Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Ο Ζίγκφριντ Σασούν και οι ‘Ονειροπόλοι’ του [Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης]























Ο Siegfried Sassoon σε πίνακα του Glyn Warren Philpot του1917 που βρίσκεται στο μουσείο Fitzwilliam.

Ίσως αποτελεί μοναδικό παράδειγμα νοσοκομείου που έμεινε στην ιστορία από τους ποιητές που φιλοξένησε και νοσήλευσε, οι οποίοι αποδείχτηκαν μεγάλες και εμβληματικές μορφές αργότερα και μάλιστα σε συνθήκες δύσκολες όχι μόνο για τη χώρα, αλλά και για την ανθρωπότητα ολάκαιρη. Ο λόγος για το Νοσοκομείο Γκρέγκλοκχαρτ του Εδιμβούργου. Ονόματα όπως των Ζίγκφριντ Σασούν (Siegfried Sassoon) και Γουίλφρεντ Όουεν (Wilfred Owen), έτσι για να αναφέρουμε μερικά, σηματοδοτούν την τοποθεσία, αλλά το σπουδαιότερο μια χαώδη περίοδο για όλους. Εκείνη που άρχισε στο Σεράγεβο, στις 28 Ιουνίου 1914, με τη δολοφονία του διαδόχου του αυστροουγγρικού θρόνου και της συζύγου του και τελείωσε λίγα χρόνια αργότερα αφήνοντας πίσω του αρκετά εκατομμύρια νεκρούς, αλλά για να είμαστε όμως ακριβοδίκαιοι ούτε και το 1918 έλαβε τέλος, αφού έπρεπε να ‘συνεχιστεί’ μετά από είκοσι δύο χρόνια, για να σταματήσει το 1945. Το Γκρέγκλοκχαρτ σήμερα αποτελεί μέρος του Πανεπιστημίου Napier του Εδιμβούργου, γνωστότερο στην περιοχή και ως Πανεπιστημιούπολη Craiglockhart. Το κτήμα στο οποίο βρίσκεται το οίκημα πωλήθηκε το 1773 στον Alexander Monro (1733-1817), από τη γνωστή οικογένεια και καθηγητή Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, και θα παραμείνει στην οικογένεια Monro για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το 1877, η περιουσία πέρασε στην ιδιοκτησία της Εταιρείας Υδροθεραπείας Γκρέγκλοκχαρτ η οποία ξεκίνησε την οικοδόμηση ενός ινστιτούτου σε ιταλικό στυλ και παρέμεινε ως τέτοιο κέντρο μέχρι την έλευση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταξύ 1916 και 1919 το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικό ψυχιατρικό νοσοκομείο για τη θεραπεία των ψυχικά τραυματισμένων του πολέμου.
Πιθανώς οι πιο γνωστοί ασθενείς του Γκρέγκλοκχαρτ ήταν οι ποιητές Ζίγκφριντ Σασούν (Siegfried Sassoon) και Γουίλφρεντ Όουεν (Wilfred Owen), κάποια ποιήματα των οποίων εμφανίστηκαν στο περιοδικό του νοσοκομείου, ‘The Hydra’. Ο Γουίλφρεντ Όουεν, μάλιστα, ήταν ο εκδότης του περιοδικού κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του. Ο Ζίγκφριντ Σασούν εστάλη στο Γκρέγκλοκχαρτ, ως απάντηση στη ‘Δήλωση του Στρατιώτη’, μια σίγουρα σφοδρή αντιπολεμική επιστολή του. Αργότερα έγραψε για τις εμπειρίες του στο νοσοκομείο στο αυτοβιογραφικό κατά μεγάλο μέρος μυθιστόρημα, την ‘Πρόοδο του Sherston’ (Sherston's Progress). Ο πιο γνωστός από τους γιατρούς που είχαν την ευθύνη του νοσοκομείου, ήταν ο W.H.R. Rivers (1864- 1922), Άγγλος ανθρωπολόγος, νευρολόγος, ψυχίατρος και εθνολόγος, γνωστός για τη δουλειά του στη θεραπεία όλων εκείνων οι οποίοι έπασχαν από νευροψυχιατρικές διαταραχές (shell shock, στην αγγλική γλώσσα), απότοκες του πολέμου. Τον Οκτώβριο του 1916, όπως είπαμε, το Γκρέγκλοκχαρτ, επιτάχθηκε από το βρεττανικό στρατό, ενώ μετά τη λήξη του πολέμου, έγινε μοναστήρι και καθολικό κολέγιο, πριν περάσει στο Κολέγιο Napier και αποτελέσει πλέον μέρος του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου.





















Ο Άγγλος ποιητής Ζίγκφριντ Σασούν (Siegfried Sassoon, 1886-1967) με στρατιωτική στολή το 1915.

Διοικητής του νοσοκομείου ήταν ο ταγματάρχης William H. Bryce, με επικεφαλής ιατρικούς συμβούλους τους γιατρούς William Halse Rivers και A. J. Brock. Το θεραπευτικό σύστημα που υιοθετήθηκε και χρησιμοποιήθηκε από τους Rivers και Brock, αντιμετώπιζε τα ψυχικά τραύματα των μαχητών όχι σαν μορφή δειλίας, ούτε τρέλλας, αλλά μάλλον ως αντίδραση φυσιολογικών ατόμων στις έκτακτες και δύστροπες περιστάσεις του πολέμου. Ο Rivers έκανε χρήση της ‘θεραπείας με ομιλία’, ιδιαίτερα με τον Ζίγκφριντ Σασούν. Ο Brock, πάλι, πίστευε στη σημασία της κοινωνικής δραστηριότητας, ενθαρρύνοντας τον Γουίλφρεντ Όουεν για να επιμεληθεί της έκδοσης ενός περιοδικού του νοσοκομείου, το ‘The Hydra’, στο οποίο ο Sassoon δημοσίευσε ένα από τα καλύτερα (αντι) πολεμικά του ποιήματα, τους ‘Ονειροπόλους’ (Dreamers). 















Ασθενείς και προσωπικό του Ινστιτούτου Γκρέγκλοκχαρτ. 

Ο Όουεν είχε ήδη κάνει κάποιες δειλές προσπάθειες σε μάλλον συμβατικό στίχο με συνήθη θέματα, ενώ ο Σασούν είχε ήδη δημοσιευμένο έργο, με παράτολμη κριτική του πολέμου. Έτσι, ο περιορισμός του στο Γκρέγκλοκχαρτ, ήταν ένας βολικός τρόπος να μείνουν στην άκρη οι διαμαρτυρίες του και να φανούν ότι ήταν αποτέλεσμα της νευρικής του κρίσης, γιατί εναλλακτικά, όπως τονίστηκε από τον φίλο του Robert Graves, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Σασούν, εκεί, ενθάρρυνε τον Όουεν να γράψει για τον πόλεμο και τον έπεισε ότι μπορεί να δημιουργηθεί σημαντική ποίηση μέσα από τις δικές του φρικτές εμπειρίες. Η παραγωγή του Όουεν κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Γκρέγκλοκχαρτ, ήταν πολύ γόνιμη, μια ποίηση που χρωμάτισε την αντίληψη του πολέμου, και την άφησε έτσι ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενεές. Η θεραπεία του εκεί, είχε ως αποτέλεσμα να επιστρέψει σύντομα, τον Νοέμβριο του 1917, στην ενεργό υπηρεσία, αλλά δυστυχώς σκοτώθηκε ένα έτος αργότερα.




















Ο Ζίγκφριντ Σασούν (1886-1967) γεννήθηκε από πλούσια οικογένεια στις 8 Σεπτεμβρίου 1886 στο Κεντ και μέχρι το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου είχε τη ζωή ενός τυπικού Άγγλου αθλητικού τζέντλεμαν. Με την έναρξη του πολέμου, στην ηλικία των εικοσιοκτώ ετών, ο Σασούν στρατολογήθηκε για πρώτη φορά στο Ιππικό. Απέκτησε γρήγορα το όνομα ‘Mad Jack’, για το θάρρος του στο Δυτικό Μέτωπο, ειδικά στις νυχτερινές επιδρομές. Καθώς προχωρούσε ο πόλεμος, όμως, ο Σασούν παρουσίαζε ολοένα και περισσότερο θυμωμένα και περίεργα συναισθήματα σχετικά με τη διεξαγωγή του πολέμου. Ο λόγος που ο Σασούν εστάλη στο Γκρέγκλοκχαρτ, ήταν η σύνταξη μιας επιστολής διαμαρτυρίας στον συνταγματάρχη του, τον Ιούλιο του 1917, όπου δήλωνε την αντίθεσή του στην παράταση του πολέμου, και ανέφερε τα πολιτικά λάθη που ένιωθε ότι οδηγούσαν σε άσκοπη θυσία τις ζωές τόσων στρατιωτών. Ο Σασούν πίστευε ότι ο πόλεμος συνεχίζεται περισσότερο από όσο είναι αναγκαίος, από εκείνους που είχαν την εξουσία και φυσικά τη δύναμη να τον τελειώσουν. Αυτή η αντιπολεμική επιστολή, γνωστή ως ‘Δήλωση του Στρατιώτη’ (Soldiers Declaration), θεωρήθηκε μεταξύ των άλλων και ως πράξη μη πατριωτική. Ωστόσο, ο Σασούν ήταν αναμφίβολα, καλός και θαρραλέος αξιωματικός και στρατιώτης. Την άνοιξη του 1916 κέρδισε το Στρατιωτικό Σταυρό για τη διάσωση, μέσα σε επικίνδυνη πυρκαγιά, ενός δεκανέα που ήταν τραυματισμένος κοντά στις γραμμές του εχθρού. Οι στρατιωτικές αρχές και προϊστάμενοι του Σασούν ήταν απρόθυμοι να τον στείλουν στο στρατοδικείο, αλλά δεν μπορούσαν και να αγνοήσουν παντελώς μια τέτοια επιστολή. Τελικά είδαν αυτή την αντίδραση και διαμαρτυρία του ψύχραιμα, και επέμειναν ότι ίσως πάσχει από νευρικό κλονισμό και άρα δεν μπορούσαν να τον θεωρήσουν εντελώς υπεύθυνο για τις πράξεις του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Σασούν βρέθηκε στο Γκρέγκλοκχαρτ. Ο Σασούν έφτασε εκεί, στις 23 Ιουλίου 1917, περίπου ένα μήνα μετά από τον Γουίλφρεντ Όουεν. Ο ίδιος έκρινε την περιοχή ‘θλιβερό σπηλαιώδες μέρος’, ακόμα και μέσα στον Αύγουστο, και του έδωσε το παρατσούκλι ‘Dottyville’. 

Μολονότι λοιπόν η αρχική του εντύπωση δεν ήταν και πολύ ευνοϊκή, το Γκρέγκλοκχαρτ προσέφερε στον Σασούν ένα περιβάλλον στο οποίο θα μπορούσε να βρει ανακούφιση από τις πολυποίκιλες ανησυχίες του πολέμου. Περνούσε τις ώρες του με περιπάτους στους γύρω λόφους και παίζοντας γκολφ στα τοπικά γήπεδα. Γενικώς υπήρχε σχετική ελευθερία και λιγότερη πειθαρχία εντός του νοσοκομείου, με αποτέλεσμα να συμπεριφέρονται όλοι κατά το δοκούν. Ο Σασούν, όμως, βρήκε εκεί, ένα φίλο στο πρόσωπο του διακεκριμένου ψυχολόγου W.H.R. Rivers που είχε επιφορτισθεί με τη ‘θεραπεία’ του. Μέσα σε μια εβδομάδα από την άφιξη του, ο Rivers είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Σασούν δεν χρειάζεται να ‘θεραπευτεί’. Παρά την εκτίμησή του, συνέχιζε να βλέπει τον ασθενή τρεις φορές την εβδομάδα. Πεποίθησή του, βεβαίως, ως αξιωματικός του Βασιλικού Ιατρικού Σώματος του Στρατού, ήταν να επιστρέψουν όλοι οι υγιείς άνδρες στο καθήκον τους, αλλά ο χρόνος που πέρασε με τον Σασούν άλλαξε και τις δικές του πεποιθήσεις σχετικά με τον πόλεμο. Ο Σασούν και ο Rivers, επρόκειτο να γίνουν πολύ καλοί φίλοι και παρέμειναν έτσι μέχρι το θάνατο του Rivers, το 1922. 
 Δύο εβδομάδες μετά την άφιξη του Ζίγκφριντ Σασούν (1886-1967), ο Γουίλφρεντ Όουεν (1893 – 1918) βρήκε αρκετό θάρρος για να γνωριστεί με τον παλαιότερο ποιητή, παρά το γεγονός ότι δεν είχε πει αρχικά στον Σασούν ότι κι αυτός ήταν ποιητής. Μετά την ανακάλυψη ότι ο νέος φίλος του έγραφε ποίηση, ο Σασούν τον ενθάρρυνε στη γραφή και τον σύστησε σε μερικούς λογοτεχνικούς φίλους του οι οποίοι τον βοήθησαν να δημοσιοποιήσει το έργο του. Ο Σασούν ήταν μιας μορφής πνευματικό ερέθισμα για τον Όουεν που τον ωθούσε να τελειοποιήσει τη τέχνη και τεχνική του. Οι ποιητές βρέθηκαν μαζί στο Γκρέγκλοκχαρτ για δυόμισι μόνο μήνες και βλεπόντουσαν σχεδόν κάθε μέρα. Παρά το γεγονός ότι ο νεαρός Όουεν έβλεπε με πολύ δέος τον παλαιότερο ποιητή, η σχέση τους δεν ήταν μονόπλευρη. Ο Σασούν στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στα τεράστια αποθέματα ηρεμίας και συμπάθειας του Όουεν. Ο χρόνος που πέρασαν εκεί μαζί, οδήγησε όχι μόνο στη δημιουργία μερικών από τα πιο γνωστά ποιήματα του Μεγάλου Πολέμου, αλλά οδήγησε τον Σασούν να πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην πολεμική δράση. Έτσι φεύγοντας από το Γκρέγκλοκχαρτ ξαναπήγε για ένα διάστημα στην Παλαιστίνη πριν επιστρέψει στο πρώην τάγμα του στη Γαλλία, όπου τραυματίστηκε και πάλι. Οι ‘Ονειροπόλοι’ του, είναι χαρακτηριστικό ποίημα που Μεγάλου Πολέμου. 


Οι Ονειροπόλοι

Οι φαντάροι είναι πολίτες της γκρίζας γης του θανάτου,
Που δεν παίρνουν μερίδιο από το αύριο του χρόνου.
Αντέχουν στη μεγάλη στιγμή του πεπρωμένου,
Καθένας με τις έχθρες, τις ζήλιες και τις λύπες του. 
Οι φαντάροι έχουν δώσει όρκο να αγωνιστούν, πρέπει να κερδίσουν
Με τη ζωή τους μια φλογερή μοιραία κορύφωση. 
Οι φαντάροι είναι ονειροπόλοι, όταν αρχίζουν τα κανόνια
Αναλογίζονται ζεστά σπίτια, καθαρά κρεβάτια και γυναίκες.

Τους βλέπω σε βρωμισμένα ορύγματα, ποντικοφαγωμένα,
Σε χαλασμένα χαρακώματα, μαστιγωμένα απ’ τη βροχή,
Να ονειροπολούν όσα πράγματα έκαναν παίζοντας κρίκετ,
Και να κοροϊδεύονται με μάταιη λαχτάρα να κερδίσουν πάλι
Αργίες και θεάματα και γκέτες,
Και να πηγαίνουν στο γραφείο με το τραίνο.


Dreamers

Soldiers are citizens of death's grey land,
Drawing no dividend from time's tomorrows.
In the great hour of destiny they stand,
Each with his feuds, and jealousies, and sorrows.
Soldiers are sworn to action; they must win
Some flaming, fatal climax with their lives.
Soldiers are dreamers; when the guns begin
They think of firelit homes, clean beds and wives.

I see them in foul dug-outs, gnawed by rats,
And in the ruined trenches, lashed with rain,
Dreaming of things they did with balls and bats,
And mocked by hopeless longing to regain 
Bank-holidays, and picture shows, and spats,
And going to the office in the train.


Αυτό το αντιπολεμικό ποίημα του Ζίγκφριντ Σασούν, προφανώς αναφέρεται στις παρενέργειες του πολέμου. Εκεί όπου η φαντασία οργιάζει και επιτίθεται εναντίον της πραγματικότητας. Όταν στο ποίημα, ο αφηγητής λέει ότι οι στρατιώτες είναι πολίτες της γκρίζας γης του θανάτου, μάλλον υπονοεί πως βρίσκονται τόσο καιρό στα χαρακώματα, ώστε σχεδόν να θεωρούνται πολίτες αυτής της χώρας. Ενός τοπίου πλημυρισμένου με καπνούς, δηλητηριώδη αέρια και δυστυχία. Οι στρατιώτες είναι ορκισμένοι να κερδίσουν, έστω και με απώλεια της ζωής τους. Είναι παγιδευμένοι, όμως, δεν μπορούν να αποδράσουν από εκεί, εκτός εάν είναι νεκροί ή βαριά τραυματίες. Βρίσκονται μέσα σε καταστραμμένα χαρακώματα, βρωμισμένα και ποντικοφαγωμένα ορύγματα, με φρικτές συνθήκες διαβίωσης. Σταδιακά ο αφηγητής του ποιήματος, περνά σε άλλα πράγματα. Στοχάζεται την προηγούμενη ζωή του. Οι φαντάροι γίνονται πλέον ονειροπόλοι! Άλλα εμφιλοχωρούν στις γωνίες του μυαλού τους. Ζεστά σπίτια, καθαρά κρεβάτια και γυναίκες. Ένα ποίημα άκρως ρεαλιστικό, που δείχνει τη σκληρή πραγματικότητα των χαρακωμάτων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με τις απελπιστικά βραδυκίνητες πορείες και επελάσεις, ουσιαστικά ατέλειωτες στάσεις και αναμονές μέσα σε βρώμικα ορύγματα, τυπικό χαρακτηριστικό εκείνου του πολέμου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: