Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

H Ιδεολογία της μη μη-ιδεολογίας (τέσσερις σημειώσεις για την αμεσότητα) [Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος] I

Από τις "Σημειώσεις" (τεύχος 21, Ιούλιος 1981) του Στέφανου Ροζάνη.


...στίχοι σχεδόν πεταμένοι, εκβρασμένοι, με την
ανεμελιά και τη φυσικότητα κίνησης αντανακλα-
στικής, κάτι «σαν το φτάρνισμα / το βήξιμο ή
το ρούφηγμα της μύτης. 
(Από ένα κείμενο για το Ν. Καρούζο (Α. Φωστιέρη:
«Το τέλειο προπορεύεται και έπεται», περ. Η ΛΕΞΗ, άριθ. 2, σελ. 77).

Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας
με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράγματα.
θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη 
αιωνιότητα.
(Γ. Υφαντής: «Το θαύμα» (ΜΑΝΘΡΑΣΠΕΝΤΑ).

I


Η ένσταση που κατά καιρούς εγείρεται μέσα στα όρια της ποίησης και με τα μέσα της ποίησης εναντίον του «διανοητικού» και του «ιδεολογικού» στοιχείου αποτελεί μια από τις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η εγγενής αμφιθυμία της τέχνης ως προς την ίδια την ύπαρξή της: η τέχνη θέλει τα «είναι» και συγχρόνως να «μην είναι». Ο χώρος που ορίζεται από τις μέγιστες αιωρήσεις αυτού του εκκρεμούς είναι και ο χώρος όπου παίζεται το παιχνίδι της τέχνης. Ό,τι συνέβη — τόσο θεαματικά και με τόσο αγοραίες εξαγγελίες — στην ποίηση κατά τη δεκαετία του 70 δεν ήταν παρά η επανάληψη και η επίταση αυτού ακριβώς του φαινομένου: η αιώρηση του εκκρεμούς άγγιζε για άλλη μια φορά προς τη μια κατεύθυνση την αυτοαναίρεση της τέχνης και προς την άλλη την ιδεολογικοποίηση αυτής της αυτοαναίρεσης. Σε όλα τα νεώτερα οιονεί μανιφέστα της ποίησης επαναδιατυπώνονται οι «αντιλογοτεχνικές» διακηρύξεις των δύο πρώτων δεκαετών του αιώνα μας. Η ποίηση, «αυτοκαταργείται» για να κερδίσει το μυθικό «σώμα» της — αρνείται, για μια ακόμη φορά, το αμφίβιο είναι της για να γίνει επιτέλους «πράξη». και για μια ακόμη φορά γίνεται αυτό που «αρνείται».


Δεν υπάρχουν σχόλια: