Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Επιστήμες, πολεμικές αποζημιώσεις και λογοτεχνία του τραύματος [Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης]




























Ακριβώς πριν από εκατό χρόνια (1916), ήρθε στο φως της δημοσιότητας, το βιβλίο Η ‘Φωτιά’ (Le feu), του Ανρί Μπαρμπίς (Henri Barbusse, 1873-1935), ένα έργο εμβληματικό από πολλές απόψεις το οποίο ανήκει δικαιωματικά στα κλασσικά γαλλικά μυθιστορήματα και ειδικότερα στη λογοτεχνία του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου. Αναφερόμαστε σε εκείνον τον πόλεμο που κατά τα φαινόμενα τελείωσε τον Νοέμβριο του 1918, αλλά ουσιαστικά πολύ αργότερα, για πολλούς, συγκεκριμένα, τον Μάιο του 1945. Φυσικά δεν ήταν το μόνο λογοτεχνικό έργο που αναφερόταν με μελανιές πινελιές στην τετραετή μεγάλη αντιπαράθεση. Πληθώρα τέτοιων κειμένων, πεζών και ποιητικών, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και να φέρνουν στο αναγνωστικό κοινό φρικιαστικές εικόνες της σύρραξης των χαρακωμάτων με όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που γνωρίζουμε καλά. 
     

     
















H αποκληθείσα, αργότερα, λογοτεχνία του τραύματος, έδωσε την ευκαιρία σε λογοτέχνες να εκφραστούν ελεύθερα, παρακάμπτοντας στρεβλώσεις του παρελθόντος, και αναλύθηκε κατά κόρον, τουλάχιστον από την ιστορία. Μαζί με όλα αυτά όμως αναδύθηκαν έννοιες που αφορούσαν σελίδες της νευρολογίας και ψυχιατρικής, όπως παραισθήσεις, διαταραχές του ύπνου και της αίσθησης του χρόνου και γενικώς συμπτωματολογία που ενέπλεκε παθήσεις της ψυχικής σφαίρας. Η έννοια του μετατραυματικού στρες περιείχε ηθικά και πολιτικά προβλήματα, και δημιουργούσε ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν, έστω και αν δεν ήταν δυνατόν να επιλυθούν πλήρως κατά τη διάρκεια μιας στοιχειώδους έρευνας και προβληματισμού. 

Τι ήταν τελικά αυτό το μετατραυματικό σύνδρομο;
Για τους συγχρόνους, περιγράφεται απλώς ως μια σειρά δεινών που βίωσαν στρατιώτες με κατάθλιψη και τρόμο μετά από ένα έντονο βομβαρδισμό τετράωρης διάρκειας που ακολουθήθηκε από εκρήξεις οβίδων πάνω από τα σκαμμένα χαρακώματα όπου βρίσκονταν κρυμμένοι. Κατά τη διάρκεια των επόμενων ημερών, τα συμπτώματα του θύματος κλιμακώνονταν από το κλάμα μέχρι την ανικανότητα να περπατήσει ή να κάνει οτιδήποτε, καθώς και οξεία μανία. Ο ‘ασθενής στρατιώτης’ μεταφερόταν και γινόταν δεκτός σε μια πρόχειρη αγροτική και μικρή νοσοκομειακή μονάδα, όπου του χορηγούσαν χλωροφόρμιο και μορφίνη, ξυπνούσε το επόμενο πρωί φαινομενικά καλά, αλλά στη συνέχεια σε ορισμένες περιπτώσεις, πέθαινε ξαφνικά. Στη μεταθανάτια εξέταση, ο εγκέφαλός του βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση με εκείνη ενός άλλου στρατιώτη που είχε πεθάνει από υπερβολική κούραση και εξάντληση. Η ετικέτα και διάγνωση, θα μπορούσε επίσης να τεθεί σ’ ένα λοχία τα πόδια του οποίου παρέλυσαν πρόσκαιρα από έκρηξη οβίδας, και μόνο σταδιακά κατά τη διάρκεια των επόμενων ημερών ανακτούσε τη δύναμη και αίσθηση. Τέλος, το σύνδρομο του σοκ αυτού μπορεί επίσης να ενοχοποιηθεί για την εφίδρωση, τον τραυλισμό και τους εφιάλτες του στρατιώτη που κατά λάθος πυροβόλησε και σκότωσε έναν πληγωμένο σύντροφό του ένα βράδυ, ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία στο φυλάκιο. Οι εμπειρίες πάντως και τα συμπτώματα αυτών των ανδρών ήταν ποικίλα, με μια σειρά από σωματικές και ψυχικές εκδηλώσεις. Παρουσίαζαν ακόμα κάποια παρεμφερή συμπτώματα της μετατραυματικής διαταραχής της γνωστής διεθνώς με το όνομα PTSD (Post traumatic stress disorder, PTSD), μια τρέχουσα διαγνωστική κατηγορία διαταραχών που παρατηρήθηκε στους βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ και η οποία λανθασμένα εκλαμβανόταν ως ‘shell shock’ με άλλο όνομα. Η πιο πρόσφατη άποψη της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και του Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών, απαριθμεί τα διαγνωστικά χαρακτηριστικά της διαταραχής PTSD, ως την ανάπτυξη και παρουσία των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων μετά από έκθεση σε ένα ακραίο τραυματικό στρεσογόνο παράγοντα, όπως προσωπική εμπειρία του κινδύνου θανάτου ή σοβαρού τραυματισμού ή μάρτυρας θανάσιμης βλάβης κάποιου άλλου προσώπου. Η ανταπόκριση του ατόμου στο γεγονός πρέπει να περιλαμβάνει έντονο φόβο, αδυναμία, ή τρόμο. Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα περιλαμβάνουν επίμονη εκ νέου βίωση του τραυματικού γεγονότος, την προσπάθεια αποφυγής ερεθισμάτων που σχετίζονται με το συγκεκριμένο τραύμα, μούδιασμα της γενικής ανταπόκρισης, και σταθερά συμπτώματα αυξημένης εγρήγορσης, όπως δυσκολία στον ύπνο, ευερεθιστότητα, θυμό, δυσκολία συγκέντρωσης, υπερεγρήγορση, ή υπερβολική ξαφνική αντίδραση. Η πλήρης εικόνα των συμπτωμάτων πρέπει να είναι παρούσα για περισσότερο από ένα μήνα, και η διαταραχή πρέπει να προκαλεί κλινικά σημαντική δυσφορία ή να επηρεάζει τις καθημερινές λειτουργίες του ατόμου. Αναμφίβολα, πολλές περιπτώσεις που διαπιστώθηκαν ως ‘shell shock’ από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, θα πληρούν τα κριτήρια για τη διάγνωση της PTSD, συμπεριλαμβανομένου του ανωτέρω παραδείγματος του στρατιώτη που σκότωσε κατά λάθος έναν πληγωμένο σύντροφό του. Με αυτή τη σύγκριση των συμπτωμάτων και των διαγνωστικών κριτηρίων, τα δύο σύνδρομα δεν ταιριάζουν, ή για να είμαστε ακριβέστεροι η ιστορική κατασκευή του ‘shell shock’ δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην ιστορική κατασκευή της PTSD.

Για μερικούς, ‘shell shock’ είναι η αμετάβλητη παρουσία πόνου. Όμως, χωρίς να αρνηθεί κάποιος την όλη ταλαιπωρία που μπορεί να προκύψει από την εμπειρία της μάχης, είναι σαφές ότι σε όλες τις δεκαετίες και τους αιώνες, αυτός ο πόνος εκδηλωνόταν με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικά άτομα και σε διάφορες συγκρούσεις. Σε πολλές εποχές και τόπους, έχει αγνοηθεί ή αναγνωρίστηκε μόνο ανεπίσημα. Αλλού, και πάνω απ’ όλα κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, έχει ‘διαγνωστεί’ και κατά συνέπεια ‘θεραπευτεί’ με διαφορετικούς τρόπους, και κατά συνέπεια βιώθηκε διαφορετικά. Διαφορετικές κοινωνίες, πολιτισμοί και κοινωνικές τάξεις έχουν αξιολογήσει τις εκδηλώσεις του πόνου ή τα συμπτώματα διαφορετικά και συμπάσχουν μαζί τους για διαφορετικούς βαθμούς. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί όμως ότι κάθε διάκριση μεταξύ αυτών των δύο, είναι άσκοπη σοφιστεία, που επικεντρώνεται λανθασμένα στην ετικέτα που επικολλάται στους τραυματισμένους στρατιώτες, παρά στην ίδια την ταλαιπωρία.
     

     






















Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση του όρου ‘shell shock’ ήταν σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Lancet, τον Φεβρουάριο του 1915 από τον ακαδημαϊκό ψυχολόγο Charles Myers (1873-1946), που συνδεόταν με μια ιατρική μονάδα εθελοντών στη Γαλλία. Αυτή δεν ήταν η πρώτη αναφορά νευροψυχικής βλάβης σε στρατιώτες που δημοσιεύθηκε στον πόλεμο, αλλά ο όρος ‘shell shock’ ήταν κάτι νέο, αφού οι προηγούμενες εκθέσεις και αναφορές είχαν περιγράψει τα συμπτώματα κάτω από μια ποικιλία διαφορετικών τίτλων, συμπεριλαμβανομένου του απλού σοκ, τόσο δημοφιλούς όρου στην προπολεμική ιατρική. Ίσως προερχόταν από τα στρατεύματα, αλλά η ακριβής προέλευσή του, δεν θα γίνει ποτέ γνωστή. Η πράξη της ονοματοθεσίας ήταν σημαντική, επειδή το ‘shell shock’ έθεσε ευθέως την έκρηξη οβίδας ως κεντρικό αιτιολογικό γεγονός σε αυτές τις διαταραχές. Ο Myers, όμως, ήταν κάπως ασαφής ως προς τις λεπτομέρειες της σχέσης μεταξύ σοκ και της οβίδας, περιγράφοντας τα συμπτώματα ως λειτουργικά και σημειώνοντας την ομοιότητά τους με την υστερία, αλλά αρνήθηκε να εξαγάγει συμπεράσματα ως προς το εάν τα συμπτώματα προέρχονταν από φυσική βλάβη στο νευρικό σύστημα ή ήταν ψυχολογική αντίδραση στο γεγονός. Με αυτή τη χρήση, ο όρος συνδέθηκε με ορισμένα συμπτώματα που βρέθηκαν σε στρατιώτες ως συνέπεια των καταστροφικών τεχνολογιών του σύγχρονου πολέμου.

Αυτή η ασάφεια όμως είχε ανησυχητικές συνέπειες. Προς το τέλος του 1915, το Στρατιωτικό Συμβούλιο διέταξε ότι οι άνδρες που παρουσιάζουν νευρική ή διανοητική διαταραχή και παρεμφερή συμπτώματα, θα πρέπει να φέρουν την ένδειξη ‘shell shock W’ (από την αγγλική λέξη wound), εάν κατατάσσονταν στους τραυματίες τα συμπτώματα των οποίων προέκυψαν ευθέως από τη δράση του εχθρού, ή την ένδειξη ‘shell shock S’ (από τη λέξη sick), εάν δεν προέρχονταν από τη δράση του εχθρού. Στην πρώτη κατηγορία (shell shock W) καθορίζονταν ως θύματα κατά τη διάρκεια της μάχης και είχαν δικαίωμα στρατιωτικών συντάξεων, ενώ εκείνοι που ορίζονταν ως ‘shell shock S’, όχι! Η κατάταξη φυσικά προκάλεσε μεγάλη σύγχυση μεταξύ ‘τραυματιών’ και ‘αρρώστων’. 

Η εκ νέου αναδιοργάνωση της ψυχιατρικής του μετώπου, τον Ιούνιο του 1917, περιλάμβανε μια νέα διαδικασία ταξινόμησης, κατά την οποία στους άντρες αρχικά έμπαινε η ένδειξη NYDN (Not Yet Diagnosed Nervous, ‘δεν έχει ακόμη διαγνωστεί νευρική βλάβη’) για μεταφορά στα κέντρα ταχείας θεραπείας, και μόνο αργότερα χαρακτηριζόταν ως ‘shell shock’ τύπου S ή W στις μονάδες τους. Η διαδικασία αυτή αργότερα θεωρήθηκε άδικη και ανεφάρμοστη στην πράξη, και η διαδικασία ταξινόμησης υπερβολική, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί και πάλι τον Σεπτέμβριο του 1918. Σύμφωνα με το άλλο σύστημα, ο όρος ‘shell shock W’ χρησιμοποιούταν μόνο στις πιο σοβαρές περιπτώσεις που μεταφέρονταν στην Αγγλία, όπου μια ειδική επιτροπή αποφάσιζε αν ο άνθρωπος πρέπει να χαρακτηριστεί ως ατύχημα μάχης ή όχι. Παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο στρατός τελικά ανέπτυξε πιο αποτελεσματικές διαδικασίες για τη διαχείριση της εισροής των περιπτώσεων του σοκ, τόσο σε εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, εν τούτοις ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν ικανοποιητικά με τις διάφορες ταξινομήσεις, τους ορισμούς και τα πολυποίκιλα προβλήματα που δημιούργησε το ίδιο το μετατραυματικό σοκ. Η αποτυχία αυτή είχε άμεσες συνέπειες για κάθε στρατιώτη, ο οποίος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει χρόνια αντιπαράθεση με το αρμόδιο Υπουργείο που έδινε τις συντάξεις, λόγω της ετικέτας που είχε δοθεί. Τοιουτοτρόπως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ετικέτα ενός στρατιώτη προσδιόριζε εάν και κατά πόσον αυτός θα ελάμβανε την απαραίτητη ιατρική περίθαλψη και τις πιθανότητες βεβαίως να του απονεμηθεί μια αξιοπρεπής σύνταξη, ως συνέπεια της αιτιολογικής ασάφειας του όρου ‘shell shock’. 

Παρ’ όλη τη σύγχυση γύρω του και τους διάφορους τρόπους με τους οποίους κατασκευάστηκε στη σύγχρονη ιατρική βιβλιογραφία, ήταν αναμφίβολα μια ψυχολογική διαταραχή που προκλήθηκε από τις εμπειρίες των πολέμων. Ο ιστορικός ορισμός του ‘shell shock’, από την άλλη πλευρά, λαμβάνει την ασάφεια της διαταραχής ως το καθοριστικό χαρακτηριστικό του, κάτι που ανοίγει πολλαπλές δυνατότητες για διάφορες ιστορίες του συνδρόμου. Αυτή η ανασυγκρότηση δεν επιλύει τα προβλήματα της γραφής της ιστορίας του συνδρόμου, αλλά επαναπροσδιορίζει τις παραμέτρους εντός των οποίων είναι γραμμένη αυτή η ιστορία και πώς προσανατολίζεται προς το παρόν και το μέλλον. Από αυτή την άποψη, το σύνδρομο δεν συνιστά θεμελιώδη ρήξη στα κυρίαρχα παραδείγματα της ψυχολογικής ιατρικής στις αρχές του εικοστού αιώνα, αλλά μάλλον ήταν μέρος μιας μακρόχρονης διαδικασίας σταδιακής αλλαγής στη σκέψη και την πρακτική. Ένας σημαντικός λόγος για την ευελιξία αυτών των θεωριών, ωστόσο, είναι το κοινό εξελικτικό πλαίσιο κατανόησης εντός του οποίου λειτούργησαν οι επιστήμες της φυσιολογίας, της νευρολογίας, της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Η φυσιολογία των συναισθημάτων, όπως περιγράφτηκε από σημαίνοντα πρόσωπα, όπως ο φυσιολόγος του Χάρβαρντ Walter B. Cannon (1871- 1945), ήταν σαφώς εξελικτική. Όλες οι θεωρίες των νευρώσεων πολέμου διατυπώθηκαν σε αυτό το εξελικτικό μοντέλο του νου, με το συναίσθημα που συνήθως προβαλλόταν ως ένας από τους κρίσιμους πρωτογενείς αιτιολογικούς παράγοντες του συνδρόμου. Εδώ ξεχώριζε ο φόβος, ο φόβος της απειλής κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας, ο φόβος της αποτυχίας στο καθήκον, ή ακόμη και ο φόβος του να φοβάσαι, όπως τόσο παραστατικά μας άφησαν παρακαταθήκη συγγραφείς και ποιητές! 

Η ‘Φωτιά’ (Le feu, 1916), για παράδειγμα, του Ανρί Μπαρμπίς (Henri Barbusse, 1873-1935) ανήκει δικαιωματικά στα κλασσικά μυθιστορήματα και ειδικότερα στη λογοτεχνία του Μεγάλου Πολέμου. Στην αρχή του βιβλίου, ο Μπαρμπίς ασχολείται κυρίως με την προσωπικότητα συγκεκριμένων ατόμων και κυρίως για το πολιτικό τους παρελθόν, αλλά στη συνέχεια με την καταστροφή του ατόμου στο πρόσωπο του πολέμου. Απίστευτη ωμότητα, αηδιαστικά πεδία μάχης, απόλυτη και αποκαλυπτική καταστροφή, πολυεπίπεδη φρίκη του πολέμου, η οποία σε κάποια εδάφια μερικές φορές φαίνεται τρομακτική, ακόμη και στον σημερινό αναγνώστη. Οι σκοτωμένοι βρίσκονται γύρω από τους ζωντανούς στρατιώτες, και το πεδίο της μάχης μετατρέπεται πλέον σε οστεοφυλάκιο. Ο Μπαρμπίς σταδιακά επικεντρώνεται αριστοτεχνικά με εμμονή στα φυσικά στοιχεία του πεδίου της μάχης, ιδίως τη λάσπη, το νερό και τη μεταβολή της κατάστασης του ανθρώπινου σώματος στον πόλεμο και τις κακουχίες του. Οι στρατιώτες μεταμορφώνονται χρονικά από πολίτες σε στρατιώτες και στη συνέχεια σε κάποιον άλλο, κάτι τελείως διαφορετικό που δημιουργήθηκε από τον ίδιο τον πόλεμο. Φυσικά η λογοτεχνία ετούτη έχει πολλούς και άξιους εκπροσώπους. Ποιητές όπως οι Ζίγκφριντ Σασούν (Siegfried Sassoon) και Γουίλφρεντ Όουεν (Wilfred Owen), κάποια ποιήματα των οποίων εμφανίστηκαν και πριν από έναν αιώνα, ακόμα και σήμερα βρίσκονται στο προσκήνιο. Φυσικά δεν είναι οι μόνοι. Ολόκληρη στρατιά από αυτούς που βρέθηκαν στα χαρακώματα του μεγάλου πολέμου, εμπνεύστηκαν και έγραψαν υπέροχα κείμενα που δίνουν τις σχετικές λεπτομέρειες των όσων έλαβαν χώρα, με το δικό τους ξεχωριστό 

Ο αντίκτυπος, τελικά, των νέων ιστοριών του προαναφερθέντος συνδρόμου, δεν θα πρέπει να περιορίζεται στις ιστορίες της ιατρικής, ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Αλλά φυσικά το πιο σημαντικό όλων είναι να γνωρίζουμε όχι μόνο ότι ο πόλεμος προκάλεσε δεινά, αλλά τι μορφή πήρε αυτή η ταλαιπωρία, πώς έγινε κατανοητή, και ποιες ήταν οι συνέπειές της. Ίσως εκεί συγκλίνουν η λογοτεχνική, ψυχολογική, και η ιστορική προσέγγιση του συνδρόμου. Χρησιμοποιούμε δηλαδή την ιστορική μέθοδο για να ανακαλύψουμε τι συνέβη και γιατί μέσα από τη συλλογή και την ερμηνεία των αποδεικτικών στοιχείων, είμαστε σε θέση να ελέγξουμε τις υποθέσεις μας που ανάγονται στο παρελθόν, αλλά αυτές οι υποθέσεις είναι οι καρποί ιδεών, εμπειριών και συναισθημάτων που ανήκουν και σε εμάς ως μεμονωμένα άτομα. Γιατί το μονοπώλιο για το παρελθόν, δεν το έχουν μόνο οι ιστορικοί, αλλά κι όλοι εμείς με το δικό μας περιορισμένο ρόλο για την ιστορική λειτουργία, δηλαδή τον τρόπο συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων και τους τρόπους ερμηνείας αυτών. Η Ιστορία χρειάζεται το κοινό της, καθώς και οι άλλες επιστήμες, όπως η λογοτεχνία, η ψυχολογία, η πολιτική, η κοινωνιολογία, η φιλοσοφία, για να αναφέρουμε μερικές. Η μελέτη τόσων και τόσων έργων συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων, που βίωσαν και αποτύπωσαν στα κείμενά τους τις εμπειρίες τους, μας δίνει άφθονο υλικό το οποίο βοηθά στον προσδιορισμό κάποιων προσωπικών κατευθύνσεων προς τον πόλεμο και τη δυστυχία, να αναθεωρήσουμε πολλά πράγματα που είχαμε βαθιά θαμμένα για κάποιες προσωπικές λεπτομέρειες, απόψεις και ιδέες που αφορούσαν τις παραπάνω επιστήμες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: