Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Για τη Μοντέρνα Τέχνη [Κώστας Παρορίτης]



Για τη Μοντέρνα Τέχνη

(Από αφορμή το βιβλίο του κ. Θράσου Καστανάκη «Στο Χορό της Ευρώπης»)

Το κύριο γνώρισμα του τελευταίου ρομάντζου του κ. Θράσου Καστανάκη δεν θα το βρούμε στην υπόθεσή του.  Η υπόθεση του είναι πολύ απλή και κοινή: Η Πετρούλα Καλήμπαρη, πολύ όμορφη και με κάποιο ταλέντο, πηγαίνει στο Παρίσι να «κάνει θέατρο». Το όνειρό της είναι η σκηνή και η φιλοδοξία της να αναδειχτεί μια μέρα μεγάλη θεατρίνα. Εκεί την τυλίγουν διάφοροι κατεργαρέοι, ξένοι και δικοί μας - ένας μάλιστα δικός μας ο Σπύρος Ρουμελής τους ξεπέρασε όλους στην παλιανθρωπιά - και επειδή το κορίτσι δεν έχει και πολύ μεγάλο ταλέντο για να υπερνικήσει όλες τις δυσκολίες, καταντάει στο τέλος μια μεγαλοκοκότα του Παρισιού, που ο ένας την παίρνει κι ο άλλος την αφήνει.
Η  Ιστορία αυτή είναι αδύνατο στο βάθος να μας συγκίνηση. Πρώτο κανείς δεν πρέπει ν' απλώνει τα πόδια του όξω από το πάπλωμα άμα του πέφτει κοντό. Η φιλοδοξία άμα περνάει τα όρια της δυναμικότητας του ατόμου, φυσικό είναι να σπάσει. Και η Πετρούλα μια που το ταλέντο της δεν ήτανε από φίνα πάστα, φυσικό ήτανε να αποτύχει. Τι να λυπηθούμε γι αυτό και πως να συγκινηθούμε; Συγκίνηση γεννιέται όταν το άτομο αναξιοπαθεί γιατί προσκρούει σε εμπόδια που στέκονται έξω από τη θέλησή του, εμπόδια ανυπέρβλητα που χτυπάς απάνω τους και γίνεσαι θρύψαλα. Αυτό είναι το νόημα της αληθινής τραγικής συγκίνησης από τον αρχαίο καιρό ως τα σήμερα.
Μα ο κ. Καστανάκης μέσα σ’ αυτή την καλλιτεχνική αποτυχία της Πετρούλας βρήκε την ευκαιρία να δείξει την αισχρή εκμετάλλευση που κάνουνε του κοριτσιού διάφοροι τάχατες υποστηριχτές του, στο βάθος όμως αισχροί εκμεταλλευτές του. Κ’ έτσι να μας παρουσιάσει τη σημερινή κοινωνία σαν κοινωνία εκμεταλλευτών, πρόστυχων και κακών ανθρώπων που όχι μόνο σε σπρώχνουν στο γκρεμό μα και χαίρονται άμα σε βλέπουν να κατρακυλάς μέσα βαθιά. Ότι η σημερινή κοινωνία είναι ακριβώς τέτοια, καμιά αμφισβήτηση. Έτσι είναι και χειρότερα ˙ κ’ είναι αξιέπαινος ο κ. Καστανάκης που είχε το θάρρος να το τονίσει. Μα δείγματα εκμετάλλευσης και σκληράδας μπορούσε ο κ. Καστανάκης να βρει αλλού, σε άλλες σφαίρες, πολύ χαρακτηριστικότερα. Η εκμετάλλευση π.χ. του εργάτη δε συγκρίνεται με καμίαν άλλη. Όπως κι αν είναι ο κ. Καστανάκης περιορίζεται να μας ζωγραφίσει μια κατάσταση και είναι ευχαριστημένος γι' αυτό. Πιο βαθιά δεν θέλει να προχωρήσει. Σου παρουσιάζει την εικόνα και συ βγάλε το συμπέρασμά σου. Τέχνη αντικειμενική, σου λένε. Μα εμένα μου φαίνεται πως ο μεγάλος τεχνίτης μπορεί να βρει τον τρόπο και αντικειμενικός να παραμείνει και συνάμα να δείξει και την πηγή του κακού.
Στο  έργο του κ. Καστανάκη δεν ξέρουμε που να αποδώσουμε αυτή την αιτία. Γιατί οι άνθρωποι του είναι τόσο κακοί; Τί τους σπρώχνει στο κακό; Η ιδιοσυγκρασία τους, το φυσικό τους, κάτι άλλο βαθύτερο; Άρρωστοι είναι ή θύματα και αυτοί μιας κατάστασης που μας κάνει όλους ψεύτες και κακούς; Γιατί όπως είναι σήμερα η κοινωνία, δεν ξέρει κανείς ποιον πρέπει να κλάψει περσότερο, τον εγκληματία ή το θύμα του; Σ' αυτό το σημείο ο κ. Καστανάκης σωπαίνει. Ίσως μάλιστα χαμογελάει με την απαίτηση μου αυτή όπως γελούνε και όλοι οι Ρωμιοί συνάδερφοί μου που είναι αφοσιωμένοι στην υψηλή λειτουργία της τέχνης έξω τόπου και χρόνου. Γι' αυτό από το έργο του κ. Καστανάκη, με όλη τη φινέτσα του συγγραφέα στο γράψιμο, δεν αναδίνεται εκείνη η υψηλή τραγική πνοή που περιμέναμε να μας γεννηθεί στο θέαμα ενός ανθρώπου που πέφτει συντριμμένος στον αγώνα του. Κάτι το ξώπετσο υπάρχει που μας αφήνει στο βάθος κρύους.
Να ένας άνθρωπος που ξέρει να γράφει λέμε, μα άλλο περσότερο από αυτό, τίποτα. Θαυμάζουμε το συγγραφέα, όχι το έργο. Γιατί το έργο δείχνει δεξιοτεχνία, δείχνει πως ο συγγραφέας είναι απόλυτα κάτοχος της τέχνης του, μα συγκίνηση καμιά. Μια ιστορία που μας αφήνει ξένους και αδιάφορους. Εγώ π.χ. όσο και αν τον αναγνώρισα αυτόν τον περίφημο Σπύρο Ρουμελή - νιάου νιάου - δεν μπόρεσα να αγαναχτήσω μαζί του μέσα στο βιβλίο του κ. Καστανάκη, όσο με κάνει να αγαναχτώ ο ίδιος κάθε μέρα με τα γραψίματα του και τα καμώματα του. Μα αν το έργο δεν μας συγκινεί, το ύφος όμως του βιβλίου είναι αξιοπρόσεχτο. Είναι κάτι νεωτεριστικό που πρώτη φορά βλέπουμε στη φιλολογία μας. Ύφος ευρωπαϊκό, μοντέρνο, ραφιναρισμένο. Ύφος μπριγιάντικο, όλο ζωή και κίνηση. Βέβαια όταν κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο παρουσιάζεται στην τέχνη δημιουργείται ένας νέος σταθμός. Και αυτό πρέπει να είναι ο ακοίμητος καημός κάθε αληθινού τεχνίτη. Να φανερώσει κάτι νέο, κάτι ολότελα δικό του. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολουθεί σήμερα η παγκόσμια τέχνη. Κυνήγι τρελό. Παντού και προς κάθε κατεύθυνση, όπου υπάρχει ελπίδα να ανακαλυφτεί κάτι νέο. Από τις χώρες της προϊστορικής εποχής έως τις χώρες των αγρίων και πάλι από την τέχνη των Βυζαντινών έως την τέχνη των μικρών παιδιών. Τα σχεδιάσματα των αγρίων στους βράχους των σπηλαίων, τα παιγνιδίσματα των μικρών παιδιών υψώνονται σήμερα άφοβα σαν πρότυπα και σα σύμβολα καλλιτέχνη. Ντανταϊσμός (δηλαδή τέχνη μικρών παιδιών) είναι σήμερα η τελευταία λέξη της τέχνης. Και που θα πάει και που θα σταματήσει αυτό το τρελό κυνήγι της καινούριας μορφής! Γιατί η ανθρωπότητα διψάει για το νέο σε όλες τις περιοχές της ανθρώπινης δράσης. Τέχνη, Θρησκεία, Πολιτεία, Κοινωνία, όλα κλονίζονται, όλα νιώθουνε πως ζυγώνει η ώρα να παραχωρήσουνε τη θέση τους στους νέους θεούς που έρχονται να διαδεχτούνε τους παλιούς. Μα στο τρελό αυτό κυνήγι του καινούριου, άλλοι  αρκούνται να συλλάβουν απλώς μια καινούρια εξωτερική μορφή, άλλοι ένα καινούριο περιεχόμενο. Εμείς  προσωπικά ανήκουμε στους δεύτερους δίχως να παραγνωρίζουμε και την απόλυτη ανάγκη του πρώτου. Γιατί καινούργια μορφή δίχως και καινούργιο περιεχόμενο, μας φαίνεται κάτι δίχως νόημα. Και δυστυχώς όλες οι καινούργιες τεχνοτροπίες σήμερα στη μορφή μόνο αποβλέπουνε. Το περιεχόμενο τους είναι αδιάφορο. Τα μπαγιάτικα φαγιά σερβιρισμένα σε καινούργια πιάτα.
Αυτό κάνει και ο κ. Καστανάκης. Φρεσκάρει το ύφος του, το εξευρωπαΐζει, το εκλεπταίνει, μα για να μας επαναλάβει το παλιό τροπάρι. Κυνηγάει κι αυτός την πρωτοτυπία της φράσης. Κάποτε την πιάνει βέβαια μα και πολλές φορές του ξεφεύγει. Και τότε δημιουργούνται σωστοί εξωφρενισμοί σαν τους ακόλουθους: «Κυβική πολυτέλεια στερεότητας, κυβική πολλαπλή πολυτέλεια σκοταδισμού, ο ουρανός είναι πλημμύρα σιωπής κι αθανασίας  και αποσύνθεσης, γαλάζια ηλιθιότητα, κόβανε την πολιτισμένη φωτεινότητα του ουρανού, μυρωδιά υγρής ανοιχτωσύνης, η κίνησις είναι σα μια μπαλαρίνα που χτυπά τα πόδια της». Και φράσεις σαν τις ακόλουθες: «εστιατόρια πολυτελείας για καμπύλους κορμούς που τους έστειλαν οι αντίποδες, ένα σκοτάδι έτοιμο να ξεκινήσει μονομιάς όπως αν το κυνηγούσαν, όλοι οι δρόμοι του Παρισιού τέτοιαν ώρα απόδειπνα γκρεμίζονται μέσα στις φλόγινες αποθεώσεις της διαφημιζούμενης παριζιάνικης νύχτας».
Τι αντιπροσωπεύει αυτό το τρελό κυνήγι της νέας μορφής που διψάει να σπάσει την παράδοση της παλιάς κλειστής τέχνης για να μας φέρει στ’ ανοιχτά πεδία της λεύτερης τέχνης που δεν ξέρει από φραγμούς και σύνορα;
Άλλοι υποστηρίζουνε πως είναι η καινούρια τέχνη που γλυκοροδίζει κ’ έρχεται να διαδεχτεί την παλιά αστική τέχνη που σάπισε με την πολυκαιρία και έπαψε πια ν’ ανταποκρίνεται στις ψυχικές ανάγκες του σημερινού ανθρώπου.
Άλλοι πιστεύουνε αντίθετα πως βρισκόμαστε μπροστά στον επιθανάτιο ρόγχο της αστικής τέχνης. Πιστεύω το δεύτερο. Πιστεύω πως η αληθινά καινούργια τέχνη θα είναι εκείνη που θα φροντίσει να πλουτίσει την καινούργια φόρμα και με καινούργιο περιεχόμενο. Ποιο θα είναι αυτό; Κανείς βέβαια δεν  μπορεί προβλέψει από τώρα το δρόμο της καινούργιας τέχνης. Ίσως μπορούμε μόνο γενικά να συμπεράνουμε πως η καινούρια τέχνη δεν θα έχει πια ατομικιστικό άλλα κοινωνικό ομαδικό χαρακτήρα. Δεν θα ενδιαφέρεται δηλαδή τόσο για τη ζωή του ατόμου αλλά για την ομαδική ζωή όλης της κοινωνίας. Αυτό μας το υπόσχεται ο δρόμος που βλέπουμε να ακολουθεί ο σημερινός πολιτισμός. Το άτομο υποχωρεί ολοένα στην ολότητα και τα ατομικά γεγονότα δεν έχουν πια σημασία αν δεν αποτελούν μέρος της ζωής της ολότητας. Αν η τέχνη αυτή που έρχεται θα χρησιμοποιήσει τις σημερινές μορφές ή αν θα χρησιμοποιήσει άλλες δικές της, αυτό κανείς δεν μπορεί να το ξέρει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: