Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Η ιστορική εξέλιξη της Νόσου Αδαμαντιάδη-Behcet και η συμβολή στη μελέτη της αμφοτέρων των ακτών του Αιγαίου Πελάγους [Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης]

























Η ιστορική εξέλιξη της Νόσου Αδαμαντιάδη-Behcet και η συμβολή στη μελέτη της αμφοτέρων των ακτών του Αιγαίου Πελάγους

Κατά την διάρκεια της ετήσιας συνάντησης της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, στις 15 Νοεμβρίου του 1930, ο Βενέδικτος Αδαμαντιάδης (1875-1962), Έλληνας οφθαλμίατρος από την Προύσα της Μικράς Ασίας, έδωσε μια διάλεξη με τίτλο "Μια περίπτωση υποτροπιάζουσας ιρίτιδας με υπόπυο", που αναφερόταν σε ένα άνδρα, ασθενή ηλικίας είκοσι ετών, με παρόντα τα τρία κύρια σημεία της νόσου. Η ασθένεια είχε αρχίσει στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών με οίδημα και έλκη στο αριστερό σκέλος διαγνωσθέντα ως θρομβοφλεβίτιδα. Κατά τα επόμενα δύο χρόνια (1928-1930) ο ασθενής ανέπτυξε επαναλαμβανόμενες ιρίτιδες με υπόπυο και στα δύο μάτια, γεγονός που οδήγησε σε τύφλωση και ατροφία του οπτικού νεύρου, ελκωτικές εστίες στο όσχεο με ουλές, αφθώδη έλκη στοματικής κοιλότητας και άσηπτη αρθρίτιδα των γονάτων. Τα τελευταία τρία σημεία είχαν επαναληφθεί πολλάκις. Οι καλλιέργειες του υγρού των γονάτων και του προσθίου θαλάμου του οφθαλμού, ήταν στείρες, τα πειράματα εμβολιασμού σε ζώα ήταν αρνητικά, ενώ είχαν αναπτυχθεί αποικίες σταφυλόκοκκων σε καλλιέργειες των ελκών του οσχέου και των αποστημάτων πέριξ των αμυγδαλών στη στοματική κοιλότητα.



























Βενέδικτος Αδαμαντιάδης (1875-1962)

Την ίδια χρονιά, η διάλεξη δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών και στο γαλλικό περιοδικό ‘‘Annales d' Oculistique’’ ένα χρόνο αργότερα. Ο Αδαμαντιάδης έτσι συμπεριέλαβε τα έλκη των γεννητικών οργάνων, την αρθρίτιδα και τα οφθαλμικά συμπτώματα μαζί, ως μία ενιαία ασθένεια. Ακόμα εκεί αναφέρθηκε σε σημαντικές προηγούμενες δημοσιεύσεις περιγραφής παρόμοιων περιπτώσεων.

























Το κείμενο του Βενέδικτου Αδαμαντιάδη στα Πρακτικά της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών του 1930, με τα σχόλιά του ότι αποτελεί ιδιαίτερη και καινούργια κλινική οντότητα.

Το 1946, ο Αδαμαντιάδης αναφέρθηκε στους δύο μακρύτερα ζώντες ασθενείς και όρισε την θρομβοφλεβίτιδα ως το τέταρτο κύριο σημείο της πάθησης ετούτης. Αργότερα, παρουσίασε την πρώτη ταξινόμηση της νόσου περιγράφοντας τις οφθαλμικές, βλεννογονικές, δερματικές και συστηματικές μορφές σε μια εργασία ανασκόπησης. Επεσήμανε ότι η ασθένεια θα μπορούσε να εκδηλώνεται για πολλά χρόνια με ένα ή λιγότερα συμπτώματα, και ότι η συμμετοχή των ματιών και η σοβαρή πρόγνωση ήταν πιο συχνά στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Στην ίδια εργασία του πρότεινε και τα πρώτα διαγνωστικά κριτήρια της πάθησης. Το 1958, ο Αδαμαντιάδης δημοσίευσε την τελευταία εργασία του σχετικά με τις νευρολογικές επιπλοκές της νόσου.

Ο Hulϋsi Behcet (1889-1948) ήταν ο πρώτος διευθυντής στο Τμήμα Δερματολογίας και Συφιλολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, η οποία ιδρύθηκε το 1933, όπου αναρριχήθηκε στη θέση του καθηγητή το έτος 1939. Μεταξύ των ετών 1918-19 ειδικεύτηκε στη δερματολογία στη Βουδαπέστη (Καθ. Sellei) και στο Βερολίνο (Καθ. Arndt). Στο Συνέδριο της Δερματολογικής Εταιρείας της Κωνσταντινουπόλεως, στις 11 Μαΐου 1937, σε συνεργασία με τον καθηγητή Braun, Διευθυντή του Ινστιτούτου Μικροβιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου, παρουσίασε μία τριαντατετράχρονη γυναίκα ασθενή που υπέφερε από επαναλαμβανόμενα αφθώδη έλκη του στόματος, έλκη των γεννητικών οργάνων και οφθαλμικές βλάβες για εφτά χρόνια. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε το ιστορικό της ασθενούς μαζί με έναν ακόμα σαραντάχρονο άρρενα ασθενή με ιστορικό νόσου άνω των είκοσι ετών.

























Ο Hulϋsi Behcet (1889-1948)

Η μικροσκοπική προετοιμασία Giemsa από τα στοματικά έλκη του στόματος της πρώτης ασθενούς έδειξε δομές παρεμφερείς της ευλογιάς και ως εκ τούτου, ο Behcet υιοθέτησε την υπόθεση της ιογενούς αιτιολογίας του συνδρόμου. Κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών ετών δημοσίευσε την περίπτωση πέντε ακόμα ασθενών σε διάφορες γλώσσες. Στις δημοσιεύσεις αυτές πρόσθεσε την περιοδοντίτιδα, τις κύστεις των σιαγόνων, τις δερματικές βλάβες, το οζώδες ερύθημα και την αρθραλγία στο λεγόμενο ‘‘σύμπλεγμα των τριών συμπτωμάτων’’. Ήταν μάλλον πεπεισμένος για την αυτονομία αυτής της πολυσυμπτωματικής ασθένειας καθώς και του ιού που ευθυνόταν, προκαλώντας τελικά την προσοχή της επιστημονικής κοινότητας στην αινιγματική νόσο.

Κι όμως, η πρώτη περιγραφή της νόσου δεν έγινε ούτε από τον Βενέδικτο Αδαμαντιάδη, ούτε από τον Hulϋsi Behcet! Ο Ιπποκράτης της Κω (460-377 π. Χ.) περιέγραψε μια ασθένεια της οποίας εκδηλώσεις έμοιαζαν πολύ καλά με τα κύρια σημεία της νόσου Αδαμαντιάδη- Behcet. Ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., στο τρίτο του βιβλίο ‘‘Περί Επιδημιών’’, στην έβδομη περίπτωση, δήλωνε:














Η αρχική περιγραφή του συνδρόμου από τον Ιπποκράτη (Τρίτο Βιβλίο ‘Περί Επιδημιών’).

Αλλά υπήρχαν και άλλοι πυρετοί όπως θα περιγραφεί. Πολλοί είχαν τα στόματά τους με αφθώδεις εξελκώσεις. Υπήρξαν επίσης πολλοί προβληματισμοί για τα μέρη των γεννητικών οργάνων, τα έλκη και τα φύματα, εξωτερικά και εσωτερικά για τους βουβώνες. Υγρά μάτια χρονίως με πόνους, με τα ονομαζόμενα μυκητοειδή εξαμβλώματα των βλεφάρων, εξωτερικά και εσωτερικά, που κατέστρεψαν την όραση πολλών ατόμων. Υπήρχαν επίσης μυκητοειδείς προσεκβολές σε έλκη των γεννητικών οργάνων. Πολλές απ’ αυτές αυξάνονταν το καλοκαίρι, καθώς και άλλες σηπτικές βλάβες, μεγάλα σηπτικά εκζέματα και πολλές μεγάλες ερπητικές βλάβες’’.

Η παραπάνω σημείωση-παρατήρηση έγινε το 1956 από τον οφθαλμίατρο A. Feigenbaum, ο οποίος έδωσε την δέουσα σημασία σε συνδυασμό με τη νόσο Αδαμαντιάδη-Behcet. Ήδη από τον 18ο αιώνα υπήρχαν αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία που περιέγραφαν ασθενείς με συμπτωματολογία που παρομοίαζε με την αντίστοιχη της νόσου. Μεταξύ 1940 και 1950, περιγράφτηκαν αρκετές περιπτώσεις από διαφορετικές χώρες. Ο Behcet, πρέπει να πούμε, ότι ήταν ενήμερος για την δημοσίευση του Αδαμαντιάδη και την συμπεριέλαβε στις αναφορές του. Από το 1940 και εντεύθεν, υπήρξαν πολλές δημοσιεύσεις οι οποίες δεν ανέφεραν το όνομα του Αδαμαντιάδη, από άγνοια προφανώς, κι έτσι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κυριάρχησε το όνομα του Behcet στη βιβλιογραφία, κάτι βέβαια που διορθώθηκε αργότερα.

Ο Βενέδικτος Αδαμαντιάδης ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής ιατρικής κοινότητας κατά το πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, αλλά το επιστημονικό του έργο έχει  σχεδόν ξεχαστεί, μέσα κι έξω από τη χώρα του. Δημοσίευσε μεγάλο αριθμό επιστημονικών εργασιών, πάνω από 150 και ήταν πραγματικός ηγέτης στον αγώνα κατά των ασθενειών των ματιών, επιδημία που συνιστούσε σοβαρό  ιατρικό πρόβλημα στην Αθήνα της δεκαετίας του 1920, ιδιαίτερα μεταξύ του ενάμισι εκατομμυρίου προσφύγων  που ήρθαν στην πόλη αφήνοντας τη Μικρά Ασία μετά την καταστροφή του 1922.

Ο Βενέδικτος Αδαμαντιάδης γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας, το 1875, από έναν πατέρα δάσκαλο. Η μητέρα του πέθανε όταν ήταν  παιδί και αργότερα, αφού έχασε τον πατέρα του, υποστηρίχτηκε από το θείο του,  Μητροπολίτη στις περιοχές της Θράκης και της Μικράς Ασίας, όπου και ολοκλήρωσε τις  στοιχειώδεις σπουδές του.  Χάρη στην οικονομική στήριξη του θείου του, ο Αδαμαντιάδης ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινούπολης, η οποία ήταν γνωστή εκείνη τη στιγμή για τα υψηλά της  πρότυπα και τους εξαιρετικούς Έλληνες εκπαιδευτικούς και ολοκλήρωσε εκεί τις γυμνασιακές σπουδές με τιμητική διάκριση, το 1892. Οι σπουδές του σε αυτό το σχολείο και η επιρροή του θείου του, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του με κλασσική εκπαίδευση εμπλουτισμένη από χριστιανικά και ανθρωπιστικά ιδεώδη. Τα σχέδιά του για να σπουδάσει στην Πολυτεχνική Σχολή Αθηνών ακυρώθηκαν από την καθυστερημένη άφιξή του στην πόλη, όπου ήρθε  αντιμέτωπος με το γεγονός ότι η περίοδος εγγραφών είχε ήδη λήξει!  Για να μη χάσει ένα ολόκληρο ακαδημαϊκό έτος, ο Αδαμαντιάδης αποφάσισε να εγγραφεί στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στην οποία ολοκλήρωσε τις σπουδές του, το 1896, αποφοιτώντας  πάλι με διακρίσεις. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα, οι διαλέξεις του διάσημου καθηγητού Οφθαλμολογίας Α. Αναγνωστάκη, του τράβηξαν την προσοχή σε αυτό το πεδίο της Ιατρικής.

Με το τέλος των σπουδών του και λόγω του θανάτου του θείου του, οικονομικοί λόγοι και η υποχρέωση απέναντι στην νεότερη αδελφή του, Πηνελόπη, η οποία ζούσε μόνη της στην Προύσα, υποχρέωσαν τον Αδαμαντιάδη να επιστρέψει στην πόλη του, όπου και εργάστηκε επαγγελματικά για δέκα χρόνια.  Κατά την περίοδο αυτή κέρδισε το σεβασμό των κατοίκων της περιοχής, ελληνικής και τουρκικής καταγωγής, οι οποίοι απλά τον αποκαλούσαν "ο Γιατρός Βενέδικτος’’. Το ενδιαφέρον του στην οφθαλμολογία έγινε πιο εμφανές και μέσω της μελέτης διαφόρων θεματικών βιβλίων, ήταν σε θέση να εκτελεί σύγχρονες οφθαλμολογικές εξετάσεις, όπως διάθλαση και βυθοσκόπηση, σε τακτική βάση.  Από 1911 έως 1914 πήγε στο Παρίσι για να ειδικευθεί στην οφθαλμολογία, αλλά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου τον υποχρέωσε να επιστρέψει στην Προύσα, όπου είχε επιστρατευτεί για να χρησιμεύσει ως αξιωματικός-γιατρός στον τουρκικό στρατό στα  Δαρδανέλια. Λόγω μιας σοβαρής νόσου του γαστρεντερικού συστήματος, απολύθηκε ένα χρόνο αργότερα και επέστρεψε στην Προύσα, για να φύγει και πάλι σύντομα για την Ανατολία, ακολουθούμενος από την αδελφή του, λόγω εξορίας από τις  Τουρκικές αρχές. Μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο Αδαμαντιάδης επέστρεψε στην  Προύσα και εξελέγη πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας της πόλης.  Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1920-1922 συνεργάστηκε στενά με τις ελληνικές αρχές της Μικράς Ασίας στην αποκατάσταση των φιλανθρωπικών οργανώσεων, της υγείας και των σχολείων των Ελληνικών και ξένων γλωσσών για ανηλίκους και ενηλίκους.

Το 1922, μετά την ήττα του ελληνικού  στρατού στη Μικρά Ασία, συνόδευσε τα εκατομμύρια των κατοίκων του ελληνικού  στοιχείου της Μικράς Ασίας, ως πρόσφυγας κι αυτός πλέον στην Ελλάδα.  Άρχισε αμέσως να εργάζεται ως  οφθαλμίατρος στην Αθήνα, όπου πρωτοστάτησε στην καταπολέμηση των επιδημικών ασθενειών των οφθαλμών, ενώ στα 1924 αναρριχήθηκε στη θέση του διευθυντού του Οφθαλμολογικού Τμήματος του προσφυγικού  Νοσοκομείου Αθηνών, το σημερινό Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Στα νέα του καθήκοντα, αποδείχθηκε ένας επίμονος ερευνητής με σπάνια οξυδέρκεια και αυτοπειθαρχία.

Ο Αδαμαντιάδης ήταν ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας στα 1931, και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο λαμπρούς οφθαλμιάτρους της Αθήνας, στο πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα. Παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία και πέθανε το 1962.  Η υιοθετημένη κόρη του, Ευγενία Ραγκαβή, ήταν σημειωτέον η πρώτη γυναίκα οφθαλμίατρος στην  Ελλάδα.

Είναι φανερό πια ότι το σύνδρομο ή νόσος του Αδαμαντιάδη-Behcet θα μπορούσε να ονομασθεί και σύνδρομο της ελληνοτουρκικής διαμάχης, τουλάχιστον σε επίπεδο ονόματος! Ο γειτονικός λαός που ήρθε από τα βάθη της Ασίας και εγκαταστάθηκε δίπλα μας στη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, επηρέασε και απασχόλησε όχι μόνο την ελληνική αλλά και την παγκόσμια ιστορία πολλάκις σε πολλά επίπεδα. Η συγκεκριμένη όμως νόσος δείχνει μία περίεργη και αξιοσημείωτη επιμονή να εμφανίζεται σε πληθυσμό με τουρκικές ρίζες.

















Ακριβώς έξω από τη δυτική πύλη της πόλης Χίβα της κεντρικής Ασίας, ο επισκέπτης προετοιμάζεται για το ταξίδι στο παρελθόν, σε έναν από τους πολλούς σπουδαίους σταθμούς του Μεγάλου Δρόμου του Μεταξιού.

Η παθογένειά της είναι εν πολλοίς άγνωστη αφού ακόμη και πολλές επιδημιολογικές έρευνες που έλαβαν χώρα στην Τουρκία αλλά και σε χώρες της Ασίας και προσπάθησαν φιλότιμα να ρίξουν φως στα ερωτηματικά, δεν τα κατάφεραν. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία της νόσου στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας, τη Μέση Ανατολή, το Ιράν, την Κεντρική Ασία, την Ιαπωνία και την Κορέα. Στην Ευρώπη και την Αμερική η νόσος είναι πολύ σπάνια. Ανατρέχοντας στις σελίδες της ιστορίας, η εξήγηση είναι προφανής. Η εξάπλωση της νόσου ακολούθησε τον πανάρχαιο Δρόμο του Μεταξιού, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, γεγονός που υπαινίσσεται την πιθανή εξάπλωση της νόσου μέσω της μετακίνησης των πληθυσμών των τουρκικών νομαδικών φυλών, ανατολικά έως τη Μεσόγειο και δυτικά μέχρι την Άπω Ανατολή, είτε με τη μεταφορά κάποιου υποβόσκοντος γενετικού υλικού, είτε μέσω ενός εξωγενούς παράγοντα.

Η καταγωγή των Τούρκων, θεωρείται σήμερα ότι εντοπίζεται στα υψίπεδα Αλτάι της Κεντρικής Ασίας. Σήμερα τα εδάφη τα οποία αποτελούσαν τότε τη γενέθλια γη των πρώτων Τούρκων μοιράζονται η Κίνα, η Μογγολία, η Ρωσία, το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Αφγανιστάν, το Τατζικιστάν και το Κιργιστάν. Η δημιουργία της οθωμανικής αυτοκρατορίας στη συνέχεια των αιώνων όμως, είναι αρκετά γνωστή στην Ιστορία! Λαοί τουρκικής καταγωγής βέβαια εκτός της Τουρκίας, κατοικούν σχεδόν σ’ ολόκληρη την Ασία. Οι Αζέροι, οι Καζάκοι, οι Κυργίζιοι, οι Τάταροι, οι Τουρκμένοι, οι Ουιγούροι, οι Ουζμπέκοι, οι Τάταροι της Κριμαίας, καθώς και πολλές άλλες μικρές μειονοτικές ομάδες που διαβιούν σε διάφορες ασιατικές χώρες. Η υψηλότερη συχνότητα της νόσου παρατηρείται στις βορειοανατολικές επαρχίες της Τουρκίας. Η ιατρική βιβλιογραφία είναι πλούσια στο θέμα, αλλά θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρον εάν είχαμε αξιόπιστα επιδημιολογικά στοιχεία από τις χώρες της κεντρικής Ασίας, τα οποία όμως δυστυχώς λόγω του νηπιακού συστήματος έρευνας που έχουν αυτές οι χώρες, απουσιάζουν από την προσβάσιμη βιβλιογραφία.

Η αραβική κατάληψη της Κεντρικής Ασίας ήταν μια σαρωτική στρατιωτική κατάκτηση την οποία ακολούθησαν ραγδαίες κοινωνικές, οικονομικές και βεβαίως θρησκευτικές μετατροπές. Από πλευράς ισλαμικής αυτοκρατορίας, η αραβική κατάκτηση της Κεντρικής Ασίας ήταν μια επέκταση στα πλαίσια των κατακτήσεων της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Η κατάκτηση ενσωμάτωσε την Transoxiana και το Tukharistan στην ιρανική επαρχία του Khurasan. Πολλές μελέτες που αναφέρονται στην παρακμή και την πτώση της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, τείνουν στο συμπέρασμα ότι ο στόχος της αραβικής κατάκτησης του ιρανικού οροπεδίου ήταν ο έλεγχος της Κεντρικής Ασίας, όπου βρίσκονταν οι βασικοί σταθμοί του εμπορικού Δρόμου του Μεταξιού. Πράγματι σχετικά λίγοι Άραβες εγκαταστάθηκαν στο ιρανικό οροπέδιο. Οι περισσότεροι πήγαν μακρύτερα ανατολικά, προκειμένου να εγκατασταθούν στο Tukharistan και την Transoxiana, τα οποία αναφέρονταν ως Εξωτερική Χορασάν. Ορισμένες λεπτομέρειες των Αραβικών κατακτήσεων της Κεντρικής Ασίας είναι διαθέσιμες σήμερα χάρη στην αγγλική μετάφραση των εκτενών αρχείων του Άραβα ιστορικού αλ-Ταμπαρί (al-Tabari), όπως για παράδειγμα ότι η μακροπρόθεσμη φιλοδοξία του χαλιφάτου των Ομεϊάδων ήταν να κατακτήσουν την Κίνα, την ύψιστη πηγή μεταξιού και άλλων αγαθών από την ανατολή.



















Ο μουσουλμάνος περιηγητής Ιμπν Μπατούτα συνεχίζοντας για πάμπολλα χρόνια ακάθεκτος τα πολύτιμα ταξίδια του στην Κεντρική Ασία, μας άφησε παρακαταθήκη σήμερα όλες εκείνες τις πληροφορίες που αφορούσαν την εποχή του.

Ξεφεύγει του σκοπού του παρόντος να αναφερθούν οι παρενέργειες που είχε ο προαναφερθείς περιβόητος δρόμος στην υγειονομική κατάσταση των πληθυσμών. Μαζί με τους ανθρώπους, ταξιδευτές και εμπόρους, τα καραβάνια, τις ιδέες, τις θρησκείες, τα χρήματα και τις νοοτροπίες, μετακινήθηκαν και νόσοι αναπόφευκτα, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο! Έτσι, πέρα από τις καθαρά επιδημιολογικές και γενετικές έρευνες που ακόμα συνεχίζονται στους πληθυσμούς της Ασίας, κυρίως της Κεντρικής, δεν μπορεί να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η νόσος του Αδαμαντιάδη-Behcet, που κατά καιρούς ονομάστηκε και νόσος του Δρόμου του Μεταξιού, ήταν πιο συχνή και πιο σοβαρή στους κατοίκους των χωρών που βρίσκονταν κατά μήκος του πανάρχαιου αυτού Δρόμου που ένωνε την Κίνα με τη μεσογειακή λεκάνη, ο οποίος και στις μέρες μας φαίνεται να παίρνει καινούργια τροπή και να αποκτά ξανά ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για πολλούς!


Βιβλιογραφία σχετικών παραθεμάτων και αναφορών

Ελληνική βιβλιογραφία και δημοσιεύματα

1. Αδαμαντιάδης Β: Περίπτωση υποτροπιάζουσας ιρίτιδας μεθ’ υποπύου. Δελτίον Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών. 1930: 586-588.
2. Αλεξοπούλου Α., Ξυνοτρούλιας Ι., Ανδριανάκος Α., Πετράκη Κ., Χατζηγιάννης Σ.Ι.: Νεφρική προσβολή στη νόσο Αδαμαντιάδη-Behcet. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής. 1999; 16(5): 488-492.
3. Ανδριανάκος Α.: Αγγειίτιδες. Εις: Χατζηγιάννης Σ.Ι.(Συντονιστής): Εσωτερική Παθολογία. Ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδης. (Σελ. 479-499). 1994. Αθήνα.
4. Σχορετσανίτης Νικ. Γεώργιος: Η Ιστορία της Ισλαμικής Ιατρικής. ΒΗΤΑ Ιατρικές Εκδόσεις. 2011. Αθήνα.

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία και δημοσιεύματα

1. Adamantiades B. Sur un cas d'iritis ? hypopion r?cidivant. Ann Ocul (Paris) 1931; 168: 271-8.
2. Feigenbaum A. Description of Beh?et's syndrome in the Hippocratic third book of endemic diseases. Br J Ophthalmol 1956; 40: 355-7.
3. Zouboulis C.C.: Benediktos Adamantiades and his forgotten contributions to medicine. Eur. J. Dermatol. 2002; 12(5): 471-4.
4. Zouboulis Christos, Keitel Wolfgang: A Historical Review of Early Descriptions of Adamantiades-Behcet Disease. The Journal of Investigative Dermatology. 2002; 119(1): 201-205.
5. Zouboulis Christos, Keitel Wolfgang: A Historical Review of Adamantiades-Bechet’s Disease. Advances in Experimental Medicine and Biology. 2004; 528:7-14.
6. Kaklamani V, Vaiopoulos G, Kaklamanis P.: Beh?et's disease. Semin. Arthritis Rheum. 1998; 27: 197-217.
7. Sakane T, Takeno M, Suzuki N, Inaba G.: Behcet's disease. N. Engl. J. Med. 1999; 341: 1284-91.
8. Verity D.H., Wallace R.W., Stanford M.R.: Beh?et’s disease: from Hippocrates to the third millennium. Br. J. Ophthalmol. 2003; 87(9): 1175–1183.

Δεν υπάρχουν σχόλια: