυνους για εκείνο το μακελειό. Το κάψιμο των υποτιθέμενων δολοφόνων, δηλαδή του Holbert και της συζύγου του δεν ήταν το μόνο, γιατί πριν από αυτό βασανίστηκαν και ακρωτηριάστηκαν από έναν όχλο λευκών ανδρών, πολλοί από τους οποίους κρατούσαν και χρησιμοποίησαν μεγάλα τιρμπουσόν πάνω στα σώματα των προαναφερθέντων θυμάτων. Τρεις άλλοι άγνωστοι νέγροι κατακρεουργήθηκαν στο Doddsville την ίδια ημέρα, ενώ έξι εβδομάδες αργότερα, δύο ακόμα μαύροι άντρες υπήρξαν θύματα άγριου λυντσαρίσματος στο Κλήβελαντ, δεκαπέντε χιλιόμετρα από το Doddsville. Τα μπλουζ του Handy, έτσι, έγιναν από κάθε άποψη, ένα μαρτυρικό πεδίο γεμάτο από το πιο φρικιαστικό είδος τελετουργικής βίας εναντίον των ανυπεράσπιστων ουσιαστικά μαύρων σωμάτων. Ένας παραδοσιακός στίχος των μπλουζ, “Trouble, trouble, I’ve had it all my days”, παραπέμπει σε μια κωδικοποιημένη επανάληψη, ένα άγριο λυντσάρισμα που τόσο επανειλημμένα έρχεται στο προσκήνιο. 

Στο δωδέκατο κεφάλαιο του ‘Father of the Blues’, περιγράφεται αυτό που ο Handy ονόμασε ‘αίσχη και ζοφερά μισητά εγκλήματα’. Ένα βράδυ μάλιστα όπως περιγράφει, ο ίδιος γλύτωσε από θαύμα το λυντσάρισμα. Βεβαίως οι ανώνυμοι μαύροι άντρες, προτιμούνταν γενικώς ως θύματα λυντσαρίσματος στο Μισισιπή του Vardaman, αλλά όταν ο όχλος βρισκόταν σε κίνηση δεν κρατούνταν έστω και αυτά τα προσχήματα, κι ούτε υπήρχαν ταξικές διακρίσεις μεταξύ των διαθέσιμων, για λυντσάρισμα, μαύρων ανδρών. Ο στοιχειωμένος ήχος των μπλουζ, ένωσε τον Handy και τους ομολόγους του μπλουζ κάτω από το σύμβολο του λευκού τρόμου, αλλά τους ένωσε επίσης, παραδόξως, και κάτω από το σύμβολο του κέρδους. 

Μετά από δύο χρόνια με τους ‘Knights of Pythias’ στο Clarksdale του Μισισιπή, ο Handy άρχισε να κοιτάζει βόρεια άλλη μια φορά, προς το ελκυστικότερο Μέμφις, όπου γεννήθηκαν τα “Memphis Blues” (1912), “St. Louis Blues” (1914), και τόσα άλλα μπλουζ που περίμεναν την ευκαιρία γέννησής τους. Όλα αυτά τα διαμάντια της μαύρης μουσικής που χάρισαν την αιωνιότητα στον W. C. Handy, πέρα από κάθε υπαινιγμό και σκοπιμότητα που κατά καιρούς, δίκαια ή άδικα, του απέδωσαν!



Δεν υπάρχουν σχόλια: