Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Το λιντσάρισμα στον αμερικάνικο Νότο, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. [Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης]























Η βία του λευκού πάνω στον μαύρο ήταν σχετικά συχνό γεγονός της ζωής στο βαθύ αμερικάνικο Νότο κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα. Ωστόσο, αν και το λιντσάρισμα των μαύρων είναι ιστορικά πέραν πάσης αμφιβολίας σημαντικότατο γεγονός, ήταν, από στατιστικής απόψεως, σχετικά σπάνιο φαινόμενο με περίπλοκη όμως και συχνά ανατριχιαστική αφήγηση. Οι διαδοχικές αναλύσεις του φαινομένου, σε διάφορες δεκαετίες, αποκαλύπτουν ισχυρή μεταβολή στο μοτίβο του λιντσαρίσματος στην εν λόγω περιοχή. Η ερμηνεία του τρόπου που έλαβε χώρα το κάθε μεμονωμένο περιστατικό, συνήθως εστιάζεται στις διαδοχικές συνέπειες των διαφόρων μηχανισμών σε προσωπικό και τοπικό επίπεδο. 

















Η αφροαμερικανή Laura Nelson (1878-1911) και ο γιος της L.D. Νέλσον (1897-1911), κατακρε-ουργήθηκαν στις 25 Μαΐου 1911, σε μια κομητεία της, Οκλαχόμα.

Το 1930, για παράδειγμα, ο James Irvine, ένας μαύρος μισθωτός αγροκτήματος κατηγορήθηκε για το βιασμό και τη δολοφονία ενός λευκού δεκαεξάχρονου κοριτσιού στην κομητεία Irwin της Γεωργίας. Πάνω από χίλιοι άνδρες τον έψαχναν όλη νύχτα, και οι οποίοι τον συνέλαβαν τελικά νωρίς το επόμενο πρωί. Ο μανιασμένος όχλος τον άρπαξε κυριολεκτικά από την επιτήρηση του σερίφη, καθώς περνούσαν μπροστά από το σημείο όπου βρέθηκε το σώμα του κοριτσιού και το συγκεντρωμένο πλήθος που συμπεριελάμβανε γυναίκες και παιδιά, έδεσε τον Irvine σε ένα δέντρο με αλυσίδες. Εκεί χτυπήθηκε επανειλημμένα στο στόμα με ένα αιχμηρό ραβδί, τα δάχτυλα των χεριών, των ποδιών του και άλλα μέρη του σώματος αποκόπηκαν και κρατήθηκαν ως σουβενίρ, και τέλος τον κρέμασαν από το δέντρο και τον έκαψαν ζωντανό. Το ίδιο έτος, ο A.S. Mincey, ένας μαύρος άντρας εβδομήντα ετών, ξυλοκοπήθηκε βάναυσα στο σπίτι του από μικρή ομάδα κουκουλοφόρων. Αργά το βράδυ, τον τράβηξαν έξω και τον άφησαν να πεθάνει αβοήθητος σε μια παράμερη γωνιά του δρόμου. Αυτές οι σύντομες αφηγήσεις απλώς υπενθυμίζουν δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, από τις εκατοντάδες των λιντσαρισμάτων που σημειώθηκαν στο βαθύ Νότο στα τέλη της δεκαετίας του 1890 και στις αρχές του εικοστού αιώνα. Συνολικά, πάνω από 1200 μαύροι κατακρεουργήθηκαν στα χέρια των λευκών σε αυτή την περιοχή μεταξύ 1882 και 1930, σε μια κυριολεκτική έκρηξη βίας, η οποία διαμόρφωσε το κοινωνικό τοπίο μετά την ανοικοδόμηση του Νότου. Από την πλεονεκτικότερη θέση που βρισκόμαστε σήμερα, θα μπορούσαμε εύλογα να αναρωτηθούμε τι ήταν αυτό που προκάλεσε το λιντσάρισμα και το θάνατο του Irvine και του Mincey, αφού στην πραγματικότητα τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες των δύο περιστατικών είναι εξαιρετικά ανόμοια. Σαφώς η φυλή του θύματος και το χρώμα του δέρματος είναι σημαντικό στοιχείο, αλλά η δολοφονία ενός μαύρου από λευκό δεν ήταν ούτε τότε, ούτε τώρα, αρκετό για να αποτελέσει αιτία λιντσαρίσματος. Αν και τα δύο αυτά γεγονότα ήταν εκ προθέσεως δολοφονίες μαύρων από λευκούς, η ομοιότητά τους δεν τελειώνει εδώ. Ο James Irvine βασανίστηκε και σκοτώθηκε στο φως της ημέρας από δημόσιο όχλο, αφού κατηγορήθηκε για ένα βίαιο έγκλημα εναντίον νεαρής λευκής γυναίκας. Το μεγάλο αριθμητικά πλήθος και η άκρως τελετουργική μορφή θανάτωσης, είναι τόσο σταθερά και συνεπή στοιχεία με τις σύγχρονες και στερεότυπες αντιλήψεις μας για τα ρατσιστικά κίνητρα λιντσαρισμάτων στο Νότο. Αντίθετα, ο A.S. Mincey σκοτώθηκε κρυφά από μικρή ομάδα ανδρών, λόγω προφανώς κάποιου προσωπικού παράπονου ή διαπροσωπικού προβλήματος, που ήταν όμως γνωστό μόνο σε αυτούς και δεν υπήρξε δημόσιος όχλος, και αν και η δολοφονία ήταν σίγουρα βάναυση, δεν υπήρχαν σαφή τελετουργικά στοιχεία για το συμβάν. Το χτυπημένο και μαυρισμένο σώμα του Mincey έμεινε στη μια πλευρά του δρόμου, αγνώριστο και αζήτητο. Αυτές οι διαφορετικές εκτελέσεις, όπως και πολλές άλλες, έγιναν από ανθρώπους που επιδίωκαν ειδικές εκφραστικές παραμέτρους και κατάληξη. Τα κίνητρα των ατόμων αυτών είναι σε μεγάλο βαθμό απρόσιτα σε εμάς και, ακόμη και αν θα μπορούσαμε να τα γνωρίζαμε, δεν είναι τα μόνα από πλευράς κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος. Αντ' αυτού, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτό που έκανε κάθε μία από αυτές τις δολοφονίες λιντσάρισμα, ήταν οι πρωταγωνιστές και οι παρατηρητές των περιστατικών που ερμήνευσαν τα γεγονότα ως λιντσάρισμα, ριζωμένα στο πλαίσιο των αρχών των φυλετικών σχέσεων στο Νότο του εικοστού αιώνα, καθώς και η πρόσφατη ιστορία άλλων λιντσαρισμάτων. Από την άποψη αυτή, η συχνότητα και οι λεπτομέρειες αυτών των ενεργειών είναι ιστορικά και κοινωνιολογικά, σημαντικά θέματα. Έτσι φαίνεται σκόπιμο να εστιάσουμε το βλέμμα μας πιο άμεσα στους τρόπους και τη μεταβλητότητα των φαινομένων του λιντσαρίσματος στον Βαθύ Νότο, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τα ιδιαίτερα προβλήματα γύρω από το λιντσάρισμα τα οποία και αποτελούν αληθινή πρόκληση για τους σύγχρονους ιστορικούς κοινωνιολόγους. Η αρίθμηση, η καταγραφή και η κατανομή των περιστατικών λιντσαρίσματος σε κάθε Πολιτεία ή έστω σε μικρότερη περιοχή της, θα αποκαλύψουν σίγουρα τα μοτίβα στη χρονική ακολουθία των περιστατικών λιντσαρίσματος, ενώ ταυτόχρονα θα αποδείξουν τη χρησιμότητα της αναλυτικής περιγραφής για τα ακανθώδη προβλήματα στην ιστορική κοινωνιολογία. Το κέρδος πάνω απ’ όλα για τους κοινωνιολόγους είναι πώς προβαίνοντας σε αυτό, θα μπορούν να εκμεταλλευτούν τα στοιχεία και να αναλύσουν συστηματικά σχετικά σπάνια ιστορικά γεγονότα και πως αυτά αλλάζουν αναλόγως των εποχών, τόσο σε τοπικό επίπεδο όσο και γενικευμένο.


Κατά τη διάρκεια των ετών της περιόδου του γυρίσματος των αιώνων που αναφερόμαστε, το λιντσάρισμα ήταν αρκετά διαδεδομένο τόσο στα νότια όσο και τα δυτικά τμήματα των ΗΠΑ. Ωστόσο, ήταν εκεί στο Νότο, και πιο συγκεκριμένα στο βαθύ Νότο, που καταγράφηκε γρήγορα και βίαια μέσα στον ιστό της κοινωνίας την περίοδο μετά την ανοικοδόμηση, ειδικά στην Αλαμπάμα, τη Γεωργία, τη Λουιζιάνα, το Μισισιπή και τη Νότια Καρολίνα. Αν και υπάρχουν σαφείς τάσεις σε αυτά, ότι δηλαδή το λιντσάρισμα ήταν πιο συχνό λίγο πριν τη στροφή του αιώνα, υπάρχουν επίσης σημαντικές αυξήσεις και μειώσεις στην επίπτωση του λιντσαρίσματος. Μελετώντας στατιστικά το σύνολο των γεγονότων σε όλο το διάστημα, βλέπουμε ότι η χρονική διακύμανση είναι βαθιά, τόσο σε γενικές γραμμές, όσο και από την άποψη της μεταβολής χρόνο προς χρόνο. Σαφώς, ορισμένες κομητείες είχαν πολλά περιστατικά λιντσαρίσματος, ενώ άλλες λιγότερα, ενώ σε 64 κομητείες δεν παρουσιάστηκε ποτέ κρούσμα λιντσαρίσματος εντός των συνόρων τους. Κι αν το λιντσάρισμα ήταν πιο συχνό κατά μήκος του ποταμού Μισισιπή, είναι δύσκολο να διακρίνουμε άλλες αξιόλογες στατιστικές λεπτομέρειες, πράγμα που υποδεικνύει ότι κι άλλοι κοινωνιολογικοί παράγοντες, πέραν των τοπικών, εμπλέκονται στο δυσάρεστο φαινόμενο. Κάτω από τις συσσωρευμένες αφηγήσεις σε τοπικό και όχι μόνο επίπεδο, σε κάθε περίπτωση, μεταξύ 1882 και 1930, υπήρχε σίγουρα και αρκετή δόση αρκετής και φρικιαστικής αφήγησης, αλλά δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη αφήγηση επαρκώς αντιπροσωπευτική όλων των περιστατικών του λιντσαρίσματος. 

Δεν υπάρχει βεβαίως καμία αμφιβολία ότι το λιντσάρισμα των μαύρων από τους λευκούς ήταν δραματικό και σημαντικό φαινόμενο στο Νότο κατά τη διάρκεια της περιόδου 1882-1930, ένα φαινόμενο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην χρωματισμό των κοινωνικών σχέσεων σε ολόκληρη την περιοχή. Αλλά υπάρχει κάποια δυαδικότητα στα αξιοπερίεργα λιντσαρίσματα, γιατί ήταν ταυτόχρονα σχετικά διαδεδομένα και όχι εστιασμένα κάπου σε ένα μέρος. Αν και παρουσιάζουν ασυνήθιστες προκλήσεις για κοινωνιολογική ανάλυση, η κατανόηση αυτής της δυαδικότητας είναι θεμελιώδους σημασίας για την κατανόηση του λιντσαρίσματος ως ιστορικού γεγονότος. 
Εκτός από τις πολυάριθμες ιστορικές αφηγήσεις συγκεκριμένων λιντσαρισμάτων, ο Larry Griffin σε ένα άρθρο του, το 1993, προσφέρει μια καινοτόμο εξήγηση του λιντσαρίσματος του David Harris, στην κομητεία Bolivar του Μισισιπή. Ο David Harris κατακρεουργήθηκε από λίγους λευκούς άνδρες μετά από έναν άγριο καυγά για την πώληση ουίσκι που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο ενός λευκού άντρα ο οποίος προσπαθούσε να αγοράσει το ποτό. Ο Griffin χρησιμοποίησε μια τεχνική που ονομάζεται Ανάλυση της Δομής του Γεγονότος (Event Structure Analysis), που αναπτύχθηκε από τον David Heise, για να δημιουργήσει μια γραφική αναπαράσταση των αιτίων του λιντσαρίσματος του Harris. Με βάση αυτή την τυποποιημένη περιγραφή της αφήγησης, η ουσιαστική ερμηνεία του λιντσαρίσματος από τον Griffin προσδιορίζει μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όταν οι φίλοι του λευκού ανθρώπου ανέφεραν ότι σκοτώθηκε, ως κρίσιμη για την μετέπειτα εξέλιξη του λιντσαρίσματος του David Harris. Το έργο του Griffin σχετικά με τη δομή ενός λιντσαρίσματος αποτελεί σημαντική συμβολή για την ανάλυση των βραχυπρόθεσμων διαδικασιών, διότι προσφέρει διορατικότητα και ενόραση στο πώς συγκεκριμένα διακριτά στοιχεία συνδέονται με αλυσιδωτή σειρά σε ένα σύνθετο γεγονός. Το άρθρο του περιγράφει με συμπαγή και αποσπασματική μορφή, τη διαδικασία με την οποία ένα συγκεκριμένο επιχείρημα έγινε λιντσάρισμα. Εξίσου προβληματική είναι η εγγενής έμφαση σε διακριτά επεισόδια, αποσυνδεδεμένης από παρεμφερή περιστατικά και τις αλλαγές και επιπτώσεις τους πάνω στις προσδοκίες και τη συμπεριφορά των λευκών και μαύρων. Αυτές οι μελέτες που προσφέρουν ερμηνευτικές εργασίες, όπως αυτή του Griffin, καταλήγουν στο ότι τα πραγματικά περιστατικά λιντσαρίσματος, με την αυστηρή έννοια του όρου, ήταν μάλλον αβέβαια, και έτσι κοινωνιολογικά εύθραυστα.

















Συνηθισμένες εικόνες λιντσαρίσματος στον αμερικάνικο Νότο.

Σε πλήρη αντίθεση με τις ερμηνευτικές μελέτες μεμονωμένων περιπτώσεων, υπάρχει μεγάλο σώμα έρευνας στο εσωτερικό της ιστορικής κοινωνιολογίας το οποίο βρίσκεται ρητά προσανατολισμένο προς την γενίκευση. Η έμφαση στη δυνατότητα γενίκευσης υπερασπίζεται από όσους επιθυμούν να εκτιμήσουν τη χρησιμότητα των συγκεκριμένων θεωρητικών μοντέλων, ένα στόχο που οι κοινωνιολόγοι συνήθως επιτυγχάνουν μέσω συμπερασμάτων που αντλούνται από την εκτίμηση στατιστικών μοντέλων. Η πιο ολοκληρωμένη μελέτη λιντσαρίσματος σε αυτή την παράδοση, βρίσκεται στο εξαιρετικό βιβλίο των Tolnay και Beck, ‘A Festival of Violence’ (1995). Σε αυτό, το επιχείρημα του λιντσαρίσματος στηρίζεται σε ένα βασικό μοντέλο απειλή, ένα μοντέλο το οποίο προϋποθέτει το λιντσάρισμα, ως απάντηση του λευκού πληθυσμού σε κάποιο είδος πραγματικής ή δυνητικής απειλής από τους μαύρους. Σε γενικές γραμμές, τα αιτιολογικά στατιστικά μοντέλα υποδεικνύουν ότι στη ρίζα του προβλήματος του λιντσαρίσματος βρίσκεται η οικονομική απειλή και ότι λιντσάρισμα ήταν πιο διαδεδομένο όταν και όπου η οικονομική δύναμη των λευκών αμφισβητήθηκε! Τα μοντέλα που επιδιώκουν να εξηγήσουν το χρόνο με τη συχνότητα του λιντσαρίσματος σε ευρείες γεωγραφικές περιοχές, αποδεικνύουν ότι λιντσάρισμα ήταν έντονα συνδεδεμένο με τις τύχες της οικονομίας του βαμβακιού. Οι περιπτώσεις λιντσαρίσματος ήταν λιγότερο συχνές όταν οι τιμές του βαμβακιού ήταν υψηλές, και πιο συχνές κατά τους μήνες και τα χρόνια, όταν η αγορά εργασίας βαμβακιού ήταν περιορισμένη και σφιχτή. Άλλα μεταβαλλόμενα χρονικά μοντέλα δείχνουν ότι ενώ το λιντσάρισμα είχε παντού μειωθεί γύρω στα 1930, η μείωση αυτή παρατηρήθηκε κυρίως σε εκείνες τις περιοχές με γρήγορη και σημαντική μετανάστευση των μαύρων, καταστάσεις που προφανώς δημιούργησαν δραματική έλλειψη εργατικού δυναμικού. Ακόμη πιο κρίσιμο, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι τα πιο συχνά εκτιμώμενα αιτιολογικά στατιστικά μοντέλα είναι ιστορικά αφελή, ανίκανα να συλλάβουν είτε τους πολλαπλούς χρονικούς αιτιολογικούς παράγοντες ή και τη διαδραστική φύση της κοινωνικής διαδικασίας καθώς εξελίσσονται τα γεγονότα αυτά μέσα στο χρόνο. Όπως και οι τοπικοί πρωταγωνιστές παντού, έτσι κι εκείνοι που έζησαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου στο βαθύ Νότο μετέφεραν μαζί τους στη μνήμη το κοινό τους παρελθόν. Σε περιόδους έντονης αναταραχής οι αναμνήσεις αυτές διευκόλυναν την ανάπτυξη ρεπερτορίων δράσης και διαμόρφωσαν τοιουτοτρόπως τις δυνατότητες για επόμενα επεισόδια. 
Μεταξύ των ερμηνευτικών μεθόδων και των αιτιολογικών μοντέλων, βρίσκεται μια πιο περιγραφική στρατηγική ανάλυση για την εξέταση πολύπλοκων ιστορικών φαινομένων, που στηρίζεται σε ταξινομητικά συστήματα των διαφόρου μορφής γεγονότων, ενώ παράλληλα δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών του λιντσαρίσματος. Με βάση την προσεκτική ανάγνωση της αφήγησης των περιστατικών, κάθε λιντσάρισμα στη Γεωργία και τη Βιρτζίνια ταξινομήθηκε σε ένα από τα τέσσερα διαφορετικά είδη, δηλαδή τη μάζα-όχλο, την αστυνομία, την τρομοκρατία και τα αποκαλούμενα ιδιωτικά γεγονότα. Σκοπός αυτής της κατάταξης, όπως και του Griffin, είναι να υπενθυμίσει στους αναγνώστες του φαινομένου, ότι βλέποντας το λιντσάρισμα ως ενιαίο κοινωνικό φαινόμενο, αγνοείται το γεγονός ότι τα λιντσαρίσματα ήταν το τελικό αποτέλεσμα πολύ διαφορετικών μορφών κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Ωστόσο, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των αιτιολογικών στατιστικών μοντέλων, έτσι και τα ταξινομητικά συστήματα δεν προσφέρουν βαθύτερη εικόνα της αλληλεξάρτησης των λιντσαρισμάτων. 
Αλλά ανεξάρτητα από το είδος του αρχικού γεγονότος, ένα περιστατικό γίνεται ιστορικό γεγονός, όταν αγγίζει μια αλυσίδα γεγονότων που μετατρέπουν σε μόνιμη βάση τις προηγούμενες δομές και πρακτικές. Οι τοπικές ιστορίες λιντσαρίσματος κατέχουν αναλυτική υπόσχεση, διότι αποκαλύπτουν διαφορετικές κοινωνικές διαδικασίες στη χρονική διάρθρωση των γεγονότων. Από τις άλλες διαστάσεις του φαινομένου, θα μπορούσαμε ένα αναφέρουμε τη χρήση της τελετουργίας, το ρόλο του κοινού και γενικώς τη δημόσια σφαίρα στο λιντσάρισμα. Αυτές οι δύο διαστάσεις ορίζουν μοναδικά τους τύπους του λιντσαρίσματος και ρίχνουν φως στους πιθανούς μηχανισμούς με τους οποίους η απειλή λειτουργεί σε επίπεδο μεμονωμένου λιντσαρίσματος. Ο Brundage στο βιβλίο ‘Lynching in the New South: Georgia and Virginia, 1880-1930’ (University of Illinois Press, 1993), περιγράφει τα ιδιωτικά γενικώς λιντσαρίσματα ως μικρές και μυστικές υποθέσεις, με μικρή τελετουργία, η οποία μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή ως μορφή προσωπικής εκδίκησης.


























Σ’ αυτά τα περιστατικά που προέκυπταν ευθέως από συγκεκριμένες φιλονικίες, απειλές και διαπροσωπικά προβλήματα, οι δράστες είχαν περισσότερες πιθανότητες να οδηγηθούν ενώπιον του δικαστηρίου για την ανομία τους, από οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Όπως υπέθεσε ο Griffin, οι προσωπικές διαφορές ήταν εξαιρετικά συχνές και οι μηχανισμοί που μετέτρεψαν μια φιλονικία σε λιντσάρισμα είναι πιθανό να ήταν ιδιοσυγκρασιακοί και ίσως απομονωμένοι από τις υπόλοιπες συμπεριφορές των άλλων. Παρόμοιος σε μέγεθος με τα ιδιωτικά λιντσαρίσματα, ο τρομοκρατικός όχλος αποτελούταν από πρόσωπα που ήταν ενωμένα σε ομάδες ή επίσημους οργανισμούς, όπως η Κου Κλουξ Κλαν και διάφορες άλλες παρεμφερείς ομάδες, όπως οι “Night Riders” and “White Cappers” , οι τακτικές εκφοβισμού των οποίων συχνά κατέληγαν σε λιντσάρισμα. Αν και η ταυτότητα των μελών ήταν συχνά οικεία στα μέλη της κοινότητας, οι δράσεις του τρομοκρατικού όχλου ήταν καλυμμένες με πέπλο μυστικότητας. Τα τρομοκρατικά λιντσαρίσματα ήταν γενικά αποσυνδεδεμένα από τις γνωστές διενέξεις, και οι όχλοι υπέγραφαν την παρουσία και δράση τους με τελετουργικούς τρόπους, όπως για παράδειγμα την καύση ενός σταυρού. Σε αντίθεση με τα ιδιωτικά λιντσαρίσματα τα οποία προέρχονταν από απτούς κινδύνους για τους δράστες, οι τρομοκράτες ζητούσαν ρητά να εκφοβίσουν τους άλλους, αλλά οποιαδήποτε απειλή εναντίον τους κινητοποιούσε τις δικές τους ενέργειες, άμεσα. Τα τρομοκρατικά λιντσαρίσματα απαιτούσαν περισσότερη κοινωνική οργάνωση από ότι οι άλλες μορφές του λιντσαρίσματος, κι έτσι θα περίμενε κανείς να είναι σχετικά σπάνια. Ωστόσο, δεδομένου ότι αυτή η μορφή του λιντσαρίσματος προοριζόταν σαφώς για να θεσπίσει ή να επιβάλει μια συγκεκριμένη κοινωνική ιεραρχία, θα έπρεπε να πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα προκειμένου να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. 
Σε αντίθεση με τους μικρότερους όχλους που συνδέονταν με τα ιδιωτικά και τρομοκρατικά λιντσαρίσματα, ο μαζικός όχλος συχνά ενέπλεκε εκατοντάδες ντόπιων πολιτών. Αν και τις περισσότερες φορές σχηματιζόταν αυθόρμητα, μερικές φορές αντικαθιστούσε το νόμο, και έθετε ως στόχο να συλλάβει τους ύποπτους για εγκληματικές πράξεις, και να προχωρήσει σε λιντσάρισμα, συχνά πριν καν ο ύποπτος έρθει ενώπιον της δικαιοσύνης. Πολλές φορές ο σερίφης της κάθε περιοχής καλούσε ένα ένοπλο σώμα πολιτών να συνδράμουν στην φρούρηση της κοινωνίας και την επιβολή του νόμου με τις δικές του φυσικά ευλογίες. Αυτές οι παρα-αστυνομικές δυνάμεις ισχυρίζονταν ότι επέβαλαν δικαιοσύνη και απολάμβαναν της δημόσιας ευλογίας. Οι αξιώσεις τους για νομιμοποίηση στηριζόταν στο γεγονός ότι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του άτυπου δικαστικού συστήματος του Νότου, και οι συμμετοχές του σε λιντσαρίσματα σπάνια διώκονταν. Όπως και στα ιδιωτικά, έτσι και στα λιντσαρίσματα από ετούτες τις δυνάμεις, τα τελευταία συνδέονταν άμεσα με κάποια φιλονικία, που συχνά σχετίζονταν με ένα υποτιθέμενο έγκλημα, και όπως και τα θύματα των ιδιωτικών λιντσαρισμάτων, έτσι και ετούτα σπάνια βασανίζονταν με τελετουργικό τρόπο. Ο δημόσιος χαρακτήρας και ο προσανατολισμός των λιντσαρισμάτων από τις παρα-αστυνομικές ομάδες υποδηλώνει ότι θα μπορούσε να λαμβάνει χώρα συχνά στις τοπικές κοινότητες, ωστόσο, αυτό εξαρτιόταν από τη παρουσία ενός γεγονότος ή κάποιας φιλονικίας.
Ο τελικός τύπος λιντσαρίσματος που αναγνωρίστηκε και προσδιορίστηκε από τον Brundage, είναι το λιντσάρισμα από μεγάλο όχλο. Ο όχλος σκότωνε τα θύματά του δημόσια, και είχε τη ‘νομιμοποίηση’, λόγω της ευρείας συμμετοχής. Αν και η προκλητική αιτία ήταν κάποιο γεγονός καταλύτης, εν τούτοις τα λιντσαρίσματα από τον όχλο και η επιλογή των θυμάτων ήταν πολύ πιθανό να ήταν πιο αυθαίρετα από ότι στις άλλες μορφές λιντσαρισμάτων. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι τα θύματα ακρωτηριάζονταν με κάποιο τρόπο και ταλαιπωρούνταν συχνά δημοσίως από τον όχλο σε τέτοια έκταση, ώστε να μην αναγνωρίζονται εύκολα. Πραγματοποιούνταν σε τακτά χρονικά διαστήματα και σύμφωνα με μερικούς το φαινόμενο αποτελούσε δημόσια μορφή κοινωνικού ελέγχου ή μια μορφή ανταποδοτικής δικαιοσύνης. Έτσι επιστρέφοντας στα δύο παραδείγματα που συζητήθηκαν στην αρχή, το λιντσάρισμα του Irvine, ο οποίος δημοσίως βασανίστηκε και στη συνέχεια κάηκε ζωντανός, φυσικά κατατάσσεται από τον Brundage ως λιντσάρισμα από όχλο, ενώ το λιντσάρισμα του S.S. Mincey ήταν ιδιωτικό, μια ιδιωτική υπόθεση που προέκυψε μέσα από διαπροσωπικές συγκρούσεις. Επειδή οι υποκείμενες απειλές διέφεραν, διέφεραν και οι εκφράσεις της βίας. 
Παρά τις όποιες, όμως, στατιστικές αναλύσεις των παραμέτρων που αφορούν το λυντσάρισμα σε διάφορες Πολιτείες του αμερικάνικου Νότου, θεμελιώδους σημασίας, γενικότερα, είναι η ικανότητά μας να θυμόμαστε και να ασχολούμαστε ενεργά με το παρελθόν μας, προσπαθώντας να δούμε βαθύτερα τις αιτίες των ιστορικών γεγονότων. Ο τρόπος που τα γεγονότα συνδέονται με τη μνήμη, και η πραγματική διάρκεια των γεγονότων, είναι ερωτήματα που συνήθως περιμένουν απάντηση. Οι απαντήσεις ίσως όμως, να απαιτήσουν λεπτομερέστερες στατιστικές μεθόδους και παρεμφερή αναλυτικά εργαλεία. 

Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης.
Νοέμβριος 2015


Βιβλιογραφία
-Amy Kate Bailey, Stewart E. Tolnay, E.M. Beck, Jennifer D. Laird: Targeting Lynch Victims: Social Marginality or Status Transgressions? Am. Sociol. Rev. 2011 June; 76(3): 412–436.
-Brundage W.Fitzhugh: Lynching in the New South: Georgia and Virginia, 1880-1930. University of Illinois Press. 1993. 
-Griffin Larry: “Narrative, Event-Structure Analysis, and Causal Interpretation”. American Journal of Sociology. 1993; 98:1094-1133.
-Katherine Stovel: Local Sequential Patterns: The Structure of Lynching in the Deep South, 1882-1930. Social Forces. 2001; 79(3): 843-880.

Δεν υπάρχουν σχόλια: