Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Κωστής Παλαμάς - Δωδεκάλογος του Γύφτου - Λόγος H

ΛΟΓΟΣ Η' - ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ


Βασιλεύσουν μετά ταύτα
αναιδείς και άγνωστοί τε,
άνδρες τοίνυν και γυναίκες
μιαροί και βέβηλοί τε...
Κι απέκει έρχεται τ' αρκούδιν
ν' ανασπάση τα παλούκια,
και τον φράκτην να τον κάψη,
και τον τράφον ν' αφανίση...
Και πάλιν έξεις, Επτάλοφε, το κράτος.
ΧΡΗΣΜΟΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ

Από το μάτι του ανάβρυσε η ζωή μιας
σκέψης πάντα νέας που τρυπάει κατάβαθα
τα Τωρινά, τα Περασμένα, τ' Αύριανά.
SHELLEY (Ελλάδα)

Ο Προφήτης που κοιτάζει 
με τα μάτια του Οραμάτου 
κι ο Προφήτης που κηρύττει 
με του Αύριο το στόμα, 
κι από ποιά πνοή δεν ξέρω 
τραβημένος, πνοή κι εκείνος, 
παρατώντας τα δικά του, 
τους αϊτούς και τα λιοντάρια, 
και τ' απόκρυφα βιβλία, 
πήγε κάτου απ' τη μονιά του 
κι ήρθε μέσα στους ανθρώπους, 
μες στον Τσίρκο τον απέραντο 
το μαρμαροστυλωμένο. 
Και να ο Τσίρκος περιμένει 
να γιορτάει το γιορτάσι 
που γιορτάζει με το Μάη, 
και ξεχείλισε και βουΐζει 
μέσα του της Παναγίας
και της αμαρτίας η Πόλη. 
Κι ο Προφήτης μες στον Τσίρκο 
χτίσματα και θάματα είδε, 
τέρατα είδε γεννημένα 
μάσ' απ' τα φιλιά των άδειων 
και των παραστρατισμένων. 
Κι είδε τα είδωλα πανώρια 
βάρβαρα κι από τους τόπους 
κι απ' τους χρόνους κουρσεμένα. 
Και γιομίζουνε τα πλάτια, 
και ξαφνίζουνε τα ύψη 
στύλοι, πύργοι, θεοί κι ανθρώποι, 
χίλιες μύριες ζωές, που ζούνε 
και χαλκές και μαρμαρένιες 
και στου ελέφαντα τη χάρη 
και στ' ολάκριβο χρυσάφι 
και σε κάθε τι που λάμπει 
και σκληρό είναι και κρατιέται 
ξένο, ασάλευτο, και που είναι 
σοφία κι αίνιγμα και τέχνη.

Κι είδε πλούσιο αρχοντολόι 
και βαρύ και φαντασμένο 
και σαν αλυσοδεμένο 
και σοφά βαλτό σε τάξη 
γύρω γύρω στο ρηγάρχη 
στο θεοδώρητο δεσπότη. 
Και με τ' άσπρα τα σαγιά είδε 
και με τα χρυσά βραχιόλια 
και πορφυροβουτημένους 
μάγιστρους και λογοθέτες 
και του Παλατιού τους πρώτους. 
Και τους χρυσαρματωμένους 
τους κουβικουλάριους είδε, 
και ζωστές και ρηγοπούλες, 
και σαν άστρα απαλοφέγγαν. 
Και τους μαγγλαβίτες 
είδε γαύρους με τ' απελατίκια. 
Και σε μια γωνιά αλλοό πέρα, 
και σαν παραπεταμένους 
είδε μια φουχτιά λεβέντες 
να πλευρώνουν πεζεμένοι 
τ' αστρομέτωπα άλογά τους, 
και στα βένετα κοντάρια 
ν' ακουμπάν αφαιρεμένα 
τα γιγάντικα κορμιά τους. 
Και ήταν οι Ακρίτες, και ήταν 
σκόρπιοι και παρατημένοι, 
τρίψαλα κι απομεινάρια, 
τα στερνά τα παλληκάρια. 
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.

Και δεν είδε να προβάλει, 
μες από το Τριμπουνάλι 
τ' αεροκρέμαστο, την όψη 
τη λειτουργική του ο Ρήγας. 
Και τον είδε με τους μίμους, 
και τον είδε με τους νάνους, 
με του τσίρκου τους παλιάτσους, 
με του τσίρκου τις καρούχες, 
με του τσίρκου τους ηρώους. 
Ταίρι και όλων είν' ο Ρήγας, 
όλων είναι σταυραδέρφι, 
κι αγωνίζεται μαζί τους, 
μεθοκόπος, χαροκόπος, 
μες στον Τσίρκο τον απέραντο 
που γιορτάζει το μεγάλο 
το μαγιάτικο γιορτάσι. 
Και τον είδε απάνου στο άρμα 
με του Βένετου το ντύμα 
με του Πράσινου το χρώμα 
κι ορθός κι έτοιμος να στέκει 
για το τρέξιμο, αφρισμένος. 
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.

Και τους Πράσινους τους είδε 
και τους Βένετους τους είδε, 
και είδε το σκυλί που ξέρει 
να υποτάζεται, να γλείφει, 
να λυσσάει και να σπαράζει˙ 
το σκυλί το καμωμένο 
κι από πίστη κι από δόλο. 
Και ξεχειλισμένα τα είδε, 
σκαλιά, βάθρα και καμάρες, 
θρόνους, δρόμους και σφεντόνες 
από τη μπασιά του πλήθους. 
Μαυρομάλλινα καμίσια 
και μαλλιά κοντοκομμένα 
και στεφάνια βελουδένια 
και τριανταφυλλιά γιορντάνια, 
και παράξενα τραγούδια 
και λουλούδια και μαντήλια, 
κι αεροσιένται μες στα χέρια. 
Και πυκνά και λαμπυρίζουν 
χεροσκούταρα και λόγχες, 
και σαλεύουν και προσμένουν 
δήμαρχοι και δήμοι και όχλοι 
να χαρούν το πανηγύρι 
τ' ανοιξιάτικο το μέγα 
μες στον Τσίρκο τον απέραντο. 
Κι απ' τα υψώματα του Τσίρκου 
πέρα ολόβαθα καθάρια, 
μ' όλα της τα περιγιάλια, 
μ' όλα της τ' αραξοβόλια, 
μ' όλα της τα γλαυκονήσια 
την αγνάντεψε μακριάθε 
πρωϊνή, μαγιάτικη, όλη, 
κι έξω απ' όλα, απάνω απ' όλα, 
και σαν όραμα, τη θεία 
θάλασσα, την Αφροδίτη 
των γιαλών, την Προποντίδα. 
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.

Και τον Πύργο το φωσφόρο 
που βιγλάτορας φυλάει, 
κι αγναντεύει, και είν' Ακρίτας 
και είν' ολόμπροστα, απ' τα ύψη 
του βασιλικού αγιασμένου 
Παλατιού, τον είδε ξάφνου 
-κι ανατρίχιασε ο Προφήτης- 
να φλογίζεται, ν' ανάφτει, 
τις φωτιές του όλες ν' ανάφτει,
ν' ανεβαίνουν οι φωτιές του, 
να τινάζονται, να τρέμουν, 
και στον ήλιο να φαντάζουν, 
μαύρες γλώσσες να φαντάζουν˙ 
και είναι γλώσσες που μιλάνε, 
και είναι γλώσσες που μηνάνε 
πως το πάτησε το χώμα 
των Ελλήνων, και πως μπήκε 
και τραβάει μπροστά και φτάνει 
και την Πόλη φοβερίζει 
πάντα οχτρός κι από αιώνες, 
ο πιστός του Μωχαμέτη, 
του Κυρίου θυμός, η μοίρα 
και η κατάρα των Ελλήνων. 
Στ' άρματα! Στ' άρματα! ο Τούρκος!

Και είδε το μαντατοφόρο
Λογοθέτη του πολέμου
κι άκουσε το μήνυμά του:
«Βασιλιά κι αφέντη! Ανάψαν
όλοι οι Φάροι οι μηνυτάδες,
απ' του Μυσικού του Ολύμπου
τις κορφές ως εδώ πέρα
στη Χρυσόπολη αποπάνου
στ' άγιου Αξέντιου μπρος τη ράχη.
Να κι ο Πύργος ο φωσφόρος
απ' το μέγα το Παλάτι!
Μπήκε οχτρός και μας πατάει.
Καρτερούμε, η προσταγή σου.
Κόφτε τη γιορτή, τον τσίρκο
κλείστε, τ' άρματα κρεμάστε
τα βασιλικά στην πόρτα
της Χαλκής, σπαθί, σκουτάρι,
και λουρίκι, του πολέμου
δος το μήνυμα, ρηγάρχη!
Στ' άρματα! Στ' άρματα! ο Τούρκος!»

Κι αποκρίθηκε απόκοτα ο ρηγάρχης˙ 
«Λογοθέτη λούφαξε κιοτή, 
τίποτε δε δύνεται να κλείσει 
την ορμή μου, τη χαρά μου, τη γιορτή.

Θέλω ως άρχισα το δρόμο να τον τρέξω 
πέρα ως πέρα αρματηλάτης νικητής˙ 
τη χρυσή την αλυσίδα ποιός θα κόψει 
της ορμής μου, της χαράς μου, της γιορτής;

Μήτε Τούρκος, μήτε δαίμονας θα φτάσει 
μήτε πόλεμος, μήδε σεισμός κανείς˙ 
του πολέμου εδώ είν' οι κάμποι, αγωνιστάδες 
της ορμής μου, της χαράς μου, της γιορτής.

Σκάφτουν τ' άλογα το χώμα και τ' αμάξια 
βογγοτρίζουν ζωντανά˙ 
και ο λαός μου καρτεράει να στεφανώσει 
της γιορτής μου την ορμή και τη χαρά.

Του πολέμου τις φωτιές σβήστε τις όλες,
και συντρίφτε κάθε φάρο ενοχλητή,
και γκρεμίστε όλους τους Πύργους τους φωσφόρους.
Μόνα ορθά, η χαρά κι η ορμή μου και η γιορτή.

Εμπρός τ' άρματα κι εμπρός οι αρματοδρόμοι, 
κι ετοιμάστε το γλυκόπιοτο κρασί, 
κι αλαλάζοντας, λαοί μου, υμνολογείστε 
της γιορτής μου τη χαρά και την ορμή!»

Κι έσβησε η φωτιά η μηνύτρα, 
και γκαπ! γκοπ! ρημάδι ο Πύργος 
κι αντιβρόντησε κι ο Τσίρκος 
και οι καρούχες ξεκινήσαν, 
και μπροστά κι απ' όλους πρώτος 
και ροδοστεφανωμένος 
ο ρηγάρχης ο μονάρχης 
για τη νίκη αρματοδρόμος. 
Και αργοαπλώθη στον αέρα 
και τον άκουσε ο Προφήτης 
τον πασίχαρο τον ύμνο 
κι απ' του Πράσινου το στόμα 
κι απ' του Βένετου το στόμα.

ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΒΕΝΕΤΟΙ

Κοίτα την Άνοιξη και πάλε 
όμορφα που ροδοχαράζει! 
Χαρά και υγεία κι ευτυχία 
του κόσμου φέρνει, αντραγαθίες 
θεοδώρητες και νίκες δίνει 
του Βασιλιά σου, Ρωμιοσύνη!

Γιομάτη από τη ζωγραφιά σου 
κι η Ανατολή, μεστή και η Δύση, 
χάρηκε ο Δούναβης μ' εσένα, 
και σε λαχτάρισε και ο Κύδνος˙ 
κι εγώ μονάχα από τη φήμη 
κι από το λόγο σε γνωρίζω. 
Μην είσαι αδικητής, και στάσου 
για να χορτάσω την ειδή σου 
την ομορφιά σου ν' απολάψω.

Καρτέρα με, πια οχτρούς δεν έχεις, 
σκλάβοι σου οι βάρβαροι απ' τη Δύση, 
κι απ' την Ανατολή τα έθνη. 
Στάσου τα πόδια σου να πλύνω, 
στάσου να νίψω σου τα χέρια, 
στάσου τη σάρκα σου να λούσω. 
Κι είναι πανώρια σου τα πόδια, 
τα χέρια σου είναι ματωμένα, 
κι έπαθε η σάρκα σου για μένα.

Είμαι όμορφη, κι εξουσιάζω 
τις χώρες όλες, ωραίος είσαι 
κι από τα Κράτη απάνω στέκεις. 
Έλα τις δυο τις ομορφιές μας 
ταιριάζοντας να τις χαρούμε. 
Πόλη δε θα βρεις από μένα 
λαμπρότερη στην Οικουμένη, 
άλλο δε θα βρω στη ζωή μου 
ρήγα λαμπρότερο από σένα. 
Με βάφτισες τη νέα σου Ρώμη 
σε θάλασσες αγαθοσύνης, 
σε βρύσες μ' έλουσες τροπαίων, 
ρόγες και κούρσα χόρτασές με, 
απάνου απ' το κεφάλι μου όλες 
μου ανέβασες εσύ τις νίκες. 
Ο Σκύθης σκύβει ομπρός μου, ο Πέρσης 
λυγίζεται και προσκυνά με.

Το σιδεροπουκάμισό σου 
και τη στολή της μάχης βγάλ' τα, 
ντύσου το φόρεμα που πρέπει 
του νικητή, το σκαραμάγκι 
το ροδαρό, με τ' ατλαζένια 
τ' ανθόκλαδα και τα διαμάντια. 
Ξεκαβαλίκεψε, ήλιε Ρήγα, 
ν' αναπαυτεί και τ' άλογό σου, 
στην Πόλη σου δος το το φως σου, 
σύμμετρα μοίρασε το φως σου, 
μην τυφλωθούμε από το φως σου!

Κι ο ύμνος ο βενετοπράσινος 
πριν καλά να ξεψυχίσει, 
ξέσπασε άλλος μαύρος ύμνος, 
από τη γωνιά, αλλού πέρα, 
καθώς πάει και σπάει το κύμα, 
το παιδί της τρικυμίας. 
Και δεν ήταν ύμνος, 
ήταν μοιρολόι κι ήταν κατάρα˙ 
κι η κατάρα απ' τους Ακρίτες. 
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.

ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ

Δίχως αυτιά και δίχως μάτια, 
κολάκων όχλοι, αλιά σ' εσάς! 
Πλάνταξε στόμα που παινεύεις 
και πόδι που χοροπηδάς.

Μεθύσι ανάξιο σέρνει τα όλα 
στα θέατρα και στα καπηλιά, 
την παλλακίδα Πολιτεία, 
το γλεντοκόπο Βασιλιά.

Και μπλέκονται μέσα στα γκέμια 
του κορωνάτου του αμαξά 
και πέφτουν τ' ακριβά και τ' άγια. 
Πλακώνει, πλάκωσ' η Αραπιά!

Μας έζωσε ο Καραμανίτης, 
του κόσμου ο ξεθεμελιωτής, 
και των εθνών ο καταλύτης 
και της Ασίας ο νικητής.

Κι οι Ακρίτες μπαίγνια των παλιάτσων, 
και ψωριασμένα απορριχτά 
τ' αργυροκάμωτα κοντάρια, 
τα χρυσοσέλλωτα φαριά.

Του Ακρίτα πύρινα ξεφτέρια, 
από τον Ταύρο ως τα νησιά, 
σβήσαν οι Φάροι αράδα αράδα 
κι απ' τα στενά κι απ' τα βουνά.

Ένας κοντά απ' τον άλλο σβήσαν, 
στρατιώτες, βάρδιες, μηνυτές, 
δρακόντοι κράχτες του πολέμου 
άγρυπνοι οι φάροι και οι φωτιές.

Κι όλα τα χέρια είναι παρμένα, 
κι όλα τα μάτια είναι κλειστά˙ 
στερνή φωτιά άναψε˙ 
τη σβήνει το πρόστασμά σου, βασιλιά!

Κι οι Νικηφόροι αυτοκρατόροι 
κι οι Τσιμισκήδες οι γοργοί 
και οι κένταυροι Βουργαροφάγοι 
καπνοί και σύγνεφα και αφροί.

Και να! λαγόκαρδοι αφεντάδες
και θηλυκοί και οκνοί και αργοί! 
Στον Τσίρκο μέσα οι χαροκόποι, 
και στο ναό οι πορνοβοσκοί!

Τον πόλεμο που ξάφνου ανάφτει 
ξολοθρευτής και λυτρωτής 
πια δε μηνάνε κρεμασμένα 
στην πόρτα απάνου της Χαλκής,

πια δεν κρεμιένται σαν και πρώτα 
και δε βροντάν αστραφτερά 
Σπαθί, Σκουτάρι και Λουρίκι, 
τα όπλα τα βασιλικά.

Και στα περίγυρα του Ευφράτη 
ωιμέ, στεφάνι της αντρειάς, 
ωιμέ της τόλμης το κεφάλι, 
το ρόδο της Καππαδοκιάς!

Ο μέγας Διγενής ο Ακρίτας 
στα ξέστρωτα, τα σκοτεινά 
σφαλίστηκε απ' το Χάρο, 
πάει της Ρωμιοσύνης η καρδιά!

Πάει, που τον είχες, Ρωμιοσύνη, 
κι απ' τα θρονιά τα ρηγικά 
πιο απάνου, απάνου απ' τα παλάτια, 
στους βασιλιάδες βασιλιά.

Και πάει κι ο Πύργος του υψωμένος 
πέρα στου Ευφράτη τα νερά, 
της Ρωμιοσύνης η κορώνα 
και η σκέπη και η φεγγοβολιά.

Κάτου τετράγωνος ο Πύργος, 
απάνου οχτάγωνος χτιστός, 
Πύργος γιομάτος πολεμιστρες, 
Πύργος παράθυρα μεστός.

Κι έβλεπε προς τη Βαβυλώνα 
κι αγνάντευε όλη τη Συριά
και είχε κορφή που δεν της λυώνει 
φέγγος το χιόνι από μακριά.

Ταύροι και Αντίταυροι μπροστά του 
και Λίβανοι γονατιστοί, 
με τα Βαγδάτια τους καλίφες 
και με τα κάστρα τους Ταρσοί.

Κι εμείς οι Ακρίτες σου κι οι Ακρίτες, 
φουρτούνες του θυμού σου εμείς, 
ξαφνίσματα κι άδεια στολίδια 
μιας φαύλης άμοιαστης γιορτής.

Κι εμείς οι Ακρίτες του κι οι Ακρίτες, 
άθλια συρμένοι, ω τι ντροπή! 
πορτοφυλάκοι ανάξιου ρήγα, 
σαν απ' οχτρόν εκδικητή.

Παιδιών περίγελα και μπαίγνια! 
Που είστε, ποτάμια, λαγκαδιές, 
χωσιές και κούρσα και σεφέρια, 
κλεισούρες, άκρες και κορφές!

Πάει κι ο στερνός ο Φάρος πάει, 
φώτα και μάτια όλα σβηστά, 
χύθηκε η νύχτα. Αφορισμένοι! 
Πλακώνει, πλάκωσε η Τουρκιά!

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ

Μες στις παινεμένες χώρες, Χώρα 
παινεμένη, θα ρθει κι η ώρα, 
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήμη 
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει 
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση. 
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμι. 
Θα 'ρθει κι η ώρα˙ εσένα ήταν ο δρόμος 
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση, 
σαν το δρόμο του ήλιου• γέρνεις˙ όμως 
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.
Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές˙
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές˙
θα σε κλαίν' τα κλαψοπούλια στ' αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.

Και την έκοβε του οχτρού σου την ορμή
της χυτής σου της φωτιάς το θάμα˙
και στο κάστρο σου σπρωγμέν' η Ανατολή
λυσσομάναε με τη Δύση αντάμα.
Και κρατούσες των αρμάτων την πλημμύρα,
κι ορθός κι άσειστος της δύναμής σου ο κάβος˙
λυγισμένοι ομπρός σου
να κι ο Τούρκος, να κι ο Φράγκος, να κι ο Σλάβος. 
Στη χυτή σου τη φωτιά, ω! τι μοίρα! 
καιρούς κι αιώνες έκαιες τον οχτρό σου˙ 
στη χυτή σου τη φωτιά, ω! τι μοιρα! 
μόνη σου θα πέσεις να καείς, 
τρισαπελπισμένη της ζωής.

Και χορό τριγύρω σου θα στήσουν 
με βιολιά και με ζουρνάδες 
γύφτοι, οβραίοι, αράπηδες, πασάδες, 
και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν, 
και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες 
και τ' αγόρια σου τ' αγνά θα τα μολέψουν 
με τ' αγκάλιασμά τους οι σουλτάνοι, 
και τα λείψανά σου θα τα κλέψουν 
οι ζητιάνοι.

Χώρα τρισκατάρατη, απ' τα ύψη 
σε ποια βύθη, χώρα αμαρτωλή! 
Και κανένας να σου δώσει δε θα σκύψει 
του θανάτου το στερνό φιλί.

Και το πέσιμό σου θα βροντήξει 
κι ένα μοιρολόι σου θα ουρλιάσει, 
και το μοιρολόι σου θα το πνίξει 
από πάνω σου αλαλάζοντας μια πλάση.

Μια καινούργια πλάση, μια γεννήτρα 
θα φουντώσει απ' τα χαλάσματά σου, 
κάθε δύναμης και χάρης σου απαρνήτρα, 
διαλαλήτρα μοναχά της ασκημιάς σου. 
Πλάση αταίριαστη μ' εσέ και ξένη, 
κι ας την έχεις με το γάλα σου ποτίσει˙ 
την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει, 
κι όπου πάτησε αναβρύζει και μια βρύση.

Κι η Ψυχή σου, ω Πολιτεία,
κολασμένη από την αμαρτία,
νεκρή αφήνοντας εσένα
θα πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα.
Σάμπως να είναι πουλημένη σε δαιμόνους,
θα σπαράζει και θα πλέει μες στα σκοτάδια,
και ίσκιος θα είναι μέσα στ' άδεια,
μες στην άβυσσο μια βάρκα˙
κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνει σάρκα
κι η βάρκα ύστερα θα φτάνει
σε ξεσκέπαστο ανεμόδαρτο λιμάνι.
Και θα ζεις ξανά στους τόπους και στους χρόνους
και στις ιστορίες των εθνών
και στους κύκλους των αιώνων
θα μαυρολογάς, των ξεπεσμών
ω Ψυχή, και των αδόξαστων αγώνων.
Κι η Ψυχή σου, Πολιτεία καταραμένη,
δε θα βρει ν' αναπαυτεί˙
του Κακού τη σκάλα από σκαλί
σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνει,
κι όπου πάει κι όπου σταθεί,
σε κορμί χειρότερο θα μπαίνει.

Και θα ρθει μια μέρα, μαύρη μέρα!
Και η ψυχή σου, ω Πολιτεία,
θα κατασταλάξει πέρα, πέρα
στην καμαρωμένη Γη,
στου ήλιου τη χαρά, στ' Απρίλη τον αέρα.
Και στο φως θα βγει,
και ξαφνίζοντας τον ήλιο,
σα θρεμμένο απ' το δικό σου αίμα,
ένα γέλιο, ένα παράλλαμα, ένα ψέμα, 
ένα κλάμα, ένα Β Α Σ Ι Λ Ε Ι Ο .

Ο δικέφαλος αητός σου να! μακριά
μακριά πέταξε με τ' άξια και με τ' άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς το Βοριά
την κορώνα φέρνει, και κρατά
-και τα νύχια του είν' αρπάγια-
και τη δόξα και τη δύναμη κρατά'
και το γέλιο, και το ψέμα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα μες στον ήλιο,
κοίτα, Θεέ! θα σέρνεται μπροστά
σα μπαλσαμωμένη κουκουβάγια.
Μ' όλα σου θα ζει τα χαμηλά,
με καμιά σου δε θα ζει μεγαλοσύνη,
κι οι προφήτες που θα προσκυνά,
νάνοι και αρλεκίνοι.
Και σοφοί του και κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
και διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του οι ευνούχοι.

Και θα φύγεις κι απ' το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα 'βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.

Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί, 
σαν τον κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, -
για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: