Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Από τις «Συνομιλίες του Έκκερμαν με τον Γκαίτε» σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη - II.

18 Ιανουαρίου 1825

Πήγα σήμερα, στις 5 στου Γκαίτε, που είχα πολλές μέρες να τον δω και πέρασα μιαν ωραία βραδεία. Τον βρήκα στο γραφείο του να μιλεί χωρίς φως με τον γιο του και με τον αυλικό σύμβουλο Rehbein, τον γιατρό του. Τοποθετήθηκα μαζί τους κοντά στο τραπέζι. Σε λιγάκι φέρανε φως και έλαβα την ευτυχία να δω τον Γκαίτε μπροστά μου όλο ζωή και ευθυμία. Όπως συνήθως, πληροφορήθηκε μ’ ενδιαφέρον τι νεώτερο είδα τις μέρες αυτές και του διηγήθηκα ότι γνώρισα μια ποιήτρια. Μπόρεσα συγχρόνως να επαινέσω το τάλαντό της που δεν είναι συνηθισμένο και ο Γκαίτε που γνωρίζει μερικά από τα έργα της την επαίνεσε επίσης.
- Ένα της ποίημα, είπε, που περιγράφει μια τοποθεσία της πατρίδας της έχει πρωτοτυπότατο χαρακτήρα. Υπακούει σε κάποια καλή της κλίση να ζωγραφίζει την ορατή φύση και έχει στα βάθη της ωραίες ιδιότητες. Πολλά πράγματα μπορεί να την φέξει κανείς, αλλ’ ας την αφήσουμε ήσυχη και ας μη την ταράξουμε˙ το τάλαντό της θα της δείξει τον δρόμο που πρέπει να πάρει.
Μιλήσαμε τότε για τις ποιήτριες γενικά και ο αυλικός σύμβουλος Rehbein είπε ότι το ποιητικό τάλαντο των γυναικών του έκανε συχνά την εντύπωση διανοητικής ανάγκης αναπαραγωγής.
- Τον ακούτε; μου είπε ο Γκαίτε γελώντας˙ διανοητική ανάγκη αναπαραγωγής! Πόσο εύκολα ο γιατρός εξηγεί αυτά τα πράγματα!
- Δεν ξέρω, είπε ο Rehlbein, εάν εκφράζομαι καλά, αλλά κάτι τέτοιο συμβαίνει. Συνήθως οι γυναίκες αυτές δεν απόλαυσαν την ευτυχία του έρωτα και ζητούν κάποιαν αντιστάθμιση από το μέρος του πνεύματος. Εάν παντρεύονταν όταν έπρεπε και εάν αποκτούσαν παιδιά, δεν θα συλλογιζόντουσαν τις ποιητικές τους δημιουργίες.
- Δεν θέλω να εξετάσω, είπε ο Γκαίτε, μέχρι ποιου σημείου έχετε δίκιο, άλλα για τ’ άλλα είδη της ιδιοφυΐας των γυναικών παρατήρησα ότι έπαυσαν πάντοτε ευθύς μετά τον γάμο. Γνώρισα κορίτσια που ζωγραφίζανε θαυμάσια, αλλ’ ευθύς ως γινόντουσαν σύζυγοι και μητέρες όλα χανόντουσαν, ασχολιόντουσαν μόνον για τα παιδιά τους και μήτε άγγιζαν πια το κραγιόνι. Εν τούτοις, εξακολούθησε ζωηρότατα, οι γυναίκες μπορούν να εξακολουθήσουν όσο θέλουν τα ποιήματα τους και τα συγγράμματα, άλλα οι άνδρες δεν πρέπει καθόλου να γράφουν όπως οι γυναίκες! Να, αυτό δεν μ’ αρέσει!... Αλλά, πρόσθεσε εύθυμα, ας τ’ αφήσουμε αυτά και ας ασχοληθούμε για τη ζωηρή νεανίδα de Halle, που το ανδρικό πνεύμα της μας εισάγει στον σερβικό κόσμο. Τα ποιήματα είναι θαυμάσια! Υπάρχουν μερικά που μπορούνε να σταθούνε πλάι με το Άσμα των ασμάτων και δεν είναι τούτο μικρός έπαινος. Τελείωσα το άρθρο μου για τα ποιήματα αυτά και έχει ήδη τυπωθεί.
Αυτά λέγοντας μού έδωσε τα τέσσαρα πρώτα φύλλα του νέου τεύχους της «Τέχνης και Αρχαιότητας» όπου βρήκα το άρθρο αυτό.
- Σημείωσα με λίγες λέξεις τον χαρακτήρα του θέματος κάθε ποιήματος και θα γοητευθείτε από τα χαριτωμένα αυτά θέματα. Ο Rehbein καταλαβαίνει από ποίηση και θ’ ακούσει μ’ ευχαρίστηση, εάν μας διαβάσετε αυτό το κομμάτι.
Διάβασα σιγά το θέμα κάθε ποιήματος. Τα σημειωμένα θέματα ήσαν τόσο ζωντανά, τόσο καλά ζωγραφισμένα, ώστε κάθε λέξις παρουσίαζε μπροστά στα μάτια μου και ολόκληρο ποίημα. Τα επόμενα πρα πάντων μ’ γοητεύσανε:
Ι. Εικόνα μιας νεαρής Σέρβας˙ η φοβισμένη ντροπαλοσύνη της: ποτέ δεν ανασηκώνει τα ωραία της ματόκλαδα.
II. Εσωτερικοί σπαραγμοί ενός εραστή, που έχει υποδειχθεί να οδηγήσει εκείνη που αγαπά στον αντίπαλό του.
III. Ανησυχούσα για τον εραστή της, η νεαρή Σέρβα δεν θέλει να τραγουδήσει, για να μην πάρει εύθυμο ύφος.
IV. Παράπονο για τη διαφθορά των ηθών: το νέο παγκάρι παντρεύεται χήρα, κι ο γέρος κορίτσι.
V. Ένας νέος παραπονείται μιας μητέρας γιατί δίδει της κόρης της πολύ μεγάλη ελευθερία.
VI. Χαρούμενα εξομολογείται ή κόρη στο άλογο, που της προδίδει την αγάπη και τα σχέδια του αφέντη του.
VII. Η νεαρή Σέρβα δεν θέλει τον άνδρα που δεν αγαπά.
VIII. Η όμορφη υπηρέτρια του πανδοχείου: ο αγαπητικός της δεν είναι με τους ξένους.
IX. Οι αγαπώμενοι συναντιούνται˙ χαρές και τρυφερότητες.
Χ. Τι επάγγελμα να διαλέξει ο σύζυγος;
XI. Εύθυμη φλυαρία της αγάπης.
XII. Ο εραστής γυρίζει από τα ξένα, κατασκοπεύει την κόρη ολημερίς και το βράδυ την κλέβει.
- Τα θέματα αυτά και μόνα μού φαίνονται, είπα, τόσο ζωντανά όσο και τα ίδια τα ποιήματα, και δεν αισθάνομαι, την παραμικρότερη επιθυμία να δω πώς τα πραγματεύθηκε ο ποιητής.
- Έχετε δίκιο, είπε ο Γκαίτε, έτσι ακριβώς είναι˙ αλλά βλέπετε έτσι τη μεγίστη σπουδαιότητα των θεμάτων, σπουδαιότητα που κανείς δεν θέλει να κατανοήσει. Γι’ αυτό το πράγμα οι γυναίκες δεν έχουν κανένα προαίσθημα. «Το ποίημα αυτό είναι ωραίο» λέγουνε και δεν συλλογίζονται παρά μόνον τα αισθήματα, τα λόγια, τους στίχους. Και κανείς δεν βλέπει ότι η αληθινή δύναμη και η εντύπωση που μας προξενεί ένα ποίημα έγκειται στην πλοκή, στο θέμα. Γράφουν χιλιάδες ποιήματα που το θέμα τους είναι μηδαμινό και που μιμούνται κάποιο είδος ζωής με τη βοήθεια αισθημάτων και ηχηρής στιχουργίας. Γενικώς οι ερασιτέχνες και εν γένει οι γυναίκες ασθενέστατα γνωρίζουνε την ποίηση. Πιστεύουν συνήθως ότι εάν κατείχανε το τεχνικό μέρος, θα κατείχανε το ουσιώδες και θα ήσαν τέλειοι ποιητές˙ άλλα πολύ απατιούνται.
Ο καθηγητής Ρίμερ ήρθε. Ο αυλικός σύμβουλος Rehbein αποσύρθηκε. Ο Ρίμερ κάθισε κοντά μας. Η ομιλία εξακολούθησε για τα θέματα των σερβικών ερωτικών ασμάτων. Ο Ρίμερ γνώριζε τα θέματα αυτά και παρατήρησε ότι όχι μόνο ήτανε δυνατό με τις υποδείξεις αυτές να γραφούνε ποιήματα, αλλ’ ότι ήδη χωρίς να είναι γνωστά τα σερβικά τραγούδια χρησιμοποιηθήκανε από τους Γερμανούς ποιητές. Είχε στον νου του μερικά ποιήματα που είχε γράψει ο ίδιος, και εγώ διαβάζοντας θυμήθηκα μερικά ποιήματα του Γκαίτε και τα ανέφερα.
- Αφού ο κόσμος μένει πάντοτε ο ίδιος, είπε ο Γκαίτε, αφού τα ίδια γεγονότα επαναλαμβάνονται, αφού ένας λαός ζει, αγαπά και αισθάνεται όπως και ο άλλος λαός, γιατί ένας ποιητής να μη γράψει όμοια μ’ έναν άλλον; Τα γεγονότα της ζωής ομοιάζουνε γιατί και τα γεγονότα της ποίησης να μην ομοιάζουνε και αυτά μεταξύ τους;
- Εξ αιτίας της ομοιότητας αυτής της ζωής και των αισθημάτων, είπε ο Ρίμερ, είμαστε σε θέση να εννοούμε την ποίηση των άλλων λαών. Χωρίς αύτη, διαβάζοντας τα ξένα ποιήματα δεν θα ξέραμε περί τίνος μιλούνε.
- Γι’ αυτό, πρόσθεσα, πάντοτε μ’ εξέπλησσε η ιδέα των σοφών που φαίνονται να πιστεύουνε ότι η ποίηση δεν βγαίνει από τη ζωή, αλλ’ από τα βιβλία. Επαναλαμβάνουνε ακατάπαυτα: Τούτο το πήρε από εδώ, τούτο από εκεί. Εάν βρίσκουνε π.χ. στον Σαίξπηρ χωρία που απαντούνε επίσης και στους αρχαίους, διακηρύσσουνε ότι ο Σαίξπηρ τα έκλεψε από τους αρχαίους! Στον Σαίξπηρ κάποιο πρόσωπο βλέποντας μία χαριτωμένη κορασίδα λέγει: «Ευτυχισμένοι οι γονείς που την ονομάζουν κόρη τους˙ ευτυχισμένος ο νέος που θα την πάρει γυναίκα!» Και επειδή η ίδια φράση βρίσκεται και στον Όμηρο, κατ’ ανάγκη ο Σαίξπηρ την πήρε από τον Όμηρο! Τι περίεργη λογική! Ως εάν ήταν ανάγκη τόσο μακριά ν’ ανατρέξουμε για να βρούμε τα πράγματα αυτά και ως εάν κάθε μέρα δεν τα βλέπουμε, δεν τα αισθανόμαστε, δεν τα λέγουμε!
- Αλήθεια, έχετε δίκιο, είναι πολύ γελοίο, είπε ο Γκαίτε.
- Ο Λόρδος Βύρων, εξακολούθησα, δεν φαίνεται σοφότερος όταν αναλύει τον Φάουστ τον δικόν σας, και αξιώνει ότι το τάδε πράγμα πήρατε από εδώ, το τάδε από εκεί.
- Όλα τα ωραία πράγματα που ο λόρδος Βύρων αναφέρει, είπε ο Γκαίτε, δεν τα είχα, τα περισσότερα, μήτε καν διαβάσει και ακόμη λιγότερο δεν τα είχα σκεφθεί όταν έκανα τον Φάουστ. Αλλ’ ο λόρδος Βύρων μεγάλος είναι μόνον όταν γράφει ποιήματα˙ ευθύς ως θέλει να λογικευθεί, γίνεται παιδί. Γι’ αυτό και δεν μπόρεσε να υπερασπισθεί και ν’ αποκρούσει τις ανόητες προσβολές, ακριβώς του αυτού είδους, που του κάμανε στην ίδια του την πατρίδα˙ έπρεπε πολύ ζωηρότερα να μιλήσει. «Ό,τι βλέπετε εδώ μου ανήκει, έπρεπε να φωνάξει˙ είτε από την ζωή το πήρα, είτε από τα βιβλία, αδιάφορο˙ η δουλειά μου ήταν μόνον να ξέρω να το χρησιμοποιήσω!». Ο Ουάλτερ Σκοτ χρησιμοποίησε μια σκηνή από τον «Egmont» μου, δικαίωμά του˙ το έκανε με ευφυΐα και είναι αξιέπαινος. Μιμήθηκε επίσης σ’ ένα από τα μυθιστορήματά του τον χαρακτήρα της «Μινιόν» μου˙ με την ιδίαν οξυδέρκεια; αυτό είναι άλλο ζήτημα. O Μεταμορφωμένος Διάβολος του λόρδου Βύρωνα είναι συνέχεια του Μεφιστοφελή, πολύ σωστά! Εάν τον έπιανε η ιδιοτροπία να πρωτοτυπήσει και ν’ απομακρυνθεί από το έργο μου θα ‘ταν αναγκασμένος να πετύχει λιγότερο. Ο Μεφιστοφελής μου ψάλλει ένα τραγούδι του Σαίξπηρ, ποιος θα τον εμποδίσει; Γιατί να πονοκεφαλώ να κάμω ένα άλλο τραγούδι, εάν το τραγούδι του Σαίξπηρ έλεγε ακριβώς ό,τι ήθελε να πει; Η εκτέλεσης του Φάουστ έχει επίσης κάποια ομοιότητα με τον Ιώβ, όλα αυτά πάνε πολύ καλά και πρέπει να μ’ επαινέσουνε μάλλον παρά να με ψέξουν.
... Η ομιλία κατόπιν στράφηκε στον Σίλερ. Ο Ρίμερ μάς υπενθύμισε το εξωτερικό του Σίλερ.
- Η κατασκευή του σώματος του, είπε, το περπάτημα του στους δρόμους, κάθε του κίνηση, όλα του ήσαν περήφανα και μόνον τα μάτια του ήσαν γλυκά.
- Ναι, είπε ο Γκαίτε, όλα του ήσαν περήφανα και μεγαλοπρεπή, άλλα τα μάτια του πόσον ήσαν γλυκά! Και όπως το σώμα του έτσι ήταν και η ιδιοφυΐα του. Έπαιρνε τολμηρά ένα θέμα, το εξέταζε, το έστρεφε από εδώ, από εκεί, το κοίταζε από το ένα μέρος, από το άλλο, το γύριζε δεξιά, αριστερά. Δεν εξέταζε το θέμα του παρά από ‘ξω˙ να το κάμει ν’ αναπτυχθεί σιγά σιγά εσωτερικά, αυτό δεν του άρεσε˙ το τάλαντό του ήταν περισσότερο εύστροφο˙ γι’ αυτό και ποτέ δεν αποφάσιζε και δεν μπορούσε να τελείωσει. Πολλές φορές άλλαζε ένα ρόλο λίγο πριν να παρασταθεί το έργον του. Και επειδή με τόλμη καταπιανόταν εις ένα έργο δεν προσπαθούσε να βρει δικαιολογίες για κάθε πράξη. Ξέρω τι τράβηξε με τον Γουλιέλμο Τέλο, επειδή ήθελε ο Γέσλερ να κόψει απλούστατα ένα μήλο, να το βάλει απάνω στο κεφάλι του παιδιού και απ’ εκεί να το ρίψει ο πατέρας τού παιδιού με το βέλος. O τρόπος αυτός της δημιουργίας ήταν εντελώς αντίθετος με τον χαρακτήρα μου και τον έπεισα να προκαλέσει και να δικαιολογήσει τη σκληρότητα αυτή παρουσιάζοντας τουλάχιστον το παιδί, περήφανο μπροστά στον Γέσλερ για την επιδεξιότητα του πατέρα του, να λέει ότι ο πατέρας θα μπορούσε να ρίξει ένα μήλον από το δένδρο σε απόσταση εκατό βημάτων. Ο Σίλερ κατ’ αρχάς δεν ήθελε, άλλα υποχώρησε επί τέλους στις παραστάσεις μου και στις παρακλήσεις και ακολούθησε τη συμβουλή μου. Εγώ τουναντίον συχνά ανέλυα περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε και έτσι τα δράματα μου δεν ήσαν κατάλληλα για τη σκηνή. Το τάλαντο του Σίλερ ήταν εντελώς καμωμένο για το θέατρο. Σε κάθε του όραμα έκανε και ένα βήμα προς τα εμπρός και πλησίαζε προς την τελειότητα...
Ο Σίλερ ήταν αλλόκοτος μεγαλοφυΐα. Κάθε οκτώ ήμερες ήταν και διαφορετικός και τελειότερος. Οσάκις τον ξανάβλεπα τον έβρισκα ότι διάβασε περισσότερα, ότι ήταν εγκυκλοπαιδικότερος και κριτικότερος. Τα γράμματα του είναι η ωραιότερη ανάμνηση που έχω από αυτόν και ανήκουν στα καλύτερα του έργα. Μεταξύ των θησαυρών μου διατηρώ το τελευταίο του γράμμα, σαν άγιο λείψανο.
Ο Γκαίτε σηκώθηκε και πήγε να το ζητήσει.
Δέστε και διαβάσετε, είπε δίνοντάς μας το γράμμα.
Το γράμμα ήταν ωραίο και γραμμένο με σταθερό χέρι. Περιείχε κρίση για τις σημειώσεις που πρόσθεσε ο Γκαίτε στη μετάφραση του ο «Ανεψιός του Ραμό», σημειώσεις που εκθέτουν την τότε κατάσταση της γαλλικής φιλολογίας και που ο Γκαίτε είχε ανακοινώσει σε χειρόγραφο στον Σίλερ για να τις εξετάσει. Διάβασα το γράμμα στον Ρίμερ.
- Βλέπετε, είπε ο Γκαίτε, τι δυνατή και εκπληκτική κρίση! και πόσο το γράψιμο δεν προδίδει κανένα σημείο εξασθένησης! Ήταν υπέροχο πλάσμα! Και στο κορύφωμα όλων του των δυνάμεων μας άφησε! Το γράμμα αυτό φέρει χρονολογία 24 Απριλίου 1805, ο Σίλερ πέθανε στις 9 Μαΐου.
Κοιτάξαμε κατόπιν το γράμμα ένας-ένας και θαυμάσαμε τη διαύγεια της έκφρασης και την ομορφιά του γραφικού χαρακτήρα˙ ο Γκαίτε αφιέρωσε ακόμη στο φίλο του πολλά λόγια τρυφερά ενθυμούμενος τον, ωσότου πέρασε πια η ώρα. Ήταν έντεκα πια και φύγαμε.


------------------------------------------------------------------

Ακολουθούνε, σε μορφή εικόνας, οι αντίστοιχες σελίδες από το πρωτότυπο βιβλίο, το οποίο μπορείτε, στη διεύθυνση αυτή: anemi.lib.uoc.gr, να το κατεβάσετε ολόκληρο.









Δεν υπάρχουν σχόλια: