Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Το Μέγα Αυτόματον του Μεσονυκτίου [Μάριος Μαρκίδης] - μέρος 4

(εδώ τα πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος)

Το θέμα, σε τελευταία ανάλυση, είναι περίπου εσχατολογικό: Τι πρέπει να κάνει ο ποιητής για να σωθεί (αν γίνεται να σωθεί ο ποιητής); 

Στους μεγάλους βάρδους - προφήτες του παρελθόντος, ο ποιητικός λόγος, όταν δεν προσφέρεται σαν διαιτητής για κάθε εμφύλιο μίσος (στην ίδια την Ιλιάδα, λ.χ., το μάθημα του ποιήματος εισάγεται με τη διαλυτική οργή του Αχιλλέα, που εκτονώνεται στον έντεχνο θρήνο της, - ο ποιητής είναι στόμα ενός κεφαλιού που κινδυνεύει να εκραγεί από τη θύελλα του πάθους του, αναγνωρίζεται σαν ο κληρονομικός διαχειριστής του ονείρου, που η κοινότητα ονειρεύεται. Όμως, εδώ και παλιά, ο ποιητής γκρεμίστηκε απ’ τον θρόνο τoυ και παριστάνει, με τη βασιλική του αμφίεση, μόνο τον θυρωρό, εκεί που άλλοτε βρισκόταν το παλάτι του. Αν τα κατάφερε επί αιώνες να περνά σαν ένας επαγγελματίας του αισθήματος, οι αιώνες δονούνταν από τα αισθήματα, κι ο ποιητικός λόγος, εκμεταλλευόμενος όλη του την ενέργεια, μπορούσε ίσως να μετακινήσει βουνά ή να χωρίσει στα δυο την Ερυθρά Θάλασσα.
Όμως, τα ομηρικά βέλη δεν τα κατάφεραν κάποτε να συναγωνισθούν μ’ επιτυχία την πυρίτιδα, και τα ποιητικά ξόρκια δεν πτοούσαν πλέον τους επαγγελματίες της πολιτικής, τους διώκτες το ονείρου. 

Ο ποιητής απόμεινε μάγος χωρίς φυλή, ένας πληγωμένος νάρκισσος, που απέκρουε πεισματικά αυτό που πλέον δεν ή0ελε να του παραχωρήσει κανείς. «Μ’ όλη μου την καρδιά θα παρατούσα τα δικαιώματα του Γάλλου και του πολίτη», έλεγε ο παραδοξολόγος Θεόφιλος Γκωτιέ.  (Όμως, μ’ αυτό τον αρνητισμό, κινδύνευαν οι ποιητές να τερματίσουν τη σταδιοδρομία τους από ασιτία, και όσοι δεν πέθαναν, πυροβολούσαν φιλότιμα τους επαναστατημένους εργάτες από τα παράθυρα). 

Όπως και να είχε το πράγμα, ο ποιητής αισθανόταν ότι δεν του έμενε παρά ν’ απομονωθεί στον ελεφάντινο πύργο του και να συνεχίσει τις ονειροπολήσεις του, μακριά από ένα ποίμνιο που δεν τον άκουγε, γοητευμένο από το τραγούδι των Σειρήνων, που δεν ήταν τραγούδι της ποιήσεως. Και σ’ αυτή την ερημιά, τα μάγια της ψυχής ατρόφησαν κι απόμειναν στείρες της συνείδησης ταχυδακτυλουργίες... Άλλωστε, ο ποιητής είχε κι αυτός μια κοινωνική ύπαρξη και κάποτε άρχισε να έχει και κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα, σαν όλους τους έκπτωτους βασιλιάδες. Όμως, παρά τα βογγητά του για το θλιβερό ριζικό να κερδίζει τη ζωή μ’ άλλα μέσα εκτός από τη μεσιτεία του, παρά τίς δραματικές εκκλήσεις του για αργομισθία, η ταπείνωση αυτή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση της τέχνης του, καθώς εγκατέστησε και πάλι στο αλώνι της συνείδησής του την από παλιά ξενιτεμένη σύγκρουση πραγματικότητας και ονείρου. Ο ποιητής ξαναβρήκε το μονοπάτι του, η ποίηση ίσως ξαναβρεί τα «χαμένα φτερά» της: 

«Απ’ την άκρη μου βγαίνω ολόκληρος βραδινές διηγήσεις 
Και είμαι ακόμη άπειρος, νήπιον ο νους μου ανεβαίνει και κατεβαίνει δαφνόδεντρα 
Βουτάει στην αλμύρα και την αμμουδιά με αφιλοκέρδεια 
Αν βρήκα σπάνια υλικά εξανεμίζονται στα δάχτυλά μου κι αντί να πλάσσω ένα κανάτι ρουφώ τη μέθη του 
Καθώς είμαι λιγότερος κι αυτή τη φορά κι εύκολα η μικρή αύρα με ζαλίζει»
                                                                              Δ.Π. Παπαδίτσας, «Όπως ο Ενδυμίων».


Μάριος Μαρκίδης
1973

Δεν υπάρχουν σχόλια: