Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Помню чудное мгновенье [Александр Сергеевич Пушкин, "Μια μαγική στιγμή θυμάμαι", Αλέξανδρος Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, μετ. ΦΚ]

Помню чудное мгновенье

Помню чудное мгновенье; 
Передо мной явилась ты, 
Как мимолетное виденье, 
Как гений чистой красоты. 
В томленьях грусти безнадежной, 
В тревогах шумной суеты, 
Звучал мне долго голос нежный, 
И снились милые черты. 
Шли годы, бурь порыв мятежный 
Рассеял прежние мечты, 
И я забыл твой голос нежный, 
Твои небесные черты. 
В глуши, во мраке заточенья 
Тянулись тихо дни мои 
Без божества, без вдохновенья, 
Без слез, без жизни, без любви. 
Душе настало пробужденье; 
И вот опять явилась ты, 
Как мимолетное виденье, 
Как гений чистой красоты.



A magic moment I remember

A magic moment I remember:
I raised my eyes and you were there.
A fleeting vision, the quintessence
Of all that's beautiful and rare.               
I pray to mute despair and anguish
To vain pursuits the world esteems,
Long did I near your soothing accents,
Long did your features haunt my dreams.
Time passed- A rebel storm-blast scattered
The reveries that once were mine
And I forgot your soothing accents,
Your features gracefully divine.
In dark days of enforced retirement 
I gazed upon grey skies above
With no ideals to inspire me,
No one to cry for, live for, love.
Then came a moment of renaissance,
I looked up- you again are there,
A fleeting vision, the quintessence
Of all that`s beautiful and rare.

(η αγγλική μετάφραση: ανώνυμου)



Μια μαγική στιγμή θυμάμαι

Μια μαγική στιγμή θυμάμαι:           
Τα μάτια σήκωσα κι ήσουν εκεί. 
Όραμα φευγαλέο, η πεμπτουσία       
Από ό,τι σπάνιο κι εξαίσιο ζει.                                 
Στη άηχη απόγνωση εύχομαι και στην αγωνία, 
Σ’ αναζητήσεις μάταιες που ο κόσμος εκτιμά,
Σ’ ό,τι καιρό διέπραττα με τόνους σε αρμονία,
Σ’ ό,τι καιρό στοίχειωνε τα όνειρά μου η μορφή σου απ’ τα παλιά.    
Πέρασε ο χρόνος πια και πάει, η αντάρτισσα θύελλα με τις ριπές της σκορπάει
Τους ρεμβασμούς, που άλλοτε ήταν δικοί μου
Και ξέχασα τους ήρεμους τόνους σου, 
Τα όλο χάρη θεϊκά γνωρίσματά σου.                                 
Σε μέρες σκοτεινές αφόρητης ηρεμίας 
Ατένιζα τους γκρίζους πάνωθέ μου ουρανούς 
Χωρίς να με εμπνέουν ιδανικά, 
Χωρίς γι’ αυτά κανένας να κλαίει, να ζει και ν’ αγαπά.                                         
Μετά αναγεννήθηκα, ήρθε η στιγμή,                  
ατένισα ψηλά κι ήσουν εκεί,      
όραμα φευγαλέο, η πεμπτουσία                    
από ό,τι σπάνιο κι εξαίσιο ζει.



Το ποίημα γράφτηκε τον Ιούλιο του 1825 κι εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1827. Είναι αφιερωμένο στην Άννα Πετρόβνα Κερν (1800-1879).



Ο Αλέξανδρος Πούσκιν, γόνος ευγενούς οικογενείας, έφυγε στα 38 του χρόνια. Λαβώθηκε το παλληκάρι, σε μονομαχία για χάρη της αγαπημένης του συζύγου (Ναταλία Γκοντσάροβα). Ο ποιητής  σήκωσε το βλέμμα, πελαγωμένος μες το αίμα, και είδε τον έρωτά του να φεύγει σε άλλου αγκαλιά. Ο Πούσκιν εξέθρεψε τη ρωσική νεολαία της εποχής του με δράματα και ποιήματα, που δείχνουν ένα μεγάλο πνεύμα. Ο άνθρωπος αυτός, οραματιστής, λύρα αισθαντική του ποιητικού λόγου, αναμόρφωσε τη ρώσικη λογοτεχνία, ύμνησε την ανδρεία, τους γενναίους πολεμιστές και πάνω από όλα, την αγάπη, που μία και μοναδική φορά στη ζωή μας, υψώνει την παντιέρα της στις καρδιές όλων των ανθρώπων. Ζήσε, αν το θέλεις και συ αναγνώστη, με τους στίχους του και σύμφωνα μ’ αυτούς.

ΦΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια: