Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ Διαφορές και Συγκρίσεις [Τζίμης Παπανικολόπουλος] -4

Από τις "Σημειώσεις" (τεύχος 73, Ιούνης 2011) των εκδ. Έρασμος.

ΜΕΡΟΣ 4 (τελευταίο)

8. Η Ελπίδα

ΕΛΛΗΝΕΣ: Η Ελπίδα δεν ανήκει στις «αρετές» των Ελλήνων, και παρ’ όλες τις αντιφάσεις του Ευριπίδη τοποθετείται και προσδιορίζεται μέσα στο καθεστώς του Λόγου: Άλογοι των αξυνέτων οι ελπίδες (: παράλογες, οι ελπίδες των ανοήτων) διακηρύχνει ο Δημόκριτος, εγρηγορότων ενύπνια (: όνειρα στο ξύπνιο μας) διατυπώνει ο Πίνδαρος, ενώ ο Θεόκριτος θέτει ως προϋπόθεση της ελπίδας το «θάρρος» - μια άλλη ελληνική αρετή: θαρσείν χρή... ανέλπιστοι οι θανόντες. Στους Στωικούς η Ελπίδα απορρίπτεται διότι η πορεία του Κόσμου αποτελεί μια αδιάσπαστη ακολουθία αιτιών (Ειμαρμένη) και δεν επιτρέπει αποκλίσεις [Ο Χρύσιππος, προσπαθώντας να μετριάσει τον ορθολογικό απολυταρχισμό της Ειμαρμένης, θα προσθέσει το στοιχείο της «Πρόνοιας»: τον κόσμον διοικείσθαι κατά νουν και πρόνοιαν (Διογ. Λαερτ. Ζ-139)], πράγμα που θα εξοργίσει τον Επίκουρο: «Καλύτερα να πιστέψουμε στο μύθο των θεών, παρά στην ειμαρμένη των φυσικών φιλοσόφων. με τη λατρεία των θεών υπάρχει ελπίδα, αλλά η αναγκαιότητα του Κόσμου είναι ανεξιλέωτη (: απαραίτητος)». Ο ανθρωποκεντρικός αυτός στοχαστής που τον υποτίμησαν οι Έλληνες και τον παρανόησαν οι Χριστιανοί, θα διαφωνήσει με τους παλαιούς «άγιους» (τους Κυνικούς), αλλά και με τους νεότερους, και θα διεκδικεί την τιμή να μην είναι άγιος.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ: Η ελπίδα καθιερώνεται από τους χριστιανούς ως αρετή από τη στιγμή που στηρίζεται στο οικοδόμημα της «Πίστης» και περιέχεται στις εσχατολογικές διακηρύξεις του δόγματος. Δεν πρόκειται εδώ για εκείνη την έμφυτη σχεδόν ψυχική διάθεση που επιτρέπει στον Άνθρωπο παρά τις απογοητεύσεις του βίου να «ονειρεύεται στο ξύπνιο του» και να προσδοκά την αλλαγή της προσωπικής του ζωής, αλλά για την «ελπίδα» εκείνη που στηρίζεται στις μεσσιανικές παραδόσεις για την έλευση της Βασιλείας του Θεού, εκεί όπου τα πνευματικά αγαθά της ουράνιας Πολιτείας Του θα είναι κοινά για όλους τους πιστούς υπηκόους Του. Με άλλα λόγια, ο Άνθρωπος δεν ελπίζει τίποτα σε αυτή τη ζωή, ελπίζει όμως τα πάντα στην άλλη. Στο καθεστώς της θρησκείας το όνειρο της προσωπικής δικαίωσης ταυτίζεται με την προσδοκία της συνολικής αποκατάστασης των πιστών, και η ατομική ελπίδα ταξιδεύει τώρα με φτερά δανεισμένα από τις ρητές προφητείες σε άλλους τόπους και χρόνους, έξω από τα συγκεκριμένα όρια της «Civitas Terrena», εκεί όπου βάλλουν οι υποσχέσεις της ευτυχίας και ακμάζει η «Civitas Dei». Έτσι λοιπόν η Ελπίδα θα σταματήσει να μεταφέρει στο άρμα της τα όνειρα των ανθρώπων και θα εγκατασταθεί ως θεά στο βάθρο της αρετής. Ο Αυγουστίνος, ο ικανότερος θεολόγος της Εκκλησίας είχε γοητευτεί από τον Πλάτωνα αλλά ήταν περισσότερο ρομαντικός από εκείνον, όταν στην Ουράνια Πολιτεία τοποθέτησε το αίσθημα πάνω από την κλασική λογική της Πλατωνικής Πολιτείας, διότι επρέσβευε ότι «το κύρος των Γραφών είναι ανώτερο από την ανθρώπινη διάνοια».


9. Η Αγάπη

ΕΛΛΗΝΕΣ: Με την «Αγάπη», την κορυφαία χριστιανική αρετή, δεν οργανώνεται ο κοινωνικός βίος, αλλά με τη «Φρόνηση», τη «Σωφροσύνη», το «Θάρρος» και τη «Δικαιοσύνη», τις τέσσερις αρετές των Ελλήνων που έχουν ως προϋπόθεση το «μέτρο». Όταν το «μέτρο» (αυτό το «αείζωον πυρ» το όποιο διατηρεί και ανανεώνει τον Κόσμο), καθιερωθεί ως νόμος που ισορροπεί τις αρετές των ανθρώπων, τότε ο κοινωνικός βίος θα αποκτήσει και εκείνος τις ισορροπίες του και η ατομική ζωή τα ηθικά της ερείσματα. Το «κακό» σύμφωνα με τον Πρόκλο δεν βρίσκεται στην ύλη διότι η ύλη επιδιώκει την τάξη, αλλά στην έλλειψη κοινού μέτρου (ασυμμετρία) ύλης και μορφής [Σχόλιο στον Τίμαιο, 115ε (Πηγή: Ε. Brehier, Παγκ. Ιστ. Φιλοσοφίας Α, 251)]. Έτσι και η «Αγάπη», από υγιές ομαδικό Ή Ατομικό καθήκον θα Αποκτήσει τον Ηθικό προσδιορισμό της Αρετής μόνο κάτω από τον έλεγχο της Φρόνησης [Σύμφωνα με τους Στωικούς: ...φρόνησιν είναι επιστήμην κακών, αγαθών και ουδετέρων (Διογ, Ααέρτ., III, 92), αλλά και σύμφωνα με τον Ιουλιανό: η του καλού και του χείρονος διάγνωσις, οίκεΐον έστιν έργον φρονήσεως (Ιουλιανός, Κατά Γαλιλαίων, 89Β)], με άλλα λόγια θα πρέπει να αναζητηθεί ως πνευματική ανάγκη. Αυτή ακριβώς η αυστηρή άποψη των Ελλήνων θα διατυπωθεί με σαφήνεια από τον Πυθαγόρα: Πέποισο, μη είναι σον κτήμα όπερ μη εντός διανοίας έχεις (: να είσαι βέβαιος πως τίποτα δεν γίνεται κτήμα σου, αν δεν το έχεις βαθιά στο μυαλό σου).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ: Η τρίτη και δημοφιλέστερη αρετή, η «Αγάπη», δεν διευκρινίζεται επαρκώς, όχι επειδή οι χριστιανοί δεν την τήρησαν, αλλά επειδή ο ίδιος ο Ιησούς άρπαξε το μαστίγιο και πέταξε τους εμπόρους από το Ναό - όπως θα έπρεπε να κάνουμε κι εμείς αν κάποιος έχτιζε πυρηνικό εργοστάσιο στην αυλή μας. Η «παρεκτροπή» αυτή του Ιησού μάλλον αποσιωπήθηκε ή τουλάχιστον δεν αναλύθηκε από τους θεολόγους όσο θα έπρεπε, προκειμένου να παραμείνει αδιατάρακτο το καθεστώς της Αγάπης. Η χριστιανική παραίνεση: «αγάπα τον πλησίον σου» είναι συγκεχυμένη και ακαθόριστη, διότι ο πιστός μετά το τέλος της προσευχής του θα επανέλθει στις κατασταλαγμένες απόψεις που έχει σχηματίσει για αρκετούς από τους «πλησίον» του και θα συνεχίσει το βίο του αδιόρθωτος. Δεν θα ήταν αστήρικτος ο ισχυρισμός ότι στη θέση της «Αγάπης» οι Έλληνες είχαν τοποθετήσει την αίσθηση του «μέτρου», μια «αίσθηση» που συγκροτείται με τις διαδικασίες της «Φρόνησης» και κατευθύνεται με το χαλινό της «Σωφροσύνης». Κάθε τι που ξεπερνάει το «μέτρο», μεταβάλλεται στο αντίθετο του [Η θερμότητα π.χ. από ένα σημείο και πάνω γίνεται φωτιά που καταστρέφει, η ευεργετική βροχή μπορεί να προκαλέσει πλημμύρες κ.λ.π., η υπερβολική ελευθερία οδηγεί στην κατάργηση της, η απόλυτη δικαιοσύνη ταυτίζεται με το πνεύμα της τιμωρίας, κ.λ.π. κ.λ.π. Ο Κόσμος είναι ...πυρ απτόμενον μέτρα... όχι μόνο στην υλική του υπόσταση, και ο Κοσμικός αυτός νόμος ισχύει και για τις ανθρώπινες συμπεριφορές και άξιες], γι αυτό και η συνοπτική επισήμανση των Ελλήνων: «όποιος μισεί, τον εαυτό του καταστρέφει» [Ο φθονέων, εαυτόν ως εχθρόν λυπέει (Δημόκριτος, απ. 30). Η ευαγγελική ρήση: καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως (Λουκ., 6, 31), παραμένει στο χώρο της αναιτιολόγητης προτροπής.], θα αποτελεί αιτιολογημένη υποθήκη ατομικής και κοινωνικής αναβάθμισης.


10. Το κατ’ έμας συμπέρασμα

Ο «πόλεμος» - ο πάντων πατήρ - ως κατάσταση σύγκρουσης των φυσικών αντιθέτων, ανανεώνει το πρωτοκύτταρο της ζωής και προάγει τον Κόσμο μέσα από διαδοχικές και ατέρμονες διαδικασίες. Εκείνοι που κάτω από ένα αφόρητο πνεύμα θρησκευτικής πλειοδοσίας ισχυρίζονται ότι πρέπει ο Άνθρωπος να μετατρέψει τη γη σε παράδεισο, γενικολογούν και υποκρίνονται ακριβώς επειδή λησμονούν ότι η γη από μόνη της είναι παράδεισος, και αν κάτι συγκεκριμένο οφείλει να πράξει ο Άνθρωπος, είναι ο ηθικός έλεγχος των παρεμβάσεών του στις φυσικές ισορροπίες και η κοινωνική αξιολόγηση των επιτευγμάτων του. Η θρησκευτική ενασχόληση παρεκτρέπει δολίως την κοινωνική συνείδηση σε αμφίβολες ατομικές διεκδικήσεις, διότι αν η γη κατέληγε σε έναν Παράδεισο θρησκευτικού τύπου, οι άνθρωποι θα κινδύνευαν από υπερβολική ευχαρίστηση να καταλήξουν ηλίθιοι όπως οι άγγελοι - ευτυχισμένοι στην απροσδιόριστη μακαριότητά τους και δίχως επίγνωση της ευτυχίας τους.. Έτσι, η αδικία και ο πόνος, η δυστυχία και η εξόντωση, η πανουργία και το έγκλημα, με δύο λόγια η κακία και ο παραλογισμός, ίσως, με το πέρασμα του χρόνου να προσθέτουν στην πορεία του Ανθρώπου την απαραίτητη εκείνη απόχρωση που κάνει διαυγέστερη την αίσθηση του «μέτρου» - του άγρυπνου αυτού βλέμματος των Ελλήνων. Απορρίπτοντας με ηθικό δογματισμό και ιδεολογική προκατάληψη και όχι με κριτική σκέψη το έγκλημα, μπορεί ν’ αφήσεις τον εγκληματία να μπει από μία πίσω πόρτα που η προσωπική σου αρετή παρείχε τη διαβεβαίωση πως ήταν καλά σφαλισμένη. Και τότε, χωρίς τη «σωφροσύνη» και τον «νηφάλιο λογισμό», η αρετή θα αποδειχθεί ανίσχυρη. Έτσι ανίσχυρη κατέληξε και η κορυφαία χριστιανική αρετή, η «Αγάπη», από τη στιγμή που εκφυλίστηκε σε γενικόλογη προτροπή και μεταφυσική έννοια με την υπόσχεση της ουράνιας ανταμοιβής - αυτής της μικρόχαρης ερμηνείας από τους απαίδευτους οπαδούς της νέας θρησκείας. Το αποτέλεσμα υπήρξε ολέθριο για τον Άνθρωπο και η εξόντωσή του πλήρης, διότι τα νέα εγκλήματα εναντίον του τα επικύρωνε τώρα το όνομα της Αγάπης, ενώ η ίδια είχε χαθεί στο σκοτεινό νεφέλωμα που είχαν υψώσει οι εντολοδόχοι της ανθρώπινης ευτυχίας. Από τη στιγμή που η Αγάπη πολιτογραφήθηκε ως ιδεολογική αρετή, μαζί με το χαμόγελό της χάθηκε και το βαθύτερο εκείνο σκίρτημα που την κατακυρώνει. Έκτοτε, ο ιδεολογικός φανατισμός ονομάστηκε πίστη, η ζωογόνος αμφιβολία ιδεολογική παρέκκλιση, και η εξόντωση του αντιπάλου ιδεολογικό καθήκον. Η ιδεολογική αυτή «αγία τριάς», είτε με τη θεολογική της ιδιοποίηση είτε με την κοινωνική της σωτηριολογία, απεδείχθη εξόχως ανθρωποκτονική.


(Καλοκαίρι 2004)

Δεν υπάρχουν σχόλια: