Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

από το βιβλίο «Χέγκελ και Μαρξ» του Jean Hyppolite σε μετάφραση Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου





















[…]
Ο παραγωγός στον Μαρξ, όπως και στη Φαινομενολογία αλλοτριώνεται σ’ εμπόρευμα και χρήμα και αυτή η μνημειώδης αλλοτρίωση συνιστά το κεφάλαιο το οποίο, αληθινός πρωταγωνιστής και κύριο έργο του Μαρξ, αν και είναι προϊόν του ανθρώπου έφτασε να κυριαρχήσει πάνω του μέσα στην ιστορία και να τον υποβιβάσει σε απλό γρανάζι του μηχανισμού του. Πίσω βέβαια από τον κεφαλαιοκρατικό τύπο Χ-Ε-Χ’ κρύβεται η εκμετάλλευση μιας τάξης από μιαν άλλη και κάθε πηγή της υπεραξίας η οποία παρέχει τη δυνατότητα ώστε το παραγόμενο χρήμα (Χ’) να είναι περισσότερο από το αρχικό (Χ)· αλλά αυτό το πλεόνασμα χρήματος δεν είναι τίποτ’ άλλο από τον αλλοτριωμένο προλετάριο. Στο κάτω – κάτω κι ο κεφαλαιοκράτης δεν είναι παρά ο αλλοτριωμένος προλετάριος. Πάνω σ’ αυτό παραθέτουμε ένα σημαντικό εδάφιο του Μαρξ.

«Ο κεφαλαιοκράτης δεν έχει για την ιστορία αξία και δικαίωμα ύπαρξης παρά μονάχα ως προσωποποιημένο κεφάλαιο. Μονάχα μ’ αυτή την ιδιότητα του περιλαμβάνεται η παροδική του αναγκαιότητα στην παροδική αναγκαιότητα τού κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Και, ακόμα, μονάχα ως προσωποποιημένο κεφάλαιο είναι που δεν κινητοποιείται από την αξία χρήσεως και απολαύσεως αλλά από την ανταλλακτική αξία και την αύξησή της. [Δεν έχω  άραγε δίκιο να μιλώ για την ιδέα μιας πρωτογενούς βούλησης για δύναμη στον Μάρξ; J.H]. Τείνοντας παθιασμένα στη διαρκή αύξηση της αξίας βιάζει ανελέητα τους εργάτες στην παραγωγή για την παραγωγή, αναπτύσσοντας έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και δημιουργώντας τις νέες υλικές συνθήκες της παραγωγής που με αυτές μόνο μπορεί να διαμορφωθεί η πραγματική βάση για μια ανώτερη μορφή κοινωνίας, μιας κοινωνίας της οποίας δεσπόζουσα αρχή είναι η πλήρης και ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός. Ο κεφαλαιοκράτης δεν έχει σημασία παρά μόνο ως προσωποποιημένο κεφάλαιο. Μ’ αυτή την ιδιότητα συμμερίζεται το ξέφρενο πάθος του αποθησαυριστή για πλουτισμό, αλλά ό,τι στον αποθησαυριστή είναι απλώς ιδιωτικό βίτσιο στον κεφαλαιοκράτη είναι το αποτέλεσμα ενός κοινωνικού μηχανισμού στον οποίο ο κεφαλαιοκράτης δεν είναι παρά ένα γρανάζι.»

Δεν μπορούμε να διανοηθούμε σ’ αυτήν τη σύντομη μελέτη πώς θα ερευνήσουμε όλες τις σημασίες της μαρξικής θεωρίας της αξίας – την ουσία της αξίας που υποστασιώθηκε σε χρήμα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τονίσουμε τον φιλοσοφικοκοινωνιολογικό της χαρακτήρα. Η έννοια της αξίας παρμένη τόσο από τη φιλοσοφία του Χέγκελ όσο κι από τους κλασικούς οικονομολόγους ερμηνεύεται ως κοινωνικά αναγκαία εργασία. Μ’ αυτήν ο Μαρξ θέλει να πει πρώτα – πρώτα πως τα προϊόντα αυτής της εργασίας αποτελούν ένα ευρύ συλλογικό προϊόν, ως προς το οποίο όλοι οι παραγωγοί έρχονται, αν και ασύνειδα, σε ορισμένες αμοιβαίες σχέσεις (αυτό που μετράει εδώ δεν είναι ο ατομικός αλλά ο κοινωνικός χρόνος εργασίας), και κατόπιν πώς αυτή η εργασία ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες μια περιόδου, σε μια κοινωνική κατανομή αυτών των αναγκών.

«Κάθε εμπόρευμα πρέπει να περιέχει την αναγκαία ποσότητα εργασίας, όμως οι διάφορες κοινωνικές ομάδες δεν πρέπει να ξοδεύουν παρά μόνο την απαραίτητη ποσότητα από το σύνολο του κοινωνικού χρόνου εργασίας (που είναι ενσωματωμένος στο προϊόν). Απαραίτητος όρος είναι πάντα η αξία χρήσεως ενός πράγματος. Η αξία χρήσεως των ατομικών εμπορευμάτων εξαρτάται από την ιδιαίτερη ανάγκη που ικανοποιεί το καθένα. Αλλά η αξία χρήσεως της κοινωνικής μάζας εξαρτάται από το κατά πόσο το καθένα απ’ αυτά ικανοποιεί επαρκώς από ποσοτική άποψη μιαν ορισμένη κοινωνική ανάγκη για κάθε συγκεκριμένο προϊόν, κι έτσι η εργασία κατανέμεται μεταξύ των κοινωνικών σφαιρών ανάλογα μ’ αυτές τις ανάγκες. Η κοινωνική ανάγκη, δηλαδή η αξία χρήσεως σε κοινωνική κλίμακα, εμφανίζεται εδώ ως καθοριστικός παράγων για την ποσότητα κοινωνικής εργασίας που παρέχεται από τις διάφορες επιμέρους σφαίρες.»

Και ο Μαρξ, έχοντας κατά νου τι κρίσεις του κεφαλαιοκρατικού κόσμου, προσθέτει εκθέτοντας την αντίληψη του για την καταστροφή αυτού το συστήματος: «Κάθε παραβίαση αυτής της αναλογίας εμποδίζει να πραγματοποιηθεί η αξία του εμπορεύματος» (η αυθεντική αξία σε αντίθεση προς την αξία που φανερώνεται στην αγορά) «και συνεπώς η υπεραξία». Άρα, χωρίς την υπεραξία ολόκληρο το σύστημα ακινητοποιείται. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της θεωρίας της αξίας και τα παρεπόμενά της είναι φανερά. Φαίνονται τόσο στη βασική της μορφή όπως εκφράζεται στον αμοιβαίο χαρακτήρα που έχουν οι εργασίες των παραγωγών, όσο και στην ειδική μορφή των κοινωνικών αναγκών μιας δεδομένης ιστορικής περιόδου.
Είναι ουσιώδες να διακρίνουμε με βεβαιότητα την απόλυτη αξία (την αυτοπαραγωγή και αυτό-αναπαραγωγή του ανθρώπου) από τη μερική μορφή που περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη στον καπιταλισμό, όπου η παραγωγή δεν ρυθμίζεται κατ’ αρχήν από τη χρήση αλλά από την επαύξηση της αξίας που αποτελεί τη βάση για την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Στην κοινωνία του μέλλοντος, στην αταξική κοινωνία, για την οποία μιλάει λίγο στο Κεφάλαιο ο Μαρξ, η παραγωγή και η κατανάλωση θα ρυθμίζονται και θα εναρμονίζονται μ’ ένα είδος ενύπαρκτου σχεδίου που θ’ αποβλέπει στην ελευθερία του ανθρώπου, που θα ‘ναι πια κυρίαρχος της μοίρας του.

«Το βασίλειο της ελευθερίας στην πραγματικότητα δεν αρχίζει παρά από το τη στιγμή που παύει να υπάρχει η υποχρέωση της εργασίας που επιβάλλεται από την αθλιότητα και τους σκοπούς που μας τίθενται απ’ έξω. Όπως ακριβώς ο άγριος είναι υποχρεωμένος να παλεύει με το περιβάλλον για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και να αναπαράγει τον εαυτόν του, έτσι κι ο πολιτισμένος είναι υποχρεωμένος να κάνει το ίδιο σ’ όλες τις κοινωνίες και κάτω απ’ όλους τους δυνατούς τρόπους παραγωγής. Μαζί με τις ανάγκες, μαζί με το βασίλειο της φυσικής αναγκαιότητας διευρύνονται κι οι παραγωγικές δυνάμεις με τις οποίες ικανοποιούνται αυτές οι ανάγκες. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση πραγμάτων η ελευθερία συνίσταται απλώς σε τούτο: ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος, οι συνενωμένοι παραγωγοί, ρυθμίζουν έλλογα τη συναλλαγή τους με τη φύση και συντελούν αυτό το έργο με την ελάχιστη δυνατή δαπάνη ενέργειας διαλέγοντας τους επαρκέστερους και τους αξιότερους προς τον άνθρωπο όρους. Αλλά η αναγκαιότητα δεν παύει να υπάρχει και το βασίλειο της ελευθερίας δεν μπορεί να χτιστεί παρά πάνω σ’ αυτό το βασίλειο της αναγκαιότητας. Η μείωση της εργάσιμης ημέρας είναι όρος θεμελιώδης.»

Καλό είναι τέλος, να επιμείνουμε εδώ πως ο Μαρξ δεν εννοούσε αυτήν τη βασισμένη στην επιθυμία αρμονία παρά σαν απελευθέρωση του ανθρώπου. Και η ελάττωση του χρόνου εργασίας ήταν γι’ αυτόν θεμελιώδης.
[…]

Δεν υπάρχουν σχόλια: