Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Τα καφενεία [Απόστολος Θηβαίος]


ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

"…. Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι."

Συνταγματάρχης ζηλεμένος
μ΄ ολόχρυσα γαλόνια και φτερά
εις ένα καφενείο, ξαπλωμένος
έκανε τόση θραύση στα νερά.

Άλλ΄ έξαφνα μια μέρα, μια γιορτή,
ενώ το πέμπτο έπινε νερό,
χωρίς κι αυτός να ξέρει το γιατί
και άλλο γαλόνι του ήρθε τυχερό.

Και από τότε άεργος δεν μένει,
μα παίρνει τα σκοκάκια στη σειρά,
στον καφενέ συχνότερα πηγαίνει
και πίνει παραπάνω δυο νερά.

Ιανουάριος 1884, Γ. Σουρή, “Άπαντα”

Στα σκιερά τους βάθη είναι γραμμένη η λαϊκή ιστορία τούτου του τόπου. Στους τοίχους τους αθροίζονται πορτραίτα της Αθήνας που χάθηκαν. Στα τραπεζάκια τους, με τα σημάδια και τις αναρίθμητες στρώσεις του χρώματος στηρίχτηκαν χιλιάδες καημοί. Δυο τρεις πίνακες, εμπνευσμένοι από τον γέρο και τη θάλασσα, ζουρνάδες, διαφημίσεις του παλιού εμπορίου, κομπολόγια, καθρέφτες που κανείς και ποτέ δεν θα κοιταχτεί, κάδρα των προγόνων που γνέφουν αυστηρά απ΄ έναν άλλο κόσμο.

Τα καφενεία της Ελλάδας είναι τόποι μνήμης, σινιάλα από τις πόλεις που αφήνουν τον επιθανάτιο ρόγχο τους. Απ΄ τις στέγες τους χάσκουν άγγελοι έκπτωτοι που πέφτουν σαν στάλες πάνω στα σακάκια των αρχαίων θαμώνων. Κρυμμένα στις εσοχές των υπεραστικών σταθμών, κυκλωμένα από δέντρα και ίσκιους, με την ελληνικότητά τους ακέραια στο βάθος ενός δώματος που σε τίποτε δεν έχει αλλάξει από τότε. Δεξαμενή, Κεραμεικός, Σύνταγμα, Κυδαθηναίων. Στην καρδιά τούτης της πόλης χτυπά ένας σφυγμός αλλιώτικος. Στο εγκάρσιο κλίτος των πιο ταπεινών απ΄ τους ναούς, βρίσκονται χαραγμένα πρόσωπα ανεπανάληπτα ανωνύμων αγίων. Οι στρατιώτες που συνωστίζονται μες στους καπνούς, οι γέρικες μοναξιές πλάι στις τζαμαρίες, είναι πίνακες μιας σχολής που θάλλει. Οι περιστασιακοί, οι συνήθεις και οι άλλοι που κατοικούν στο βάθος των μαγαζιών συνθέτουν την ανθρώπινη γεωγραφία των καφενείων. Ο Τριανταφυλλίδης τους αποθανάτισε κάτω απ΄ τα δέντρα με λάδια σβησμένα. Οι καρέκλες τους ψάθινες, ετοιμόρροπες. Πατρίδες τους οι αγίες, ελληνικές επαρχίες. Πόλεις που ερήμωσαν, χωριά στις πλάτες των βουνών που κατοικούνται πια από παράξενους Τειρεσίες. Στα κεφάλια τους φορούν πληγωμένες προμετωπίδες. Έπος του ΄40, απελευθέρωση, δικτατορία, μεταπολίτευση. Σαν τις Καρυάτιδες της οδού Λιοσίων συγκρατούν στους ώμους τους τις στοές. Βαδίζουν ήσυχα πάνω στη γη γιατί γνωρίζουν πως απ΄ τα ολόλευκα μαλλιά τους άρχονται ρίζες. Στα πουκάμισά τους φορούν το τρυφερό λουλούδι της Περσεφόνης που μαρτυρά μια νοσταλγία ανείπωτη. Το μέγα πλήθος που τα διαπερνά κουβαλά ένα μερίδιο της ιστορίας. Είναι ο κεραυνός που ζωντανεύει το νεύρο τους και μια υδατογραφία που επαναφέρει την απέραντη εικονογραφία των πόλεων.

Νέον

Τα βράδια οι ναύτες πονούν για τα κορίτσια τους που απέμειναν μόνα κάπου στα βάθη της Ύδρας. Είναι το μεγάλο θέατρο της πόλης. Με τα φώτα και τους γρύπες και τους ρυθμούς φέρνουν ξανά και ξανά στο προσκήνιο το δωρικό στοιχείο της ύπαρξής μας. Οι πελάτες χαρτοπαίζουν, συζητούν χαμηλόφωνα, συνωμοτούν και ερωτεύονται. Και ανταλλάζουν υποσχέσεις ώσπου να φανεί μέσα τους η νύχτα και όλα να τα διαλύσει. Τότε καταφτάνουν οι ποιητές και οι ζωγράφοι φορτωμένοι με τα τελάρα και τα χρώματά τους. Ανάβουν ξανά τα φώτα της επωνυμίας που γέρασε σβησμένη τόσα χρόνια και σχηματίζουν τις παλιές γεωμετρίες, Όλη τους η ζωή είναι αυτά τα σχήματα και αυτές οι πόλεις που κρατούν τόπους τόπους τις παλιές τους σημασίες. Οι ζωγράφοι αναχωρούν πριν φέξει. Κλειδώνονται στους ναούς, βαλμένοι κομψά στους παραστάτες αθροίζουν τους αιώνες της ιστορίας. Το αλλοτινό “Νέον Βυζάντιο” το παρέσυρε πια ο καιρός. Οι δεκαετίες κατατρώνε τις πέτρινες σφίγγες ψηλά στις φωλιές της οροφής. Αυτές γελούν αφού τον χρόνο ποτέ δεν έμαθαν να μετρούν. Μονάχα αργά τις νύχτες οι ξαφνιασμένοι διαβάτες ακούνε τη βοή και τα ποδοκροτήματα, καθώς ένας ποιητής του διαμετρήματος του Μιχάλη Κατσαρού βάλει Κατά Σαδδουκαίων.

Δεξαμενή

Στάθηκε στην ψάθινη καρέκλα μετρώντας το κενό. Ρακένδυτος, ολόκληρος από πνεύμα και δόξα σώθηκε για πάντα στη μνήμη μας. Πίσω του, δίπλα, εμπρός ο Αμερικάνος και η Μαυρομαντηλού και η Πεποικιλμένη. Η Σταχτομαζώχτρα και οι Έμποροι των Εθνών και τ΄ όνειρο στο κύμα που πάει πια τέλειωσε. Κάπως έτσι αρχίζει και τελειώνει η περίφημη ιστορία της μόνης φωτογραφίας του ποιητή. Έκτοτε περάσαν χρόνια, τα κορίτσια έκλεισαν στα ερμάρια τα στεφάνια τους, βγήκαν στους δρόμους και ερωτεύτηκαν δίχως αύριο. Όμως τις νύχτες αργά, όταν το φεγγάρι γίνεται επικίνδυνο, όταν το φεγγάρι ανάβει πάνω απ΄ τις βλέφαρά μας τα ίδια αυτά κορίτσια, σκύβουν στην πηγή και προσεύχονται. Ανήκουν στις τάξεις των δραματικών επιζώντων αυτής της πόλης.

Το μυθικό καφενείο της Δεξαμενής στέκει πάνω απ΄ την Αθήνα, λίγα μέτρα μονάχα απ΄ την πάλαι ποτέ εμπορική συνοικία του Κολωνακίου. Ανάμεσα στους θαμώνες του ξεχωρίζει πάντα εκείνη η ανίκητη μορφή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, προτού γνωρίσει τη δόξα των πουλιών.

“Διημέρευα στο πατριωτικό – αιτωλοακαρνανικό καφενείον «Ελλάς» αρχές Αθηνάς (ναργιλέδες, σαράφηδες…) και διανυκτέρευσα στο Αιγάλεω, Λοιμωδών Νόσων, εντός δωματίου από τσιμεντόλιθους μαζί μ’ άλλους τέσσερες – απέναντι στου «Βλάχου» η Μπέλλου σ’ όλη την ομορφιά και τη δόξα της…”

Θ. Γκόρπας

Βυζάντιο

Ίσως εκεί να ανακαλύφθηκε πρώτα η Αμοργός. Ίσως εκεί να νιώσαμε για πρώτη φορά το μεγάλο απρόοπτο της ποίησης. Στα τραπέζια του μέθυσαν πρόσωπα μυθικά του μείζονος ελληνισμού. Χατζιδάκις, Μόραλης, Ελύτης, Γκόρπας, Μπολιβάρ εν δόξη. Το μαγαζί το συνεπήραν οι καιροί. Το κατέστρεψαν οι ξαφνικές βροχές και εκείνη η απόσταση που εισβάλλει ανάμεσα σε μας και τα πράγματα. Ολόκληρη η αστική Ελλάδα υποβάλλει τα σέβη της σ΄ αυτούς τους δρόμους. Ολόκληρη η Ελλάς που τώρα μοιάζει φτιαγμένη από κιμωλία και ίσως διασώζεται στις καρδιές των νυκταγωγών διαμορφώνεται σ΄ αυτούς τους χώρους. Ολόκληρη η ιερατικότητα της ζωής είναι γραμμένη με στίχους στο μέσα κόσμο αυτών των παράξενων όντων. Ισόγειες οι μνήμες μας με κήπους πυκνούς, με σπαρμένες φαντασίες, με πρόσωπα, μάτια και καρδιές.

Είναι αναρίθμητα τα στέκια της ζωής μας. Άλλα σώζονται και άλλα συντρίφτηκαν απ΄ τον καιρό. Οι πόλεις που αλλάζουν ενδύματα, που καταστρέφονται και ξαναγεννιούνται έχουν χαραγμένα στο δέρμα τους ονόματα. Διατηρούν μια φανταστική πια παρουσία, κάτι σαν τα μάτια του κοριτσιού που φιλοτέχνησε ο Σταθόπουλος το ΄83 και που ποτέ δεν θα πεθάνει. Στους πρόποδες του καλοκαιριού και ενώ γυρεύουμε οδοφράγματα κόντρα σ΄ αυτήν την ξέφρενη επανάσταση του καινούριου μας αιώνα, σφίγγουμε τα χέρια και ανταλλάζουμε υποσχέσεις πως κάποτε θα ξαναβρεθούμε στα θρυλικά πατάρια, διαβάζοντας τα ποιήματα που γράφαμε μυστικά τόσα χρόνια.

Καληνύχτα σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: