Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Το Μέγα Αυτόματον του Μεσονυκτίου [Μάριος Μαρκίδης] - μέρος 2

(εδώ το πρώτο μέρος)

Το όνειρο του ποιητή, με τη συγκατάθεσή του είτε ερήμην του, εμπεριέχονταν πάντοτε στο ποίημα. Ένα είδος σχολίου που διαπερνούσε το κείμενο, ένα ρίγος που συντονίζονταν με το μεγάλο δίλημμα του καλλιτέχνη, αν η προσφορά του θα γίνει στην εξουσία της περιρρέουσας πραγματικότητας, ή αν η τέχνη του θα λειτουργήσει σαν αντίβαρο στη μιζέρια αυτής της πραγματικότητας. 

Οι δραματικοί ποιητές εξηγούσαν ανέκαθεν τις αϋπνίες τους. 
Οι ρομαντικοί έζησαν σαν «μέσα σε όνειρα», διψώντας παθιασμένα την ελευθερία του. 
Οι καταραμένοι το χρησιμοποίησαν σαν όπιο. 
Οι υπερρεαλιστές παρεξήγησαν το όνειρο. Η προγραμματισμένη αισιοδοξία τους αναζήτησε μέσα στο όνειρο επίμονα οιδιποδιακά φαντάσματα, επί τη πεποιθήσει ότι όλο το ζήτημα στον Οιδίποδα ήταν ο Οιδίπους. Και ο Μπρετόν, ας ορύονταν: «Φύγετε, πάρετε τούς δρόμους!...». 

Οι εξπρεσιονιστές, έχοντας βιώσει αμεσότερα, στη λιγόχρονη ζωή τους, τη θανάσιμη πάλη με τα πράγματα, προσπάθησαν να μιλήσουν με το όνειρο, μα ανακάλυψαν πως δεν έχουν πλέον στόμα. 
Λίγο αργότερα, ο απανταχού της υφηλίου Μεσοπόλεμος, πιστοποίησε πώς μπορεί ν’ αυτοκτονήσει κανείς μ’ ένα όνειρο και, κατά συνέπεια, συνάντησε τη ληξιαρχική του σχέση με τούς γερμανούς εξπρεσιονιστές. 

«Όμως κι αυτές δεν κένταγαν, κι εκείνοι δεν διαβάζαν
μόνο, ρεμβοί, τ’ ακίνητα μαύρα νερά εκοιτάζαν»
                                                 Κ. Ουράνης. «Fontaine De Mediicis»

Αλλά η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορούσε ν’ αφήνεται να κινδυνεύει συνέχεια. Στους διαδοχικούς σπασμούς του, ο Μεσοπόλεμος εγκατέλειπε τα μαύρα νερά και στρέφονταν προς τη φυματίωση, αλλά ήταν πλέον, και για διάφορους λόγους, αργά. 

Οι κοινωνιστικοί κραδασμοί που κάποτε θολώνονταν τρυφερά από τους λαθραίους ατμούς της ποτοαπαγόρευσης και που ακολούθησαν τις εκατόμβες του πολέμου, παραποιώντας, εν ονόματι μιας έξαρσης της πατριωτικής συνείδησης, την ουσία των ανθρώπινων αιτημάτων που οδηγούσαν στην εξέγερση, 

το δικαίωμα στην τεμπελιά 
το δικαίωμα στην καταστροφή 
το δικαίωμα στην αυτοκτονία 

σκάρωσαν μια νέα, συμβατική μυθολογία, στην οποία είχε θέση ο φουτουριστικός παράδεισος, όχι όμως και το όνειρο. 

Πολλοί ποιητές αποπροσανατολίστηκαν σε άνομβρος διανοητικές εκτάσεις, περισσότεροι έπαψαν να κοιμούνται, αλλά ξέχασαν τη γλώσσα τους και βολεύτηκαν κάτω από έναν ψευδομυθοποιητικό προβολέα, που φώτιζε βάναυσα τα διαφημιστικά πανό μιας ξοφλημένης πια επανάστασης. 

«Είμαστε εμείς που ζυμώνουμε και δεν έχουμε ψωμί 
Εμείς που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμε
είμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτα 
κι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμο
ειρήνη
ειρήνη
είμαστε οι προλετάριοι»
    Γ. Λειβαδίτης «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». 

Οι ποιητικές γενιές που ανδρώθηκαν με τις «ιδεολογίες της μπροσούρας», κομματικά ως επί το πλείστον πειθαρχημένες (αλλά, αδιάφορο! σχεδόν όλοι είχαν προσβληθεί απ’ την καινούργια μεσαιωνική αρρώστια), δέχτηκαν τον ποιητή σαν ένα φανατικό υπάλληλο χωρίς εσωτερική αλήθεια και χωρίς ενδοψυχικές συγκρούσεις. Το πόστο του ήταν η διακόσμηση του προκατασκευασμένου δράματος. Μετά το σταχανωβικό ωράριο της συνειδητής γραφικής υπηρεσίας, έπρεπε να τα βολέψει κανείς όπως-όπως με τον ύπνο του. 

Οι επίσημοι ποιητές δεν ονειρεύονταν. 
Ο Κατσαρός μπαινόβγαινε τις νύχτες από τα παράθυρα. 
Ο Αναγνωστάκης ονειρευόταν μέσα στον Καρυωτάκη. 

Η ερμηνευτική της ποίησης απέστρεφε το πρόσωπό της από τις δόλιες συναισθηματικές αιωρήσεις και ανάγονταν στα εγχειρίδια της «αταξικής αγωγής» του πολίτη. Η ίδια η ποίηση, εξουθενωμένη στην ουσία της, απομακρυσμένη βίαια από τις συγκινησιακές αιτιολογήσεις της, που της είναι απαραίτητες για να υπάρξει, τυφλή μα χωρίς ίχνος σοφίας, λειτουργούσε σαν ένας μύθος-καταπότιο για την αύξηση της κοινωνικής παραγωγικότητας. «Η τέχνη του βλακα, από τον βλάκα, για τον βλάκα» (Ezra Pound). 

Άλλωστε, ορισμένες συνθήκες που καθιερώνει από τη φύση της η «στράτευση», η παλινδρόμηση στις αφετηρίες της εξεγερμένης εφηβείας, οι ισχυροί δεσμοί και το νέο υπερεγώ της παράνομης ομάδας, η μαχητική διάθεση και η ενθάρρυνση του επαναστατικού επαγγελματισμού, εξυπηρετώντας αδρά κάποια ουσιώδη, λανθάνοντα ψυχικά κίνητρα (τον ασυμβίβαστο έρωτα και τον ασυμβίβαστο θάνατο), αποδυνάμωναν ίσως την ποιητική λειτουργία απ’ αυτές τις αιχμιακές προϋποθέσεις της. Το όνειρο του ποιητή ακρωτηριαζόταν με ιδιαίτερη επιμέλεια, σαν τον άτακτο μαθητή, που, μετά μιαν αφόρητη ώρα διδασκαλίας, ανακάλυπτε αυθόρμητα την αλήθεια για το στήθος της δασκάλας.

Αργότερα, και καθώς οι ατυχίες των ιστορικών προοπτικών πολλαπλασιάζονταν, πολλοί ποιητές άρχισαν να οργίζονται, αλλά η «άγνοια του τόπου» ήταν ακόμα τρομερή. 

«Μια μέρα τούτο το βιβλίο 
θα βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου... 
Θα βρίσκεται κι αυτό κιτρινισμένο δίπλα στα τεκμήρια
σαν νεκροκεφαλή 
της δεκαετίας μου 
που σεις δολοφονήσατε 
εσείς 
πολεμοκάπηλοι 
εσείς
ψευτοκουμουνιστές». 
                               Άρη Αλεξάνδρου, «Τεκμήριο»

Οι ποιητές αισθάνονταν ότι προδόθηκαν, ότι η ποιητική νιότη τους σπαταλήθηκε άδικα, συχνά όμως νόμιζαν ότι το γεγονός αυτό συντελέστηκε μέσα στη διάσταση μιας παραβίασης της ιδεολογικής ορθοδοξίας. Ο βιολογικός κάματος ερήμωσε την ποίηση από τις χορδές της. Σπάνια, ορισμένοι ποιητές καταλάβαιναν ότι αυτό που τους στέρησαν ήταν το δικαίωμά τους στο όνειρο, και τότε, γεμάτοι πίκρα, δοκίμαζαν τα βήματά τους στο λυκόφως του ποιητικού αποφενακισμού. 

«Επειδή η νεότητά μας ήταν κάποτε ευαγγελισμός της ζούγκλας
Και τώρα το αύριο πάντα το αύριο είναι το κλουβί μας μ’ ανοιχτές τις πόρτες... 
Πετάγομαι μες απ’ την πάχνη του ύπνου και φωνάζω στο παιδί
Φυλάξου Κωνσταντίνε μου 
Εσύ ‘σαι κληρονόμος των κλουβιών μη μας κοιτάς με φρίκη τώρα που ένας-ένας ημερέψαμε..
Γ. Δάλλα, «Ανατομία»

Δεν υπάρχουν σχόλια: