Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Οι αυτοπυρπολήσεις των βουδιστριών γυναικών του Βιετνάμ και η συμβολή τους στον τερματισμό του πολέμου. [Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης]



Οι αυτοπυρπολήσεις των βουδιστριών γυναικών του Βιετνάμ και η συμβολή τους στον τερματισμό του πολέμου.













Η Nhat Chi Mai (1934 - 1967) γεννήθηκε ως Phan Thi Mai, αλλά έμεινε φυσικά περισσότερο γνωστή ως βουδίστρια γυναίκα καλόγρια που αυτοπυρπολήθηκε σε μια πράξη αυτοθυσίας στη Σαϊγκόν στις 16 Μαΐου 1967 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Γεννημένη στις 20 Φεβρουαρίου του 1934 στην επαρχία Tay Ninh, αποφοίτησε το 1956 από την Εθνική Σχολή των Δασκάλων, το 1964 από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σαϊγκόν, και το 1966 από το βουδιστικό κολέγιο Truong Van Hanh. Μετά την αποφοίτησή της, έγινε δασκάλα σε δημοτικό σχολείο κοντά στη Σαϊγκόν, αλλά ταυτόχρονα συμμετείχε ενεργά στην ομάδα ‘Νεολαία εξυπηρέτησης του κοινωνικού συνόλου’ και δίδασκε όποτε κατάφερνε σε διάφορα ορφανοτροφεία. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που ήταν μαθήτρια του Thich Nhat Hanh, επηρεάστηκε βαθιά από το όραμά του Βουδισμού, κι ήταν από τους πρώτους μοναχούς που χειροτονήθηκαν στο βουδιστικό τάγμα του δασκάλου της, τον Φεβρουάριο του 1966. Στις 16 Μάη του 1967 στις 7:20 το πρωί, μπροστά από την Παγόδα Tu Nghiem στην Σαϊγκόν, η Nhat Chi Mai έβαλε φωτιά στον εαυτό της χρησιμοποιώντας βενζίνη. Ήταν μόλις τριάντα τριών ετών όταν πέθανε από τα εγκαύματά της. Πριν από την αυτοθυσία της έγραψε δέκα μηνύματα που περιγράφει τις αντιπολεμικές πεποιθήσεις της και όπου ζητούσε επίμονα να δοθεί τέλος στο πόλεμο του Βιετνάμ. Η Nhat Chi Mai, θυσίασε τον εαυτό της στη Σαϊγκόν, δηλώνοντας την πρόθεσή της να χρησιμοποιηθεί το σώμα της ως φακό, ο οποίος θα διαλύσει το σκοτάδι και θα φέρει την πολυπόθητη ειρήνη στο Βιετνάμ. 
Βεβαίως αντιπροσώπευε μια μεγάλη ομάδα γυναικών του Βιετνάμ οι οποίες επιθυμούσαν σφόδρα να τελειώσει ο πολύχρονος και καταστροφικός πόλεμος με τους Αμερικανούς. 

Αν και οι περισσότερες ιστορίες του καταστροφικού εκείνου πολέμου απεικονίζουν τις γυναίκες του νοτίου Βιετνάμ, μάλλον ως θύματα, πόρνες στην υπηρεσία κυρίως των Αμερικανών στρατιωτών, ή ακολουθούσαν κι αυτές τους αντάρτες ζωσμένες με όπλα, οι προσπάθειές τους για να σταματήσουν τον πόλεμο και να φέρουν την πολυπόθητη ειρήνη στη χώρα τους ήταν κάτι παραπάνω από συγκινητικές. Οι γυναίκες βρίσκονταν πάντοτε στο κέντρο της βουδιστικής προσπάθειας για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και πήραν μέρος σε πολυάριθμες πράξεις διαμαρτυρίας, μέχρι όπως είπαμε κι αυτοθυσίας. Αν και λίγοι ιστορικοί ασχολήθηκαν με το αντιπολεμικό κίνημα στο νότιο Βιετνάμ, ο πρόωρος θάνατος της εν λόγω βουδίστριας μοναχής, εξέφρασε την αγωνία που αισθάνονταν οι ακτιβιστές της ειρήνης κατά τη διάρκεια των αντιπαραθέσεων που μαίνονταν στη χώρα τους, ενώ υπογράμμισε ταυτοχρόνως τον αναντικατάστατο ρόλο των γυναικών στο βουδιστικό κίνημα για την ειρήνη που ολοένα και γιγαντωνόταν. 

Πολλοί σχολιαστές, όμως, έχουν σημειώσει την απαράμιλλη στάση των γυναικών του Βιετνάμ σε περιόδους κι άλλων πολέμων και ξένων εισβολών στη χώρα τους. Μία βιετναμέζικη παροιμία υποστηρίζει ότι ‘‘Όταν ο πόλεμος χτυπά κοντά στο σπίτι, ακόμη και οι γυναίκες πρέπει να πολεμούν’’, και απεικονίζει την ανάγκη κάθε βιετναμέζα να αντιστέκεται στις εξωτερικές απειλές. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Βιετνάμ (περίπου 1960-1975), όταν οι δυνάμεις των ΗΠΑ και του Βιετνάμ μάχονταν για τον έλεγχο του Νοτίου Βιετνάμ, οι γυναίκες συνέχισαν αυτή την παράδοση με την ένταξή τους στο Εθνικό Μέτωπο για την απελευθέρωση του Νοτίου Βιετνάμ (NLF, National Liberation Front) καλύτερα γνωστό ως Βιετκόνγκ (βιετναμέζοι κομμουνιστές), και στο Λαϊκό Στρατό του Βιετνάμ (PAVN, People’s Army of Vietnam) που συχνά αναφέρεται ως ο Στρατός του Βορείου Βιετνάμ. Μερικοί ιστορικοί εκτιμούν ότι οι γυναίκες αποτελούσαν το πενήντα τοις εκατό των στελεχών του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, ενώ τα μουσεία στην πόλη Χο Τσι Μινχ (πρώην Σαϊγκόν) περιέχουν πολλές φωτογραφίες και εκθέματα ηρωικών γυναικών μαχητών που υπερασπίζονταν το σπίτι και τη χώρα τους. Πολλές γυναίκες επίσης του βορείου Βιετνάμ αγωνίστηκαν κατά τη διάρκεια εκείνης της εποχής, στα αντιαεροπορικά συστήματα, στο υγειονομικό, ως οδηγοί, μηχανικοί και τόσες άλλες θέσεις, και οι οποίες υπέστησαν βαριές απώλειες στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς αψήφησαν τους άγριους αμερικανικούς βομβαρδισμούς. Πολλές απ’ αυτές τις γυναίκες εντάχθηκαν στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και στο Λαϊκό Στρατό του Βιετνάμ για να προστατέψουν το έθνος τους, και πολλές παρά το γεγονός ότι υπέστησαν απίστευτες κακουχίες, προσέφεραν αξιοσημείωτη υπηρεσία στον τερματισμό του πολέμου. Τα τελευταία χρόνια πολλές γυναίκες βουδίστριες εκφράζουν τη χαρά τους όταν οι ξένοι που βρίσκονται εκεί δείχνουν ενδιαφέρον για τις εμπειρίες τους, γιατί ήθελαν ο κόσμος να ξέρει την ηθική τους δέσμευση που τις έφερε στο αντιπολεμικό κίνημα, δείχνοντας με τρόπο αυτό ότι απέδιδαν μεγαλύτερη νομιμότητα στη βουδιστική ιεραρχία απ’ ότι στο κομμουνιστικό κόμμα. 

Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των Βουδιστών που αυτοπυρπολήθηκαν ανήκαν στην Ενωμένη Βουδιστική Εκκλησία, την οποία σημειωτέον το Κομμουνιστικό Κόμμα απαγόρευσε αργότερα, οι βουδιστές είχαν έντονη την ανάγκη να δείξουν στους άλλους την έμμεση κριτική της καταστολής της θρησκείας από το καθεστώς του Ανόι μετά το 1975 και μια προσπάθεια να υπενθυμίσουν στο κοινό ότι πίσω απ’ όλα αυτά βρισκόταν η βαθειά ριζωμένη θρησκευτική τους ευλάβεια. Ήταν ένα κίνημα που προσπάθησε να σταματήσει κι έναν αδελφοκτόνο, παράλληλα, πόλεμο μέσω της αυτοκαταστροφής τους, ένα ηθικό παράδειγμα που εξακολουθεί να τιμά τη μνήμη των γυναικών που θυσιάστηκαν για την ειρήνη και τη διατήρηση παράλληλα της θρησκείας τους. 

Ο πολιτισμός του Βιετνάμ αρχικά, πολλούς αιώνες πριν, υλοποιήθηκε στο βόρειο τμήμα του σημερινού Βιετνάμ. Σε ιδανική τοποθεσία κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Ασίας, η περιοχή αναδύθηκε ως ενδιάμεσος σταθμός εμπορίου και επικοινωνιών μεταξύ Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ασίας, εκθέτοντας τους κατοίκους σε πολυάριθμους άλλους λαούς, γλώσσες, νοοτροπίες και ιδεολογίες. Ως αποτέλεσμα αυτών των συγκυριών, οι Βιετναμέζοι παρουσίασαν τελικά ένα μίγμα πολιτιστικών παραδόσεων πολλών άλλων λαών και φυλών των ορεινών περιοχών. Η ισότητα των φύλων φάνηκε να ήταν πάντοτε ο κανόνας, ένα θέμα που επανέρχεται σε όλη την ιστορία του Βιετνάμ, ειδικά σε στιγμές που το Βιετνάμ προσπαθούσε να διαχωρίσει τον εαυτό του από την Κίνα. Ωστόσο όμως, αυτό δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά σε πλήρη ισότητα. Οι γυναίκες του Βιετνάμ, σε γενικές γραμμές, απολαμβάνουν καλύτερα το νομικό καθεστώς από τις Κινέζες, αλλά η πατριαρχία παραδοσιακά εξακολουθεί να διαμορφώνει την οικογένεια. Οι άντρες επικρατούν σε ζητήματα πολιτικής, αλλά οι γυναίκες συχνά ήλεγχαν το εμπόριο, διότι πολλές βιετναμέζες της ελίτ τάξεως θεωρούσαν το εμπόριο ως δραστηριότητα που βρισκόταν σε αντίθεση με την πεποίθηση του Κομφούκιου, ότι δηλαδή η φιλανθρωπία και η αξιέπαινη δράση θα πρέπει να αποτελούν τα θεμέλια μιας αρμονικής κοινωνίας πολιτών. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ταοϊστική έμφαση στην ηρεμία, προέβλεπε οι άνδρες να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο απασχολημένοι, αλλά πιο ισχυροί από ότι οι γυναίκες.

Ως εκ τούτου, οι μελετητές δαπανούσαν τον περισσότερο χρόνο τους στο διαλογισμό, αλλά οι γυναίκες διαχειρίζονταν την εσωτερική σφαίρα, γινόντουσαν ‘‘στρατηγοί του εσωτερικού’’ και ασχολούνταν με τις σκληρές συζητήσεις στους χώρους των αγορών ενώ διατηρούσαν ακέραια την εξουσία πάνω στα οικονομικά θέματα της οικογένειας. Αλλά όμως ούτε και η θέση των γυναικών παρέμεινε στατική, αφού διάφοροι παράγοντες όπως φυλή, τάξη, εθνότητα και περιφέρεια, όλοι επηρέασαν το ρόλο των γυναικών και γενικότερα των φύλων. Η μακραίωνα όμως επίμαχη σχέση του Βιετνάμ με την Κίνα επέτρεψε τις γυναίκες του Βιετνάμ να δημιουργήσουν μια κατάσταση στην οποία θα μπορούσαν να ασκούν εξουσία και ταυτόχρονα να αντιστέκονται στην πατριαρχία. Η χρήση του αντάρτικου για την αντίσταση και νίκη εναντίον των επιδρομέων, έδωσε μεγάλο ειδικό βάρος στις γυναίκες, που έπρεπε να υποστηρίξουν τους στρατιώτες στο τομέα αυτό, να έχουν την φροντίδα όλων των επιχειρήσεων και της οικογένειας, κι ακόμα να παρέχουν πληροφορίες για τους αντιπάλους. Οι ιστορικοί δεν παύουν να σημειώνουν ότι στην βιετναμέζικη λογοτεχνία, συχνά η Κίνα παρουσιάζεται σαν ένας ισχυρός άνδρας, ενώ οι ίδιοι οι Βιετναμέζοι χαρακτηρίζονται ανίσχυροι, ως θηλυκά όντα. Ως εκ τούτου οι γυναίκες συχνά έχουν πέσει θύματα ξένων εισβολέων, ως αλληγορικά σύμβολα της αντίστασης του έθνους στους αλλοδαπούς.

Οι Κινέζοι απέκτησαν τον έλεγχο του Βιετνάμ στο 111 π. Χ., γεγονός το οποίο τελικά πυροδότησε εξέγερση που καθοδηγήθηκε από τις αδελφές Trung (Hai Ba Trung). Για κάθε γενιά του Βιετνάμ οι αδελφές Trung είναι προσωποποιημένες με τον εθνικισμό, την ταυτότητα, την πολιτιστική διαφοροποίηση και την κρίσιμη προσφορά των γυναικών στην υπεράσπιση του έθνους. Σύμφωνα με το θρύλο, η Trung Trac, σε μια προσπάθεια να εκδικηθεί τους τοπικούς κινέζους άρχοντες για την σφαγή του συζύγου της, ενώθηκε με την αδελφή της Nhi Trung για να συσπειρώσουν στη συνέχεια τις δυσαρεστημένες ελίτ τάξεις του Βιετνάμ με σκοπό την εκδίωξη των κινέζων και την ίδρυση πλέον ενός ανεξάρτητου καθεστώτος. Κατά συνέπεια, η εξέγερση αντιπροσώπευε τόσο την προσπάθεια να διατηρηθούν τα προνόμια της αριστοκρατίας, όσο και την επιβεβαίωση της ανωτερότητας του παραδοσιακού βιετναμέζικου πολιτισμού έναντι αυτού της Κίνας. Μετά από διακυβέρνηση τριών ετών, σύμφωνα με τη λαϊκή τους παράδοση, οι αδελφές αυτοκτόνησαν αντί να πέσουν στα χέρια του κινέζικου στρατού. Από την άλλη μεριά όμως, η όλη ιστορία μπορεί να αντιπροσωπεύει τις αλληγορικές προσπάθειες των ιστορικών του Βιετνάμ να συγκρίνουν τη θέση των γυναικών του Βιετνάμ με την κινεζική πατριαρχία και να κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ αυτών και της Κίνας. Κατά τις αρχές του εικοστού αιώνα, ο μεγάλος επαναστάτης του Βιετνάμ, Phan Boi Chau (1867-1940), επεσήμανε ότι οι αδελφές Trung ήταν παραδείγματα βιετναμέζικου πατριωτισμού. Παρά το γεγονός ότι οι βιετναμέζοι έδιωξαν τους Κινέζους το 939 μ.Χ., η κινεζική αποικιοκρατία οδήγησε τελικά στην ευρεία αποδοχή του Κομφούκιου από την ελίτ του Βιετνάμ, η οποία συνέβαλε στη μεγαλύτερη διαστρωμάτωση των δύο φύλων με την πάροδο του χρόνου. Ως εκ τούτου, είναι λογικό να σκεφτούμε ότι οι γυναίκες αγωνίστηκαν για να ξεφύγουν από τα αδιάκοπα συσφικτικά δεσμά της Κομφουκιανής πατριαρχίας. 

Το 1802, ο Nguyen Anh, ίδρυσε τη Δυναστεία Nguyen. Ο νέος αυτοκράτορας στηρίχθηκε κυρίως στους μελετητές του Κομφούκιου για να λειτουργήσει και διοικήσει το βασίλειο, κατάσταση όμως η οποία προστέθηκε σε μια όλο και πιο άκαμπτη κοινωνική και πολιτική κουλτούρα, εχθρική για τις προκλήσεις της θέσεως των δύο φύλων. Ωστόσο, δεν χαιρέτισαν όλοι στο Βιετνάμ το γεγονός της ανανεωμένης ιδεολογίας του Κομφούκιου. Στα πρώτα χρόνια της δυναστείας, ο Nguyen Du έγραψε το μεγαλύτερο λογοτεχνικό έργο του Βιετνάμ, την ιστορία της Kieu (Tale of Kieu). Η ιστορία αποτέλεσε ένα εκπληκτικό κατηγορητήριο και απόρριψη των αξιών του Κομφούκιου και της ανδρικής κυριαρχίας, περιγράφοντας λεπτομερώς τις συναισθηματικές εντάσεις που προέκυψαν μεταξύ των γυναικών του Βιετνάμ, που συχνά είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στην ευσέβεια προς τους γονείς και την ατομική επιθυμία. 

Η υπόθεση αφορούσε τις εμπειρίες μιας μνηστευμένης γυναίκας με το όνομα Kieu, της οποίας η οικογένεια ήταν άτυχη αφού υπέφερε στα χέρια ενός ανάλγητου και άπληστου μανδαρίνου. Τελικά, η Kieu έγινε πόρνη για να σώσει την οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή, αλλά όταν τελικά επανενώθηκε με τον αρραβωνιαστικό της, αμφότεροι δεσμεύθηκαν να παραμείνει άγαμος για πάντα. Δεν αποτελούσε βεβαίως έκπληξη που ο Nguyen Du χρησιμοποίησε μια γυναίκα για να συμβολίσει το Βιετνάμ, ένα έθνος που αναγκαζόταν συνεχώς να ‘‘εκπορνεύεται’’ για να επιβιώσει. Ωστόσο, πιθανώς ο Nguyen Du να είχε κάποιο βαθύτερο μήνυμα μέσα στο έργο του, τον συνεχή αγώνα των γυναικών του Βιετνάμ να δρουν ανεξάρτητα μέσα σε ένα καλά δομημένο πατριαρχικό σύστημα. 
Η συζήτηση περί ρομαντικής αγάπης και σεξουαλικού πάθους ήταν αντίθετα με την ηθική του Κομφούκιου και τη σωστή συμπεριφορά, αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι χρησιμοποίησε βουδιστικά θέματα για να εξηγήσει τη συμπεριφορά της Kieu και στο σημείο αυτό να επισημάνει την υπεροχή της βουδιστικής φιλοσοφίας πάνω στη σκέψη του Κομφούκιου. Αν και ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας ασχολείται με το άδικο της υπόθεσης και τον αντίκτυπο της μοίρας, η Kieu έκανε πολλές δύσκολες επιλογές, ιδιαίτερα στην απόφασή της να παραμείνει άγαμος. Κατά κάποιο τρόπο, η ιστορία επαναεπιβεβαιώνει ότι οι γυναίκες του Βιετνάμ αντιστάθηκαν πάντα στην καταπίεση. 

Η Γαλλία αποκτώντας τον έλεγχο του Βιετνάμ στον δέκατο ένατο αιώνα, άνοιξε ένα παράθυρο ευκαιρίας για τις γυναίκες από το Βιετνάμ για να αναζητήσουν την πολυπόθητη απελευθέρωση από την αποικιοκρατία και τον Κομφουκιανισμό. Τελικά, οι βιετναμέζοι έδιωξαν τους γάλλος το 1954, μόνο και μόνο για να δουν τη χώρα τους να χωρίζεται σε δύο νέα έθνη. Το νότιο Βιετνάμ αναδείχθηκε ως ένα πελατειακό κράτος των ΗΠΑ, ενώ το Βόρειο Βιετνάμ μετακόμισε στο κομμουνιστικό στρατόπεδο. Ο πόλεμος ξέσπασε και πάλι στις αρχές του 1960, που οδήγησαν στην είσοδο των αμερικανικών δυνάμεων στο νότιο Βιετνάμ. Καθώς ο πόλεμος εξαθλίωνε τους αγρότες αμφοτέρων των πλευρών, πολλές γυναίκες βουδίστριες, εκπληρώνοντας τον παραδοσιακό τους ρόλο ως ελευθερωτών του έθνους, προσπάθησαν όσο μπορούσαν να σώσουν τους ανθρώπους τους!

Κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, ο συνδυασμός της θρησκευτικής δεοντολογίας και της αντίστασης στην πατριαρχία, οδήγησε πολλές γυναίκες να αγκαλιάσουν το ολοένα αυξανόμενο ειρηνικό κίνημα στο Νότιο Βιετνάμ. Η φιλειρηνικότητά τους γιγαντώθηκε από τις παραδοσιακές βουδιστικές πεποιθήσεις στη συμπόνια και τη μη βία, την επιθυμία να σώσουν το έθνος τους από έναν καταστρεπτικό πόλεμο και την αυξημένη αίσθηση ενδυνάμωσης που άρχισαν να αισθάνονται οι γυναίκες του Βιετνάμ στον εικοστό αιώνα. Καθώς η ίδια η θρησκεία τους επανακαθοριζόταν σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, μερικοί Βουδιστές ισχυρίζονταν ότι το Βιετνάμ χρειαζόταν μια κοινωνική επανάσταση με σκοπό απώτερο την αναζήτηση της δύσκολης ανεξαρτησίας. Για τις βουδίστριες γυναίκες του εικοστού αιώνα ιδίως, οι λαϊκές απόψεις που συνέδεαν την γυναικεία φύση και τη συμπόνια, τις εμπότισαν βαθειά με ένα διακαή πόθο να βοηθήσουν τους ανθρώπους τους μέσα από μια κοινωνικά ενεργή εφαρμογή της διδασκαλίας του βουδισμού.

Ο βουδισμός του Βιετνάμ εθεωρείτο παλαιόθεν η θρησκεία του γυναικών, ενώ ο βιετναμέζος Μποντισάτβα της Συμπόνιας, Quan Am, ήταν γυναικεία θεότητα. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές, οι περισσότεροι βιετναμέζοι θεωρούν μια γυναίκα Μποντισάτβα, πιο συμπονετική που ενδιαφέρεται για τον τερματισμό του ανθρώπινου πόνου, ενισχύοντας την εικόνα των γυναικών ως ελευθερωτών του έθνους. Το άγαλμά της κοσμεί την αυλή σχεδόν κάθε παγόδας στο νότιο Βιετνάμ, και αρκετά συχνά οι γυναίκες προσεύχονται για τη μεσολάβησή της, ακόμα και οι καθολικοί. Ενώ η μη βία και η ενσυναίσθηση αποτελούν την ουσία του Βουδισμού, οι βιετναμέζοι αναμένουν από τις γυναίκες να υπηρετούν την ανθρωπότητα, χωρίς αυτό να αποτελεί βεβαίως και βιολογικό ντετερμινισμό. Οι βιετναμέζες μοναχές οδηγούσαν πάντοτε τις ζωές τους στην υποταγή και την αμφιθυμία, από τις οποίες ανέμεναν να εξυπηρετήσουν το Βούδα, αλλά και τους ανθρώπους. Οι οικογένειες γενικώς εξέφραζαν αρχικά τη λύπη τους όταν μια κόρη εντασσόταν στο ναό λόγω του διαχωρισμού από την οικογένεια, αλλά παρόλα αυτά αισθάνονταν υπερηφάνεια όταν μια κόρη τους αποφάσιζε να αφοσιωθεί ταυτόχρονα στη κοινωνία και το βουδισμό. Ωστόσο, η είσοδος σε ένα γυναικείο μοναστήρι αντιπροσώπευε το πρώτο βήμα απόδρασης από την πατριαρχία, δεδομένου ότι η γυναικεία φύση έτεινε προς την αυτονομία. Οι μοναχές ακολουθούσαν επίπονες μοναστικούς κανονισμούς και πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων των αυστηρών διαιτητικών κανόνων και πιο αυστηρά καθημερινά προγράμματα από αυτά που επιβάλλονταν στους μοναχούς. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι έπρεπε να προβάλουν πάντοτε την αγάπη και καλοσύνη τους και ποτέ θυμό ή επιθετικότητα. Ως εκ τούτου, οι μοναχές είχαν ένα ισχυρό κίνητρο για να βρίσκονται στα γυναικεία μοναστήρια τους, τα οποία εξελίχθηκαν σε κλειστές κοινότητες, που διοικούνταν από άλλες γυναίκες, όπου θα αποκτούσαν μια αίσθηση αδελφότητας, ενδυνάμωσης και αρμονίας. Πολλές εισήλθαν στα θρησκευτικά τάγματα σε νεαρή ηλικία, αλλά απελάθηκαν όταν δεν ακολουθούσαν τους προαναφερθέντες κανόνες. Οι περισσότερες δήλωναν ότι δεν παρουσίαζαν καμία αίσθηση απώλειας, επειδή δεν είχαν συζύγους και παιδιά. Δεν υπήρχε ομοφωνία σχετικά με το καθεστώς των γυναικών στο βιετναμέζικο Βουδισμό. Μερικοί μοναχοί και μοναχές τόνισαν την ισότητα ανδρών και γυναικών αφού όλοι ήταν εντεταγμένοι στον ιερό σκοπό της ανακούφισης από τις δοκιμασίες, ενώ άλλοι υποστήριξαν την υπεροχή των ανδρών και κάποιοι τη θηλυκότητα ως ένα βήμα προς την κατεύθυνση του διαφωτισμού. Οι βιετναμέζες καλόγριες συχνά εξέφραζαν τις επιφυλάξεις τους σχετικά με την ανδροκρατούμενη κοινωνία, διεκδικώντας συναισθηματικά την ισότητα με τους άντρες. Η επιθυμία τους να τελειώσουν τον πόλεμο και η αποφασιστικότητα για την αντιμετώπιση της τεράστιας φτώχειας και της ανισοκατανομής του πλούτου, οδήγησε αμέτρητες βουδίστριες γυναίκες να αντιταχθούν στην κυβέρνηση του Νοτίου Βιετνάμ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Τα περισσότερα μέλη του αντιπολεμικού κινήματος θεωρούσαν τους γάλλους και τους αμερικανούς ίδιους εισβολείς που ήθελαν να βυθίσουν τη χώρα σε περιττούς πολέμους με αντικειμενικό και απώτερο σκοπό τη δημιουργία ηγεμονίας πάνω από τη χώρα τους. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, οι αντιπολεμικές φωνές υπεστήριζαν ότι το νότιο Βιετνάμ είχε παγιδευτεί σε μια αντιπαλότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της κομμουνιστικής Κίνας στην οποία οι Βιετναμέζοι δεν είχαν καν έλεγχο και πίστευαν ότι η ειρήνη, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη, θα μπορούσε να προέλθει μόνο με την οριστική αποχώρηση των Αμερικανών από τα εδάφη τους. Κατά ειρωνικό τρόπο, πολλοί βουδιστές έβλεπαν την πίστη τους ως αντίδοτο των δυτικών φιλοσοφιών όπως ο Μαρξισμός, που είχε βυθίσει τους ανθρώπους στη δυστυχία. Έτσι, όταν βουδιστές διαδήλωναν κατά της κυβέρνησης, ισχυριζόμενοι ότι εκπροσωπούν την κοινότητα, υπογράμμιζαν στην ουσία την αφοσίωσή τους στην ιστορία και τις παραδόσεις του Βιετνάμ.

Τα τρία συνθήματα του βιετναμέζικου Βουδισμού, συμπόνια, σοφία,
και συμμετοχή, υπαγορεύουν ότι οι Βουδιστές δεν μπορεί να αγνοούν τα βάσανα που βιώνουν και πρέπει να εργαστούν σθεναρά για τον τερματισμό τους, κι έτσι ξεκίνησαν μια σειρά συντονισμένων προκλήσεων σε εκείνο το καθεστώς της Σαϊγκόν, το 1963. Με επικεφαλής τον χαρισματικό ηγέτη τους, Thich Tri Quang, οι Βουδιστές ονειρεύτηκαν την πυροδότηση μιας κοινωνικής επανάστασης που θα εξαφάνιζε τη φτώχεια και την αδικία ανακουφίζοντας την αγωνία των μαζών του Βιετνάμ που με μια ζωή γεμάτη από ακραίες στερήσεις, κατέστησαν επιρρεπείς στις υποσχέσεις του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (NLF) για μελλοντική ισόνομη κοινωνία κάτω από την κηδεμονία του. Σύμφωνα με βάσιμους ισχυρισμούς, οι βουδιστές ακτιβιστές το 1969, ισχυρίζονταν ότι οι περισσότεροι νοτιοβιετναμέζοι, υπεστήριζαν την ιδέα μιας Τρίτης Δύναμης για τον τερματισμό της αντιπαράθεσης. Οι υπέρμαχοι της Τρίτης Δύναμης υποστήριζαν ότι δεν ήταν ούτε εναντίον του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (NLF), ούτε εναντίον των ΗΠΑ, αλλά μόνο υπέρ της ειρήνης, ενώ ταυτόχρονα είδαν αυτή τη λύση ως έναν διπλωματικό τρόπο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποχωρήσουν αξιοπρεπώς από το νότιο Βιετνάμ.

Οι γυναίκες του νοτίου Βιετνάμ είχαν να εκτελέσουν ένα ουσιαστικό ρόλο στο πλαίσιο της Τρίτης Δύναμης, παρά το γεγονός ότι πολλοί αισθάνονταν μεγάλη αμφιθυμία σχετικά με την είσοδό τους στην πολιτική αρένα. Οι εντολές του Βούδα όμως περί συμπόνιας, έπεισαν όλους ότι δεν θα μπορούσαν να παραμείνουν σιωπηλοί και απολιτικοί. Πολλοί επιπλέον πίστεψαν ότι η ιστορία, ο θρησκευτικός και πολιτιστικός προσανατολισμός και η υποχρέωσή τους έναντι των συνανθρώπων, τους ανάγκασε να απορρίψουν οποιαδήποτε επιλογή καθησυχασμού. Ως εκ τούτου, οι βουδίστριες γυναίκες συμμετείχαν σε διαδηλώσεις, έβγαλαν τους βωμούς των οικογενειών στους δρόμους, μπήκαν επικεφαλής των φοιτητών στις διαμαρτυρίες εναντίον του πολέμου, και έκαναν προσπάθειες να αμβλύνουν τον ανθρώπινο αντίκτυπο των αντιπαραθέσεων ακολουθώντας διάφορα μονοπάτια. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο γνωστός Βιετναμέζος Βουδιστής φιλόσοφος Thich Nhat Hanh, εισήγαγε εκ νέου την ιδέα του ‘‘Εμπλεκομένου Βουδισμού’’, ενός μαχητικού κοινωνικού ακτιβισμού που αγνοούσε αμφότερες τις πλευρές του πολέμου και επικεντρωνόταν στην ανακούφιση των θυμάτων. Επειδή ζούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός του νοτίου Βιετνάμ, άφησε την ηγεσία και τις επικίνδυνες εργασίες σε μια βουδίστρια γυναίκα με το όνομα Cao Ngoc Phuong, που έγινε πηγή έμπνευσης της οργάνωσης και το πρόσωπο που κυρίως ευθύνεται για τις επιτυχίες της. Η Cao Ngoc Phuong, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ‘‘Εμπλεκόμενο Βουδισμό’’, ένα κομμάτι γραμμένο από τον Thich Nhat Hanh το 1964, που απαιτούσε ριζικό ακτιβισμό για να θεραπεύσει τα δεινά του λαού του Βιετνάμ. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση είχε εκτός νόμου το έργο αυτό, οι Βουδιστές πέρασαν λαθραία πάνω από 4.000 αντίτυπα έξω από τη Σαϊγκόν και τα διένειμαν σε όλη τη χώρα, ερεθίζοντας τα αντανακλαστικά των βουδιστών. Η κοινωνική κρίση όμως που ακολούθησε, ήταν δραματική. Παρατηρήθηκε εκρηκτική αύξηση του αστικού πληθυσμού, που προερχόταν από τους πρόσφυγες της υπαίθρου λόγω των συγκρούσεων που ελάμβαναν χώρα εκεί και φυσικά των τιμών των αγαθών. Η Σαϊγκόν από πόλη ενάμισι εκατομμυρίου το 1962, το 1967 είχε 4,5 εκατομμύρια. Η αύξηση των αστικών πληθυσμών δημιούργησε τεράστιες παραγκουπόλεις, ενώ τα στρατόπεδα προσφύγων που ξεπήδησαν στις παρυφές κάθε μεγάλης πόλης, ήταν κάτι παρόμοιο με φυλακές που περιβάλλονταν από συρματοπλέγματα. Επιπλέον, παρατηρήθηκε γενική παράλυση των υπηρεσιών της Σαϊγκόν, όπου το έγκλημα και η πορνεία εκτινάχθηκαν στα ύψη, τα σκουπίδια ήταν αμάζευτα, οι δρόμοι παρέμειναν σε κατάσταση ερειπωμένη και τα λεωφορεία δεν ερχόντουσαν ποτέ στην ώρα τους.
 Η κατάρρευση της κοινωνίας του Νοτίου Βιετνάμ φάνηκε ιδιαίτερα οξεία
στις γυναίκες που είχαν ενταχθεί στα γυναικεία μοναστήρια για να εξυπηρετούν τους ανθρώπους, γιατί απαιτούνταν ομολογουμένως εκπληκτικά φυσικά χαρίσματα και ηθικό θάρρος για τις γυναίκες να αρνηθούν τους παραδοσιακούς κοινωνικούς περιορισμούς και να μπουν στα χωριά όπου ελλόχευαν οι κίνδυνοι των μαχών. Τελικά το καθεστώς της Σαϊγκόν φυλάκισε την Cao Ngoc Phuong για τις ειρηνιστικές της δραστηριότητες.

Μερικές γυναίκες προχώρησαν σε δραστικά μέτρα για να σταματήσουν οι μάχες. Πράγματι τουλάχιστον είκοσι, κυρίως νεαρές γυναίκες, αυτοπυρπολήθηκαν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων με σκοπό να επιστήσουν τη διεθνή προσοχή στα δεινά του λαού τους. Έτσι, το βουδιστικό κίνημα ειρήνης έγινε η διέξοδος για τον ιδεαλισμό τους, που μετατράπηκε σε αυτοθυσία για μερικές, όταν απέτυχαν να σταματήσουν τους σκοτωμούς, μια δράση σχεδόν αδιανόητη στο κομμουνιστικό Βιετνάμ, αφού οι περισσότεροι ισχυρίζονταν ότι οι μοναχές του Νοτίου Βιετνάμ έπρεπε να αποφεύγουν την πολιτική και να μην εκφράζουν πολιτικές απόψεις. Αν και οι περισσότερες μοναχές δεχόντουσαν ότι θα ξαναγεννηθούν στην πορεία τους προς τη φώτιση, πολλές πίστευαν, επίσης, ότι το πρόσωπο που θα κατέστρεφε το σώμα τους θα γινόταν Μποντισάτβα, λόγω της εξαιρετικής δράσης τους. Η ενέργεια αυτή εκπροσωπούσε την υψηλότερη εκδήλωση της βουδιστικής μη βίας, δεδομένου ότι το πρόσωπο που διέπραττε την πράξη μάλλον έβλαπτε τον εαυτό του παρά τους άλλους, γνωστού όντος ότι οι βουδιστές υποστήριζαν σθεναρά ότι η αυτοθυσία δεν αποτελούσε αυτοκτονία με τη στενή έννοια της λέξεως.

H πρώτη και θεαματικότερη αυτοθυσία κατά τη διάρκεια της βουδιστικής κρίσης του 1963, σφραγίστηκε με μια εικόνα σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, που ποτέ δεν ξεθώριασε. Τον Ιούνιο του 1963, κατά τη διάρκεια της βουδιστικής εξέγερσης ενάντια στο καθεστώς του Ngo Dinh Diem, ένας ηλικιωμένος μοναχός, ο Thich Quang Duc, κάθισε ήρεμα σε θέση λωτού σε ένα πολυσύχναστο δρόμο της Σαϊγκόν και αυτοπυρπολήθηκε! Πέθανε πιστεύοντας ότι θα γίνει ένας Μποντισάτβα, εφιστώντας την προσοχή στην απελπιστική κατάσταση των βουδιστών συναδέλφων του, στο Νότιο Βιετνάμ. Οι γυναίκες συμμετείχαν επίσης ενεργά στην εξέγερση εναντίον του Ντιέμ (Diem). Τον Αύγουστο του 1963, μια δεκαοκτάχρονη βουδίστρια γυναίκα προσπάθησε να κόψει το χέρι της ‘ως μια ταπεινή συνεισφορά, αφού η θρησκεία μας είναι σε κίνδυνο’, όπως ισχυρίστηκε, και η Do Thi Thea, ένα μέλος βασιλικής οικογένειας του Βιετνάμ, προσφέρθηκε να θυσιασθεί δημόσια υποστηρίζοντας τη βουδιστική ιδέα. Στις 15 Αυγούστου 1963, η εικοσιεπτάχρονη βουδίστρια καλόγρια και δάσκαλος δημοτικού σχολείου Thich Quang Nu Dieu, έδωσε τέλος στη ζωή της στη Nha Trang για να σταματήσει τη βασιλεία του τρόμου επί του βουδισμού που είχε εξαπολύσει ο Ντιέμ (Diem). Σήμερα στη θέση που αυτοπυρπολήθηκε η Thich Quang Nu Dieu στη Nha Trang, βρίσκεται το ομώνυμο γυναικείο μοναστήρι.

Οι αυτοθυσίες όμως δεν τέλειωσαν με την ανατροπή του Diem, το Νοέμβριο του 1963. Στις 26 Ιανουαρίου 1965, η δεκαεφτάχρονη Dao Thi Yen Phi, μια δημοφιλής βουδίστρια ηγέτιδα της νεολαίας, κάηκε στη Nha Trang κατά τη διάρκεια μιας απεργίας πείνας διακοσίων βουδιστών, επειδή ‘ήθελε ελευθερία, ειρήνη και ανεξαρτησία’ για τη χώρα της. Στη συνέχεια, οι βουδιστές της περιοχής αφιέρωσαν ένα πάρκο στη μνήμη της. Κατά τη διάρκεια της βουδιστικής κρίσης του 1966, οι Βουδιστές στράφηκαν και πάλι στο ύστατο όπλο τους, την αυτοθυσία. Στις 23 Μαΐου 1966, η Do Thi Bich, φοιτήτρια της νοσηλευτικής στη Χουέ, χρησιμοποίησε το αίμα της για να γράψει αποδοκιμαστικά συνθήματα για το καθεστώς της Σαϊγκόν. Μια εβδομάδα αργότερα, στις 29 Μαΐου, μια μεσήλικη βουδίστρια καλόγρια, η Thich Nu Thanh Quang, αυτοπυρπολήθηκε μπροστά απ’ την παγόδα De Dieu, πάλι στη Χουέ, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κινήσει την προσοχή του κόσμου και να ακούσει την τραγική φωνή τους. Σε αντίθεση με τις περισσότερες από τις γυναίκες που αυτοπυρπολήθηκαν, η Thich Nu Thanh Quang ήταν καλόγρια η οποία βοηθούσε για πάνω από τριάντα χρόνια τους ανθρώπους της Χουέ. Η φωτογραφία της σήμερα βρίσκεται σε κάθε σχεδόν ναό στο κεντρικό Βιετνάμ. Ο Thich Phong Tu, ένας μοναχός ο οποίος παρευρέθηκε στη θυσία της, περιέγραψε την πράξη της ως ‘‘τέλεια ενέργεια μιας καλόγριας που ήθελε να φέρει την ειρήνη και την ελευθερία στο Νότιο Βιετνάμ…’’. 

Ο τόπος αυτοθυσίας της συχνά γεμίζει κόσμο που προσεύχεται. Ο τάφος της Thich Nu Thanh Quang στα περίχωρα της Χουέ, στολίζεται με μια επιγραφή στα κινέζικα, που αναφέρεται στην πράξη της. Η πράξη της καλόγριας οδήγησε σε κύμα αυτοπυρπολήσεων γυναικών σε ολόκληρο το Νότιο Βιετνάμ. Την ίδια μέρα με το θάνατο της Thich Nu Thanh Quang, η βουδίστρια Ho Thi Thieu, αυτοπυρπολήθηκε στη Σαϊγκόν, και η δεκαεννιά χρονών καλόγρια Thich Nu Vinh Ngoc, της οποίας ο πατέρας υπηρέτησε ως αξιωματικός στους πεζοναύτες του Νοτίου Βιετνάμ, άπλωσε άχυρο στο πεζοδρόμιο, δίπλωσε τα πόδια της στη στάση του λωτού και έβαλε στον εαυτό της φωτιά. Στις 4 Ιουνίου, είχε σειρά η εικοσιεπτάχρονη Thich Tri Nu Dieu στην παγόδα Dieu Quang της Nha Trang αφού συνειδητοποίησε την τρομερή και άσχημη κατάσταση της διαιρεμένης πατρίδας και της θρησκείας της. Την ίδια μέρα, ακολούθησε η εικοσιτετράχρονη Thich Nu Bao Luan, ενώ στις 17 Ιουνίου, μια άλλη νεαρή γυναίκα στη Σαϊγκόν. 

Το ειρηνευτικό κίνημα απέκτησε νέα ζωή με την αυτοθυσία της τριαντατριάχρονης Nhat Chi Mai, το 1967. Ο θάνατός της υπενθύμισε στους βουδιστές τις απελπισμένες τους προσπάθειες για τον τερματισμό του φοβερού πολέμου που τους επιβλήθηκε! Παρά τα άγρια κατασταλτικά μέτρα της κυβέρνησης, 50.000 διαδήλωσαν στη νεκρική πομπή της, ένας ισχυρός δείκτης αντιπολεμικών αισθημάτων πολλών ανθρώπων και μια ξεκάθαρη αναγνώριση του βάθους και της σημασίας της αυτοθυσίας της. Η Nhat Chi Mai, στενή φίλη της Cao Ngoc Phuong, έγινε επίσης ένα διαρκές σύμβολο της αντίθεσης των βουδιστών στον πόλεμο. Καθώς πέθαινε η Nhat Chi Mai γονάτισε σε θέση λατρείας μπροστά στο άγαλμα της Παναγίας και του Μποντισάτβα του Ελέους Quan Am. Ανήκε σε μια τάξη που προσπαθούσε να δώσει οικουμενική διάσταση και προσέγγιση στον πόλεμο, όπως για παράδειγμα τη συνεργασία με τους καθολικούς του νοτίου Βιετνάμ. Η παγόδα όπου έβαλε τέρμα στη ζωή της εξακολουθεί να λειτουργεί και σήμερα. Ένα μεγάλο διακοσμητικό βάζο κοσμεί το μέρος όπου πέθανε και μια υπέροχη εικόνα της βρίσκεται στο βωμό της οικογένειας μέσα στο ναό, δίπλα σε ένα Βούδα με το πρόσωπο μιας γυναίκας, γεγονός που δείχνει ότι κάποιες μοναχές πιστεύουν ότι ο Βούδας ήταν γυναίκα. Η Ni Su Nhu Hai, ηγουμένη του γυναικείου μοναστηριού από το 1949, που ήξερε την Nhat Chi Mai καλά, υπογράμμισε ότι οι μοναχές συνήθως παρέμεναν μακριά από την πολιτική, ώστε να ακολουθήσουν το Βούδα πιο… αποτελεσματικά. Πράγματι, μετά την αποφυλάκισή της για αντιπολεμικές ενέργειες στη δεκαετία του 1960, επέστρεψε ξανά στο ναό για να βρει τον εαυτό της και πάλι. 

Όταν το Νότιο Βιετνάμ ανακοίνωσε σχέδια για τη διενέργεια εκλογών για μια Συντακτική Συνέλευση το 1967, οι Βουδιστές ηγέτες έκαναν έκκληση για μποϊκοτάζ της ψηφοφορίας δεδομένου ότι η κυβέρνηση απαγόρευσε την ειρήνη και την ουδετερότητα των υποψηφίων. Το γεγονός πυροδότησε νέο κύκλο αυτοπυρπολήσεων, κυρίως γυναικών, που διαμαρτυρήθηκαν για την ‘εντολή’ σε μια κυβέρνηση που είχε γίνει με λιγότερο από 35 τοις εκατό των ψήφων. 
 Η τριαντάχρονη Thich Nu Tri Tuc, κάηκε στην πόλη Καν Το (Can Tho) στο δέλτα του Μεκόνγκ στις 3 Οκτωβρίου, για την προστασία των βουδιστών και την ειρήνη στο Βιετνάμ, η Thich Nu Tri Chon στις 8 Οκτωβρίου και η είκοσι δύο ετών Thich Nu Hue Lac στις 22 Οκτωβρίου. Τέλος, η τριαντάχρονη Thich Nu Thong Hue, που δεν κατάφερε να κάψει τον εαυτό της το 1963, θυσιάστηκε στις 11 Νοεμβρίου 1967 στην πόλη Να Τρανγκ (Nha Trang).

Και όσο ο πόλεμος συνεχιζόταν, συνεχίζονταν και οι αυτοπυρπολήσεις! Παρόλο που ο πόλεμος τελείωσε το 1975, οι γυναίκες συνέχισαν να αυτοπυρπολούνται εναντίον της ιδέας της κομμουνιστικής κυριαρχίας σε ένα επανενωμένο Βιετνάμ. Έτσι τον Νοέμβριο του 1975, δώδεκα μοναχοί και μοναχές θυσιάστηκαν από κοινού στην Can Tho, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την κομμουνιστική καταστολή της θρησκείας τους. Τέλος στις Μαρτίου 1977, η Thich Nu Nhu Hien κάηκε στην Σαϊγκόν και μετατράπηκε σε δάδα σοφίας για να φωτίσει την κυβέρνηση να προχωρήσει στη θρησκευτική ανοχή, όπως ειπώθηκε! Τελικά όμως, οι αυτοθυσίες απέτυχαν, παρά το γεγονός ότι οι βουδίστριες γυναίκες δεν σταμάτησαν να προχωρούν στις πιο φρικτές μορφές αυτοθυσίας για να σταματήσουν τους πάσης φύσεως πολέμους, κερδίζοντας τον αιώνιο σεβασμό από τους βουδιστές και όχι μόνο! Οι πράξεις τους αυτές πιθανόν να σηματοδοτούν επίσης την επιθυμία τους να επιτύχουν και τη χειραφέτηση από τους επίγειους περιορισμούς και πολλές βουδίστριες γυναίκες δήλωσαν έτσι την πλήρη απελευθέρωσή τους από την πατριαρχία και τον κόσμο, για να προχωρήσουν στη διαδικασία του Μποντισάτβα.

(Η αυτοπυρπόληση της μοναχής Thich Nu Thanh Quang, στην πόλη Χουέ. 29 Μαΐου 1966)










Ανακεφαλαιώνοντας βλέπουμε ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, αρκετές βουδίστριες γυναίκες του Νοτίου Βιετνάμ κατέβαλαν επίπονες και αξιοσημείωτες προσπάθειες, συμπεριλαμβανομένης της αυτοθυσίας, για να σταματήσουν τις έχθρες και αντιπαραθέσεις μέσα στη χώρα τους. Παρά το γεγονός ότι στις πράξεις και στους κόπους τους δεν δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή εκτός του Βιετνάμ, οι γυναίκες απετέλεσαν τον κρίσιμο πυρήνα της βουδιστικής προσπάθειας για τον τερματισμό του πολέμου. Οι γυναίκες που προσχώρησαν στο κίνημα της ειρήνης κινδύνευσαν από φυλακίσεις, αρνήθηκαν τα γνωστά κοινωνικά καθιερωμένα πρότυπα, υπέμεναν τεράστιους και ανείπωτους πόνους, έθεσαν τον εαυτό τους σε πολυποίκιλους κινδύνους, και τέλος αυτοθυσιάστηκαν σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσουν τη χώρα τους. Η είσοδός τους στην πολιτική σφαίρα τελικά αποδείχτηκε ανεπιτυχής. Βεβαίως, η κρίση που προήλθε από την αμερικανική επέμβαση, πυροδότησε τις συγκεκριμένες προσπάθειες των γυναικών για τη θεραπεία των γενικότερων σοβαρών κοινωνικών δεινών, που επιδεινώθηκαν όμως δραματικά από τον πόλεμο. Ενώ ο συνδυασμός του εθνικισμού, των θρησκευτικών πεποιθήσεων και της επιθυμίας να εναγκαλιστούν ευρύτεροι κοινωνικοί και πολιτικοί στόχοι έδωσαν κίνητρα σε πολλές γυναίκες να αγνοήσουν τους κινδύνους που συνδέονταν με την όλη διαδικασία, έτσι ώστε να απαλλάξουν τους ανθρώπους από τις καταστροφές και τα δεινά του πολέμου, η δεκαετία του 1960 και του 1970 μπορούν να θεωρηθούν ένα μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης και πολύπλευρης διαδικασίας στην οποία οι γυναίκες απέρριψαν τους παραδοσιακούς ρόλους των δύο φύλων για τη δημιουργία μιας πιο δίκαιης κοινωνίας και την απώθηση στην άκρη της πατριαρχίας. Δυστυχώς, οι γυναίκες βετεράνοι είχαν αμέτρητες παράπλευρες συνέπειες και απώλειες μετά τις εχθροπραξίες για σχεδόν μια δεκαετία. Πολλές βρέθηκαν ανίκανες να προσαρμοστούν μέσα στον περίγυρο, να παντρευτούν και να αποκτήσουν παιδιά, σε μια κοινωνία που περιφρονούσε και λυπόταν τις άτεκνες και ανύπαντρες γυναίκες. Άλλες επέλεξαν να μην τεκνοποιήσουν από το φόβο των μακροχρόνιων επιπτώσεων της αποφυλλωτικών ψεκασμών των Αμερικανών και της υψηλής συχνότητας των γενετικών ανωμαλιών που παρουσίασαν εκείνες που υπηρέτησαν στις προαναφερόμενες περιοχές. Πολλές απ’ αυτές βυθίστηκαν στη φτώχεια μετά το 1975, μέσα σ’ ένα εξίσου φτωχό Βιετνάμ. Ακριβώς όμως, όπως το κράτος υποτίμησε το ρόλο των γυναικών κατά τη διάρκεια του πολέμου στην αποκατάσταση της πατριαρχίας, έτσι και οι προσπάθειες των βουδιστριών γυναικών για τη διατήρηση του έθνους επισκιάστηκε αναλόγως σε επίσημα και αναλυτικά φόρουμ που αναφέρονταν στον πόλεμο.


Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Αύγουστος 2015



Εδώ κατεβάστε το σε μορφή ebook (pdf) διανθισμένο με φωτογραφίες εποχής από τον τύπο (ΜΜΕ) αλλά και έγχρωμες φωτογραφίες του Γεώργιου Νικ. Σχορετσανίτη από πρόσφατο ταξίδι του στο Βιετνάμ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: