Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Preciosa y el aire [Federico García Lorca, μετ. ΦΚ]


PRECIOSA Y EL AIRE

A Dámaso Alonso

Su luna de pergamino
Preciosa tocando viene
por un anfibio sendero
de cristales y laureles.
El silencio sin estrellas,
huyendo del sonsonete,
cae donde el mar bate y canta
su noche llena de peces.
En los picos de la sierra
los carabineros duermen
guardando las blancas torres
donde viven los ingleses.
Y los gitanos del agua
levantan por distraerse,
glorietas de caracolas
y ramas de pino verde.

Su luna de pergamino
Preciosa tocando viene.
Al verla se ha levantado
el viento que nunca duerme.
San Cristobalón desnudo,
lleno de lenguas celestes,
mira la niña tocando
una dulce gaita ausente.

Niña, deja que levante
tu vestido para verte.
Abre en mis dedos antiguos
la rosa azul de tu vientre.

Preciosa tira el pandero
y corre sin detenerse.
El viento-hombrón la persigue
con una espada caliente.

Frunce su rumor el mar.
Los olivos palidecen.
Cantan las flautas de umbría
y el liso gong de la nieve.

¡Preciosa, corre, Preciosa,
que te coge el viento verde!
¡Preciosa, corre, Preciosa!
¡Míralo por dónde viene!
Sátiro de estrellas bajas
con sus lenguas relucientes.

Preciosa, llena de miedo,
entra en la casa que tiene,
más arriba de los pinos,
el cónsul de los ingleses.

Asustados por los gritos
tres carabineros vienen,
sus negras capas ceñidas
y los gorros en las sienes.

El inglés da a la gitana
un vaso de tibia leche,
y una copa de ginebra
que Preciosa no se bebe.

Y mientras cuenta, llorando,
su aventura a aquella gente,
en las tejas de pizarra
el viento, furioso, muerde.



Η Μονάκριβη κι ο αγέρας

Στον Δάμασο Αλόνσο

Σαν φεγγάρι από δέρμα
Είν’ το ντέφι, που όλο παίζει,
Και χτυπώντας το, σε μία 
Λασπερή πλαγιά, πνιγμένη 
Στα κρουστάλλια και τις δάφνες,
Η Μονάκριβη διαβαίνει.
Η σιωπή χωρίς αστέρια,
Με μονότονο σκοπό,
Πέφτει εκεί, που όλο το κύμα
Της θαλάσσης λέει τραγούδι
Στη νυχτιά γεμάτη ψάρια.
Στις βουνοκορφές κοιμούνται 
Όλοι οι χωροφυλάκοι,
Που φυλάνε άσπρους πύργους,
Όπου μένουν οι Εγγλέζοι.
Οι τσιγγάνοι απ’ τα νερά της
Βγάζουν για να διασκεδάσουν,
Όλο κύκλους σαλιγκάρια,
Πράσινου πεύκου κλωνάρια.

Σαν φεγγάρι από δέρμα
Είν’ το ντέφι, που όλο παίζει
Κι η Μονάκριβη διαβαίνει
Και χτυπώντας το πηγαίνει.
Να τη δει έχει ανέβει
Ο ακοίμητος αέρας.
Ο Άη-Χριστόφορος ξεντύθη,
Πλήρης από ουράνιες γλώσσες, 
Βλέπει τη μικρή να παίζει
Μια γλυκιά γκάιντα, απούσα.

Αχ! μικρή μου άφησέ τον 
Να ανεμίσει σου το ρούχο,
Να σε δω και να σε νιώσω,
Και στα παλιοδάχτυλά μου
Άνοιξε το μπλε σου ρόδο,
Που η κοιλίτσα σου πετάει.

Αχ! Μονάκριβή μου παίξε
Το ωραίο ντέφι, που έχεις
Κι ύστερα σου λέω τρέξε,
Δίχως στάση, βιάσου, τρέξε,
Μη σε πιάσει ο αγέρας,
Ο μεγάλος ο αφέντης,
Που γοργά σε κυνηγάει
Με το  καυτερό του ξίφος.

Να! που ο φλοίσβος σιωπούσε
Κι οι ελιές όλο χλομιάζαν.
Παίζουν της σκιάς φλογέρες
Και τα κρόταλα από χιόνι.

Τρέξε, Ακριβή μου, τρέξε,
Μη σε πιάσει τ’ αεράκι!
Τρέξε, Ακριβή μου, τρέξε!
Δες τον, από πού διαβαίνει!
Σάτυρος με χαμαστέρια
Και γλωσσίτσες, που αστράφτουν.

Αχ! Μονάκριβη φοβάσαι,
Πας να μπεις μέσα στον πύργο,
Λίγο πάνω από τα πεύκα,
Του προξένου των Εγγλέζων.

Οι κραυγές τούς αγριεύουν,
Τρεις χωροφυλάκοι πάνε,
Με σφιχτές και μαύρες κάπες,
Τα σκουφιά στα μέτωπά τους.

Ο Εγγλέζος να! που δίνει
Στην τσιγγάνα ένα ποτήρι, 
Να το πιεί, βρασμένο γάλα
Και μια κούπα τζιτζιμπίρα,
Που η Μονάκριβη δεν πίνει.

Κι έτσι, όσο αυτή διηγείται,
Όσα πέρασε, κλαμμένη,
Όπου κι αν βρεθεί και πάει,
Ο αγέρας μανιασμένος
Της σκεπής τα κεραμίδια
Τα βουτάει και τα δαγκώνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: