Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

O πεσιμισμός στην ελληνική ποίηση (Καβάφης, Καρυωτάκης, Βάρναλης) [Μάρκος Αυγέρης]

Ο λόγος που παρουσιάζεται, στο παρόν blog, το παρακάτω κριτικό κείμενο του Μάρκου Αυγέρη, που δημοσιεύτηκε στην "Επιθεώρηση Τέχνης" (τεύχος13, Ιανουάριος 1956, σ. 4-17) (πηγή: εδώ), δεν είναι γιατί ο ιστολόγος συμφωνεί με αυτό ή γενικά με τέτοιου είδους προσεγγίσεις (*), αλλά ακριβώς για να δειχθεί μέχρι ποιου εκτρωματικού σημείου μπορεί να φτάσει η κοντόφθαλμη "κριτική", όταν γίνεται στο πλαίσιο των θρησκευτικών ή πολιτικών ιδεοληπτικών πιστεύω του κρίνοντα. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο ιστολόγος υιοθετεί το (φασιστικό όπως έχουμε δείξει και σε παλαιότερες αναρτήσεις) "η τέχνη για την τέχνη", αλλά πως η προσσέγγιση ενός λογοτεχνικού έργου (γενικότερα τέχνης) δεν μπορεί να γίνεται μέσω μεσσιανικών πιστεύω ή κομματικών γραμμών.    

(*) Η άποψή μου για την λογοτεχνική κριτική, εν συντομία, είναι πως πρόκειται για μια φιλολογική επιστημονική εργασία, που οφείλει να γίνεται σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, από την εποχή του δημιουργού, με αντικείμενο εστιασμένο στην προσφορά (στη γλώσσα, στο πώς και αν επηρέασε κλπ) του λογοτέχνη, που κρίνεται, και φυσικά απαλλαγμένης από κάθε ιδεοληψία, καθόσον "αποδεδειγμένα ιστορικά" η μόνη της συνέπεια είναι η ανικανότητα κρίσης.
         


O ΠΕΣΙΜΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (ΚΑΒΑΦΗΣ, ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, ΒΑΡΝΑΛΗΣ)

Σε κάθε γενιά γίνεται μια αναθεώρηση των αισθητικών αξιών και μια αναπροσαρμογή τους στο πνεύμα της εποχής. Αυτή τη σημασία μπορεί να δώσει κανείς στις συζητήσεις που έγιναν στην «Επιθεώρηση Τέχνης» απάνω στην ποίηση του Καβάφη, του Καρυωτάκη και του Βάρναλη.

Οι νέοι κριτικοί που πήραν μέρος σ’ αυτές τις συζητήσεις, φαίνεται να στηρίζουν τις αρχές τους σε μια ορισμένη κοινή φιλοσοφία. Μα οι διαφορές τους ίσια - ίσια παρουσιάζονται απάνω σ’ αυτές τις αρχές τους περισσότερο, στα κριτήρια και στον τρόπο της εφαρμογής τους, και λιγώτερο στις γνώμες τους για τους ίδιους τους ποιητές.

Όλοι τους αναγνωρίζουν, πως ένα πνεύμα απαισιοδοξίας εμπνέει σχεδόν όλόκληρο το έργο του Καβάφη και του Καρυωτάκη κ’ ένα μέρος από το έργο του Βάρναλη. Μα διαφωνούν ριζικά όταν καταπιάνονται να βρουν τις αιτίες και τους προσδιορισμούς αυτής της απαισιοδοξίας.

Δυο κύριες θέσεις χαρακτηρίζουν τη συζήτηση· η μια αναζητά όλα σχεδόν τα διαμορφωτικά αίτια του φαινομένου σ’ εξωτερικούς παράγοντες, στον άντικειμενικό κόσμο και στο κοινωνικό περίγυρο· η άλλη παραμελεί τους αντικειμενικούς παράγοντες και ξεκινώντας από την αντίληψη, πως η τέχνη είναι αυτόνομο φαινόμενο, στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά προς το υποκείμενο, προς την προσωπικότητα των ποιητών και την ατομική τους αίσθηση του κόσμου.

Στη διαμόρφωση της τέχνης του Καβάφη, πραγματικά οι συνθήκες της ατομικής του ζωής φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο, ενώ στους άλλους δυο οι έξωτερικοί παράγοντες που επιδρούν πάνω τους είναι πιο φανεροί. Βέβαια η σχέση άνάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο υπάρχει πάντα, μα και στο βαθμό και στο είδος της είναι διαφορετική κάθε φορά κ’ είναι έργο της κριτικής έρευνας να την προσδιορίσει.

Το φαινόμενο Καβάφη, όπως παρουσιάζεται στις αρχές του αιώνα, είναι ξεμοναχιασμένο κι απαρόμοιαστο μ’ όποιο άλλο, χωρίς φανερή συσχέτιση ούτε με την κατάσταση του κοινωνικού περίγυρου, όπου έζησε ο ποιητής, ούτε με τη γενικώτερη κατάσταση της Ελλάδας. Αυτό δείχνει τον είδικό χαρακτήρα του και τις ιδιαίτερες συνθήκες που το δημιουργούν και που έχουν σχέση περισσότερο με την ατομική ζωή του Καβάφη. Αντίθετα, στους άλλους δυο ο πεσσιμισμός παρουσιάζεται σε μια εποχή, που το ίδιο φαινόμενο είχε πάρει γενικό χαρακτήρα στην τέχνη και στη σκέψη του δυτικού κόσμου. Όλοι οι λαοί είχαν γνωρίσει έναν από τους πιο τρομαχτικούς ως τότε πολέμους και στο διάστημα αυτό του γενικού αλληλοσπαραγμού τού αστικού κόσμου η Ελλάδα είχε περάσει τρεις πολέμους που κράτησαν συνέχεια σχεδόν δέκα χρόνια και τέλειωσαν με τη μικρασιατική καταστροφή, μια από τις μεγαλύτερες της Ιστορίας της.

Την καταστροφική αυτή περίοδο την έζησε κι ο Καβάφης, μα η Τέχνη του κ’ η ποίησή του είχαν πια διαμορφωθεί κι όλη αυτή η εξωτερική αναταραχή δε φαίνεται να τον επηρέασε σε τίποτε.

Στους δυο άλλους οι έξωτερικές αυτές αναστατώσεις είχαν τη μεγαλύτερη έπίδραση. Από δω και πέρα γινόταν φανερό, πως άρχιζε μια μεταβατική εποχή. Ο παλιός κόσμος και τα ιδανικά του έχαναν την αξία τους κ’ ένας νέος κόσμος άρχιζε να γεννιέται, που η ηφαιστειακή έκρηξη της Ρωσσικής Επανάστασης τον έκανε φανερό. Αυτή η μετάβαση, αυτή η χρεωκοπία των αστικών αξιών καθρεφτίζεται μέσα στο έργο του Καρυωτάκη και του Βάρναλη.

Κ’ οι δυο τους είναι δυσαρεστημένοι και διαμαρτυρόμενοι, στρέφονται εχθρικά προς την τάξη τους, και για την ατομική θέση τους μέσα σ’ αυτή και για τη γενική κατάσταση της εποχής· βλέπουν τον ξεπεσμό του αστισμού και σαρκάζουν τα ψεύτικα κι υποκριτικά συνθήματά του. Κ’ οι δυο τους βλέπουν, πως οι τόσο επιδειχνόμενες αστικές αξίες ειναι καθαρός βερμπαλισμός. Κι ο Καβάφης, που από πολύν καιρό κι από προσωπική του πείρα έχει εμβαθύνει στις καταστάσεις και στις ψυχολογίες του ανθρώπινου ξεπεσμού, ξέρει πόσο τα διαφημιζόμενα στις περίστασες αυτές ηθικά αξιώματα είναι ήχηρές λέξες. Μα κ’ οι τρεις τους διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους και στις προθέσεις που τους κινούν και στους δρόμους που παίρνουν.

O Καρυωτάκης, ενώ καταγγέλλει καταστάσεις του αστισμού της εποχής του, που έπαιρνε τον κατήφορο, είναι ο ίδιος μια μορφή αυτού του ξεπεσμού, όπως κι ο Έλιοτ, λόγου χάρη, που στην ποίησή του δεν καταγγέλλει μόνο τον ξεπεσμό του αστικού κόσμου, παρά είναι ο ίδιος η έκφραση αυτού του ξεπεσμού. Ο Καρυωτάκης βλέπει να βασιλεύει γύρω του η αθλιότητα κ’ η ευτέλεια της ζωής, να επιβάλλονται και να κυβερνούν οι νικημένοι της Ασίας, κι αυτός κ’ οι συνομίληκοί του, «νέοι, σχεδόν παιδιά», νάναι βουλιαγμένοι, χαμένοι μέσα σε καταστάσεις –τέλματα. Είναι φανερό, πως η εχθρότητα προς το περίγυρό του και την άρχουσα τάξη είχε και προσωπικές αφορμές. Η υπαλληλική, η κοινωνική, η λογοτεχνική θέση του, παρουσιάζεται μειωμένη στα μάτια του. Η εξήγηση, πως κοντά στους έξωτερικούς λόγους ήταν κι ο προσβλημένος εγωισμός του που τον κινούοε, μια ανικανοποίητη κι απογοητεμένη φιλοδοξία, είναι πολύ βάσιμη και δικαιολογημένη. Αν δεν υπήρχε η μικροαστική δίψα γι’ ατομική δύναμη, για κοινωνικές αναγνωρίσεις και τιμές, αν δεν υπήρχε αυτή η φιλαυτία που του κατηγορούν κι αυτό το αίσθημα του άδικημένου και ταπεινωμένου που του δηλητηρίαζε τη ζωή, θα μπορούσε να βρεί διέξοδο και σωτηρία από τα συμπλέγματά του, θα μπορούσε να στραφεί προς υπερατομικά ενδιαφέροντα και προς ιδέες πέρα από το στενό ορίζοντα του εγωκεντρισμού του. Κ’ ίσια - ίσια, την εποχή αυτή, ύστερα από τους πρώτους πολέμους, ενώ ο παλιός κόσμος πάλευε με τις αδυναμίες του, άρχισε να πνέει και στον τόπο μας μια νέα πνοή ζωής, να γίνεται μια νέα ανασύνταξη στις κοινωνικές κ’ Ιστορικές δυνάμεις. Συγκροτημένο σε σύστημα, με νεανική ζωηράδα, για πρώτη φορά έμπαινε στην πολιτική κονίστρα το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, φέρνοντας μαζί του ένα κοσμογονικό νεφέλωμα. Ο Καρυωτάκης δεν το αγνοούσε, μάλιστα για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα δέχτηκε την επίδρασή του. Ο ποιητής Ιωσήφ Ραυτόπουλος, που ήταν καθημερινή παρέα του, λάβαινε μέρος σ’ αυτή την κίνηση και μίλαε γι’ αυτή συχνά και με πάθος. Μα οι βαθύτερες έγνοιες του Καρυωτάκη ήταν πιο πολύ ατομοκεντρικές· ο εγωισμός του τον οδηγούσε προς τη μισανθρωπία· στην ποίησή του ο άνθρωπος, η γυναίκα, παρουσιάζονται σαν κίνδυνος, η φύση είναι ο θάνατος που παραφυλάει. Η έσωτερική του ερημία τού σκεπάζει τον όρίζοντα, ώσπου ο νιχιλισμός του κ’ η θανατοφιλία, που μεγαλώνουν μέσα του σαν κακή αρρώστεια, τον έφεραν στην αυτοκτονία.

Ολότελα διαφορετική είναι η εξέλιξη του Βάρναλη. Κι αυτός εκείνη την εποχή δεν είναι ενθουσιασμένος, ούτε από την ατομική, ούτε από τη γενικώτερη κατάσταση. Ούτε η κοινωνική κ’ η επαγγελματική του θέση μπορούσε να τον ικανοποιεϊ, ούτε κ’ η πνευματική. Το έργο του κ’ η κοινή εκτίμηση σ’ αυτό δεν είχαν προχωρήσει όσο θα επιθυμούσε. Έμενε ένας ποιητής δεύτερης και τρίτης τάξης, με περιορισμένη προοπτική για το μέλλον του. Από την άλλη μεριά, ο τόπος ήταν βυθισμένος σ’ απέραντη αθλιότητα και δυστυχία. Ο Βάρναλης για κάμποσον καιρό, υπακούοντας περισσότερο στα ενστιχτά του, ευχαριστιέται να περιγράφει νατουραλιστικά καταστάσεις ανθρώπινης αθλιότητας, όπου άρχοντες κι αρχόμενοι έμπαιναν χωρίς διάκριση στο ίδιο καλάθι.

Κι ας μην πει κανένας, πως αυτή ήταν η πραγματικότητα κι αυτή δίνει η ποίηση του Βάρναλη. Και πριν από τη Ρωσσική Επανάσταση, μα πολύ περισσότερο ύστερα απ’ αυτήν, η βαθειά, η μεγάλη πραγματικότητα είναι πάντα αυτή που μεταπλάθει το σήμερα και ετοιμάζει το αύριο. Οι εικόνες του ξεπεσμού δεν είναι παρά οι παθητικές πλευρές της σημερινής ζωής, τ’ αρνητικά φανερώματά της κ’ η σκοτεινή όψη ενός κόσμου, που τον παρασέρνει ο ποταμός του χρόνου. Η άρνηση είναι ένα μέρος μόνο από την πραγματικότητα και ποτέ δε λείπει η θέση κ’ η δυναμική λειτουργία της. Μπορεί πάντα μια μερίδα από το λαό να παρουσιάζεται σ’ άδράνεια και καθυστέρηοη· αυτό δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ολόκληρο το λαό κι όλόκληρη την πραγματικότητα. Ποτέ η αδράνεια κι ο ανθρώπινος ξεπεσμός δεν είναι τα μοναδικά χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας· η ανελιχτική κίνηση που σπρώχνει προς τα μπρος κι αλλάζει την Ιστορία υπάρχει πάντα, μ’ όσο αργό ρυθμό κι αν λειτουργεί· και πάντα υπάρχουν τα δυναμικά στοιχεία κ’ οι καταστάσεις που προωθούν την Ιστορία. κι όλα αυτά μαζί συνθέτουν την πραγματικότητα στην κίνησή της, δηλαδή στην αληθινή της υπόσταση. Όπως και σήμερα, έτσι και στο διάστημα του μεσοπόλεμου, έτσι και στην Έπανάσταση του 21, δεν είναι η αδράνεια κ’ οι ξεπεσμένες καταστάσεις του λαού που δίνουν τον τόνο τους και κινούν την πραγματικότητα, παρά το αντίθετο. Οι «Σκλάβοι Πολιορκημένοι» του Βάρναλη κρατούν την αρνητική θέση, μα οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού εκφράζουν τη θετική πλευρά αυτής της πραγματικότητας. Ακόμα από τον τίτλο του έργου φανερώνεται η αντιθετική διάθεση του ποιητή ν’ αναιρέσει την άντίληψη, που εμπνέει το Σολωμό μπροστά στους αγωνιστές του Μεσολογγιού. O Σολωμός δίνει τους άγωνιζόμενους, με την αποδοχή όλων των θυσιών και την απόφαση του θανάτου, στην πιο υψηλή ηθική ανάταση. O Βάρναλης τους αφαιρεί το φωτοστέφανο και τους παρουσιάζει σε χαμηλή ανθρώπινη βαθμίδα. Ποιος βρίοκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα, ο εξιδανικευτής, Σολωμός, που ζωγραφίζει τις ηθικές καταστάσεις του αγώνα σ’ έξαρση ή ο νατουραλιστής που βλέπει μόνο τις ταπεινές πλευρές τους; Μα ο Βάρναλης θέτει μπροστά του άλλους σκοπούς, σατιρίζει· και για να χτυπήσει τον εξευτελισμένον αστισμό της εποχής του, δεν άφήνει τίποτε όρθό. Η σάτιρά του γκρεμίζει κ’ ισοπεδώνει. Στο στάδιο αυτό της ποίησής του, μα κι αργότερα, δίνει μια σειρά από ξεπεσμένες άνθρώπινες καταστάσεις, όπως ο Κωσταντής, οι Μοιραίοι, ο Καλός Λαός, ο Καλός πολίτης, το Πέρασμά σου, Ηρωας αθέλητος, το Όραμα κ.λ.π. Η ποίηση, η δραματική έκφραση μιας θολής ζωής, ο σαρκασμός που ξεσκίζει, η αδρότητα του στίχου, η τεχνική επιδεξιοσύνη, προσθέτουν μια νέα δύναμη στον ελληνικό ποιητικό λόγο και δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί η αισθητική άξία τους. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον Καρυωτάκη, που η εκφραστική δύναμη τής ποίησής του είναι μεγάλη και που κυριαρχεί απάνω στην αστική ποίηση, μαζί με τον Καβάφη, χρόνια και χρόνια στη σειρά.

Αν κριθεί ιδεολογικά η ποίηση του Βάρναλη, στην περίοδο αυτή ειναι αντιπολεμική κι αντιηρωική, ουτοπικά φιλειρηνική, όπως ήταν το πνεύμα της εποχής κι εδώ κι αλλού· ήταν αντίθετη με τη φιλοσοφία που ήθελε ν’ ακολουθήσει και που στηρίζεται ίσια - ίσια στην ηρωική ενέργεια για τη μετάπλαση της ζωής. Μέσα στην πολεμική του κατά του παλιού κόσμου παραγνωρίζει και τη σημασία της Έθνικής Έπανάστασης, που την παρουσιάζει σαν έργο ανθρώπων που δουλεύουν περισσότερο στα ένστιχτά τους, παρά στην ελευθερία· κι αυτό ολότελα ενάντια με την ιδεολογία που πάει να εκφράσει. Μα και σ’ αυτό το σημείο απάνω, ο αριστερισμός της εποχής είχε προβάλει μια τέτοια αντίληψη. Ωστόσο, αμέσως ύστερα από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο Βάρναλης έζησε στο Παρίσι, όπου είχε σταλθεί για μετεκπαίδεψη. Εκεί είχε γνωρίσει τη σοσιαλιστική κίνηση της εποχής, που έδωσε στη σκέψη του ολότελα νέο προσανατολισμό. Όσο κι αν η ιδεολόγική του κατάρτιση φαίνεται λειψή, όμως στη συνείδηοή του ήταν καθαροί οι σκοποί που θ’ ακολουθούσε από δω και πέρα στο έργο του. Η αποστολή του θα ήταν κοινωνική κ’ η τέχνη του ένα όργανο πολέμου κατά του αστισμού σ’ όλα του τα φανερώματα. Το πνεύμα του, δηκτικό από φυσικού του, στράφηκε μ’ όλη του τη δύναμη κατά των αστικών συμβόλων. Η διαβρωτική σάτιρά του γελοιοποίησε και διαπόμπεψε όλα τα καθιερωμένα αστικά είδωλα σαν άδειες φιγούρες. Σ’ αυτή την πολεμική του τύχαινε να πάρει κάτω από τα χτυπήματά του και τα χλωρά με τα ξερά. Μα η καταλυτική ενέργεια της ποίησής του εύρισκε πλατειά απήχηση μέσα στην ιδεολογική πρωτοπορία του λαού κ’ έγινε σημαία της αμέσως από την άρχή. Το αρνητικό πνεύμα της ταίριαζε και με το γενικώτερο καταλυτικό πνεύμα της εποχής και με το ιδεολογικό επίπεδο, όπου βρισκόταν στην περίοδο αυτή το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα. Αν ο ποιητής ήταν ώριμος σαν τεχνίτης κ’ ικανός όσο λίγοι, ιδεολολογικά ήταν ανώριμος όσο κ’ η άλλη πρωτοπορία του τόπου του.

Κάποια γνώμη, στη συζήτηση των νέων κριτικών απάνω στο ζήτημα, αρνήθηκε αυτή την αντίληψη, μα είναι η μόνη λογική έξήγηση στο φαινόμενο· έπειτα κ’ η πιο χοντροκομμένη ιστορικοκοινωνική γνώση αυτής της εποχής την έπιβεβαιώνει. Φυσικά, το έργο του Βάρναλη πάει πιο πέρα από την άρνηση, στις θετικές και καταφατικές καταστάσεις, εκεί όπου εκφράζεται καθαρά το πιστεύω του, όπως λ. χ. στο τραγούδι της «Λευτεριάς», στον «Οδηγητή» (το τραγούδι αυτό δεν υπάρχει στο «Φως που καίει» στην πρώτη του έκδοση και μπήκε πολλά χρόνια άργότερα στη δεύτερη εκδοση), στο «Τραγούδι της Νιότης», στο «Ένας - Όλοι», που ενώνει όλες τις ιδιότητες της ποίησης του Βάρναλη, ακόμα στον «Ιούδα» που τον εμπνέει καταλυτική οργή κ’ επαναστατικό πνεύμα, καθώς και στο άλλο έργο του, όπως και στα χρονογραφήματά του τα καθημερινά που συνεχίζονται τώρα χρόνια και χρόνια. Μα πάντα το ρεαλιστικό πνεύμα του ξαναγυρνάει μ’ ιδιαίτερη διάθεση στη σάτιρα, στην πολεμική, στις αρνητικές καταστάσεις, που δίνει αδιάκοπα κι άφθονα η αστική ζωή. Η σάτιρα, το αναγέλασμα, η σαρκαστική οργή, η αγανάχτηση που διαπομπεύει, είναι οι μορφές της έκφρασης, οι πιο ταιριαχτές για τον κόσμο που μας κυβερνάει και για τη ντροπιασμένη αυτή εποχή που περνάει ο τόπος μας.

Μα η ποίηση αυτή με την καταλυτική ένέργεια μπορεί να καταταχτεί κοινωνικά στη σειρά εκείνης της τέχνης, που εκφράζοντας απαισιόδοξες αντιλήψεις κι άθλιες καταστάσεις από την αστική ζωή φανερώνει τη δική της ηθική υγεία. O Μωπασσάν, λόγου χάρη, παρουσιάζοντας σε πολλά έργα του καταστάσεις ηθικής αθλιότητας κι ανθρώπινου ξεπεσμού, καταδικάζει τις συνθήκες της αστικής ζωής και την τάξη που τις δημιουργεί και στέκεται μπροστά της κριτής και κατήγορος. Ο Ζολά κάνει το ίδιο. Ο Τολστόη ρίχνει τους κεραυνούς του ενάντια στην τάξη του και την τσαρική Ρωσσία κι ο λόγος του έχει τη διαβρωτική εκείνη ενέργεια, που μαζί με τις άλλες καταλυτικές δυνάμεις θα σαρώσει γρήγορα αυτόν το χαλασμένο κόσμο.

Πολύ πιο περίπλοκες είναι οι κοινωνικές συσχετίσεις για την ποίηση τού
Καβάφη κι η τοποθέτησή του μέσα στο κοινωνικό του περίγυρο. Η αντίληψη, πως στην ποίησή του φανερώνεται η παρακμή της τάξης του, δε φαίνεται, για την εποχή που διαμορφώνεται η σκέψη κ’ η τέχνη του, να παρουσιάζει δικαιολογημένα στηρίγματα. Ούτε η παροικία της Αίγύπτου, ούτε ο αστισμός στην άλλη Ελλάδα δείχνουν φανερά σημάδια παρακμής κοντά στις άρχές του εικοστού αιώνα. Ίσια - ίσια, τότε ο ελληνικός άστισμός βρίσκεται στο δρόμο της ανόδου και πάει να βγει από την προηγούμενη καθυστέρησή του. Όλες οι δραστηριότητές του βρίσκονται σε κίνηση κι αρχίζει η ζωηρή οικονομική του ανάπτυξη. 

Μα λένε, πως ο ελληνισμός της Αιγύπτου, που πριν άνθιζε οικονομικά, στην εποχή του Καβάφη είχε αρχίσει να ξεπέφτει, κι αυτός ο ξεπεσμός καθρεφτίζεται μέσα στην ποίησή του. Ακόμα κι αν αυτό αλήθευε σ’ ένα βαθμό, ο Καβάφης ήταν κλεισμένος μέσα στα δικά του πάθη σαν ο σκίουρος στο περιστρεφόμενο κλουβί του κ’ οι περιπέτειες του συνόλου δεν μπορούσαν να τον άγγίξουν σοβαρά μέσα στην ηθική του απομόνωση. Εκείνο που είναι φανερό για την εποχή αυτή του αιγυπτιακού ελληνισμού, είναι πως παρουσίαζε εξαιρετική πνευματική δραστηριότητα και πως ειχε γίνει ένα νέο κέντρο ελληνικού πολιτισμού με ζωηρή ακτινοβολία. Ο Καβάφης ήταν η κυριώτερη φυσιογνωμία μέσα σ’ αυτή την πνευματική ζωή. Μα κι από την ιστορία γνωρίζουμε παραδείγματα να συνεχίζει η τέχνη την προκοπή της μέσα σε μια κοινωνία που άρχισε να ξεπέφτει. Το Βυζάντιο ήταν στο τέλος του όταν η βυζαντινή τέχνη άρχισε να δείχνει μια νέα άνθιση· κ’ η βενετσάνικη τέχνη εξακολουθούσε v’ ακμάζει τον καιρό που η πολιτεία, από εκατό χρόνια και πρωτύτερα ακόμη, είχε αρχίσει να μπαίνει στην πολιτική κ’ οικονομική της παρακμή. Οι προϋπάρχουσες καταστάσεις, παραδόσεις, καλλιτεχνικές ανάγκες, πνευματική ζωή, δημιουργούν συνήθειες που συνεχίζουν τη ζωή τους είναι μια αποχτημένη φόρα που βαστάει κάμποσον καιρό, ώσπου μαζί με τις παλιές συνήθειες να σπάσει από τις νέες καταστάσεις που δημιουργήθηκαν. Αυτό το πνεύμα της συνέχειας στηρίζει την τέχνη για κάμποσον καιρό στις περίοδες της μετάβασης και των κοινωνικών μεταβολών. Το ίδιο πνεύμα της συνέχειας μπορεί να κάμει νέες κοινωνίες, που βγήκαν από μια επανάσταση, ν’ ακολουθούν στην τέχνη για κάμποσον καιρό τις τελευταίες χαλασμένες μορφές του παλιού κόσμου, όπως, λόγου χάρη, παρατηρήθηκε στη Ρωσσική Έπανάσταση στην αρχή της.

Η οικονομική ζωή κι ο ξεπεσμός μιας κοινωνίας μπορεί να μην έχει άμεσο αντίχτυπο στην τέχνη και στην πνευματική ζωή ή κι αντίθετα, το πνεύμα της παρακμής να παρουσιάζεται πρώτα σ’ αυτόν τον τομέα του πολιτισμού. Όπως συμβαίνει σήμερα, λόγου χάρη, κι όπως παρατηρήθηκε στην παρακμή του αρχαίου ελληνικού ρωμαϊκού πολιτισμού. Όπως κι αν είναι, ακόμα κι αν είχε αρχίσει πραγματικά ο αιγυπτιακός αλληνισμός να ξεπέφτει οικονομικά την αποχή του Καβάφη, αυτό δε φαίνεται στις πνευματικές του επιδόσεις, που παρουσιάζονται σ’ άνοδο. Σ’ αυτό ακολουθεί την άνοδο της πνευματικής ζωής και στην άλλη Ελλάδα· μα ύστερα από τους πρώτους πολέμους η αστική τάξη της Αιγύπτου ακολούθησε κι αυτή βέβαια το γενικό κατήφορο του άλλου ελλαδικού και του παγκόσμιου αστισμού.

Αν κάποιος οικονομικός παράγοντας επηρέαζε τον Καβάφη, ήταν η ίδια του η κατάσταση. Η οικογένειά του, που αυτός την έβλεπε σαν παλιά εμπορική αριστοκρατία, είχε ξεπέσει οικονομικά πριν από πολύν καιρό, κι αυτό θα του έδινε κάποιο αίσθημα ξεπεσμού στη νεότητά του· έμπαινε στη ζωή σαν άνθρωπος της ανάγκης που έπρεπε να εργαστεί. Του χρειαζόταν γι’ αυτό η κοινωιική ύπόληψη κ' η εκτίμηση της τάξης του που ανάμεσά της θα ζούσε. Μα τα πάθη του, κοινωνικά καταδικασμένα, τον απομόνωναν από το σύνολο· ο φόβος του να εκτεθεί για τις ανομολόγητες κλίσεις του, τον έκαναν όλη σχεδόν τη ζωή του να κρύβεται από τα μάτια του δικού του κόσμου. Σ’ όλη του τη νεότητα υπόφερνε από τη δυστυχισμένη συνείδησή του κι από μια σειρά ηθικές κρίσεις. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του βρίσκεται μπροστά στην τάξη του σε θέση άμυνας· η αυθεντία της του επιβάλλεται κ' οι ηθικές αρχές της ενεργούν καταθλιπτικά και δραματικά στη συνείδησή του· δεν έχει το θάρρος να δείξει την αντίθεσή του μαζί της· βρίσκεται ηθικά και κοινωνικά σ’ απόλυτη εξάρτηση από την τάξη του. Έχει το αίσθημα της αξιοπρέπειας της τάξης του και δεν τολμά νάρθει σε σύγκρουση μαζί της και με τον ηθικό της κώδικα. Όπως το λέει κι ο ίδιος, ο αστικός κόσμος τής Αιγύπτου ήταν αυστηρών ηθών. Συχνά στη νεότητά του αγωνίζεται να κρατηθεί στον κατήφορο, όπου τον έσερναν οι διαστρεμμένες του συνήθειες και κρύβει με μεγάλη έγνοια τις πληγές του. Έως τα γεράματά του αισθάνεται απάνω του το αυστηρό βλέμμα των θεών της τάξης του, νοιώθει νάναι υπόλογος μπροστά της. Η τέχνη ειναι η καταφυγή κ' η λύτρωσή του. Μ’ αυτή ζητάει την κοινωνική του αποκατάσταση και να κερδίσει την υπόληψη των όμοιων του. Μα στην τέχνη του ικανοποιεί και τα πάθη του μετατοπίζοντάς τα στην ιστορία, σ’ έναν κόσμο και σε μια εποχή γενικού ηθικού ξεπεσμού, όπου όλες οι έκτροπές του εύρισκαν τη δικαίωσή τους. Ήταν αυτό μια από τις παρηγορικές μέθοδες που χρησιμοποιούσε για ν’ άναπαύει τη συνείδησή του. Ο Καβάφης δεν ήταν ενάντια στην τάξη του. Πολύ αργότερα, στα γεράματά του, όταν θάρθει η κοινωνική αναγνώριση κ' η δόξα, όταν τις διαστροφές του θα θελήσει να τις αναδείξει σαν τη μούσα του που διαμόρφωσε την τέχνη του, μόνο τότε θ’ απαλλαχτεί από την επιβολή της τάξης του. Τότε θ’ αποχτήσει το θάρρος της γνώμης του, θα πάψει νάναι ο κρινόμενος και θα τολμήσει να γίνει κριτής, θα προβάλει τη δική του αυθεντία μπροστά στην κοινωνική. Θα μιλήσει τότε μ’ έπαρση για τη ζωή του, για «τις ανόητες μεταμέλειές του» απάνω στις πράξεις του, θα ηρωοποιήσει τις ανώμαλες έπιδόσεις του και θα χαρακτηρίσει τον εαυτό του και τους όμοιους του «ανδρείους τής ήδονής». Ό,τι παλιά έκρυβε με προσοχή, το μεταμφίεζε και το μετατόπιζε σ’ άλλους καιρούς και σ’ άλλα πρόσωπα, τώρα θα το επιδείξει κυνικά και θα το δικαιώσει. Μα η ποίησή του έχει πια από καιρό ξοφλήσει. Το δράμα του την έθρεψε κι όχι το πάθος του. Έως αυτή την τελευταία περίοδο παρουσιάζεται συμμαζεμμένος στο ήθος, σχεδόν σεμνός, έχει τη συστολή του υποδίκου και του ενόχου. Ο αγώνας του με το δαίμονά του δίνει στην ποίησή του τις έννοιές της, πέρα από κει στερεύει. 

Τον Καβάφη όλη τη ζωή του τον παιδεύει το ηθικό πρόβλημα, το πρόβλημά του. Όλη τη ζωή του παλεύει με τις κακές κλίσεις του. Ο αγώνας του να κρατηθεί στον κατήφορό του εμπνέει στην ποίησή του διάφορες είκόνες ζωής που ειναι ήθικές καταστάσεις, λίγες φορές θετικές και πάντα άρνητικές, με λίγες ηθικές νίκες και πάντα με ηθικές ήττες. Είναι ένας ποιητής μοραλίστας, κάνει διάφορους ηθικούς συλλογισμούς, γράφει υποθήκες «εις εαυτόν», που μένουν πάντα στο χαρτί. Παρουσιάζεται γι’ αυτό πολλές φορές σαν ένας διδαχτικός ποιητής. Στα χρόνια της νεότητάς του, μέσα από την άβυσσό του, συχνά κάνει επίκληση στους αγαθούς αγγέλους του, στην ηθική του συνείδηση, όσο μιλάει ακόμα μέσα του. Μα η κόλασή του τον τραβάει ακατανίκητα· ανώφελος τού είναι ο θαυμασμός που εκφράζει κάποτε για τους ηθικά ακέραιους, χωρίς αποτέλεσμα οι νοσταλγίες για την ψυχική υγεία αυτών που άκολουθούν το δρόμο της τιμής και της πεποίθησής τους. Όμως ο Καβάφης μελετώντας την άβυσσό του, ανακαλύπτει μια καθολική έννοια, που σκεπάζει μεγάλα κομμάτια της ανθρώπινης ζωής και της ιστορίας, την έννοια και το αισθημα του ξεπεσμού, της ιστορικής παρακμής, του δραματικού κατήφορου που παίρνουν πολλές φορές τ’ άτομα κ’ οι λαοί, καταστάσεις ηθικές που χαρακτηρίζουν ολόκληρες εποχές. Από την άποψη αυτή ο κόσμος των γραικύλων του Καβάφη παρουσιάζεται σήμερα σα μια πρόδρομη έκφραση του σημερινού, προαναγγέλλει καταστάσεις και ψυχολογίες του σημερινού ξεπεσμένου άστικού κόσμου. Πολλά απ’ αυτά τα ποιήματα είναι σύμβολα για τη σημερινή κατάντια της Ελλάδας. Σήμερα η Ελλάδα επαναλαβαίνει την παλιά ξεπεσμένη Ελλάδα· μα και κάθε χώρα στον ξεπεσμό της, επαναλαβαίνει την Έλλάδα των γραικύλων. Αυτού βρίσκεται το καθολικό στοιχείο στην ποίηση του Καβάφη.

Τις καταστάσεις του ξεπεσμού ο Καβάφης τις γνώρισε πρώτα από την πείρα της δικής του ζωής, κ’ ύστερα τις τοποθέτησε στην ιστορία, όπου βρήκαν τη γενίκεψή τους. Ενώ για τον Καρυωτάκη και το Βάρναλη οι καταστάσεις αυτές ήταν γνώρα του καιρού τους. Η αρρώστεια βέβαια του Καβάφη έχει κοινωνική καταγωγή. Η ομοφυλοφιλία είναι πολύ διαδομένη στις χώρες της Άνατολής κ’ έχει αρχαία παράδοση. Μα κοινωνικοί είναι κ’ οι λόγοι που κινούν τις αντιδράσεις του, τις σκέψεις του και τα προβλήματά του. Οι κοινωνικές θεότητες τού επιβάλλουν τιμωρίες, κρίσεις, δραματικές συγκρούσεις με τον εαυτό του, του υποβάλλουν τα αισθήματα, τις εικόνες ζωής, τιμημένης ή ντροπιασμένης, δημιουργούν τον κόσμο της τέχνης του.

Το ξεχώρισμα, που προβάλλεται κάπου στη συζήτηση, ανάμεσα στην τέχνη που εκφράζει την παρακμή μιας τάξης κ’ εκείνη που εκφράζει την παρακμή ενός κόσμου, δεν έχει καμιά βάση στην πραγματικότητα. Η μια περίπτωση δεν αποκλείει την άλλη, όπως άποδείχνεται κι από την ιστορία κι από τη ζωή. Μπορεί ένα άτομο νάναι άρρωστο κ’ η τάξη του γερή, και μέσα στην ίδια κοινωνία μπορεί η μια τάξη νάναι άρρωστη κ’ η άλλη γερή. Ένας τεχνίτης μ’ άρρωστη συνείδηση μπορεί να προβάλει την αρρώστεια του σαν κατάσταση της ίδιας της ζωής. Όπως και μια τάξη και μια έποχή μπορεί να προβάλει την παρακμή της στην εικόνα του κόσμου. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, για τον κόσμο που μπαίνει στο σούρουπο όλη η ζωή σκοτεινιάζει, άτομα και τάξεις γενικεύουν την κατάστασή τους και την παρουσιάζουν σαν το φυσικό χαρακτήρα της ζωής. Μα όσο πλατύτερη ανταπόκριση βρίσκει μέσα σε μια κοινωνία αυτή η σκοτεινιασμένη παράσταση της ζωής, φυσικά τόσο περισσότερο ανταποκρίνεται προς την κατάστασή της κ’ είναι η έκφρασή της. Το πως ο Καβάφης κι ο Καρυωτάκης γνώρισαν τη μεγαλύτερη διάδοση ύστερα από τους πρώτους πολέμους, αυτό είναι χαρακτηριστικό μιας γενικώτερης κοινωνικής κατάστασης. Και σήμερα, η αστική ποίηση εξακολουθεί νάναι πεσσιμιστική και να μιλάει τη γλώσσα του Καβάφη και του Καρυωτάκη.

O Τολστόη κάνει κάπου την παρατήρηση, πως στα έργα του Ντοστογιέφσκη υπάρχουν πολλοί επιληπτικοί κι άρρωστες ψυχές. Στην άρρωστη ιδιοσυγκρασία του Ντοστογιέφσκη παρουσιάζεται άρρωστο ολόκληρο το δραμα της ζωής. Μα αυτό βρίσκει πλατειά απήχηση μέσα στην αστική τάξη, γιατί η αγωνία που γνώρισε ο Ντοστογιέφσκη με την καταδίκη του σε θάνατο και την παραλίγο εκτέλεσή του, με την εξορία ύστερα και τη φυλακή, ανταποκρίνεται με την αγωνία της ζωής μέσα στην τσαρική Ρωσσία και γενικά με τις αγωνιώδικες καταστάσεις που αφθονούν πάντα μέσα στην αστική ζωή. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την απαισιοδοξία του Σοπενάουερ, λόγου χάρη. Η χαλασμένη χολή του και το κακό του στομάχι συντελούν βέβαια σ’ ένα βαθμό στη δύσθυμη διάθεση αυτού του απογοητεμένου καλοφαγά. Μα όπως παρατηρεί ο Λούκακτς, στην άπαισιοδοξία του αυτή εκφράζεται μια γενικότερη κατάσταση, φανερώνεται το καθυστερημένο πνεύμα του γερμανικού αστισμού, η χολερική αντίδραση προς το νέον κόσμο με την αίσια κοινωνικότητα που δημιούργησε η Γαλλική Επανάσταση. Η νέα προοπτική που άνοιγε μπροστά σ’ όλη την Εύρώπη από την επανάσταση αυτή αναστάτωνε τη δυσκίνητη κ’ έχθρική στους νεωτερισμούς παλιά Γερμανία. Γι’ αυτό κ’ η μεγάλη φήμη του Σοπενάουερ αρχίζει κύρια ύστερα από τα κοινωνικά κινήματα του 1848, που κατατρόμαξαν το συντηρητικό αστισμό όλης της Ευρώπης. Στα παραδείγματα αυτά είναι φανεροί οι έξωτερικοί λόγοι που επιδρούν στη σκέψη των δημιουργών. Μα για την απαισιοδοξία τού Λεοπάρντι, λόγου χάρη, θ’ άναζητήσουμε τις άφορμές περισσότερο στην ατομική του ζωή και στις ατομικές του καταστάσεις. Κ’ εδώ ο άρρωστος δημιουργός προβάλλει την αρρώστεια του σ’ όλη τη ζωή. Η σωματική του παραμόρφωση, η κλονισμένη υγεία του κ’ οι οικονομικές στενοχώριες του βαραίνουν περισσότερο στον καθορισμό της σκέψης και της ποίησής του από την άστασία της έποχής κι από το ρομαντισμό που είχε αρχίσει τότε να καταχτάει την εύρωπαϊκή τέχνη.

O σημερινός αστικός κόσμος, που σα σύνολο παρουσιάζεται ξεπεσμένος στην ιστορική και κοινωνική άξία του, με τους τεχνίτες και τους φιλοσόφους του δίνει στον ξεπεσμό του γενικό χαρακτήρα και τον παρουσιάζει σα χαρακτήρα της ζωής και του κόσμου. Η αγωνία, λόγου χάρη, που εκφράζει σήμερα η υπαρξιστική φιλοσοφία, με την τόσο μεγάλη διάδοσή της μέσα στην αστική διανόηση, παρουσιάζεται σα γενική έννοια της ζωής και σαν οντολογική κατάσταση του άνθρώπου. κι όλα τα μεγάλα πεσσιμιστικά ρεύματα, που διαπερνούν τη σημερινή αστική σκέψη, εκφράζουν καταστάσεις και ψυχολογίες ενός εξαντλημένου κόσμου, του αστικού. Κι όμως παρουσιάζονται σαν ερμηνεία γενική της ζωής.

Η σημερινή λογοτεχνία της Αμερικής είναι η πιο απαισιόδοξη του κόσμου, την ώρα που η χώρα αυτή φαίνεται να βρίσκεται στη μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική δύναμή της. Όμως η άπαισιοδοξία αυτή είναι ένα φαινόμενο συλλογικό μέσα στην αμερικάνικη λογοτεχνία κ’ έχει γι’ αυτό γενική σημασία, εκφράζει μια γενική κατάσταση. Με τις εντυπώσεις, τα συναισθήματα και τις εικόνες ενός χαλασμένου κόσμου, που δίνει αυτή η λογοτεχνία, εκφράζει το άγχος μιας ζωής, όπου το χρήμα, μάστιγα και μαρτύριο του άνθρώπου, κινεί τα πάντα με δαιμονικό ρυθμό κι είναι ο νομοθέτης και κριτής όλων των αξιών. Η λογοτεχνία αυτή είναι μια κριτική της αστικής ζωής, που από μιαν άποψη συνεχίζει την παθητική κριτική που άρχισε ο ρεαλισμός του 19ου αίώνα. Αν ο αστικός κόσμος ζωγραφίζεται τώρα με πολύ πιο μαύρα χρώματα, είναι γιατί χειροτέρεψε πολύ από τότε. Μα η απαισιοδοξία αυτή συχνά γενικεύεται και πάει να χαρακτηρίσει στο σύνολό τους και για πάντα τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις, που τις βλέπει να κυριαρχούνται από τα πρωτόγονα ένστιχτα κι από την ανθρώπινη αγριότητα, έτοιμη να ξεσπάσει σε κάθε ατιγμή. Όλα αυτά εκφράζουν μια κρυμμένη αίσθηση, φανερώνουν ίσως προαιοθήματα και φόβους των λογίων για κάποιαν ερχόμενη καταστροφή.

-----------------------------


Από τις σύντομες αυτές παρατηρήσεις, απάνω στο φαινόμενο του πεσσιμισμού στην τέχνη, φανερώνονται ίσως αρκετά οι ποικίλες αφορμές που μπορούν να το προκαλέσουν κι οι πολλές και διάφορες συσχετίσεις ανάμεσα στους υποκειμενικούς κι αντικειμενικούς παράγοντες που μπορούν να το εξηγήσουν. Και πάλι είναι πολύ να πει κανένας, πως μ’ όποια μελέτη απάνω στα προβλήματα που του παρουσιάζονται μπορεί να τ’ αναλύσει σ’ όλο τους το πλάτος και στη σύνθεσή τους. Αυτό θα ήταν ουτοπία. Σαν όλα τα φαινόμενα της ζωής, και τα πνευματικά φαινόμενα είναι ανεξάντλητα στον πλούτο τους κ’ η γνώση άπειρη. Μα στηριζόμαστε σε μια φιλοσοφία, που μας δίνει μερικούς νόμους και μια γόνιμη μέθοδο. Μ’ όλες τις σοβαρές ανεπάρκειες που παρουσιάζουμε και στη γνώση αυτής της φιλοσοφίας και στη χρησιμοποίηση των μεθόδων της, όμως τα ιστορικοκοινωνικά και τ’ άλλα κριτήρια που αντλούμε απ’ αυτή, καθώς κ’ οι προσδιορισμοί, τάξη, ταξική συνείδηση, κεφαλαιοκρατία, ακμή, παρακμή κ.τ.λ., μας δίνουν σταθερούς προσανατολισμούς κ’ έπιστημονικές βάσεις, για να προσδιορίσουμε τα φαινόμενα στις κύριες γραμμές τους, τουλάχιστο, και στα γενικά τους πλαίσια και να καθορίσουμε μερικούς από τους νόμους που ακολουθούν. Αλλιώς πέφτουμε στις προσωπικές εντυπώσεις και στ’ αύτοσχεδιάσματα, στο χάος του υποκειμενισμού. Βέβαια μπορεί να μας κατηγορήσουν, πως η συστηματική προσκόλλησή μας σ’ αυτές που ονομάζουμε πρωτοποριακές κοινωνικές δυνάμεις και γενικά οι ταξικοί προσδιορισμοί, που δίνουμε στα πνευματικά και σ’ όλα τ’ άλλα ιστορικοκοινωνικά φαινόμενα, δείχνουν μια προκατάληψη, μια στάση απριοριστική κι όχι αμερόληπτη κ’ επιστημονική για την κριτική μας. Μπορούν μάλιστα να μας καταγγείλουν σαν πνεύματα στενά κι όχι ελεύθερα, να μας ονομάσουν στρατευμένους, όπως το κάνουν κιόλας με το παραπάνω. Μπορούν να μας κατηγορήσουν, πως την ώρα που απαρνιούμαστε στις κριτικές μας την ατομική υποκειμενικότητα, πέφτουμε από την άλλη μεριά στην ταξική υποκειμενικότητα. Μα αυτού ίσια - ίσια βρίσκεται για μας το νέο φως που οδηγεί την κρίση μας και μας φανερώνει τη βαθύτερη αλήθεια των πραγμάτων. Η ταξική μας υποκειμενικότητα είναι η τελειότερη απόδοση της άντικειμενικότητας. Βλέποντας τα πράγματα της ιστορικής ζωής από την ταξική πλευρά της εργατικής πρωτοπορίας. τα βλέπουμε από τη θέση της αντικειμενικής πορείας του κόσμου· τα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης κ’ οι αντιλήψεις που πηγάζουν απ’ αυτά δε βρίσκονται σ’ αντίθεση με τα γενικώτερα κι ανώτερα ανθρώπινα συμφέροντα, παρά συμπέφτουν μ’ αυτά, συμπέφτουν με την προαγωγή όλων των ανθρώπινων αξιών, με την ανθρώπινη άνοδο σε τελειότερες καταστάσεις. Η σκοπιά μας αυτή είναι η σκοπιά της καθολικότητας. Κανένα έργο ξεμοναχιασμένο απ’ αυτές τις αξίες δεν έχει τη ζωτική δύναμη που θα το κρατήσει στη ζωή και θα το κάμει κληρονομιά των ανθρώπων στους μελλούμενους καιρούς. Γι’ αυτό η σοσιαλιστική κριτική την αισθητική αξία του έργου τέχνης την εξετάζει σε συσχετισμό με την ιδεολογική του αξία και μ’ όλες τις ανθρώπινες αξίες που μπορεί να κλείνει μέσα του, με την ενέργεια που μπορεί νάχει στ’ ανθρώπινα και στη διαμόρφωσή τους, με τις ανταποκρίσεις του με το αύριο και τα μόνιμα ανθρώπινα συμφέροντα. Η κριτική, που θ’ αγνοήσει σήμερα το πνεύμα των καιρών αυτών και θα παραβλέψει ή θα υποτιμήσει τα αιτήματα που προβάλλει η σημερινή ιστορία, είναι νεκρή από γεννητού της, είναι μια κριτική άγονη και χωρίς πυξίδα, καταδικασμένη να πνιγεί μέσα στον αστικό υποκειμενισμό, στον ιδεαλιστικό βερμπαλισμό, ή στη φορμαλιστική τεχνολογία την άδεια από κάθε περιεχόμενο. 

Στη συζήτηση των νέων κριτικών που μας απασχολεί, μπορεί να παρατηρήσει κανένας μια υπερβολή προς τ’ αριστερά, με τη στενή προσήλωση στους ταξικούς προσδιορισμούς και μια άλλη προς τα δεξιά, με το ουσιαστικό παραμέρισμα των ταξικών προσδιορισμών. Αν στην πρώτη περίπτωση φανερώνεται ένας αλύγιστος κι άτυχος χειρισμός στη σοσιαλιστική μέθοδο, στη δεύτερη περίπτωση παρουσιάζονται βαθύτερες ιδεολογικές εκτροπές. Επειδή δεν πετυχαίνουμε πάντα να χρησιμοποιήσουμε σωστά τη σοσιαλιστική μέθοδο στην κριτική μας, αυτό δεν θα πει πως πρέπει και να παρατήσουμε ολότελα τα σοσιαλιστικά κριτήρια. Οι χαρακτηρισμοί, τάξη, ταξική συνείδηση, κοινωνική συνείδηση, κεφαλαιοκρατία κ.τ.λ., εκφράζουν πραγματικότητες και καθοριστικές καταστάσεις, που εξηγούν πολλά φαινόμενα και τα κατατάσσουν σ’ επιστημονικές κατηγορίες. Στη συσχέτισή τους αποκαλύπτονται κάποιες νομοτέλειες. Επειδή είναι σύνθετα και δυσκολοανάλυτα τα αίτια που επηρεάζουν και διαμορφώνουν τη συνείδηση του τεχνίτη, δεν μπορούμε ν’ αρνηθο0με και τις δυνατότητες σ’ ένα βαθμό αυτής της ανάλυσης, να παραβλέψουμε ποια κοινωνική συνείδηση αντιπροσωπεύει κι που η λύση του θάναι κάθε φορά διαφωτιστική για ολόκληρη τη δημιουργία του. Έχει μεγάλη σημασία για την όλη κατάταξη κι αξιολόγηση του έργου τέχνης να εξακριβώνεται κάθε φορά ποια ειναι η κοινωνική συνείδηση που καθρεφτίζεται μέσα σ’ αυτό, ποιες τάσεις αντιπροσωπεύει κ’ εκφράζει, ποια ιδεολογικά ρεύματα το επηρεάζουν και ποια είναι η καθολική ανθρώπινη προσφορά του. η κοινωνική συνείδηση του τεχνίτη, αν δεν επηρεάζεται άμεσα από την οικονομική και κοινωνική του θέση, πάντα κατά κάποιον τρόπο βρίσκεται σ’ ανταπόκριση κοντινή ή απόμακρη με τον παραγωγικό μηχανισμό και τις σχέσεις που αυτός δημιουργεί ανάμεσα στα κοινωνικά μέλη. Η συνείδηση του δημιουργού, όσο κι αν είναι αθέλητά του, δέχεται τον αντίχτυπο από τον οικονομικό μηχανισμό, που μέσα του περιπλέκονται και κινούνται όλα τα μέλη της κοινωνίας. «Οι τρόποι παραγωγής των υλικών αγαθών καθορίζουν γενικά την κοινωνική, πολιτική και διανοητική ανέλιξη της ζωής». Όπως η κοινωνία, και το άτομο διαμορφώνεται μέσα σ’ αυτές τις σχέσεις, διαφοροποιείται και κατατάσσεται. Όσο κι αν οι αρχές αυτές είναι γνωστές κι είναι ένας κοινοτοπισμός που επαναλαβαίνεται κάθε τόσο από σοφούς κι άσοφους, όμως πρέπει να λέγονται και να ξαναλέγονται κάθε φορά που μπερδεύονται τα πράγματα. Μια ζωή διανοουμένων που περνούν παράμερα και στ’ απάνεμα, μακρυά από τις μπόρες και τους αγώνες της ζωής, δημιουργεί άλλη ψυχολογία και διαφορετική κοινωνική συνείδηση από κείνους που ανεμοδέρνονται και δεν ξέρουν τι θα τους τύχει την άλλη στιγμή. Όσοι κατά κάποιον τρόπο ανήκουν οικονομικά στις παρασιτικές τάξεις, ή ζουν μέσα στην τροχιά τους, αντιπροσωπεύουν κ’ εκφράζουν διαφορετική κοινωνική συνείδηση από τους χερομάχους, λόγου χάρη, κι από τους ανθρώπους της ανάγκης και της βιοπάλης. Ακόμα μπορούν να βρεθούν σε διαφορά και με την ίδια την ταξική καταγωγή τους και να συγγενεύουν περισσότερο με τις άρχουσες τάξεις και μ’ αυτές που ζουν στους εκμεταλλευτικούς κύκλους της οικονομικής ζωής. Όλοι οι εργάτες δε διατηρούν την ιδεολογία τους όταν ανεβούν στους αριστοκρατικούς εργατικούς κύκλους και συνδέσουν τα συμφέροντά τους με τα συμφέροντα των εργοδοτών. Οι εργατοπατέρες όλων των αστικών χωρών συχνά παίζουν ύποπτο ρόλο στις σχέσεις αυτές των δουλευτάδων με τους κυρίους τους. Μέσα απ’ αυτές τις παρασιτικές οικονομικές και κοινωνικές καταστάσεις βγαίνουν οι ξεμοναχιασμένοι τύποι των διανοουμένων, όλοι οι ξέχωροι, εγωκεντρικοί ή εξώκοσμοι τύποι, όλοι οι αριστοκρατίζοντες, που αντικρύζουν με περιφρόνηση και το λαό και την ίδια την αστική τάξη τους. Μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους παίρνουν θέση κι όλοι οι μικροαστοί που διψούν για κοινωνικές τιμές κι ωφελήματα κι όλοι όσοι με διάφορους τρόπους υπηρετούν τους άρχοντες και τους δυνατούς της ημέρας. Απ’ αυτούς τους φτωχούς διαβόλους, που βρίσκουν μια θέση στο τραπέζι των κυρίων, βγαίνουν καμιά φορά οι πιο λυσσασμένοι υπερασπιοτές τους κι αυτοί που τιμούν και δοξάζουν περισσότερο τους θυρεούς τους. Όλοι αυτοί οι τύποι, είτε πολεμούν καθαρά στις τάξεις του αστισμού, είτε ακατάδεχτοι κλείνονται στον εαυτό τους κι αδιαφορούν για τις τύχες των άλλων, αντιπροσωπεύουν μορφές και καταστάσεις από έναν αντίδρομο κόσμο. Ο Καρυωτάκης, λόγου χάρη, βρίσκεται σε πλέρια αντίθεση με τον αστικό κόσμο του καιροσ του κ’ η ποίησή του είναι μια καταγγελία και μια καταδίκη της αστικής ζωής, όμως ο νιχιλισμός του κ’ η θανατοφιλία του φέρνουν τη σφραγίδα της χρεωκοπίας αυτού του κόσμου κ’ εκφράζουν τ’ αδιέξοδά του. O Καβάφης μάς χαρίζει μια κορυφαία έκφραση για τους άνθρώπους που φυλάνε Θερμοπύλες, τους ταγμένους να υπερασπίζονται τις ανώτατες αξίες, ένα αιώνιο σύμβολο για την ως το θάνατο πίστη στο χρέος. Και με το «...il gran rifiulo» εκφράζει όλο το θαυμασμό του για τις δυνατές ψυχές που ακολουθούν το δρόμο της τιμής, όποιες συνέπειες κι αν έχει η πράξη τους αυτή, πάντα σύμφωνοι με τον έαυτό τους. Ο εσωτερικός διχασμός του κ’ η παντοτεινή ασυμφωνία με τον εαυτό του, η ταραγμένη πάντα συνείδησή του και το αίσθημα της αθλιότητάς του τον κάνουν να συλλάβει την αντίθετη κατάσταση, της ψυχικής υγείας και της αρρενωπής σταθερότητας, εκφράζοντας έτσι τον καημό του για καταστάσεις που ήταν άφταστες γι’ αυτόν και για τη χαλασμένη για πάντα ζωή του. Η δική του ηθική χρεωκοπία φέρνει στο νου του όχι μόνο τις όμοιες, παρά και τις αντίθετες καταστάσεις· κι απ’ αυτό το δρόμο φτάνει σε καθολικές απόψεις πέρα από τ’ ατομικά του παθήματα. Μα όπως και νάναι, ο Καβάφης κινιέται μέσα στο ρεύμα ενός χρεωκοπημένου κόσμου κ’ είναι ο ίδιος σημαδεμένος με τα στίγματα αυτής της χρεωκοπίας, κι όπως ο Καρυωτάκης, δε βγαίνει κι αυτός καθόλου παραέξω απ’ αυτόν τον μοιραίο κύκλο. Κάθε έποχή εχει τη θετική και την αρνητική της όψη. Αυτοί εκφράζουν τη φθαρμένη όψη της εποχής τους κι ο καθένας τους παραδέρνει μέσα στο λάκκο του με τα φίδια.

Έτσι πολλοί μπορούν να μhν ταυτίζονται με την τάξη τους. Αυτό δε διαψεύδει τον κανόνα. Η αρχή, πως οι συνθήκες της ζωής καθορίζουν με διάφορους τρόπους τη συνείδηση και τις συνειδησιακές καταστάσεις του ανθρώπου έχει πάντα την αξία της κ’ είναι γόνιμη σαν κριτήριο για τα διάφορα φαινόμενα. Μεταβάλλοντας τις συνθήκες της ζωής, τις οικονομικές και κοινωνικές, τα μεταβάλλουμε όλα, νοοτροπίες, συνείδησες, χαρακτήρες, προσωπικότητες, καταστάσεις.

Φυσικά και το πρόβλημα του καθορισμού της κοινωνικής συνείδησης δεν είναι απλό. Η ιστορία σημειώνει εποχές, όπου μέσα σε μια κοινωνία για λίγο διάστημα βασιλεύει ομοψυχία κι όμογνωμοσύνη, με κοινές άξιολογικές τάσεις. Μια τέτοια ευτυχισμένη, λιγόχρονη, κοινωνική ισορροπία γνώρισε, λόγου χάρη, κάποτε η αθηναϊκή δημοκρατία. Στην περίπτωση αυτή ολόκληρο το κοινωνικό σώμα έχει την ίδια συνείδηση. Όταν μια τάξη ανεβαίνει μπορεί για κάμποσον καιρό νάχει την ίδια γνώμη και τα ίδια ιδανικά με την τάξη που βρίσκεται σε χαμηλότερο σκαλί και να συνεργάζεται μαζί της. Στα προπαρασκευαστικά στάδια της Γαλλικής Επανάστασης η αστική τάξη παρουσιαζόταν ενωμένη με το λαό και ταύτιζε τα συμφέροντά της μαζί του. Μα συνήθως, κοντά στις διάφορες συνειδησιακές καταστάσεις, υπάρχει μια δεσπόζουσα, η συνείδηση της άρχουσας τάξης, που με τους θεσμούς της και τις άλλες πειθαρχίες της, τη ρυθμιστική αγωγή των νόμων, της παιδείας, των θρησκευτικών και των άλλων πνευματικών οργανισμών, και με την υλική και πολιτική της δύναμη επιβάλλει τις αξιολογικές αντιλήψεις της και τα ιδανικά της σ’ ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Την οικονομική και πολιτική επιβολή την ακολουθεί η πνευματική επιβολή κ’ η επιβολή στις συνειδήσεις. Η άρχουσα τάξη μπορεί να επισκοτίζει, να παραπείθει και να εκβιάζει μεγάλα κομμάτια του λαού και να τα παρασέρνει στις δικές της επιδιώξεις, σε πράξεις και θυσίες, που φανερά ή σκεπασμένα μόνο τα δικά της συμφέροντα υπηρετούν. Αυτό έγινε και με το φασισμό, που με τα παραπλανητικά φιλολαϊκά του συνθήματα παράσυρε μαζί του μεγάλες λαϊκές μάζες στη Γερμανία και στην Ίταλία.  Στην περίπτωση αυτή, η κρίση του καπιταλισμού από το κύμα του ανερχόμενου σοσιαλισμού, έφερε στην επιφάνεια το μικροαστισμό, που διψούσε για δύναμη και καταπιανόταν να στηρίξει τον αστισμό με τα δικά του μέσα. Η δημοκοπία του ήταν ευκολώτερη, γιατί βρισκόταν πιο κοντά στο λαό και γιατί γνώριζε καλύτερα τις ανάγκες και την ψυχολογία του. Ήταν και το φαινόμενο αυτό φυσικό στην εποχή μας και βρισκόταν μέσα στην κοινωνική νομοτέλεια, στη νομοτέλεια της αντίδρασης. Μα δεν κράτησε πολύ, καταποντίστηκε από τη δύναμη των πραγμάτων. Τίποτε από τα κινήματα αυτά δεν μπορεί να κρατήσει πολύ σήμερα, μ’ όλο που θα παρουσιάζονται για πολύν καιρό ακόμα, πάντα διαφορετικά μασκαρεμένα. Μα όταν η ταξική πάλη παροξύνεται κ’ η δύναμη των αρχομένων μεγαλώνει, τότε η συνείδησή τους μπορεί να παρουσιάζεται ολοένα και πιο επιβλητική απάνω στο κοινωνικό σώμα, όταν μπαίνουμε σε μια περίοδο μετάβασης σ’ άλλες κοινωνικές καταστάσεις κι αρχίζουν οι ανατροπές κ’ οι μετατροπές.

Μα σ’ ένα από τα κριτικά άρθρα της συζήτησης που παρακολουθούμε, φανερώνεται κάποια σύγχυση απάνω στον όρο συνείδηση και συνειδητοποίηση ανάμεσα στις αυτόματες συνειδησιακές καταστάσεις και στο θεωρητικό διαφωτισμό. Όταν η κριτική θέτει το ερώτημα, ποια κοινωνική συνείδηση εκφράζει ένα έργο τέχνης ή κάνει λόγο για ταξική συνείδηση κ.τ.λ., με τους όρους αυτούς δεν αναφέρεται φυσικά μόνο στο θεωρητικό διαφωτισμό, παρά και στους αυτόματους συνειδησιακούς σχηματισμούς, που δεν τους δημιουργεί καμιά κατήχηση, παρά η αντικειμενική πραγματικότητα. και στους τελευταίους αυτούς πάνε κ’ οι περισσότερες περιπτώσεις. (Όσο άπλοϊκές κι αν είναι αυτές οι παρατηρήσεις που κάνουμ’ εδώ, νομίζουμε πως είναι αναγκαίο να ειπωθούν). Η συνείδηση των αναγκών της ζωής, της στέρησης, της ανθρώπινης και κοινωνικής μείωσης, σαν αίσθημα, σα συναίσθηση κοινωνικής ανισότητας κι αδικίας, σπάνια λείπουν από τις άδικούμενες και καταπιεζόμενες κοινωνικές τάξεις κ’ είναι ένας αυτόματος σχηματισμός, που γεννά μια φυσική αντίδραση, μια παρόρμηση για λύτρωση από την ανάγκη, είναι ένα αυτογέννητο αίτημα ζωής. Τις συνειδησιακές αυτές καταστάσεις δεν τις δημιουργεί η θεωρία, παρά η ίδια η ύπαρξη κ’ οι συνθήκες της. Η θεωρία κι ο διαφωτισμός μπορεί νάρθουν αργότερα για να οργανώσουν, να συντονίσουν και να κατευθύνουν απάνω σ’ ένα σχέδιο τις προϋπάρχουσες αυτές καταστάσεις και τις ασύνδετες δυνάμεις. Η υλική δύναμη, λοιπόν, προϋπάρχει, οι αντιθέσεις κ’ η διαλεχτική πάλη τους προϋπάρχουν κ’ ενεργώντας αδιάκοπα, κάνουν τις καταστάσεις, τα πράγματα και τα πνεύματα να ωριμάζουν και να δημιουργούν τις ευνοϊκές συνθήκες του κοινωνικού μετασχηματισμού. Σ’ όλη αυτή την ιστορική πορεία η υλική δύναμη κ’ η δύναμη των πραγμάτων δημιουργούν την ιδέα κι όλη την κίνηση της ιστορικής μεταβολής. Αυτή η αθροιστική διαδικασία, αυτή η επισωρευτική ενέργεια, που υπάρχει στη σχέση της συνείδησης και της ύπαρξης κι αυτό το ωρίμασμα στις ιστορικές συνθήκες της ζωής προκαλούν τις εκρηκτικές μεταβολές στις κοινωνίες κι όχι καμιά εξαιρετική «έμπνευση». Τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που δε συμβαδίζουν με τα βήματα της ιστορίας, είναι βήματα στο κενό, ουτοπική πράξη, σαν τη νοσταλγική επιστροφή προς την ειδωλολατρία του Ιουλιανού του Παραβάτη ή είναι αντιδραστική πράξη καταστροφής, σαν ο φασισμός του Χίτλερ, που ήθελε να μεταβάλει τον κόσμο σ’ ένα γερμανικό Ιμπέριουμ.

Όταν, σχετικά με μερικά άτομα πρωτοποριακά, οι μάζες μένουν πίσω, αυτό θα πει πως δε συμπληρώθηκαν μέσα στις συνθήκες της ζωής οι ποσοτικές εκείνες μεταβολές, T’ ωρίμασμα των αντικειμενικών όρων, που θα προκαλέσουν την απότομη μετάσταση, το άλμα της ιστορίας προς τα εμπρός. Μα ακόμα κι όταν οι μάζες μένουν πίσω, δεν παύει να λειτουργεί η προωθητική ενέργεια από την κατάστασή τους. Οι κακοί όροι της ζωής θα τις σπρώχνουν πάντα προς την απαλλαγή από τα κακά που τις βαραίνουν κι όσο κι αν η συνείδησή τους μοιάζει με τα κοιμισμένα νερά, τα βάσανά τους κ’ η πικρή πείρα της ζωής κάποτε θα τις κάνουν να ξεσηκωθούν γεμάτες ενεργητική δύναμη. Και στα χρόνια μας μια τέτοια τροπή δεν αργεί καθόλου νάρθει. H γνώμη, πως «η παρακμή κ’ η αποσύνθεση μπορεί να πάρει καθολικό χαρακτήρα για ολόκληρο το κοινωνικό σώμα κι όχι μόνο για μια τάξη» είναι ιστορικά και λογικά αστήριχτη. Όσο κι αν πάσχουν όλες οι τάξεις από την αποσύνθεση της άρχουσας τάξης, οι κοινωνικές δυνάμεις, που μέσα τους συντελείται η ιστορική επεξεργασία της διαδοχής και της ανανέωσης υπάρχουν πάντα, ακόμα κι αν δεν έχουν φτάσει στη συνειδητή επίγνωση του προορισμού τους. O ίδιος ο ξεπεσμός της άρχουσας τάξης επιταχύνει την είσοδό τους στο στίβο της Ιιστορίας. O ξεπεσμός του γερασμένου κόσμου δεν μπορεί να τις παρασύρει μαζί του. Έχουν μέσα τους τη φυσική νεότητα των παρθένων ιστορικών όργανισμών. Οι συνθήκες που ωριμάζουν για το ανέβασμά τους τις προικίζουν με την αναγεννητική δύναμη της ζωής.

Έτσι δεν μπορεί να υποστηριχτεί στα σοβαρά, πως από την εποχή που άρχισε να φουντώνει με μεγάλη δύναμη η απαισιοδοξία στην ελληνική λογοτεχνία και να βρίσκει την πιο πλατειά κοινωνική απήχηση και μέσα στο αναγνωστικό κοινό και μέσα στους λόγιους και τους νέους ποιητές, έως τα σήμερα, που οι προοδευτικές δυνάμεις. συντριμμένες από την ξένη και τη ντόπια αντίδραση, μαζεύουν τα κομμάτια τους, το κίνημα της κοινωνικής ανάπλασης στον τόπο μας περιορίστηκε σε λίγα συνειδητά άτομα ή συγκινεί μικρές ομάδες ανθρώπων. Ίσα - ίσα, μέσα σε λίγα χρόνια ύστερα από τους πρώτους πολέμους, οι αναγεννητικές δυνάμεις στον τόπο μας γιγαντώθηκαν και κινήθηκαν μ’ αποφασιστικότητα κι ορμή όσο λίγα κοινωνικά κινήματα στον κόσμο, παρασέρνοντας μαζί τους ολόκληρο σχεδόν το λαό. Και σήμερα που ο λαός λουφάζει κ’ η αντίδραση οργιάζει και παρουσιάζεται παντοδύναμη, δεν είναι αυτό το φαινόμενο που εκφράζει τη βαθύτερη πραγματικότητα. Ο αστισμός είναι καταδικασμένος κ’ η τύχη του προδιαγραμμένη· θεωρητικά αυτό είχε καθοριστεί πριν από εκατό χρόνια, μα η Ρωσσική Έπανάσταση το στέριωσε, στην πραγματικότητα, και το κάνει φανερό ολοένα και περισσότερο η παγκόσμια κίνηση των λαών. Ώστε καμιά «βαθύτατη απογοήτευση και πίκρα από την επίγνωση της αδυναμίας του ατομικού παράγοντα να κουνήσει τις σκοτισμένες μάζες», όπως λέει ένας από τους συζητητές, ούτε πριν από τριάντα χρόνια, ούτε πολύ περισσότερο σήμερα είναι δικαιολογημένη. Ποτέ το προοδευτικό άτομο δεν ήταν πλαισιωμένο από μεγαλύτερες δυνάμεις προόδου όσο σήμερα. Και τότε και τώρα το προοδευτικό άτομο μπορούσε να βρει θέση μέσα στις αγωνιζόμενες αυτές δυνάμεις, πότε περισσότερο και πότε λιγότερο συνταγμένες. Κι αν άλλοτε, που ο ρυθμός της ιστορίας ήταν πολύ αργόπορος, οι συντριμμένες προοδευτικές δυνάμεις ήθελαν πολύν καιρό να μπουν ξανά στο δρόμο τους, αυτό σήμερα γίνεται πολύ γρήγορα. Κ’ έξω από τ’ άλλα συγκαιρινά παραδείγματα, έχουμε μπροστά μας το μεγάλο παράδειγμα από το ρούσσικο ξεσήκωμα του 1905. Γρήγορα το ξεσήκωμα αυτό είχε πνιγεί τότε στο αίμα του κι ακολούθησε η πιο μαύρη αντίδραση, που σκέπασε και την κοινωνική και την πνευματική ζωή. Κι όμως ύστερα από λίγα χρόνια μια νέα παντοδύναμη επανάσταση εσάρωσε από μπροστά της όλα τα εμπόδια. Αν αυτό δε γίνεται σ’ όλες τις περίπτωσες, πάντα θα γίνει κάτι άλλο που δεν αφήνει ακίνητη καμιά κατάσταση.

Κ’ η άντίληψη. πως η τέχνη είναι αυτόνομη, όπως διατυπώνεται σ’ ένα από τ’ άρθρα της συζήτησης, μπορεί να δώσει αφορμή σε παρανοήσεις. Θυμίζει πολύ την ιδεαλιστική αντίληψη για το αυτόνομο πνεύμα. Η τέχνη, αληθινά, είναι ένα φαινόμενο με πολλές ιδιοτυπίες. Μα όσο και κάθε άλλο φαινόμενο είναι εξαρτημένο από τον τόπο και το χρόνο, από το βαθμό της οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, από τις παραγωγικές σχέσεις, από τις κοινωνικές κατάστασες, από τα ιδεολογικά ρεύματα και τις τεχνοτροπίες της εποχής, από την παράδοση, από τις συνθήκες της ζωής του τεχνίτη, από την ιδιοσυγκρασία του κ.τ.λ., κ.τ.λ.

Γενικά οι θέσεις της συζήτησης, που δε λογαριάζουν αρκετά τους αντικειμενικούς παράγοντες και ρίχνουν όλο το βάρος τους στους υποκειμενικούς, στην «Ιδέα», στο «Πνεύμα», στο άτομο, στον ξεμοναχιασμένο πάσχοντα ήρωα, στις πρωτοπορίες χωρίς αντικειμενική βάση, χωρίς το λαό, καταντούν να βλέπουν το ιστορικό «γίγνεσθαι» περισσότερο σα μια εσωτερική συνειδησιακή κίνηση και τις μεταβολές της ιστορίας σαν αποτέλεσμα μιας ξαφνικής εσωτερικής έκλαμψης μέσα στις συνειδήσεις. Οι θέσεις αυτές στην εσωτερική λογική τους διάρθρωση παρουσιάζουν πολλές αντιφάσεις κι οδηγούν στον ιδεαλισμό.

Μα το θέμα του πεσσιμισμού στη νεοελληνική ποίηση και τη λογοτεχνία, που μόνο μερικά σημεία του άγγιξε η συζήτηση, είναι πολύ πλατύτερο και θάπρεπε κάποτε να εξεταστεί στο σύνολό του, από τον αισθηματικό πεσσιμισμό των ρομαντικών έως τη μελαγχολία των νεώτερων λυρικών, από τον ινδογερμανικό πεσσιμισμό του Μαβίλη έως τον ηρωικό πεσσιμισμό του Καζαντζάκη, έως τον πεσσιμισμό των οπαδών του Καβάφη και του Καρυωτάκη, που έθρεψε όλους τους νέους ποιητές ώς τα σήμερα.


Αυτή την πλατύτερη εργασία. οι νέοι κριτικοί έχουν όλα τα προσόντα να την καταπιαστούνε και να τη βγάλουν πέρα μ' επιτυχία.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΓΕΡΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: