Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

«Μια Παλιά, Ενδιάμεση Τάξη» Προλογίζοντας την ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρεμούνδου, «Η Ελληνίς Κρεολή Χορεύει στο Ταψί» [Απόστολος Θηβαίος]

Αναδημοσίευση από 24Γράμματα






















        Η ονοματοδοσία συνιστά μια σήμανση, μια πρώτη αποκωδικοποίηση των σημαινόμενων, όσων δηλαδή θα καταστούν ευδιάκριτα από τον αναγνώστη ή τέλος πάντων, καθώς μιλούμε για ποίηση, εκείνην την αισθητική που μπορεί να διαχειριστεί, με μια ασύγκριτη ελευθερία το βάθος και την ένταση ενός νέου φαινομένου. Διότι είναι μες στον ποιητικό λόγο, όπου και αποκαλύπτονται σύμπαντα ετερόκλητα, λαμπρά άλλοτε περιθώρια ή πάλι οριακές καταστάσεις, αμφιλεγόμενης ηθικής. Σε κάθε περίπτωση, όμως περιπτώσεις αστραπιαίες, μες σε ανυποψίαστους καιρούς, καθώς επισημαίνει ο Τερζάκης, αναγνωρίζοντας στο ποιητικό δρώμενο μια αμίμητη, περιεχόμενη προοπτική.
Στην περίπτωση του Γιάννη Ρεμούνδου, την ποιητική συλλογή του οποίου έχουμε την τιμή να προλογίζουμε, δεν κάνουμε λόγο για νέα φαινόμενα. Η ερμηνεία και η εκτίμησή τους, μια διακριτική κριτική σε ανθρώπινο επίπεδο, ετούτα είναι που συμπληρώνουν τις θεματικές της ποιητικής συλλογής «Η Ελληνίς Κρεολή χορεύει εις το ταψί.» Ένας λόγος διάφανα περιεκτικός και προς τούτο ποιητικός, για μια εποχή δίχως ποιητικότητα και με μια αναγκαιότητα στείρα η λειτουργία της τέχνης να ερμηνεύσει, αναλαμβάνοντας το ρόλο της επιστημονικής διατύπωσης. Ίσως ποτέ άλλοτε η καλλιτεχνική δημιουργία δεν επωμίστηκε μια τέτοια ακραία ευθύνη. Η ίδια η ποίηση ποτέ στο παρελθόν, -παρά τις μεταβολές των συστατικών της δομών, γλωσσικών και άλλων-δεν ανέλαβε ένα τόσο πολύπλοκο έργο. Πάει να πει δεν σήκωσε το φορτίο της υπεράσπισής της. Μια απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα της ποιητικής αυτοαναφορικότητας, ενός θεματικού αυτισμού, η μεταβολή των νοηματικών ελιτίστικων περιεχομένων της ποτέ άλλοτε δεν συνέστησαν ένα επείγον ζήτημα. Όλα τούτα θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει πως αποτελούν μια λανθάνουσα δημιουργικότητα, νοηματικά ακάλυπτη, σχεδόν έκθετη, έναν ασίγαστο κόπο να τεθούν οι ορισμοί. Μιλούμε για περιορισμό.
Ο Γιάννης Ρεμούνδος αξίζει να προσεχτεί, όχι τόσο λόγω του επικαιροποιημένου λόγου του, όσο της μεθόδου και της αμεσότητας μέσω της οποίας ερμηνεύεται από τον ίδιο τον ποιητή η περιρρέουσα πραγματικότητα. Λαμβάνοντας υπόψη το διευρυμένο πεδίο αναφοράς της λεγόμενης κοινωνικής, της στρατευμένης ποίησης, αντιμετωπίζουμε τον ευθύ, πολιτικό λόγο του Ρεμούνδου με ένα ενδιαφέρον ανθρώπινο. Ο δημιουργός στις διατυπώσεις του δεν επικεντρώνεται σε ιδεολογικά πρότυπα, αλλά στη διαπίστωση των υπαρξιακών προβληματικών με τις οποίες ο σύγχρονος άνθρωπος, καλείται να ανταπεξέλθει σε μια κρίσιμη επικαιρότητα. Ο εθνικός χαρακτήρας της συλλογής του μόνο απαρατήρητος δεν μπορεί να παραμείνει, προσφέροντας απλόχερα έναν κώδικα ερμηνευτικό, προκειμένου να εξηγηθεί η προέλευση ενός συλλογικού προϊόντος ένδειας και υποβάθμισης.
Με τον ταξικό και φυλετικό όρο «κρεολοί», νοούνται τα μέλη της αριστοκρατίας των χωρών της Λατινικής Αμερικής κατά την περίοδο της ισπανικής επικυριαρχίας. Πρόκειται για τους Ισπανούς, οι οποίοι είχαν γεννηθεί στις χώρες εξάπλωσης του ισπανικού στέμματος Πρόκειται δηλαδή για τους λευκούς κατοίκους των περιοχών αυτών. Στην κοινωνική διαβάθμιση έστεκαν ανάμεσα στους Ισπανούς, πλούσιους γαιοκτήμονες και τους εξαθλιωμένους ιθαγενείς.Οι γόνοι των κρεολών σπούδαζαν στα κορυφαία, ευρωπαϊκά πανεπιστήμια ενώ οι κατοικίες τους συνιστούσαν δείγματα πλούσιας, αποικιοκρατικής αρχιτεκτονικής. Εντούτοις και παρά το υψηλό, βιοτικό και παιδευτικό τους επίπεδο οι κρεολοί δεν κατόρθωσαν ποτέ να ανακαλέσουν με επιτυχία τις ιδεολογικές αφετηρίες της Γαλλικής Επανάστασης και να διασπάσουν τον αποκλεισμό τους από τις διοικητικές και οικονομικές εξουσίες, οι οποίες ασκούνταν κατ΄αποκλειστικότητα από τους Ισπανούς. Παρά την αντίδραση και τη θέσμιση των απαιτήσεών τους διατήρησαν το ρόλο μιας ενδιάμεσης, κοινωνικής τάξης, δίχως να πραγματώσουν μια σπουδαία αναβάθμιση.
Στην περίπτωση του Γιάννη Ρεμούνδου, και σε συνάρτηση πάντοτε με το καυστικό περιεχόμενο των ποιητικών πονημάτων του, ο όρος δύναται να αποχαρακτηρίσει με έναν τρόπο περιεκτικό τη σύγχρονη, ελληνική αντίφαση της ευμάρειας από τη μια, αλλά και της περιθωριοποίησης από την άσκηση της κεντρικής εξουσίας. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως με τον τίτλο της συλλογής ο Ρεμούνδος δεν στηλιτεύει μονάχα την ελληνική πραγματικότητα, αλλά καυτηριάζει με ευθύτητα τις ευρωπαϊκές πρακτικές, οι οποίες στοχεύουν σε ένα διαρκή και ασφυκτικό έλεγχο των δημόσιων πραγμάτων, θέτοντας υπό διωγμό το «ελληνικό» στοιχείο. Το έδαφος δεν θα μπορούσε να σταθεί περισσότερο πρόσφορο. Πνευματικός μαρασμός, η αλόγιστη και στείρα προσκόλληση στην παράδοση που μεταβάλλεται βαθμιαία σε έναν τελικά ενσαρκωμένο ολοκληρωτισμό, οι μακρυσμένοι, γενναίοι συγγενείς, ο σοφός εμπειρισμός της ιστορίας που δεν κατέστη ποτέ συνείδηση, το δράμα ενός κόσμου που δεν κατόρθωσε ποτέ να ακεραιώσει την ύπαρξή του, λόγω μιας αισθητηριακής εντροπίας, ενός μαρασμού φύσεως γενετικής, μιας αποχαυνωμένης εσωτερικής ζωής που κατέστησε οξύτερο το μαρασμό. Ο Δουβλινέζος Τζόυς,-οι λάτρεις του «Οδυσσέα» θα εορτάζουν ακόμη ίσως τη μνημειώδη επέτειο ενός εμβληματικού έργου-,επισημαίνει πως «η ιστορία είναι ένας εφιάλτης.» Η «Ελληνίδα κρεολί» του Ρεμούνδου βυθισμένη στην άγνοιά της βιώνει διαρκώς τούτη την εμπειρία, δίχως να διδάσκεται. Οι μουσικές παρεμβολές επαναφέρουν κάθε τόσο τον ποιητικό λόγο στην επικαιροποιημένη αισθητική. Ο Ρεμούνδος με τις φαινομενικές αυτές στρεβλώσεις της αδιαμφισβήτητης, ποιητικής ατμόσφαιρας, εξεικονίζει τη συγκεχυμένη, ελληνική ψυχή του 21ου αιώνα. Πάει να πει δηλαδή πως η άρθρωσή του, η σκηνοθετική σχεδόν ποίησή του, συνιστά μια επιλογή ρυθμού συνειδητή. Και είναι ίσως πάλι ο εναλλασσόμενος, αυτός ρυθμός που μπορεί να επιφέρει τη θεραπεία στα βαριά αμαρτήματα, καθώς σημειώνει στο «Λοιμό» του ο Ανδρέας Φραγκιάς. Στην ελληνικότητα του Σολωμού, στην εθνική πνευματικότητα του κορυφαίου Επτανήσιου ποιητή, στην οικουμενική και υποβλητική ποίηση του «ασυρματιστή», στους ελαφρολαϊκούς χορούς και τις εξωφρενικές, εθνικές συνήθειες μπορεί να πει κανείς πως υφίσταται κρυμμένο ένα εγχειρίδιο αντοχής. Σε έναν συμπερασματικό, πολιτικό λόγο, βαθύτατα ανθρώπινο και αναγωγικό του Αναγνωστάκη ο Ρεμούνδος σχηματοποιεί και συγκρατεί το βασικό αίσθημα της ποίησής του. Ετούτες δε οι καταγωγές, υποδεικνύουν την καλλιτεχνική «καταγωγή» του ποιητή, λαμβάνοντας υπόψη ακόμη και την εκφορά του τίτλου, ο οποίος θέτει σε μια άλλη βάση, περισσότερο πολιτικοποιημένη, την ποιητική υπερβατικότητα του Εμπειρίκου. Ο χώρος χρόνος του ποιητικού σύμπαντος του Γιάννη Ρεμούνδου μονάχα ως μια ενιαία διάσταση, ιστορική, μπορεί να ιδωθεί, καθώς με τρόπο εύσχημο ο ποιητής διανύει την ιστορική μνήμη, καταφτάνοντας ίσαμε την αρχαιοπρεπή Ελευσίνα και τον «αγέλαστο» βίο της σύγχρονης, αστικής πραγματικότητας. Ανάμεσα στην επιχωμάτωση εκείνων των «Επτά επί Θήβας» και την αποκάλυψη ενός αρχαίου αναβρυτηρίου, ανάμεσα στα ανέγγιχτα μυστήρια και το αδιάφορο άγαλμα του τραγικού ποιητή, μεταξύ της αισθητικής βακχείας και ενός επίκαιρου αδιεξόδου φύεται ολόκληρη η ελληνική τραγωδία. Μια δυστυχής κατάσταση, ένα παράδοξο φαινόμενο αποδοχής του αποδυναμωμένου ρόλου, με τον οποίο καλούνται οι άνθρωποι της εποχής μας να περισώσουν ό,τι υγιές και «ελληνικό» απέμεινε.
Η ψυχρή και λογική εκτίμηση του κόσμου, με την οποία μας προίκισαν τα σωσμένα, προγονικά σπαράγματα, εκείνες οι πάλλουσες κόρες που βαστούν με χάρη το ασήκωτο επιστύλιο της στοάς, τίποτε δεν μας δίδαξαν. Μια εξισορρόπηση ανάμεσα στο μέτρο και την ύβρη, να τι συνιστά η ποίηση του Ρεμούνδου, μια ένδειξη αντοχής στην ιστορική μας ευθύνη. Μες στο έργο του ενυπάρχει ο Σκαρίμπας της ειρωνικής τάξεως, ένας κόσμος ελληνικός, παρηκμασμένης κομψότητας. Ο Ρεμούνδος και ο λόγος του υπάρχουν, πάει να πει εισάγονται στη διάσταση του χρόνου και της εποχής του. Ένας σύγχρονος τραγικός που αποδίδει στο χορό το βάρος της ευθύνης, ώστε να επισημανθεί πως ο χρησμός καταπατήθηκε, η ιστορία επαναλήφθηκε, σαν αρρώστια που γυρνά δριμύτερη, ο λαός καταποντίστηκε «με ρίμελ χρεολύσια και φωτοβολταϊκά.» Και οι φωνές που φτάνουν πια αχνές από τις μεγάλες αυλές και τις σπουδαίες, ανθρώπινες θρησκείες και οι καινούριοι τυχοδιώκτες που περιφέρονται σε πόλεις και φωτίζουν, όχι με φως ελληνικό, μα με ένα ολότελα, δικό τους δαυλό. Εγχειρίδιο κινδύνων. Τέτοια είναι η ποίηση του Γιάννη Ρεμούνδου. Αφοσιωμένη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: